1038/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Nικόλαο Πάσσο, Νικόλαο Τρούσα (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Παναγιώτη Κομνηνάκη) και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1038/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω, το άρθρο 19§3 του Ν. 1569/1985, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 14§1 του Ν. 2170/1993, επιτρέπει σε υπαλλήλους ασφαλιστικών επιχειρήσεων ή επιχειρήσεων ασφαλιστικής πρακτόρευσης ή εταιριών μεσιτείας ασφαλίσεων να ασκούν διαμεσολάβηση στη σύναψη ασφαλίσεων για λογαριασμό των επιχειρήσεων στις οποίες εργάζονται ή άλλων συνδεομένων με αυτές, μετά από έγκριση του εργοδότη του, χωρίς τις προϋποθέσεις του άρθρου 17.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1038 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1038/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Nικόλαο Πάσσο, Νικόλαο Τρούσα (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Παναγιώτη Κομνηνάκη) και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Μαΐου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Ν. Σμύρνη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΖΩΗΣ ΚΑΙ ΥΓΕΙΑΣ", που έδρευε στην Αθήνα και εκπροσωπείτο νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Πήτα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Γ. Μ. του Ι., χας Β. Φ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παύλο Μαουσίδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-8-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 82/2005, όπως αυτή διορθώθηκε με την 53/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 632/2009 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 13-7-2010 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τρούσας διάβασε την από 14-4-2011 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Παναγιώτη Κομνηνάκη, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος αναιρέσεως και ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως κατά το δεύτερο από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ μέρος του και να απορριφθούν οι υπόλοιποι λόγοι αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. ΑΚ και 6 του ν. 765/1943, που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρο 38 ΕισΝΑΚ), συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας που συμφωνήθηκε και στο μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής του, και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη.
Η εξάρτηση αυτή εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες, ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο για τη διαπίστωση της συμμορφώσεως του εργαζομένου προς αυτές. Η υποχρέωση μάλιστα του εργαζομένου να δέχεται τον έλεγχο του εργοδότη και να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του ως προς τον τρόπο παροχής της εργασίας, η οποία αποτελεί βασικά γνώρισμα της ως άνω εξαρτήσεως, μπορεί να είναι χαλαρότερη στις περιπτώσεις που ο εργαζόμενος αναπτύσσει πρωτοβουλία κατά την εκτέλεση της εργασίας του, λόγω των επιστημονικών ή τεχνικών του γνώσεων, αλλά θα πρέπει να υπάρχει για να θεωρηθεί η εργασία του ως εξαρτημένη (Ολ.ΑΠ 28/2005).
Η σύμβαση εργασίας διακρίνεται της κατά τα άρθρα 681 επ. ΑΚ σύμβασης έργου. Και τούτο γιατί στη σύμβαση εργασίας επιδιώκεται, αντίθετα προς ότι συμβαίνει με τη σύμβαση έργου, η παροχή εργασίας καθαυτή και όχι το αποτέλεσμα αυτής. Αν δε η παροχή της εργασίας αποσκοπεί σε ορισμένο αποτέλεσμα, το οποίο όμως βρίσκεται έξω από την εξουσία του εργαζομένου, που αναλαμβάνει όχι να το παράγει αλλά να συμβάλει ώστε να παραχθεί αυτό, τότε υπάρχει σύμβαση εργασίας έστω και αν τα μέρη χαρακτήρισαν τη σχέση ως μίσθωση έργου.
Περαιτέρω, το άρθρο 19§3 του Ν. 1569/1985, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 14§1 του Ν. 2170/1993, επιτρέπει σε υπαλλήλους ασφαλιστικών επιχειρήσεων ή επιχειρήσεων ασφαλιστικής πρακτόρευσης ή εταιριών μεσιτείας ασφαλίσεων να ασκούν διαμεσολάβηση στη σύναψη ασφαλίσεων για λογαριασμό των επιχειρήσεων στις οποίες εργάζονται ή άλλων συνδεομένων με αυτές, μετά από έγκριση του εργοδότη του, χωρίς τις προϋποθέσεις του άρθρου 17.
Η σχέση του ασφαλιστικού υπαλλήλου με τις προαναφερόμενες επιχειρήσεις, για λογαριασμό των οποίων διαμεσολαβεί κατά τα ανωτέρω, είναι σύμβαση έργου και ανεξάρτητη από την σύμβαση εργασίας. Ο ασφαλιστικός σύμβουλος, που είναι φυσικό ή νομικό πρόσωπο, κατά το άρθρο 16 του Ν. 1569/1985, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 13 του Ν. 2170/1993, μελετά την αγορά, παρουσιάζει και προτείνει λύσεις ασφαλιστικής κάλυψης των αναγκών των πελατών με ασφαλιστικές συμβάσεις για λογαριασμό ασφαλιστικών επιχειρήσεων ή ασφαλιστικών πρακτορείων ή μεσιτών, με βάση σύμβαση, έναντι προμήθειας, για την πρόσκτηση εργασιών.
Ο ασφαλιστικός σύμβουλος δεν έχει δικαίωμα υπογραφής ασφαλιστηρίων. Η σχέση που συνδέει τον ασφαλιστικό σύμβουλο με την ασφαλιστική επιχείρηση ή τον ασφαλιστικό πράκτορα ή τον μεσίτη ασφαλίσεων είναι σύμβαση έργου. Η ιδιότητα του ασφαλιστικού υπαλλήλου, κατά το άρθρο 19§3 Ν. 1569/1985, όπως αντικ. με το άρθρο 14 Ν. 2170/1993, είναι ασυμβίβαστη με την ιδιότητα του ασφαλιστικού συμβούλου.
Η αμέσως παραπάνω διάταξη δεν απαγγέλλει ρητώς ακυρότητα της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας που καταρτίζεται μεταξύ μιας ασφαλιστικής εταιρίας και του μισθωτού της, ο οποίος παραλλήλως έχει την ιδιότητα του ασφαλιστικού συμβούλου, ούτε από το συναγόμενο εκ της ερμηνείας προστατευτικό σκοπό της εν λόγω διάταξης, που συνίσταται στην αποφυγή συγχύσεως των καταναλωτών, μπορεί να εξαχθεί συμπέρασμα ότι η εν λόγω ρύθμιση αποβλέπει στην επαγωγή ακυρότητας της συμβάσεως εργασίας, πράγμα άλλωστε που θα ήταν αντίθετο με το συνταγματικώς προστατευόμενο δικαίωμα της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας και της συμμετοχής στην οικονομική ζωή της χώρας (άρθρ. 5 παρ. 1 του Συντάγματος).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την εν λόγω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία ) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε, αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Μεταξύ της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "Αγροτική Ανώνυμη Ελληνική Εταιρεία Γενικών Ασφαλειών" και της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης συνήφθη στις 15-5-1984 σύμβαση μισθώσεως έργου, σε εκτέλεσης της οποίας η ενάγουσα ασφαλιστική σύμβουλος διαμεσολαβούσε στη σύναψη ασφαλιστικών συμβάσεων για λογαριασμό και κατόπιν εγκρίσεως της εναγομένης.
Η συνεργασία μεταξύ των διαδίκων υπήρξε επικερδής και στη συνέχεια συνήφθη μεταξύ αυτών σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου για το από 17-9-1985 έως 31-8-1987 χρονικό διάστημα με μειωμένο ωράριο είκοσι (20) ωρών εβδομαδιαίως και συμφωνηθέντα μισθό κατά την έννοια του άρθρου 684 ΑΚ 18.000 δραχμών. Η ενάγουσα εργάστηκε ως υπάλληλος έμμισθος παραγωγός του δικτύου ζωής της εναγομένης καθημερινά στα γραφεία της τελευταίας και κατά τις ώρες 08:30 έως 12:30 και εκτελούσε τις εργασίες τις οποίες ανέθετε σ' αυτήν ο υπεύθυνος του καταστήματος της Λάρισας.
Μετά τη λήξη της διετίας της άνω συμβάσεως η σύμβαση μετατράπηκε από 1-1-1987 σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου. Η αρχικώς συμβληθείσα ασφαλιστική εταιρεία συγχωνεύθηκε με απορρόφηση με την εταιρεία με την επωνυμία "Αγροτική Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία Ζωής και Υγείας" και δημιουργήθηκε η εναγομένη, έκτοτε δε η τελευταία υπεισήλθε στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις της αρχικά συμβληθείσας εταιρείας.
Η ενάγουσα ως υπάλληλος της εναγομένης με τη σύμβαση μισθώσεως εργασίας εργάστηκε μέχρι τις 30-5-2004 στα γραφεία της τελευταίας, οπότε ο νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης κατάγγειλε προφορικώς την εργασιακή σύμβαση αρνούμενος να δεχθεί την προσφορά εργασίας με την αιτιολογία ότι η υπηρεσία της δεν ήταν αρκούντως αποδοτική.
Η ενάγουσα ως υπάλληλος της εναγομένης ήταν ασφαλισμένη στο ΙΚΑ και η εργοδότρια κατέβαλε σ' αυτήν ως αμοιβή αρχικά 18.000 δραχμές πλέον επιδομάτων εορτών και αδείας κατά τις σχετικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας, κατά το χρόνο δε της καταγγελίας της συμβάσεως οι μηνιαίες αποδοχές της ενάγουσας ανέρχονταν στο ποσό των 390 ευρώ.
Στην ενάγουσα δεν καταβλήθηκε η νόμιμη αποζημίωση και η καταγγελία της συμβάσεώς της είναι άκυρη, με αποτέλεσμα από 30-5-2004 να καταστεί η εναγόμενη υπερήμερη και να οφείλει μισθούς υπερημερίας των μηνών Ιουνίου 2004 έως και Οκτωβρίου 2004 ποσού 1.950 ευρώ. Η ενάγουσα σε εκτέλεση της από 15-5-1984 συμβάσεως έργου παρείχε κατά το ωράριο εργασίας της και πέραν της ιδιότητάς της ως υπαλλήλου γραφείου τις υπηρεσίες της στην εναγομένη ως ασφαλιστική σύμβουλος, προωθούσε ασφαλιστικές συμβάσεις και διαμεσολαβούσε στη σύναψη για λογαριασμό της εναγομένης ασφαλίσεων έναντι προμήθειας επί του ποσοστού των ασφαλίστρων.
Με αυτά που δέχτηκε το Εφετείο κατ' ακολουθίαν των οποίων, κατ' επικύρωση της απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, απέρριψε κατ' ουσία την έφεση της αναιρεσείουσας, στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, διαλαμβάνοντας ανεπαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα του νομικού χαρακτηρισμού της υφισταμένης μεταξύ των διαδίκων συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας, αφού, ως προς τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας δεν υπάρχει παραδοχή για την προϋπόθεση της νομικής και πραγματικής εξάρτησης της αναιρεσίβλητης από την αναιρεσείουσα κατά την παροχή της εργασίας της, αλλά και περί συμφωνίας των διαδίκων να αμείβεται η αναιρεσίβλητη με τις σχετικές ΣΣΕ, ώστε να εφαρμόζονται οι άνω κανόνες δικαίου.
Επομένως, οι σχετικοί πρώτος από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, αληθώς δε μόνο από τον αρ. 19 του ίδιου άρθρου, και πέμπτος, κατά το δεύτερο μέρος του από τον αρ. 19 του ίδιου άρθρου, λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλεται η έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης εξ αιτίας ανεπαρκών αιτιολογιών και προσάπτεται σ' αυτήν η αναιρετική πλημμέλεια του αρ. 19 του ως άνω άρθρου, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί, παρελκούσης της ερεύνης των λοιπών λόγων της αιτήσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε αυτήν, εφόσον μπορεί να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 632/2009 απόφαση του Εφετείου Λάρισας.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ως άνω Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαΐου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Ιουνίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ