Supreme Court dismisses appeal due to non-attendance of one defendant and upholds insurance company's appeal against traffic accident verdict.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court declared the appeal discussion void regarding the first appellant and the individual defendant due to their non-attendance without legal representation. The court upheld the appeal against the insurance company, dismissing the lower court's judgment on the primary claim while rejecting the secondary claim regarding the incidental lawsuit. Consequently, the appeal was partially allowed, the discussion was annulled for the absent parties, and the appellants were ordered to pay the insurance company's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 573(1), 576(3), 226(4) of the Code of Civil Procedure; The appeal discussion is void if a party fails to appear or participate normally, and the discussion is inadmissible for all parties if more than one party participates without a summoned absent party.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1038 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1038/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου, Χρήστο Βρυνιώτη και Γεώργιο Χοϊμέ, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Απριλίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) S. K. (...) χας ... (...) του A. (...), το γένος N. S. (...) και 2) M. K. (...) του G. και της S., κατοίκων .... K. T. D.J. 2, που δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ. Μ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο και 2) ανώνυμης ελληνικής εταιρίας γενικών ασφαλίσεων με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της ... με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-6-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας και συνεκδικάστηκε με την από 7-11-2011 παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη 2ης των αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 74/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 23/2015 του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 22-6-2015 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η 2η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρήστος Βρυνιώτης διάβασε την από 4-8-2017 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτου Αλεξάνδρας Κακκαβά, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη και των δύο λόγων και της αιτήσεως στο σύνολό της για αναίρεση της υπ' αριθμ. 23/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, "Στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 233 έως 236, 242 παρ. 2, 245, 246, 252 έως 261, 286 έως 308, 310 και 312 έως 334". Επομένως και αυτή του άρθρου 260 παρ. 1, σύμφωνα με την οποία "Αν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης δεν εμφανίζονται όλοι οι διάδικοι ή εμφανίζονται, αλλά δεν μετέχουν κανονικά στη συζήτηση, η συζήτηση ματαιώνεται".
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 576 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου προστέθηκε με το άρθρο 62 ν. 4139/2013, "Αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους". Σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.
Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. β' και γ' ΚΠολΔ, που έχουν εφαρμογή και για τη διαδικασία στο παρόν Δικαστήριο (άρθρ. 575 ΚΠολΔ), ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε, κατά την οποία δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου προς εμφάνιση και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή, και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήση του απολειπομένου κατ' αυτή διαδίκου, εφόσον αυτός είτε είχε επισπεύσει ο ίδιος τη συζήτηση της υπόθεσης κατά την αρχική δικάσιμο, είτε είχε νόμιμα κλητευθεί να παραστεί κατά την αρχική δικάσιμο, είτε είχε σε κάθε περίπτωση νόμιμα παραστεί κατ' αυτή, οπότε με τη νόμιμη παράστασή του, χωρίς εναντίωσή του καλύφθηκε η τυχόν ακυρότητα της κλήτευσής του για την αρχική δικάσιμο.
Διαφορετικά η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο, δεν ισχύει ως κλήτευση του απολειπόμενου κατ' αυτή διαδίκου. Στην προκειμένη περίπτωση η συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, αρχικά προσδιορίσθηκε, με την επίσπευσή της από τις αναιρεσείουσες, για τη δικάσιμο της 22-9-2017.
Κατά τη δικάσιμο αυτή και κατά την νόμιμη εκφώνηση της υπόθεσης, οι αναιρεσείουσες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Καλαντζή, ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων Χ. Μ., εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και η δεύτερη αναιρεσίβλητη, ασφαλιστική εταιρεία, παρέστη διά δηλώσεως (βλ.
πινάκιο αναιρετικών υποθέσεων Δ' Πολιτικού Τμήματος, δικασίμου 22-9-2017). Κατά την προαναφερομένη δικάσιμο η συζήτηση της προκειμένης υποθέσεως ανεβλήθη, για την προκειμένη δικάσιμο της 20-4-2018. Κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο και κατά την εκφώνησή της από το πινάκιο, κατά τη σειρά της, απουσίασαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο οι αναιρεσείουσες και ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων, ενώ η δεύτερη αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της ....
Συνεπώς και σύμφωνα με την στην αρχή της παρούσης αναφερόμενη πρώτη νομική σκέψη, υφισταμένης εν προκειμένω απλής ομοδικίας, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση ως προς τις απολειπόμενες αναιρεσείουσες και τον πρώτο αναιρεσίβλητο και να κηρυχθεί ματαιωμένη η συζήτηση της υποθέσεως ως προς αυτούς. Περαιτέρω και σύμφωνα με τη δεύτερη νομική σκέψη της παρούσης, η συζήτηση της υποθέσεως πρέπει να χωρήσει μεταξύ των αναιρεσειουσών, που απουσίασαν κατά τα ανωτέρω, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως κατά την παρούσα μετ' αναβολή δικάσιμο και να δικασθούν αυτές σαν να ήσαν παρούσες (άρθρο 576 παρ. 1 ΚΠολΔ) και της δεύτερης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας που εκπροσωπήθηκε κατά τα ανωτέρω από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Κατ' ακολουθία των προαναφερομένων η υπό κρίση από 22-6-2015 και με αριθμ. κατάθ. 10/2015 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 23/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου 681Α' του ΚΠολΔ ασκήθηκε νόμιμκα και εμπρόθεσμα, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των προβαλλομένων λόγων της, ως προς τις αναιρεσείουσες και τη δεύτερη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία.
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).
Με το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα ταυ ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998).
Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.ΑΠ 13/1995).
Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναιρέσεως ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, που μπορεί να είναι και ο ζημιωθείς στην περίπτωση που συνετέλεσε και ο ίδιος στην πρόκληση ή την επαύξηση της ζημίας, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικό που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 100/2015).
Κατά τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 3 του άρθρου 42 του Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), όπως το άρθρο τούτο ισχύει μετά την αντικατάστασή του με την παράγραφο 2 του άρθρου 43 του Ν. 2963/2001, "απαγορεύεται η οδήγηση κάθε οδικού οχήματος από οδηγό, ο οποίος, κατά την οδήγηση του οχήματος βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος, τοξικών ουσιών ή φαρμάκων, που σύμφωνα με τις οδηγίες χρήσης του, ενδέχεται να επηρεάζουν την ικανότητα του οδηγού. Ο ελεγχόμενος οδηγός θεωρείται ότι βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος όταν το ποσοστό αυτού στον οργανισμό είναι 0,50 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος (0,50 gr/l) και άνω, μετρούμενο με τη μέθοδο της αιμοληψίας ή από 0,25 χιλιοστά του γραμμαρίου ανά λίτρο εκπνεόμενου αέρα και άνω, όταν η μέτρηση γίνεται στον εκπνεόμενο αέρα με αντίστοιχη συσκευή αλκοολομέτρου" (§1) και "σε περίπτωση θανατηφόρου τροχαίου ατυχήματος, ο έλεγχος για τη διαπίστωση ύπαρξης στον οργανισμό οινοπνεύματος, τοξικών ουσιών ή φαρμάκων κατά την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, γίνεται υποχρεωτικά με αιμοληψία από τα θανόντα πρόσωπα, ως και από τους ζώντες ..." (§3).
Στην προκείμενη περίπτωση, το δικάσαν Μονομελές Εφετείο Λαμίας, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 23/2015 απόφασή του, δέχθηκε ως αποδειχθέντα, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, τα εξής: "Το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα έλαβε χώρα στη Λαμία την 15-06-2010 και περί ώρα 23.40. Ο πρώτος εναγόμενος οδηγούσε το υπ' ...
αυτοκίνητό του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στη δεύτερη εναγομένη. Κινούνταν στην οδό ... με κατεύθυνση από ανατολή προς δυσμάς. Κατά τον ίδιο χρόνο κινούνταν και ο ... (...), σύζυγος της πρώτης ενάγουσας και πατέρας της δεύτερης. Οδηγούσε το ... δίκυκλο μοτοποδήλατό του επί της οδού ...
με κατεύθυνση από νότο προς βορρά. Η οδός ... είναι διπλής κατεύθυνσης με συνολικό πλάτος οδοστρώματος 14,22 μ. και με μία λωρίδα ανά κατεύθυνση, οι οποίες διαχωρίζονται μεταξύ τους με νησίδα ασφαλείας πλάτους 0,68 μ., ενώ η οδός ... είναι κάθετη της ανωτέρω οδού, διπλής κατεύθυνσης με συνολικό πλάτος οδοστρώματος 14,30 μ.
και με μία λωρίδα ανά κατεύθυνση. Στη συμβολή των ως άνω οδών για τα οχήματα που κινούνται επί της οδού ... υπάρχει πινακίδα Ρ-2 (ΣΤΟΠ) και σηματοδότες με διπλό κίτρινο φως κυκλικής μορφής, το οποίο αναβοσβήνει, ενώ επίσης για τα οχήματα που κιινούνται επί της οδού ... υπάρχουν σηματοδότες με διπλό κίτρινο φως κυκλικής μορφής, το οποίο αναβοσβήνει, γεγονός που υποδηλώνει ότι ο οδηγός υποχρεούται να ανακόπτει ταχύτητα, να προχωρεί με ιδιαίτερη προσοχή και να παραχωρεί προτεραιότητα στους πεζούς και τα οχήματα.
Σύμφωνα με την από 15-06-2010 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος, που συνέταξε ο Υπαρχιφύλακας Γ. Σ. με τον Αστυφύλακα Ε. Λ., που επιλήφθηκαν του ατυχήματος, την ώρα εκείνη ήταν νύχτα, ο τεχνητός φωτισμός αναμμένος και επαρκής, το οδόστρωμα ξηρό, η κυκλοφορία των οχημάτων μηδενική και η ορατότητα πλήρης, για το μεν κινούμενο επί της οδού ...
από απόσταση 100 μ. (πριν τα 100 μ. παρουσιάζει ο δρόμος δεξιά καμπή), για το δε κινούμενο επί της οδού ... από απόσταση πλέον των 100 μ. Επίσης στο σημείο εκείνο το όριο ταχύτητας περιορίζεται για τα IX αυτοκίνητα στα 50 χ/ώρα και για τα δίκυκλα μοτοποδήλατα στα 40 χ/ώρα σύμφωνα με το άρθρο 20 παρ. 1 και 5 Ν. 2696/1999, δεδομένου ότι πρόκειται για κατοικημένη περιοχή.
Ο ... (...) οδηγούσε το μοτοποδήλατό του σε κατάσταση πλήρους μέθης, δεδομένου ότι ανιχνεύτηκε στο αίμα του αλκοόλ σε ποσοστό 1,50 γρ/λίτρο αίματος (σύμφωνα με την υπ' αριθ. πρωτ. …./16-09-2010 τοξικολογική έκθεση του Εργαστηρίου Ιατροδικαστικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Κρήτης). Όντας λοιπόν μεθυσμένος και χωρίς να φορά κράνος, κινούνταν επί της προαναφερόμενης οδού με ταχύτητα μεγαλύτερη από τα επιτρεπόμενα όρια.
Επί πλέον, όταν έφθασε στη συμβολή των ανωτέρω οδών, δεν διέκοψε την πορεία του οχήματός του προ της πινακίδας Ρ-2 (ΣΤΟΠ) και του σηματοδότη με διπλό κίτρινο φως κυκλικής μορφής, αλλά αντίθετα, ενεργώντας εντελώς ανεπίτρεπτα, εισήλθε ξαφνικά και ανεξέλεγκτα στην οδό ..., διέσχισε τη λωρίδα κυκλοφορίας προς την Π.Ε.Α και στη συνέχεια παρεμβλήθηκε στην πορεία του αυτοκινήτου του πρώτου εναγομένου.
Ο τελευταίος εκείνη τη στιγμή διέσχιζε με κανονική ταχύτητα τη διασταύρωση όντας νόμιμα στο ρεύμα κυκλοφορίας του με κατεύθυνση από δεξιά προς τα αριστερά σε σχέση με την πορεία του οδηγού του μοτοποδηλάτου. Η είσοδος του τελευταίου στη διασταύρωση, όπως προαναφέρθηκε, ήταν αιφνίδια και ανεξέλεγκτη και έγινε με μεγάλη ταχύτητα.
Για το λόγο αυτό ο πρώτος εναγόμενος αντικειμενικά δεν ήταν σε θέση να τον αντιληφθεί έγκαιρα και γι' αυτό και δεν κατάφερε να προβεί σε άμεση τροχοπέδηση και σε αποφευκτικό ελιγμό. Εξ αιτίας όλων αυτών έλαβε χώρα σύγκρουση των δύο οχημάτων (ορθότερα: το μοτοποδήλατο εμβόλισε το I.X.Ε. αυτοκίνητο). Συγκεκριμένα συγκρούσθηκε το εμπρόσθιο μέρος του μοτοποδηλάτου με το εμπρόσθιο αριστερό μέρος του ΙΧΕ αυτοκινήτου.
Σε αλκοτέστ δε που διενεργήθηκε από τον Υπαρχιφύλακα Γ. Σ. με αλκοολόμετρα διαπιστώθηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος είχε καταναλώσει ελάχιστο αλκοόλ, αφού βρέθηκε περιεκτικότητα αυτού στον εκπνεόμενο αέρα σε ποσοστό 0,36 γρ/λίτρο εκπνεόμενου αέρα και κατά τις δύο μετρήσεις σύμφωνα με το από 16-06-2010 έγγραφο ελέγχου αλκοτέστ.
Σημειώνεται ότι το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο είναι 0,25 γρ/λίτρο εκπνεόμενου αέρα σύμφωνα με το άρθρο 42 παρ. 1 ΚΟΚ. Το ελάχιστο αυτό αλκοόλ ουδόλως επηρέασε την οδηγητική ικανότητα του πρώτου εναγομένου και δεν συντέλεσε αιτιωδώς προς την επέλευση του ατυχήματος. Από την ανωτέρω σύγκρουση, που επήλθε ελαφρώς πιο αριστερά από τη μέση της οδού ...
κατά την πορεία του μοτοποδηλάτου και στην αριστερή πλευρά της οδού ... κατά την πορεία του αυτοκινήτου, το μοτοποδήλατο σύρθηκε σε απόσταση 24,50 μ. σύμφωνα με τις χαραγές που ανευρέθηκαν στο οδόστρωμα και ακινητοποιήθηκε σε σταθμευμένο όχημα στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας αριστερά κατά την πορεία του IX.
Ο οδηγός του μοτοποδηλάτου εκτινάχθηκε σε απόσταση 13,90 μ. δεξιά κατά την πορεία του αυτοκινήτου και τραυματίστηκε θανάσιμα. Ενόψει όλων αυτών, η αποκλειστική υπαιτιότητα για το ανωτέρω ατύχημα και για το θάνατο του μοτοποδηλάτη, βαρύνει τον τελευταίο. Οδηγούσε απρόσεκτα και δεν κατέβαζε την επιμέλεια και προσοχή που όφειλε να καταβάλλει ο μέσος συνετός οδηγός κάτω από ανάλογες περιστάσεις (άρθρο 330 ΑΚ), κατά παράβαση των άρθρων 4 παρ. 3, 6 παρ. 1δ, 12 παρ. 1 και 6, 19 παρ. 1-3, 20 παρ. 1, 26 παρ. 1 και 42 παρ. 1 ΚΟΚ.
Ειδικότερα ο οδηγός του μοτοποδηλάτου οδηγούσε υπό την επήρεια οινοπνεύματος κατά ποσοστό 1,5 γρ/λίτρο αίματος, δηλαδή υπό καθεστώς πλήρους μέθης, χωρίς σύνεση και χωρίς να έχει τον έλεγχο του οχήματός του ώστε να μπορεί κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς προς αποφυγή ατυχήματος. Δεν κατείχε άδεια ικανότητας οδηγήσεως, δεν είχε ασφαλισμένο το μοτοποδήλατό του και δεν φορούσε κράνος.
Εξ αυτών συνάγεται ότι η οδηγητική του συμπεριφορά ήταν πέρα από κάθε όριο νομιμότητας. Επίσης, παραβιάζοντας βασικότατο κανόνα της κυκλοφοριακής πίστης, δεν διέκοψε την πορεία του στο ύψος της πινακίδας υποχρεωτικής διακοπής πορείας (ΣΤΟΠ) και του σηματοδότη με το διπλό κίτρινο φως που αναβοσβήνει, που υπήρχαν στην πορεία του πριν την είσοδό του στη διασταύρωση, ώστε να ελέγξει την κίνηση των οχημάτων επί της οδού ...
και να παραχωρήσει προτεραιότητα διέλευσης στο υπ' αριθ. κυκλοφορίας ... αυτοκίνητο, κινούμενο σε δρόμο με προτεραιότητα, αλλά αντίθετα συνέχισε την πορεία του κινούμενος με αυξημένη για τις περιστάσεις ταχύτητα, μεγαλύτερη του ορίου των 40 χ/ω. Ωστόσο, ουδόλως αποδείχθηκε ότι συνυπαίτιος (και δη κατά ποσοστό 30% όπως δέχθηκε η εκκαλούμενη) στην πρόκληση της εν λόγω σύγκρουσης υπήρξε και ο πρώτος εναγόμενος.
Οδηγούσε το όχημά του κανονικά στο ρεύμα πορείας του με την αρμόζουσα προσοχή και είχε την προτεραιότητα κινήσεως. Η παρεμβολή του θανόντος μοτοποδηλάτη υπήρξε αιφνίδια και απρόσμενη και για το λόγο αυτό δεν του παρείχε χρονικά περιθώρια να τον αντιληφθεί έγκαιρα και να αντιδράσει κατάλληλα. Γι' αυτό άλλωστε και δεν ασκήθηκε σε βάρος του ποινική δίωξη και η σχηματισθείσα τροχαία δικογραφία για το θάνατο του μοτοποδηλάτη τέθηκε από τον αρμόδιο εισαγγελέα πρωτοδικών στο αρχείο κατά το άρθρο 43 ΚΠΔ.
Σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, η αγωγή έπρεπε να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη διότι ο πρώτος εναγόμενος δεν βαρύνεται με πταίσμα για το θάνατο του δικαιοπαρόχου των εναγουσών. Η πρωτόδικη απόφαση δέχθηκε ότι ναι μεν ο θανών ήταν βασικά υπαίτιος για το ατύχημα, πλην όμως ευθύνεται κατά ποσοστό 30% στην πρόκλησή του και ο πρώτος εναγόμενος.
Περαιτέρω, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε τους εναγομένους να πληρώσουν στις ενάγουσες τα αναφερόμενα σ' αυτήν ποσά ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης και ως αποζημίωση για στέρηση διατροφής. Κρίνοντας όμως έτσι, εκτίμησε εσφαλμένα τις αποδείξεις και συνεπώς έσφαλε. Πρέπει επομένως να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος της εφέσεως που αναφέρεται στο ζήτημα της υπαιτιότητας, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων.
Οι εφέσεις των εναγομένων πρέπει να γίνουν δεκτές ως ουσιαστικά βάσιμες, να εξαφανισθεί η προσβαλλόμενη απόφαση αναφορικά με το κεφάλαιο της κύριας αγωγής και, αφού το δικαστήριο κρατήσει την υπόθεση και δικάσει την ουσία της, πρέπει να απορρίψει την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη... Η έρευνα της έφεσης της ασφαλιστικής εταιρίας αναφορικά με το κεφάλαιο της παρεμπίπτουσας αγωγής της ασκήθηκε επικουρικά, με την αίρεση ότι θα γίνει δεκτή η κύρια αγωγή.
Η αίρεση αυτή δεν πληρώθηκε, αφού η κύρια αγωγή απορρίπτεται, και γι' αυτό δεν θα ερευνηθεί από το Εφετείο το κεφάλαιο αυτό...". Και με τις παραδοχές αυτές, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και κράτησε και δίκασε κατ' ουσία την κύρια αγωγή, απέρριψε αυτή. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 297, 300, 330 ΑΚ και αυτές των άρθρων 6 § 1δ, 12 § 1, 19 §§ 1-3 και 20 § 1 του Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ).
Παράλληλα, από τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να απαιτείτο οποιαδήποτε άλλη παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων κανόνων του ουσιαστικού δικαίου.
Έλαβε υπόψη του το δικαστήριο όλους τους προσδιοριστικούς παράγοντες του ατυχήματος (συνθήκες κυκλοφορίας, συμπεριφορά και κατάσταση των εμπλεκομένων οδηγών και κατέληξε σε σαφές πόρισμα αναφορικά με το ζήτημα της υπαιτιότητας του θανόντος οδηγού του μοτοποδηλάτου και την έλλειψη οποιασδήποτε υπαιτιότητας του οδηγού του αυτοκινήτου.
Κατόπιν αυτών οι: πρώτος και δεύτερος λόγοι της αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παραβάσεως του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 του ΚΠολΔ (ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των παραπάνω διατάξεων, αντίστοιχα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως (ως προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία), να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ που κατατέθηκε από τις αναιρεσείουσες, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρo 495 παρ. 4 εδ. ε' ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσείουσες που νικήθηκαν στη δίκη, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της δεύτερης αναιρεσίβλητης, ασφαλιστικής εταιρείας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το βάσιμο περί τούτου, αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183, 189 § 1 και 191 § 2 του ΚΠολΔ), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει ματαιωμένη τη συζήτηση της υποθέσεως μεταξύ των αναιρεσειουσών και του πρώτου αναιρεσιβλήτου, Χ. Μ..
Απορρίπτει την από 22-6-2015 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 23/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας, ως προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ στο Δημόσιο Ταμείο. Και
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα της δεύτερης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας, τα οποία ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Μαΐου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Ιουνίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ