Legislator Case Law & Legislation
1038/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds and lack of evidence regarding document distortion.

Case Number 1038/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Court of First Instance's judgment in a labor dispute. The appellant argued that the lower court distorted the content of employment records by rejecting their claim of unauthorized route execution. The court found the appeal inadmissible due to vagueness and rejected the distortion claim as the lower court properly evaluated all evidence collectively.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 para. 20 KPolD; Art. 561 para. 1 KPolD: An appeal based on alleged distortion of a document is inadmissible if the grounds are vague, and distortion is absent when the court of first instance evaluates the document alongside other evidence without excluding it.

Keywords

AI generated
labor dispute appeal inadmissible appeal document distortion evidence evaluation appellate review standard

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 para. 20 KPolD
Art. 561 para. 1 KPolD
Art. 552 KPolD
Art. 553 KPolD
Art. 176 KPolD
Art. 183 KPolD
Art. 191 para. 2 KPolD

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1038 / 2019 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1038/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1 Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 5η Μαρτίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ.

Του αναιρεσείοντος: Δ. Μ. του Χ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ. 2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Αποστόλου- Κωνσταντίνου Κωνσταντινίδη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην ... και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Πίκουλα, ο οποίος ανακάλεσε την υποβληθείσα, κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ, δήλωσή του και κατέθεσε προτάσεις.

Των προσθέτως παρεμβάντων υπέρ του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος: 1) Επιχειρησιακού- Επαγγελματικού Σωματείου με την επωνυμία "... ...ς", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην ..., 2) Ένωσης Επαγγελματικών Σωματείων με την επωνυμία "... ...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην ..., και 3) Ένωσης Επαγγελματικών Σωματείων με την επωνυμία "...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στον ..., τα οποία παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ. 2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Αποστόλου- Κωνσταντίνου Κωνσταντινίδη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-12-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο ... με αριθμό 3/13-1-2014 και τις προφορικά ασκηθείσες πρόσθετες παρεμβάσεις υπέρ του ενάγοντος εκ μέρους των 1ου και 3ου των ως άνω παρεμβάντων.

Εκδόθηκε η 6/2015 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν άσκησης έφεσης κατ' αυτής, κατά τη συζήτηση της οποίας ασκήθηκαν πρόσθετες παρεμβάσεις υπέρ του εκκαλούντος εκ μέρους των τριών ως άνω παρεμβάντων, εκδόθηκε η 37/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29-5-2018 και με αριθμό κατάθεσης 23/5-7-2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης, Σοφία Τζουμερκιώτη.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.Η από 29-5-2018 (αριθμός κατάθεσης 23/5-7-2018) αίτηση αναίρεσης κατά της 37/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, επί της ασκηθείσας από τον ενάγοντα έφεσης και των προσθέτων υπέρ του τελευταίου παρεμβάσεων, που ασκήθηκαν στο Εφετείο, κατά της 6/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών επί της από 10-12-2013 (αριθμός κατάθεσης 3/13-1-2014) αγωγής, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144).

Συνεπώς, είναι παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (ΚΠολΔ 577 παρ.3), δεδομένου ότι, για το παραδεκτό της συζήτησής της, κλήθηκαν, κατ' άρθρο 82 εδ. τελευταίο ΚΠολΔ, τα προσθέτως παρεμβάντα στην κατ' έφεση δίκη, ήτοι 1) Επιχειρησιακό- Επαγγελματικό Σωματείο με την επωνυμία "... ...", 2) Ένωση Επαγγελματικών Σωματείων με την επωνυμία "... ...ς" και 3) Ένωση Επαγγελματικών Σωματείων με την επωνυμία "...", τα οποία και παραστάθηκαν.

2.Από τις διατάξεις των άρθρων 648, 649, 652 και 659 ΑΚ, συνάγεται ότι η αξίωση του εργαζομένου περί καταβολής συμπληρωματικής αμοιβής για πρόσθετη εργασία, που παρασχέθηκε εντός του νομίμου ωραρίου του, προϋποθέτει παροχή από αυτόν εργασίας πέραν εκείνης που ρητά ή σιωπηρά συμφωνήθηκε ή τη συνηθισμένη. Από αυτά παρέπεται ότι ο μισθωτός δεν δικαιούται τέτοια αμοιβή για παρασχεθείσα εργασία εντός του νομίμου ωραρίου του, που συνδέεται αναπόσπαστα, ως εκ της φύσεώς της ή του χρόνου και του τόπου, στον οποίο παρέχεται, με τα κύρια καθήκοντά του, διότι τότε δεν πρόκειται για πρόσθετη εργασία, αλλά για συμφωνημένη (ΑΠ 1810/1983).

Στο πλαίσιο της ελευθερίας των συμβάσεων, τα μέρη έγκυρα μπορούν να συμφωνήσουν, με την αρχική σύμβαση ή με μεταγενέστερη συμφωνία, την παροχή από τον εργαζόμενο, εντός του νομίμου ή του συμβατικού ωραρίου, περισσοτέρων κατ' είδος εργασιών που ανήκουν σε διαφορετικές επαγγελματικές ειδικότητες, για την αντιμετώπιση διαρκών αναγκών, οπότε πρόκειται για μικτή επαγγελματική απασχόληση.

Στην περίπτωση αυτή, η κύρια απασχόληση του εργαζομένου προσδιορίζει την επαγγελματική του ειδικότητα και, επομένως, και τη συλλογική σύμβαση που πρέπει να εφαρμοσθεί για τον καθορισμό, εκτός των άλλων, του νομίμου μισθού. Ο προσδιορισμός της κύριας απασχόλησης βασίζεται στη σύγκριση των δύο κατηγοριών υπηρεσιών από πλευράς σπουδαιότητας των προσφερόμενων εργασιών και ιδίως από άποψη διάρκειας του χρόνου, που αφιερώνεται σε καθεμία από αυτές (ΑΠ 714/2000).

3.Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 167, 168, 648, 669 ΑΚ, 1 και 2 του ν. 2112/1920, 1, 2 παρ.1 και 5 του β.δ. 16/18-7-1920 "περί επεκτάσεως του ν. 2112 και επί των εργατών, τεχνιτών και υπηρετών" και 5 του ν. 3198/1955, συνάγεται ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, που αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη, το οποίο ασκείται με τη μορφή μονομερούς αναιτιώδους δικαιοπραξίας, θεωρείται έγκυρη, όταν γίνει εγγράφως και καταβληθεί πλήρως η νόμιμη αποζημίωση.

Το ποσό της αποζημίωσης προσδιορίζεται ανάλογα με την ιδιότητα του εργαζομένου ως υπαλλήλου ή εργατοτεχνίτη, το χρόνο υπηρεσίας και ανάλογα του χαρακτήρα της καταγγελίας ως τακτικής ή έκτακτης, προκειμένου για υπαλλήλους και τον προσδιορισμό των τακτικών αποδοχών. Εξάλλου, στο άρθρο 10 του κωδικοποιημένου ν. 3514/1928, όπως αυτό τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το άρθρο 7 του ν. 4558/1930 και στη συνέχεια αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 2655/1953, ορίζεται ότι: "Ιδιωτικός υπάλληλος, κατά την έννοιαν του παρόντος νόμου, θεωρείται παν πρόσωπον κατά κύριον επάγγελμα ασχολούμενον επ' αντιμισθία, ανεξαρτήτως τρόπου πληρωμής, εις υπηρεσίαν ιδιωτικού καταστήματος, γραφείου ή εν γένει επιχειρήσεως ή οιασδήποτε εργασίας και παρέχον εργασίαν αποκλειστικώς ή κατά κύριον χαρακτήρα μη σωματικήν.

Δεν θεωρούνται ιδιωτικοί υπάλληλοι, οι υπηρέται πάσης κατηγορίας, καθώς και παν εν γένει πρόσωπον, το οποίον χρησιμοποιείται εν τη παραγωγή αμέσως ως βιομηχανικός, βιοτεχνικός, μεταλλευτικός ή γεωργικός εργάτης ή ως βοηθός ή μαθητευόμενος των εν λόγω κατηγοριών ή παρέχει υπηρετικάς εν γένει υπηρεσίας".

Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, η διάκριση του μισθωτού ως εργάτη ή υπαλλήλου εξαρτάται από το είδος της παρεχόμενης εργασίας και όχι από τον περιεχόμενο στη σύμβαση χαρακτηρισμό αυτού ή τον τρόπο της αμοιβής του. Εργασία εργάτη θεωρείται εκείνη που προέρχεται αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από την καταβολή σωματικής ενέργειας, ενώ, όταν η εργασία είναι προϊόν πνευματικής καταβολής, τότε και εφόσον ο εργαζόμενος έχει την κατάρτιση και εμπειρία που απαιτείται γι' αυτήν και την εκτελεί με υπευθυνότητα, θεωρείται εργασία υπαλλήλου και εκείνοι που την ασκούν ανήκουν στην κατηγορία των ιδιωτικών υπαλλήλων.

Έτσι, για το χαρακτηρισμό προσώπου ως υπαλλήλου, απαιτείται και εξειδικευμένη εμπειρία, θεωρητική μόρφωση και ιδίως η ανάπτυξη πρωτοβουλίας και ανάληψη ευθύνης κατά την εκτέλεση της εργασίας, διότι μόνο όταν συντρέχουν αυτά τα στοιχεία κατά την εκτέλεση της εργασίας, το πνευματικό στοιχείο υπερτερεί του σωματικού.

Η έννοια του ιδιωτικού υπαλλήλου ή εργάτη, που προκύπτει από τις πιο πάνω διατάξεις, είναι νομική και ως τέτοια υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, βάσει των ανελέγκτως από το δικαστή της ουσίας γενομένων δεκτών περιστατικών (ΑΠ 1448/2017, ΑΠ 237/2004). Για το χαρακτηρισμό εργαζομένου ως υπαλλήλου ή εργάτη, λαμβάνεται υπόψη η κύρια απασχόλησή του, ενώ η ευκαιριακή και η κατ' εναλλαγή με άλλους εργαζομένους απασχόλησή του και σε άλλη απασχόληση, δεν αρκεί για να του προσδώσει την ιδιότητα του υπαλλήλου.

Ακόμη και σε περίπτωση που η παρεχόμενη εργασία είναι μικτή, περιέχουσα ανάλωση πνευματικών και σωματικών δυνάμεων, ο χαρακτηρισμός του εργαζομένου ως υπαλλήλου ή εργάτη γίνεται με βάση το επικρατέστερο στοιχείο, αν δηλαδή υπερέχει το σωματικό ή το πνευματικό στοιχείο.

4.Ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.14 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα και απαράδεκτο από το δικονομικό μόνο δίκαιο (ΟλΑΠ 2/2001), ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται μέσου του λόγου από τον αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης από τον αρ.14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας έκρινε ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, θεωρώντας εσφαλμένα ότι εκτίθενται τα αναγκαία για τη θεμελίωσή τους στοιχεία, ενώ αυτά δεν εκτίθενται, καθώς και αν απέρριψε ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, παρά την επαρκή έκθεση των αναγκαίων για τη θεμελίωσή τους στοιχείων (ΑΠ 515/2016).

5.Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την ένδικη, από 10-12-2013 (με αριθμό κατάθεσης 3/13-1-2014) αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων ισχυρίσθηκε, στην έκταση που ενδιαφέρει εν προκειμένω, ότι προσλήφθηκε την 24-5-2001 από την εναγομένη, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, με την ειδικότητα του εργάτη αποθήκης, η οποία ανανεώθηκε διαδοχικά, ενώ από 7-4-2003 η σύμβασή του μετατράπηκε σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και τοποθετήθηκε στο τμήμα εξαγωγών και πωλήσεων, ως φορτοεκφορτωτής.

Ότι παράλληλα, από 1-1-2004 συμφώνησαν να συνοδεύει ως οδηγός- συνοδός ασφάλειας, με αυτοκίνητο της επιχείρησης, τα φορτηγά που μετέφεραν εμπορεύματα σε υποκαταστήματα της εταιρίας και οπουδήποτε αλλού ήθελε χρειασθεί. Ότι εκτελούσε δρομολόγια συνοδείας και τις υπόλοιπες ημέρες εργαζόταν κανονικά ως φορτοεκφορτωτής, ενώ απασχολήθηκε και ως οδηγός του μετόχου και μέλους του ΔΣ της εταιρίας, Κ.

Κ. για τις προσωπικές του μετακινήσεις, από τις αρχές του έτους 2006 έως τα τέλη Μαρτίου 2006, οπότε ζήτησε να σταματήσει την εργασία αυτή και περιορίσθηκε μόνο στα καθήκοντα του εργάτη αποθήκης και του συνοδού φορτηγών, για δε την κύρια εργασία του αμειβόταν με το ημερομίσθιο του εργάτη. Ότι την 1-3-2011, επειδή κατέθεσε ως μάρτυρας απόδειξης σε δίκη συναδέλφου του, η εναγομένη σταμάτησε να τον απασχολεί στην εκτέλεση δρομολογίων συνοδείας, με αποτέλεσμα να μειωθούν οι αποδοχές του και για το λόγο αυτό προσέφυγε στο δικαστήριο, με αίτηση ασφαλιστικών μέτρων και πριν τη συζήτηση αυτής, την 4-10-2011, συνήψαν πρακτικό συμβιβασμού, βάσει του οποίου συνέχισε να απασχολείται ως οδηγός και παραιτήθηκε από το δικόγραφο της αίτησης.

Ότι την 18-10-2013 η εναγομένη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του, καταβάλλοντάς του ως αποζημίωση εργάτη το ποσό των 4.202,78 ευρώ. Ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του είναι άκυρη α) επειδή δεν του καταβλήθηκε η νόμιμη αποζημίωση υπαλλήλου, διότι η εργασία του ως οδηγού αποτελούσε κύρια και αυτοτελή απασχόληση, επικουρικά δε, αν ήθελε κριθεί ότι η αποζημίωση που του οφείλεται είναι αυτή του εργάτη, είναι και πάλι ελλιπής, αφού δεν συνυπολογίσθηκαν οι προσαυξήσεις για νυκτερινή εργασία, υπερεργασία, υπερωριακή εργασία και εκτός έδρας απασχόληση, που χορηγούνταν κατά τρόπο σταθερό και μόνιμο κάθε μήνα και έτσι το ημερομίσθιό του, βάσει του μέσου όρου των αποδοχών του, ανήρχετο στο ποσό των 57,31 ευρώ και συνακόλουθα η αποζημίωσή του έπρεπε να υπολογισθεί με ημερομίσθιο 57,31 ευρώ και όχι με ημερομίσθιο 55,93 ευρώ, που την υπολόγισε η εναγομένη, με συνέπεια να του καταβάλει αποζημίωση απόλυσης μικρότερη της οφειλόμενης, και β) διότι έγινε από λόγους εμπάθειας και εκδικητικότητας και, κατά συνέπεια, καταχρηστικά.

Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε, μεταξύ άλλων, να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη είναι υπερήμερη ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του και την καταβολή των αποδοχών του, να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται τις υπηρεσίες του, όπως πριν την άκυρη απόλυσή του και να του καταβάλει ως αποδοχές υπερημερίας το ποσό των 57,31 ευρώ ημερησίως ή 1.432,81 ευρώ μηνιαίως, για το χρονικό διάστημα από 18-10-2013 μέχρι τη συζήτηση της αγωγής, άλλως μέχρι την άρση της υπερημερίας της, με το νόμιμο τόκο κατά τις εκεί διακρίσεις.

6.Το Μονομελές Εφετείο Καλαμάτας, επιλαμβανόμενο μετά από έφεση του ενάγοντος, με την προσβαλλόμενη 37/2017 απόφασή του, δέχθηκε, σε σχέση με τη θεμελίωση της ακυρότητας της καταγγελίας στην καταβολή ελλιπούς αποζημίωσης, τα εξής: Ότι κατά το μέρος που η ακυρότητα της καταγγελίας θεμελιώνεται στο ότι δεν καταβλήθηκε η νόμιμη αποζημίωση υπαλλήλου, αλλά αυτή που αντιστοιχεί σε αποζημίωση εργάτη, εφόσον εκτελούσε παράλληλα δύο αυτοτελείς εργασίες εντός του νομίμου ωραρίου του, ελέγχεται ως αόριστη, καθόσον ο ενάγων επικαλείται ότι η νόμιμη αποζημίωση απόλυσης είναι αυτή του υπαλλήλου, χωρίς να εκθέτει στην αγωγή του, με τρόπο σαφή και ορισμένο, τις απασχολήσεις του κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, ώστε να κριθεί η προέχουσα, από την άποψη της χρονικής διάρκειας και της σπουδαιότητας, με κριτήριο την ανάπτυξη πρωτοβουλίας και υπευθυνότητας, απασχόληση.

Ότι αορίστως προβάλλεται και ο επικουρικός ισχυρισμός περί μη συνυπολογισμού στο σύνολο των αποδοχών, βάσει των οποίων καταβλήθηκε η αποζημίωση εργάτη, των προσαυξήσεων για νυκτερινή εργασία, υπερεργασία, υπερωριακή και εκτός έδρας απασχόληση, καθόσον δεν προσδιορίζεται επακριβώς η εργασία αυτή και τα ποσά που έλαβε γι' αυτή.

Κατόπιν αυτών, το Εφετείο απέρριψε το σχετικό λόγο της έφεσης κατά της εκεί εκκαλουμένης απόφασης, η οποία είχε αποφανθεί ομοίως και είχε απορρίψει ως αόριστη τη βάση (κύρια και επικουρική) της ακυρότητας της καταγγελίας, λόγω καταβολής ελλιπούς αποζημίωσης. Με την κρίση αυτή, το Εφετείο, σε σχέση με τη θεμελίωση της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας στην καταβολή αποζημίωσης απόλυσης εργάτη και όχι της δικαιούμενης του υπαλλήλου, δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο, καθόσον, για την πληρότητα αυτής, θα έπρεπε να εκτίθενται στην αγωγή αναλυτικά οι απασχολήσεις του, με σαφή προσδιορισμό τους κατ' είδος και χρονική διάρκεια, ώστε να κριθεί η προέχουσα, από την άποψη της χρονικής διάρκειας και της σπουδαιότητας, απασχόληση.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.14 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Με το δεύτερο λόγο της αίτησης από το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί απέρριψε ως αόριστη την επικουρική βάση της ακυρότητας της καταγγελίας, λόγω καταβολής μειωμένης της αποζημίωσης απόλυσης του εργάτη, διότι, κατά τους ισχυρισμούς του, η εν λόγω αποζημίωση θα έπρεπε να υπολογισθεί επί των τακτικών αποδοχών (συμπεριλαμβανομένων των αμοιβών για νυκτερινή εργασία, υπερεργασία, υπερωριακή εργασία και εκτός έδρας απασχόληση, που ελάμβανε σταθερά και μόνιμα), καθώς και με ημερομίσθιο ανερχόμενο, βάσει του μέσου όρου των μηνιαίων αποδοχών που ελάμβανε, στο ποσό των 57,31 ευρώ (ήτοι 1.432,81 : 25 = 57,31) και όχι με ημερομίσθιο 55,93 ευρώ, που την υπολόγισε η εναγομένη.

Κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, έλαβε αποζημίωση εργάτη ύψους 4.202,78 ευρώ, πλην όμως, ενόψει του ότι, ως εκ του χρόνου της υπηρεσίας του, δικαιούται 60 ημερομίσθια (η αποζημίωση του εργάτη για υπηρεσία από 10 έτη συμπληρωμένα έως 15 έτη καθορίζεται σε 60 ημερομίσθια), η δε αποζημίωση υπολογιζόμενη με βάση το ημερομίσθιο που επικαλείται ο αναιρεσείων (ήτοι 57,31 €, για την εξεύρεση του οποίου συνυπολόγισε στις τακτικές αποδοχές και τις αμοιβές που ο ίδιος ισχυρίσθηκε ότι ελάμβανε σταθερά και μόνιμα), δεν υπερβαίνει το καταβληθέν ποσό, ο εξεταζόμενος λόγος είναι αλυσιτελής, διότι ερείδεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης ότι το ποσό της δικαιούμενης από αυτόν, κατά τους ισχυρισμούς του, αποζημίωσης εργάτη είναι ανώτερο από το ποσό που του καταβλήθηκε.

7.Με τον τρίτο λόγο της αίτησης προβάλλεται η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, διότι περιέχει αντιφατικές και σε κάθε περίπτωση ανεπαρκείς αιτιολογίες επί του ουσιώδους ζητήματος, περί του αν ο αναιρεσείων ήταν υπάλληλος ή εργάτης, το οποίο ασκεί επιρροή στον υπολογισμό της αποζημίωσης απόλυσης. Όμως, ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης και στην προκειμένη περίπτωση, ενόψει του ότι απορρίφθηκε ως αόριστη η βάση περί ακυρότητας της καταγγελίας, λόγω μη καταβολής της οφειλόμενης αποζημίωσης απόλυσης του υπαλλήλου, αλλά αυτής του εργάτη, δεν δημιουργείται ο εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης, αφού δεν ερευνήθηκε κατά τούτο η υπόθεση στην ουσία της.

8.Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 174, 180, 281, 288, 349, 350, 361, 648, 652, 656, 669 ΑΚ και 7 εδ. α' του ν. 2112/ 1920, συνάγεται ότι η καταγγελία σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής, αναιτιώδης δικαιοπραξία και γι' αυτό δεν είναι απαραίτητο να δικαιολογείται από τον καταγγέλλοντα. Αποτελεί, όμως, άσκηση δικαιώματος και, κατά συνέπεια, είναι απαγορευμένη, όταν γίνεται καταχρηστικά, δηλαδή υπό περιστάσεις, οι οποίες στοιχειοθετούν προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος.

Σε μία τέτοια περίπτωση, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας είναι άκυρη και θεωρείται σαν να μην έγινε, οπότε ο εργοδότης, αρνούμενος να δεχθεί τις υπηρεσίες του εργαζομένου, καθίσταται υπερήμερος και υποχρεούται στην καταβολή του μισθού προς αυτόν. Η καταγγελία είναι καταχρηστική και όταν γίνεται εκ λόγων εκδίκησης ή εχθρότητας, συνεπεία προηγούμενης συμπεριφοράς του εργαζομένου νόμιμης μεν, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη (ΑΠ 315/2014).

Δεν θεωρείται καταχρηστική η καταγγελία, όταν δεν υπάρχει γι' αυτή κάποια εμφανής ή αληθής αιτία, διότι, λόγω του αναιτιώδους χαρακτήρα της καταγγελίας, δεν είναι ο εργοδότης, εκείνος που πρέπει να τη δικαιολογήσει. Ο εργαζόμενος, επιδιώκοντας την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας, πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει συγκεκριμένα περιστατικά, εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει, προφανώς, τα όρια που διαγράφει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και, εκ του λόγου αυτού, καθίσταται απαγορευμένη.

Και αντιστρόφως, δεν μπορεί να θεωρηθεί καταχρηστική η καταγγελία, όταν έχει ως αληθινό κίνητρο την πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του εργαζομένου ή την από πλευράς εκείνου παραβίαση των συμβατικών του υποχρεώσεων (ΑΠ 179/2016), διότι, τότε, κλονίζεται η σχέση εμπιστοσύνης, που πρέπει να διέπει την καλή λειτουργία της σύμβασης.

Αλλά και όταν, ακόμη, αυτό δεν συμβαίνει, η αντικειμενικά αδικαιολόγητη καταγγελία, δηλαδή εκείνη που δεν γίνεται για σοβαρούς λόγους, συνδεόμενους με το αντικειμενικό συμφέρον της επιχείρησης του εργοδότη, δεν είναι άνευ ετέρου καταχρηστική, διότι, εάν ετίθετο τέτοια προϋπόθεση, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, από αναιτιώδης δικαιοπραξία, θα μετατρεπόταν σε αιτιώδη (ΑΠ 244/2017, ΑΠ 769/2016).

9.Κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999).

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Ακόμη, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1340/2017, ΑΠ 765/2014).

10.Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (ΚΠολΔ 561 παρ.2), το Μονομελές Εφετείο Καλαμάτας, εκτιμώντας όλα τα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής ουσιώδη: Ότι ο ενάγων (ήδη αναιρεσείων) προσλήφθηκε από την εναγομένη, η οποία έχει ως αντικείμενο δραστηριότητας τη βιομηχανία καπνού, την 24-5-2001, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, με την ειδικότητα του εργάτη αποθήκης, η οποία ανανεώθηκε διαδοχικά.

Ότι η σύμβασή του από 7-4-2003 μετατράπηκε σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και τοποθετήθηκε στο τμήμα εξαγωγών και πωλήσεων ως φορτοεκφορτωτής, με αντικείμενο εργασίας τη φόρτωση χαρτοκιβωτίων τσιγάρων σε φορτηγά αυτοκίνητα, προκειμένου να γίνει η μεταφορά τους στην εσωτερική και εξωτερική αγορά, εκτελώντας παράλληλα και άλλες χειρονακτικές εργασίες στην αποθήκη ετοίμων προϊόντων της εναγομένης.

Ότι, παράλληλα, από το έτος 2005, επειδή ήταν κάτοχος ερασιτεχνικού διπλώματος οδήγησης Β' κατηγορίας, η εναγομένη του ζήτησε και εκείνος δέχθηκε να συνοδεύει ως οδηγός- συνοδός ασφαλείας, με άλλο αυτοκίνητο της επιχείρησης, τα φορτηγά αυτοκίνητα, που μετέφεραν εμπορεύματα της εταιρίας σε υποκαταστήματα αυτής στη ….

και στην …., στο λιμάνι του …., στον …., καθώς και σε πύλες εξόδου της χώρας, δηλαδή στα Τελωνεία ….. ….., … και …, ή οπουδήποτε αλλού χρειαζόταν. Ότι έτσι, αφενός εκτελούσε τα δρομολόγια- συνοδείες, αφετέρου εργαζόταν ως φορτοεκφορτωτής. Ότι αρχές του έτους 2006, ασχολήθηκε και ως οδηγός του εν ζωή τότε Κ. Κ. (μετόχου και μέλους του ΔΣ της εναγομένης) σε προσωπικές μετακινήσεις του.

Ότι το Μάρτιο του 2006 αρνήθηκε να παρέχει την ανωτέρω εργασία και την 20-4-2006, ενώ του είχαν χορηγηθεί υποχρεωτικά όλες οι ημέρες άδειάς του (μέχρι την 23-5-2006), πριν τη λήξη της, την 18-5-2006, ειδοποιήθηκε από την εναγομένη να επιστρέψει στην εργασία του την 19-5-2006. Ότι την 24-5-2006, καταγγέλθηκε η σύμβαση εργασίας του και μετά την καταγγελία κατέθεσε αίτηση ασφαλιστικών μέτρων και σχετική αγωγή, με την οποία ζήτησε την ακυρότητα της καταγγελίας.

Ότι επί της αίτησης των ασφαλιστικών μέτρων εκδόθηκε η 1530/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, με την οποία υποχρεώθηκε η εναγομένη να αποδέχεται προσωρινά τις υπηρεσίες του, μέχρι να εκδοθεί απόφαση επί της ασκηθείσας αγωγής του. Ότι την 25-9-2007, ημερομηνία συζήτησης της αγωγής, υπογράφηκε μεταξύ των διαδίκων πρακτικό συμφωνίας, δυνάμει του οποίου η εναγομένη αναγνώρισε τη συνέχιση της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, όπως και πριν την απόλυσή του και ο τελευταίος παραιτήθηκε από το δικόγραφο της αγωγής.

Ότι το έτος 2009, σε αρχαιρεσίες που διενεργήθηκαν από το ... ..., εξελέγη μέλος της διοίκησης αυτού. Ότι την 1-3-2011 κατέθεσε ως μάρτυρας απόδειξης επί αγωγής του συναδέλφου του Α. Α. κατά της εναγομένης, ο οποίος ασκούσε καθήκοντα οδηγού του Κ. Κ. και είχε απολυθεί. Ότι την 3-3-2011 κλήθηκε από τον προϊστάμενό του, ο οποίος του διεμήνυσε ότι έπρεπε να παρουσιασθεί, μαζί με τον πρόεδρο και τον γραμματέα του σωματείου, στον προσωπάρχη και να επιστρέψει την προκαταβολή εξόδων μετακίνησης του δρομολογίου προς …., που είχε αναλάβει να εκτελέσει.

Ότι μετέβη με τους ανωτέρω στο γραφείο του προσωπάρχη, όπου παρουσία του προϊσταμένου του και του τεχνικού διευθυντή της εταιρίας, του ανακοινώθηκε η διακοπή των δρομολογίων και ότι "έπεται και συνέχεια", διότι, καταθέτοντας στην υπόθεση του συναδέλφου του Α. Α., είπε ότι η εταιρία τον εξαναγκάζει να εκτελεί δρομολόγια, γεγονός που ο ενάγων αρνήθηκε.

Ότι έπαυσε να απασχολείται ως οδηγός, με αποτέλεσμα τη μείωση των αποδοχών του, οπότε προσέφυγε ξανά στο δικαστήριο, ασκώντας αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, πριν από την εκδίκαση της οποίας, την 4-10-2011, συντάχθηκε πρακτικό συμβιβασμού μεταξύ των διαδίκων, με το οποίο συμφώνησαν ο ενάγων να συνεχίσει να απασχολείται ως οδηγός, όπως και πριν και ο τελευταίος παραιτήθηκε από το δικόγραφο της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων.

Ότι την 6-10-2012, διενεργήθηκαν πάλι αρχαιρεσίες στο ανωτέρω συνδικαλιστικό σωματείο, κατά τις οποίες δεν εξελέγη ο ενάγων, αλλά, σύμφωνα με το υφιστάμενο τότε νομικό πλαίσιο, διατήρησε την προστασία από απόλυση για ένα έτος από τη λήξη της θητείας του, δηλαδή μέχρι την 12-10-2013. Ότι την 18-10-2013 η εναγομένη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του ενάγοντος, αρνούμενη έκτοτε να αποδέχεται τις υπηρεσίες του.

Ότι, κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του είναι άκυρη ως καταχρηστική, διότι η εναγομένη προέβη στην καταγγελία μετά την κατάθεση που είχε δώσει με αφορμή την αγωγή που είχε ασκήσει συνάδελφός του και μετά από παράκλησή του να μην εκτελέσει δρομολόγιο ως οδηγός- συνοδός, που του ζητήθηκε την 8-10-2013 να εκτελέσει την επόμενη ημέρα το πρωί.

Ότι η εναγομένη αρνήθηκε στον ενάγοντα τη συνέχιση της εκτέλεσης των δρομολογίων, όχι επειδή κατέθεσε ως μάρτυρας στη δίκη του συναδέλφου του, αλλά επειδή κατέθεσε ψευδώς ότι εξαναγκάστηκε στην εργασία αυτή, ενώ αμέσως, μετά τη δήλωσή του ότι επιθυμεί τη συνέχιση της εκτέλεσης των δρομολογίων, το συμβάν έληξε, το δε γεγονός ότι επιθυμούσε την εκτέλεση των δρομολογίων, είναι αναμφισβήτητο μετά την κατάθεση αίτησης ασφαλιστικών μέτρων με το αίτημα αυτό, επειδή μειώθηκαν οι αποδοχές του.

Ότι από τα αποδεικτικά στοιχεία δεν προέκυψε ότι η εναγομένη προέβη στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος από αισθήματα εμπάθειας και εκδικητικότητας, καθόσον από το έτος 2006 (που είχε καταγγείλει για πρώτη φορά τη σύμβαση και επακολούθησε συμβιβασμός) μέχρι το έτος 2009, αυτή δεν προέβη σε καμία τέτοια ενέργεια, αν και θα μπορούσε να το πράξει, ενώ μέχρι το έτος 2011 δεν αναφέρεται κανένα περιστατικό, που να φανερώνει αισθήματα εμπάθειας της εναγομένης, λόγω της απόλυσης που είχε λάβει χώρα το έτος 2006.

Ότι, επιπροσθέτως, ο ίδιος ο ενάγων ομολογεί ότι από το Σεπτέμβριο του 2012 ο προϊστάμενός του Ε. Γ. είχε δεχθεί να μην εκτελεί μακρινά δρομολόγια έως τη γέννηση του παιδιού του την 9-6-2013, γεγονός το οποίο καταδεικνύει ότι η εναγομένη δεν έτρεφε αισθήματα εμπάθειας και εκδικητικότητας στο πρόσωπό του για κανένα λόγο.

Ότι τα δρομολόγια που θα εκτελούνταν, προγραμματίζονταν εγκαίρως και ουδέποτε την προηγούμενη ημέρα της εκτέλεσής τους και μάλιστα κάθε Πέμπτη για όλη την επόμενη εβδομάδα, οπότε ο ενάγων, εφόσον γνώριζε προγραμματισμένη ιατρική επίσκεψη για το τέκνο του, έπρεπε να ειδοποιήσει για το κώλυμά του την εναγομένη, όταν εκδόθηκε το πρόγραμμα δρομολογίων και ενημερώθηκε γι' αυτό.

Ότι η εναγομένη προσκόμισε τρία υπηρεσιακά σημειώματα του προϊσταμένου του ενάγοντος, κατά το χρονικό διάστημα από Ιούλιο έως Σεπτέμβριο του 2013 (με ημερομηνίες 1-7-2013, 10-7-2013 και 19-9-2013), όπου αναφέρεται αδικαιολόγητη άρνηση του ενάγοντος να εκτελέσει τα ορισθέντα δρομολόγια. Ότι προσκόμισε, επίσης, την από 26-2-2013 αναφορά του προϊσταμένου του ενάγοντος προς τον προσωπάρχη, όπου αναφέρεται κακή συμπεριφορά του ενάγοντος κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, γεγονός το οποίο επισημάνθηκε προφορικά και στον ίδιο, ενώ στη συγκεκριμένη αναφορά εκτίθεται ότι υπήρξε αντιπαράθεση αυτού με τον εργαζόμενο Ι.

Κ.. Ότι δεν αποδείχθηκε η ακυρότητα της καταγγελίας, ως γενόμενης καταχρηστικά, αφού η άσκηση του σχετικού δικαιώματος της εναγομένης δεν υπερβαίνει προφανώς τα όρια του άρθρου 281 ΑΚ, αλλά η καταγγελία οφειλόταν στον κλονισμό της εμπιστοσύνης της εναγομένης προς αυτόν, λόγω της ψευδούς κατάθεσής του περί εξαναγκασμού στην εκτέλεση των καθηκόντων του, καθώς και στην εκ μέρους του παράβαση των συμβατικών του υποχρεώσεων, στην πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του και στην παράβαση των οδηγιών των αρμοδίων οργάνων της εναγομένης, συνεπεία των οποίων διακόπηκε η αρμονική συνεργασία τους.

Ότι η θεσπιζόμενη με τον κανονισμό εργασίας της εναγομένης περιορισμένη διαδικασία για πειθαρχικά παραπτώματα, δεν θίγει με κανένα τρόπο το αυτοτελώς και ειδικώς προβλεπόμενο δικαίωμα για απόλυση των μισθωτών της, ούτε και γεννά υποχρέωση της εναγομένης να προβεί στη λήψη άλλων μέτρων ή την επιβολή πειθαρχικών κυρώσεων σε βάρος του υπαλλήλου της, διότι τότε θα υφίστατο κατ' ουσία ανεπίτρεπτος συμβατικός αποκλεισμός του δικαιώματος καταγγελίας, διότι οι σκοποί που επιδιώκονται είναι διαφορετικοί, αφού με την πειθαρχική διαδικασία και όταν προβλέπεται από τον κανονισμό η ποινή της οριστικής παύσης, επιδιώκεται η διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας της επιχείρησης, ενώ με την καταγγελία απομακρύνεται ο εργαζόμενος, του οποίου η εργασιακή σχέση δεν μπορεί να συνεχισθεί, ως επαχθής για τον εργοδότη.

Ότι δεν τίθεται ζήτημα καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος, λόγω της επιλογής της εναγομένης να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας του ενάγοντος, αντί της επιβολής κάποιας πειθαρχικής ποινής.

11.Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο δέχθηκε ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος δεν υπαγορεύθηκε από εμπάθεια και διάθεση εκδίκησης προς το πρόσωπό του και ως εκ τούτου δεν είναι άκυρη ως καταχρηστικώς γενομένη, αλλά οφείλεται στην εκ μέρους του ενάγοντος πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του, στην παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεών του και στον κλονισμό της εμπιστοσύνης της εναγομένης προς το πρόσωπό του, για τους προαναφερθέντες λόγους, οπότε απέρριψε το συναφή λόγο της έφεσης του ενάγοντος, με τον οποίο παραπονιόταν κατά της εκεί εκκαλουμένης 6/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, η οποία είχε κρίνει ομοίως και απέρριψε την αγωγή.

Με την κρίση αυτή, το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, διότι αιτιολόγησε επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις την κρίση του και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, διαλαμβάνοντας στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος δεν ασκήθηκε καταχρηστικά και έτσι μπορεί να ελεγχθεί η ορθή εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Επομένως, ο πέμπτος λόγος της αίτησης από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση έλλειψη νόμιμης βάσης, με τον ισχυρισμό ότι περιέχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, είναι αβάσιμος. Όσον αφορά την αιτίαση που περιέχεται στον ίδιο λόγο, με την οποία αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν, αφού η αναιρεσίβλητη ουδέποτε επικαλέσθηκε ως λόγο απόλυσης του αναιρεσείοντος ψευδή κατάθεσή του, είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, διότι ο επικαλούμενος ισχυρισμός δεν αποτελεί "πράγμα", κατά την έννοια του νόμου.

12.Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Ακόμη, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 του ιδίου Κώδικα, συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι (ΟλΑΠ 23/2008).

Δεν επιβάλλεται, όμως, η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στη δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται, βεβαίως, το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί, για τον αναιρετικό έλεγχο, να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που υποβλήθηκαν στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (ΟλΑΠ 8/2016).

Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, να καταλείπονται, με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 573/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, με το τέταρτο λόγο της αίτησης, κατά το πρώτο μέρος, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά έγγραφα και συγκεκριμένα πίνακες προσωπικού και ωρών εργασίας, που η ίδια η εργοδότρια κατέθεσε στην Επιθεώρηση Εργασίας, τα οποία με επίκληση προσκόμισε ο αναιρεσείων και στους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, ως σχετικό 23, για την απόδειξη του ισχυρισμού του, ότι ουδέποτε αρνήθηκε αδικαιολόγητα να εκτελέσει εργασία (δρομολόγια), αλλά αντιθέτως εκτελούσε και εκτάκτως προγραμματισμένα δρομολόγια.

Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο οδηγήθηκε στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι δεν συνέτρεξε λόγος ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, ύστερα από την εκτίμηση των εκεί αναφερομένων αποδεικτικών στοιχείων, μεταξύ των οποίων και "από όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, άλλα εκ των οποίων λαμβάνονται υπόψη προς άμεση απόδειξη και άλλα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων".

Από την κατηγορηματική αυτή διαβεβαίωση, αλλά και την ειδική μνεία στις αιτιολογίες της απόφασης (24η σελίδα αυτής) των πινάκων προσωπικού, που κατατέθηκαν από την εναγομένη στην Επιθεώρηση Εργασίας, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη και τα ανωτέρω έγγραφα, τα οποία συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, προς συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματός του, πλην το δικαστήριο της ουσίας, κατά την ελεύθερη κρίση του, εκτίμησε διαφορετικά (και όχι σύμφωνα με τις απόψεις του ενάγοντος) την αποδεικτική τους δύναμη και δεν δέχθηκε τη βασιμότητα των ισχυρισμών του.

Επομένως, ο εξεταζόμενος τέταρτος λόγος της αίτησης, κατά το πρώτο μέρος, είναι αβάσιμος. Η περιεχόμενη στο πρώτο μέρος του ίδιου λόγου από το άρθρο 559 αρ.12 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, συνιστάμενη στην παραβίαση των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, είναι απαράδεκτη λόγω αοριστίας, διότι δεν καθορίζεται ποια ήταν η αποδεικτική δύναμη, που δόθηκε σε αυτά και που έγκειται το σχετικό σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης.

13. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.20 ΚΠολΔ, παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας, από εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου, στο οποίο στήριξε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο την κρίση του, απέδωσε σε αυτό περιεχόμενο καταδήλως διάφορο του αληθινού, με αποτέλεσμα να καταλήξει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.

Αντιθέτως, δεν υπάρχει παραμόρφωση, όταν το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τη συνεκτίμηση περισσοτέρων αποδεικτικών μέσων, μεταξύ των οποίων και το επίμαχο έγγραφο, χωρίς τούτο να εξαίρεται ιδιαιτέρως, όπως και όταν το δικαστήριο, αξιολογώντας το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου, οδηγήθηκε σε συμπέρασμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, αφού η κρίση αυτή, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, διότι ανάγεται στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών (ΑΠ 699/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αίτησης, κατά το δεύτερο μέρος, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, σε περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι έλαβε υπόψη της τα ως άνω έγγραφα, την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.20 ΚΠολΔ, με τον ισχυρισμό ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο των ως άνω εγγράφων, δηλαδή των με επίκληση προσκομισθέντων από αυτόν πινάκων προσωπικού και ωρών εργασίας, ως σχετικό 23, δεχθείσα ότι αρνήθηκε αδικαιολόγητα την εκτέλεση δρομολογίων κατά τις ημερομηνίες 1-7-2013, 10-7-2013 και 19-9-2013, με τον τρόπο δε αυτό παραμόρφωσε το περιεχόμενο των εγγράφων, δεχόμενη πραγματικά περιστατικά διαφορετικά από τα αναφερόμενα σε αυτό.

Με βάση τις παραδοχές που παρατίθενται ανωτέρω (αρ.10), το δικαστήριο της ουσίας ουδόλως παραμόρφωσε το περιεχόμενο των εγγράφων. Αντίθετα, συνεκτίμησε το περιεχόμενό τους με το σύνολο των λοιπών αποδεικτικών στοιχείων, που είχαν τεθεί υπό την κρίση του και κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα, που αναφέρθηκε, στη συνέχεια δε υπήγαγε ορθώς το πόρισμα αυτό στην ουσιαστική διάταξη που εφάρμοσε.

Επομένως, ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, είναι αβάσιμος.

14.Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29-5-2018 και με αριθμό κατάθεσης 23/5-7-2018 αίτηση για αναίρεση της 37/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 18η Ιουλίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 21η Αυγούστου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ