Legislator Case Law & Legislation
1038/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeals against final judgment for lack of legal interest and procedural defects.

Case Number 1038/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeals filed by heirs against a final judgment regarding the dissolution of a company. The appellants argued the lower court failed to consider specific documents and incorrectly ruled the lawsuit inadmissible rather than unfounded. The court rejected these claims, finding the lower court properly evaluated all evidence and that the appellants lacked the necessary legal interest to challenge the decision.

Legislator headnote

AI generated

ΚΠολΔ 573 παρ. 2, 246; ΚΠολΔ 559 αρ. 11 γ, 14: Appeals must be joined for trial; a claim is inadmissible if the appellant lacks legal interest or if the alleged error does not affect the substantive grounds of the decision.

Keywords

AI generated
appeal admissibility legal interest requirement procedural defect inadmissible lawsuit supreme court review

Cited Legislation

AI generated
ΚΠολΔ 573 παρ. 2, 246
ΚΠολΔ 559 αρ. 11 γ
ΚΠολΔ 559 αρ. 14
ΚΠολΔ 183, 178 παρ. 1
Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων κατανέμονται κατά τον λόγο της κατ' ίση έκταση νίκης και ήττας εκάστου τούτων και συμψηφίζονται στο σύνολό τους (ΚΠολΔ 183, 178 παρ. 1).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1038 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1038/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γιαννούλη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 10ην Μαΐου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Α. Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1 2, Χ2 ως μόνων κληρονόμων του Ζ και 3.Χ3, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Κομματά.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης τεχνικής εταιρίας με την επωνυμία " ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ Δ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΔΗΣ Α.Ε" (πρώην "ΕΡΓΟΤΕΧΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ"), με αρ. ΜΑΕ 3676/01ΑΤ/Β/86/291/95 Νομαρχίας Αν. Αττικής, που εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεράσιμο Απέργη και Ιωάννη Αψούρη.

Β. Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τεχνικής εταιρίας με την επωνυμία " ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ Δ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ Α.Ε", που εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεράσιμο Απέργη και Ιωάννη Αψούρη

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Χ1 2, Χ2 ως μόνων κληρονόμων του Ζ και 3. Χ3, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Κομματά.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20 Απριλίου 2001 αγωγή των διαδίκων Ζ και Χ3 που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4724/2003 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 8834/2004 μη οριστική, 2443/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των τελευταίων αποφάσεων ζητούν οι αναιρεσείοντες με τις με στοιχεία Α' από 20-3-2008 και Β' από 8-1-2010 αιτήσεις αναιρέσεως ως και την συνεκδίκαση αυτών. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 14 Απριλίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε Ι. τη συνεκδίκαση των χαρακτηριζομένων στο σκεπτικό της παρούσης με στοιχ. Α' (373/20-3-2008) και Β. (23/8-1-2010) αιτήσεων για αναίρεση (Β) της 8834/31-12-2004 μη οριστικής και (Α+Β) της 2443/311-12-2004 οριστικής αποφάσεων του Εφετείου Αθηνών και

ΙΙ. Την παραδοχή του τρίτου λόγου της με στοιχ. Β. αιτήσεως αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών λόγων αναιρέσεως αυτής ως και της με στοιχ. Α. αιτήσεως αναιρέσεως. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Στο Δικαστήριο αυτό εκκρεμούν οι Α. 373/20-3-2008 και Β. 23/8-1-2010 αιτήσεις αναιρέσεως, με τις οποίες προσβάλλεται η αυτή, 2443/26-4-2007, απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Προφανές είναι ότι οι εν λόγω και με στοιχ. Α και Β χαρακτηριζόμενες αιτήσεις αναιρέσεως πρέπει να συνεκδικασθούν (ΚΠολΔ 573 παρ. 2, 246) και ερευνηθεί στη συνέχεια το τυπικά παραδεκτό αυτών και η βασιμότητα των διατυπουμένων δι' αυτών λόγων αναιρέσεως με βάση τις νομικές και ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης δι' αυτών αποφάσεως, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.

Ειδικότερα με την 51443/3408/20-4-2001, αγωγή εφέρετο προς διάγνωση αξίωση των δι' αυτής εναγόντων (α) Ζ και (β) Χ3 κατά των εναγομένων ανωνύμων εταιρειών με την επωνυμία (i) "ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ Δ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ Α.Ε." και (ii) "LAMDA DEVELOPMENT-ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΣΥΜΜΕΤΟ-ΧΩΝ ΚΑΙ ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗΣ ΑΚΙΝΗΤΩΝ", που απορρέει, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, από την αφανή εταιρεία, που συνέστησαν οι εναγόντες με την δεύτερη των εναγομένων, εμφανή εταίρο και αφορά αναλογία τους στα κέρδη που πραγματοποίησε από την εκτέλεση του έργου "..." σκοπό για τον οποίο και συνεστήθη.

Η εν λόγω αγωγή απορρίφθηκε με την 4724/2003 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, σε συνέπεια με την παραδοχή της ότι η αφανής εταιρεία συνεστήθη μεταξύ της δεύτερης των εναγομένων και της εταιρείας ΑΛΦΑ ΑΤΕ, της οποίας βασικοί μέτοχοι και μέλη του διοικητικού της συμβουλίου ήταν οι ενάγοντες, ο δε πρώτος τούτων πρόεδρος του δ.σ.

και διευθύνων αυτής σύμβουλος. Την πρωτοβάθμια αυτή απόφαση προσέβαλαν οι ενάγοντες με την 11132/16-12-2003 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε κατ' αποδοχή της, εξαφάνιση της προσβαλλόμενης δι' αυτής πρωτοβάθμιας αποφάσεως και εξέταση κατ' ουσίαν της υποθέσεως η 8834/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Με την εν λόγω απόφαση και με οριστική κατά τούτο διάταξή της, απορρίφθηκε η αγωγή ως προς την δεύτερη των εναγομένων, λόγω καθολικής της διαδοχής κατά τον κατασκευαστικό της κλάδο από τη συνεναγομένη της, ως προς την οποία, με μη οριστική κατά τούτο διάταξή της, διέταξε την διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, προκειμένου να διακριβωθεί το ύψος των εσόδων και εξόδων και των τυχόν προς διανομή κερδών της αφανούς εταιρείας από την εκτέλεση του έργου, για το οποίο συνεστήθη, με παράλληλη υποχρέωσή της να επιδείξει στους ενάγοντες τα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό της έγγραφα.

Μετά την έκδοση της τελευταίας αυτής αποφάσεως απεβίωσε στις 7-7-2005 ο πρώτος των εναγόντων - εκκαλούντων και μετά την επανάληψη της διακοπείσης για τον λόγο αυτό δίκης στην δικονομική του θέση υπεισήλθαν οι πρώτη και δεύτερος των αναιρεσειόντων ως μόνοι εκ διαθήκης (από 16.4.2002 ιδιόγραφη, που δημοσιεύθηκε με το 563/27-1-2006 πρακτικό και κηρύχθηκε κυρία με την 207/27-1-2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών) κληρονόμοι του.

Μετά την διενέργεια της διαταχθείσης πραγματογνωμοσύνης επακολούθησε η έκδοση της 2443/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή και κατά την κατεύθυνσή της κατά της πρώτης των εναγομένων, κεφάλαιο της πρωτοβάθμιας δίκης στο οποίο εντοπίζεται και περιορίζεται το αντικείμενο της δευτεροβάθμιας δίκης και αποφάσεως την κρίση της δε αυτή στήριζε στις ακόλουθες αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή της: "Κατά μήνα Οκτώβριο του έτους 1991 συνεστήθη μεταξύ των εναγόντων και της εναγομένης, ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ Δ.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ ΑΕ", αφανής εταιρεία, με αφανείς εταίρους τους πρώτους (ενάγοντες) και ποσοστό συμμετοχής στις κερδοζημίες 45% και εμφανή εταίρο τη δεύτερη ως άνω τεχνική εταιρεία με ποσοστό συμμετοχής 55%, με σκοπό τη συμμετοχή της τελευταίας, υπό την ιδιότητα της εμφανούς εταίρου, στο διαγωνισμό, που είχε προκηρυχθεί από τη Δημόσια Επιχείρηση Αερίου (ΔΕΠΑ) για την ανάδειξη αναδόχου εκτέλεσης του έργου "...", στην περιοχή ...

του Νομού ..., στον οποίο (διαγωνισμό) και πραγματικά έλαβε μέρος αυτή αναδειχθείσα, κατά την 7-7-93, μειοδότρια με τελική προσφορά 1.392.144.000 δρχ. υπογραφείσας, κατά την 11.2.94, μεταξύ της ΔΕΠΑ και της κατά τα άνω μειοδότριας εναγομένης της σχετικής σύμβασης, εγένετο, κατά μήνα Απρίλιο του 1994, η έναρξη εκτέλεσης του έργου, το οποίο περατώθηκε ουσιαστικά μεν στις 30.4.96, τυπικά δε στις 10.3.99, οπότε και η εναγομένη γνωστοποίησε αυτό στην ως άνω ΔΕΠΑ με την υπό την ίδια ημεροχρονολογία επιστολή της, με την οποία, προσθέτως, της καθιστούσε γνωστό ότι διατηρούσε αξίωση πληρωμής, επιπλέον του εισπραχθέντος ποσού του 1.925.951.412 δρχ, και αυτού των 4.553.3290 δρχ.

Μετά την περάτωση του έργου και την επελθούσα λύση της, για το λόγο αυτό αποκλειστικά συσταθείσας, αφανούς εταιρείας, οι ενάγοντες αφανείς εταίροι ζήτησαν από την εναγομένη εμφανή εταίρο να προβεί στην τελική διανομή των πραγματοποιηθέντων κερδών, έναντι των οποίων κατά τη γενομένη, ένα έτος μετά τη έναρξη της εκτέλεσης του έργου, προσωρινή διανομή η τελευταία τους είχε καταβάλλει 10.000.000 δρχ.

Λόγω αρνήσεως, όμως, αυτής να προβεί στην ικανοποίηση του αιτήματος αυτού, οι ενάγοντες άσκησαν την ένδικη αγωγή, αιτούμενοι την επιδίκαση σ' αυτούς ποσού 322.501.427 δρχ., που αναλογεί στο ποσοστό συμμετοχής τους (45%), ενόψει του ότι το συνολικό ύψος των πραγματοποιηθέντων κερδών ανήλθε, κατά το σχετικό αγωγικό ισχυρισμό, σε 716.669.838 δρχ., προς διερεύνηση του οποίου διατάχθηκε, με την ως άνω 8834/2004 μη οριστική απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, η διενέργεια λογιστικής πραγματο-γνωμοσύνης.

Ενόψει όμως των διαμετρικά αντιθέτων πορισμάτων αφενός του διορισθέντος πραγματογνώμονα, ο οποίος στην 186/2005 σχετική έκθεση του αποφαίνεται ότι "εις απάντηση του ερωτήματος της διακρίβωσης του ύψους των εσόδων και των δαπανών καθώς και του ύψους των τυχόν προς διανομή κερδών από την εκτέλεση του έργου ..." η αιτιολογημένη γνώμη μου είναι ότι δεν υπάρχουν κέρδη προς διανομή αλλά τελική ζημία 66. 541.387 δρχ., ενόψει του ότι τα έσοδα του έργου ανέρχονται σε 1.925.951.413, τα έξοδα σε 1752.710.686, η φορολογική επιβάρυνση σε 207.730.114 δρχ.

και τα διανεμηθέντα κέρδη (για το πρώτο έτος) σε 32.502.000 δρχ." και αφετέρου του διορισθέντος από τους ενάγοντες (εκκαλούντες) τεχνικού συμβούλου ..., ο οποίος στη σχετική έκθεσή του, αφού τονίζει ότι "μέσω της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης εμφανίστηκαν για πρώτη φορά και έγινε επίκλησή τους, ως υπαρκτών και εγκύρων, γεγονότων και στοιχείων, τα οποία ουδέποτε μέχρι σήμερα εμφανίστηκαν κατά τη διάρκεια της δικαστικής διένεξης, προκειμένου να δικαιολογηθούν και νομιμοποιηθούν πράξεις και παραλείψεις της εναγομένης που παραβιάζουν, καταφανώς, τις διατάξεις της φορολογικής νομοθεσίας", καταλήγει στο συμπέρασμα ότι "υπάρχουν κέρδη προς διανομή ανερχόμενα σε 767.259.668 δρχ." και της εντεύθεν προκύπτουσας αδυναμίας σχηματισμού δικανικής πεποίθησης για την ύπαρξη ή όχι κερδών και για το ακριβές ύψος αυτών, το Δικαστήριο κρίνει επιβεβλημένο να προηγηθεί της έγερσης της περί διανομής κερδών αγωγής η εκκαθάριση της λυθείσας αφανούς, μεταξύ των διαδίκων, εταιρείας η οποία, (εκκαθάριση) γενομένη κατά τις διατάξεις των άρθρων 778 επ.

ΑΚ, είτε δηλαδή από όλους τους εταίρους μαζί, είτε από εκκαθαριστή, διοριζόμενο με ομόφωνη απόφαση των εταίρων, ή, σε περίπτωση διαφωνίας, από το δικαστήριο, παρέχει τα εχέγγυα επακριβέστερου προσδιορισμού των εσόδων και κυρίως των δαπανών που απαιτήθηκαν για την εκτέλεση του αναληφθέντος ως άνω έργου και διευκολύνει τη σχετική περί διανομής κερδών κρίση, απορριπτόμενης, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη, της αγωγής ως απαράδεκτης".

Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνονται οι ηττηθέντες ενάγοντες με τη με στοιχ. Α αίτηση αναιρέσεως και η νικήσασα εναγομένη και επιπρόσθετα, κατ' εκτίμηση, και κατά της 8834/31-12-2004 μη οριστικής αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, με τη με στοιχ. Β αίτηση αναιρέσεως, σειρά και αρίθμηση, με την οποία ερευνώνται στη συνέχεια.

(i) Με στοιχ. Α αίτηση αναιρέσεως.

Ειδικότερα, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠοΛΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, αν αυτός δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Αντίθετα ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 παρ. 14 ΚΠολΔ, που στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα ή απαράδεκτα από το δικονομικό δίκαιο.

Εξάλλου, αφανής ή μετοχική εταιρεία είναι η προσωπική, χωρίς νομική προσωπικότητα και εταιρική επωνυμία και περιουσία εταιρεία, με απουσία ανάπτυξης του εταιρικού δεσμού προς τα έξω, στην οποία ο μεταξύ των εταίρων εταιρικός δεσμός καταλαμβάνει τις προς τα έσω σχέσεις των εταίρων. Ειδικότερα, οι αφανείς εταίροι μετέχουν μόνον ενοχικά στα αποτελέσματα της δραστηριότητας του εμφανούς και όχι ως κοινωνοί των δικαιωμάτων και συνοφειλέτες των υποχρεώσεων που δημιουργεί η δράση του εμφανούς, συμμετέχοντας μόνο στην κατανομή των κερδοζημιών που προκύπτουν από τη δράση του εμφανούς, ενώ προς τα έξω εμφανίζεται ένας εταίρος (ή περισσότεροι), που ονομάζεται εμφανής, προς διάκριση από τους αφανείς, ο οποίος αναπτύσσει δραστηριότητα έναντι των τρίτων ιδίω ονόματι.

Επίσης από τις διατάξεις των άρθρων 47-50 Εμπ.Ν. προκύπτει, ότι στην αφανή εταιρεία, που δεν έχει νομική προσωπικότητα, εφαρμόζονται, εφόσον δεν αντιτίθενται στον ιδιάζοντα χαρακτήρα της, οι διατάξεις περί εταιρειών του Αστικού Κώδικα, δηλαδή τα άρθρα 741 επ. αυτού. Η αφανής εταιρεία λύεται για τους ίδιους λόγους για τους οποίους λύεται και η αστική εταιρεία με εφαρμογή των άρθρων 765 επ.

ΑΚ. Ετσι λύση της αφανούς εταιρείας επέρχεται και όταν εκπληρώθηκε ο σκοπός για τον οποίο έχει συσταθεί (ΑΚ 772). Μετά τη λύση της αφανούς εταιρείας δεν απαιτείται να επακολουθήσει υποχρεωτικά στάδιο εκκαθαρίσεως, διότι δεν υπάρχει εταιρική περιουσία, εφόσον ο εμφανής εταίρος εμπορεύεται ατομικά έναντι των τρίτων, με αποτέλεσμα να είναι παραδεκτή η άσκηση αγωγής εκ μέρους του αφανούς εταίρου, κατ' ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 779 έως 782 ΑΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 719 ΑΚ, κατά του εμφανούς εταίρου προς απόδοση σ' αυτόν της ανήκουσας στο ίδιο μερίδας από τα εταιρικά κέρδη, καθώς και της εισφοράς του, χωρίς να προηγηθεί εκκαθάριση, εκτός αν έχει συμφωνηθεί το αντίθετο μεταξύ των εταίρων (ΑΚ 361) ή αν το δικαστήριο κρίνει ότι είναι απαραίτητη η εκκαθάριση, διότι από την παράλειψη της επέρχεται σύγχυση στην περίπτωση αυτή.

Κατά το στάδιο αυτό, το οποίο δεν αποτελεί κατά κυριολεξία εκκαθάριση, αλλά διακανονισμό των εταιρικών δοσοληψιών, μετά τον οποίο θα κριθούν οι ενοχικές αξιώσεις των αφανών εταίρων για απόδοση των εισφορών ή απόληψη κερδών, εφαρμόζονται αναλογικά (mutatis mytandis) οι διατάξεις του ΑΚ για την εκκαθάριση. Προφανές είναι ότι η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την ανάγκη διενεργείας εκκαθαρίσεως, με άμεση δικονομική συνέπεια, στην περίπτωση αυτή, την απόρριψη της αγωγής ως απαράδεκτης, ως μη προηγηθείσας της εκκαθάρισης (ΑΠ 361/1973, ΑΠ 860/2002), ανάγεται σε εκτίμηση πραγμάτων, διαφεύγουσα εντεύθεν του αναιρετικού ελέγχου (ΚΠολΔ 561 παρ. 1).

Επομένως οι προβαλλόμενες κατά επικουρική σειρά αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ. 1 και 14 ΚΠολΔ, με την έννοια (α) της ευθείας παραβιάσεως των άρθρων 47-50 Εμπ.Ν. και (β) παρά το νόμο κηρύξεως απαράδεκτης της αγωγής, ελέγχονται αντίστοιχα η μεν πρώτη ως αβάσιμη, εφόσον κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας κρίνεται αναγκαία η διενέργεια εκκαθαρίσεως, η δε δεύτερη ως απαράδεκτη, ως αναφερόμενη σε παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, αντί εκείνων του δικονομικού δικαίου, σε απαράδεκτα του οποίου περιορίζεται ο αναιρετικός αυτός λόγος. (ii) Με στοιχ.

Β αίτηση αναιρέσεως Ι. Κατά τις διατάξεις των άρθρων 556 παρ. 2 και 578 ΚΠολΔ αναίρεση μπορεί ν' ασκήσει και ο διάδικος που νίκησε, εφόσον έχει έννομο συμφέρον, η ύπαρξη του οποίου κρίνεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολΔ. Το συμφέρον είναι δυνατό να υπάρξει και όταν ο διάδικος που νίκησε βλάπτεται από την αιτιολογία της αποφάσεως και ειδικότερα αν από αυτή δημιουργείται δεδικασμένο εις βάρος του σε άλλη δίκη, με την έννοια ότι η αιτιολογία της αποφάσεως αποτελεί στοιχείο του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη και φέρει ως εκ τούτου σε αυτή προσόντα διατακτικού, οπότε δικαιούται να ζητήσει την αναίρεση αυτής της αποφάσεως, κατά την εσφαλμένη μόνο αιτιολογία της.

Η αποδοχή από τη προσβαλλόμενη 8834/2004 μη οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών και την επακολουθήσασα αυτής 2443/2007 οριστική αυτού απόφαση του αγωγικού ισχυρισμού ότι η θεμελιωτική της αξιώσεως των αναιρεσιβλήτων αφανής εταιρεία συνεστήθη μεταξύ των αρχικώς εναγόντων και της αρχικώς συνεναγομένης της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας, καθολική διάδοχος της οποίας είναι η αναιρεσείουσα, τον οποίο αρνήθηκε αιτιολογημένα η τελευταία, υποστηρίζουσα αντιθέτως ότι συνεστήθη μεταξύ της δεύτερης των εναγομένων και της εταιρείας ΑΛΦΑ ΑΕ, της οποίας βασικοί μέτοχοι και μέλη του διοικητικού της συμβουλίου ήταν οι ενάγοντες, ο δε πρώτος τούτων πρόεδρος του δ.σ.

και διευθύνων αυτής σύμβουλος, και η αντίστοιχη αυτών αιτιολογία δημιουργεί δεδικασμένο σε βάρος της αναιρεσείουσας, με την έννοια ότι κρίθηκε το φερόμενο προς διάγνωση δικαίωμα των αναιρεσιβλήτων από απόψεως ενεργητικής νομιμοποιήσεώς τους και ως εκ τούτου έχει τα προσόντα διατακτικού, το οποίο δικαιολογεί στο πρόσωπο της αναιρεσείουσας το απαιτούμενο και επικαλούμενο προς τούτο ειδικό έννομο συμφέρον προς άσκηση της ερευνώμενης αιτήσεως αναιρέσεως, παρά το γεγονός ότι φέρεται ότι ενίκησε με την απόρριψη ως απαράδεκτης της κατ' αυτής απευθυνόμενης αγωγής των αναιρεσίβλητων, έννοια με την οποία και ερευνώνται στη συνέχεια οι διατυπούμενοι δι' αυτής λόγοι αναιρέσεως.

Ειδικότερα:

ΙΙ. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο, κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος.

Δεν αποτελούν όμως "πράγματα" και επομένως δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν δεν ληφθεί υπόψη, μεταξύ άλλων, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως, τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, οι αλυσιτελείς ισχυρισμοί που δεν θεμελιώνουν αυτοτελή ισχυρισμό, οι αποδείξεις ή τα περιστατικά που προκύπτουν από αυτές.

Δεν στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε ο ισχυρισμός για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό ή αν πρόκειται για ισχυρισμό μη νόμιμο και με την έννοια αυτή δεν ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης. Εξάλλου, η αξίωση του αφανούς εταίρου κατά του εμφανούς προς απόδοση της ανήκουσας εις εκείνον μερίδας από τα εταιρικά κέρδη υπόκειται στην γενική εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 249 ΑΚ, ενώ η πενταετής παραγραφή του άρθρου 64 Εμπ.Ν., από του χρόνου λήξεως της διάρκειας ομόρρυθμης ή ετερόρρυθμης εταιρείας ή της διαλύσεώς της, αφορά αξιώσεις τρίτων, σε αντιδιαστολή με εκείνες των εταίρων, κατά εταίρων, μη εκκαθαριστών.

Με τον πρώτο κατά σειρά λόγο προβάλλεται η αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, με την έννοια ότι οι προσβαλλόμενες μη οριστική και οριστική, αποφάσεις του Εφετείου δεν έλαβαν υπόψη τις ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου προταθείσες ενστάσεις της αναιρεσείουσας περί (α) αοριστίας της αγωγής, (β) ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεως, και (γ) παραγραφής.

Ο λόγος αυτός αξιολογείται προεχόντως ως αόριστος και άρα απαράδεκτος κατά τις με στοιχ. (α) και (γ) ενστάσεις, στις οποίες δεν προσδιορίζεται το περιεχόμενο των ισχυρισμών αυτών, με το οποίο προβλήθηκαν στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, χωρίς η εντεύθεν αοριστία τους να θεραπεύεται επιτρεπτώς με την παραπομπή στις ενώπιον αυτού προτάσεις.

Περαιτέρω και σε κάθε περίπτωση οι με στοιχ. (α) και (β) ισχυρισμοί απoτελούν άρνηση των διαδικαστικών προϋποθέσεων (α) του ορισμένου της αγωγής (ΚΠολΔ 216 παρ. 1) και (β) της υπάρξεως στο πρόσωπο των αρχικώς εναγόντων του λειτουργούντος νομιμοποιητικώς εννόμου συμφέροντος (ΚΠολΔ 68-73) και επομένως δεν αποτελούν "πράγμα" κατά την προδιαληφθείσα του όρου έννοια του προβαλλόμενου λόγου αναιρέσεως, ως αρνητικοί δε ισχυρισμοί λήφθηκαν υπόψη και αρνητικά αξιολογήθηκαν με την αντίθετη θετική κατ' αρχάς εκτίμηση ως ορισμένης της αγωγής και την παράλληλη ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι η θεμελιωτική των αξιώσεων των αρχικών εναγόντων αφανής εταιρεία συνεστήθη μεταξύ αυτών και της αρχικώς συνεναγομένης της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας, πραγματικά περιστατικά τα οποία δικαιολογούσαν την ενεργητική αυτών νομιμοποίηση κατά της αναιρεσείουσας, ως καθολικής κατά τούτου διαδόχου της αρχικώς συνεναγομένης της εμφανούς εταίρου της αφανούς εταιρείας.

Τέλος δεν στοιχειοθετείται σε κάθε περίπτωση ο προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως ως προς τη με στοιχ. (γ) ένσταση, ως αναφερόμενη στην αξιολογούμενη ως μη νόμιμη ένσταση ότι οι αξιώσεις των αρχικώς εναγόντων υπόκεινται στην κατά την έννοια του άρθρου 64 Εμπ.Ν. πενταετή παραγραφή.

ΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο επαρκή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία κατά τον κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Προφανές επομένως είναι ότι για τη στοιχειοθέτηση του λόγου αυτού αναιρέσεως προϋποτίθεται ότι το δικαστήριο εισήλθε στην ουσία και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα. Με τον υπό την αυτή αρίθμηση λόγο επικουρικώς διατυπώνεται η αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, με την έννοια της ανεπάρκειας των αιτιολογιών των προσβαλλόμενων αποφάσεων αναφορικά με τους αμέσως παραπάνω και με στοιχ.

Ι (α)-(γ) ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας. Η προβαλλόμενη αναιρετική αιτίαση προσήκει μόνο στο με στοιχ. (β) ισχυρισμό, επαναδιατυ-πούμενη κατά τούτο με το δεύτερο σκέλος του δεύτερου κατά σειρά λόγου, αναφορικά με τον οποίο εισήλθαν στην ουσία της υποθέσεως και με επαρκείς αιτιολογίες διατύπωσαν το αποδεικτικό πόρισμα ότι η θεμελιωτική των αξιώσεων των αρχικώς εναγόντων αφανής εταιρεία συνεστήθη μεταξύ αυτών και της αρχικώς συνεναγομένης, της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας, αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές των οποίων αρκούσαν και δικαιολογούσαν την ενεργητική αυτών νομιμοποίηση κατά της αναιρεσείουσας, ως καθολικής κατά τούτο διαδόχου της αρχικώς συνεναγομένης της εμφανούς εταίρου της αφανούς εταιρείας.

Επομένως αξιολογείται κατά τούτο ως αβάσιμη και για τους λοιπούς και με στοχ. (α) και (β) ισχυρισμούς ως απαράδεκτη.

ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αρ. 11γ' ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, προς απόδειξη ή ανταπόδειξη πραγματικού ισχυρισμού που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως για τη στοιχειοθέτηση του αναιρετικού αυτού λόγου αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία έχει υποχρέωση να λάβει υπόψη κατά τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 346 ΚΠολΔ (Β' Ολ.

ΑΠ 2/2008). Μη λήψη, πάντως, δεν σημαίνει από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται όλα τα έγγραφα, πλην εκείνου, στο οποίο αναφέρεται η αναιρετική αιτίαση. Για τον έλεγχο όμως της ουσιαστικής βασιμότητας του λόγου αυτού αναιρέσεως είναι αναγκαία η προσκόμιση των αποδεικτικών μέσων, τα οποία αφορά η εν λόγω αναιρετική αιτίαση, προκειμένου να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενο αυτών, με βάση το οποίο θα ελεγχθεί η μη λήψη τους από το δικαστήριο της ουσίας.

Με τον δεύτερο κατά σειρά λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στις προσβαλλόμενες δι' αυτής αποφάσεις, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλέσθηκε και προσκόμισε η αναιρεσείουσα προς ανταπόδειξη των θεμελιωτικών του αρνητικού της ισχυρισμού περί ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποιήσεως των αρχικών εναγόντων πραγματικών περιστατικών.

Και ειδικότερα : i) την από 17.1.1994 επιστολή της, απευθυνομένη προς την εταιρία "ΑΛΦΑ ΑΤΕ", με την οποία ζητήθηκε να προσέλθει ο νόμιμος εκπρόσωπός της στα γραφεία της εταιρίας "ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΝΩΣΗ ΑΕ" για το θέμα της "ΔΕΠΑ". Η επιστολή αυτή εστάλη λίγες ημέρες πριν από την υπογραφή της εργολαβικής συμβάσεως με την ΔΕΠΑ. ii) Τα από 5.8.1996, 9.9.91996 και 13.9.1996 έγγραφα σημειώματα του νομίμου εκπροσώπου της ...

και του νομίμου εκπροσώπου της "ΑΛΦΑ ΑΤΕ", στα οποία διατυπώνονται επιφυλάξεις, και δίδονται εξηγήσεις για την πορεία των έργων μετά την πώληση πλειοψηφικού πακέτου μετοχών της "ΑΛΦΑΑΤΕ" στον όμιλο εταιριών "ΓΝΩΜΩΝ ΑΕ". Στα σημειώματα αυτά γίνεται λόγος για την συνεργασία της με την εταιρία ΑΛΦΑ ΑΤΕ και ειδικώς μνεία για το επίμαχο έργο της ΔΕΠΑ. iii) Την από 9.9.1996 επιστολή του διαχειριστού της αφανούς εταιρίας "Τεχνική Εταιρία Χριστόφορος Δ.

Κωνσταντινίδης ΑΕ" προς την ..., στελέχους τη εταιρίας "ΑΛΦΑ ΑΤΕ", στην οποία γίνεται λόγος για την καταβολή του επιδόματος αδείας του εργοταξιάρχη του έργου της ΔΕΠΑ ..., iv) Την από 16.12.1996 επιστολή της εταιρίας "ΑΛΦΑ ΑΤΕ", συντεταγμένη και υπογεγραμμένη υπό του πρώτου των αρχικώς εναγόντων Ζ, νομίμου εκπροσώπου αυτής, στην οποία γίνεται λόγος για την "μεταφορά της έδρας των κοινοπραξιών", επιβεβαιώνεται η παραλαβή των ημερολογίων του έργου της ΔΕΠΑ μέχρι 31.7.1996 και υποβάλλεται αίτημα για την αποστολή και των υπολοίπων ημερολογίων ταμείου μέχρι 30.11.1996, ν) Την από 6.3.1997 επιστολή της εταιρίας "ΑΛΦΑ ΑΤΕ" υπογραφόμενη υπό του πρώτου των αρχικώς εναγόντων Ζ, ως νομίμου εκπροσώπου αυτής, με την οποία ζητούνται πληροφορίες για την απασχόληση ορισμένων μηχανικών στο επίμαχο έργο από τον εργοταξιάρχη ..., νi) Την από 7.3.1997 επιστολή του εργοταξιάρχη ...

προς την εταιρία "ΑΛΦΑ ΑΤΕ", με την οποία δίδονται οι ζητηθείσες πληροφορίες, νii) Την από 2.7.1997 επιστολή της εταιρίας "ΑΛΦΑ ΑΤΕ" προς την αναιρεσείουσα υπογραφομένη υπό του πρώτου των αρχικώς εναγόντων Ζ, ως νομίμου εκπροσώπου αυτής, με την οποία ζητούνται αντίγραφα των αποδόσεων λογαριασμού του διαχειριστού του έργου ...

και της καρτέλλας του έργου, νiii) Την από 21.8.1997 επιστολή της εταιρίας "ΑΛΦΑ ΑΤΕ" προς την αναριεσείουσα, υπογραφομένη υπό του πρώτου των ·αρχικώς εναγόντων Ζ, ως νομίμου εκπροσώπου αυτής, με την οποία αυτή "υπενθυμίζει" το αίτημά της για την χορήγηση αντιγράφων των αποδόσεων λογαριασμού του διαχειριστού του έργου ...

και της καρτέλα του έργου, vix) Την από 1.9.1997 επιστολή της εταιρίας "ΑΛΦΑ ΑΤΕ" προς την αναιρεσείουσα, υπογραφόμενη υπό του ενάγοντος Ζ, ως νομίμου εκπροσώπου αυτής, με την οποία ζητούνται η διάθεση ενός αυτοκινήτου του έργου ... (ΔΕΠΑ) σε άλλη κοινοπραξία, x) Την από 10.10.1997 επιστολή της εταιρίας "Τεχνική Εταιρία Χριστόφορος Δ.

Κωνσταντινίδης ΑΕ", με την οποία αποστέλλονται οι από την εταιρία "ΑΛΦΑ ΑΤΕ" ζητηθείσες "αποδόσεις λογαριασμών" του διαχειριστού του έργου της ΔΕΠΑ ..., xi) Την από 11.11.1997 επιστολή της εταιρίας "ΑΛΦΑ ΑΤΕ", υπογεγραμμένη υπό του πρώτου των αρχικώς εναγόντων Ζ, ως νομίμου εκπροσώπου αυτής, στην οποία περιέχεται σαφής ομολογία περί του ότι όλα τα έργα, που έγιναν κατά τα 15 τελευταία χρόνια (δηλαδή από το 1985 και μετά), έγιναν σε "κοινοπραξία" με την εταιρία "ΑΛΦΑ ΑΤΕ" και όχι με τους ενάγοντες ατομικώς, xii) Την από 19.9.1997 επιστολή της εταιρίας, "ΑΛΦΑ ΑΤΕ", υπογραφομένη υπό του πρώτου των αρχικώς εναγόντων Ζ, ως νομίμου εκπροσώπου αυτής, με την οποία επαναλαμβάνονται τα αιτήματα για την χορήγηση αντιγράφων των αποδόσεων λογαριασμού του διαχειριστού του έργου ...

και της διαθέσεως ενός αυτοκινήτου του έργου σε άλλη κοινοπραξία, xiii) Την από 19.1.1998 επιστολή της εταιρίας "ΑΛΦΑ ΑΤΕ", υπογεγραμμένη υπό του πρώτου των αρχικώς εναγόντων Ζ, ως νομίμου εκπροσώπου αυτής, με την οποία υποβάλλεται αίτημα για την "παροχή των στοιχείων ...", δηλαδή του επίμαχου έργου της ΔΕΠΑ, xiν) Την από 19.1.1998 επιστολή της εταιρίας "ΑΛΦΑ ΑΤΕ", υπογεγραμμένη υπό του πρώτου των αρχικώς εναγόντων Ζ, ως νομίμου εκπροσώπου αυτής, με την οποία ζητήθηκε η "εκκαθάριση όλων των εκκρεμοτήτων", μεταξύ δε αυτών και η "εκκαθάριση" του έργου της ... (ΔΕΠΑ) xν) Την από 25.2.1998 επιστολή των εκκαλούντων- εναγόντων προς την αναιρεσείουσα, με την οποία για πρώτη φορά επιχειρούν να εμφανίσουν ότι το επίμαχο έργο εκτελέσθηκε από κοινού από την αναιρεσείουσα και από αυτούς ατομικώς, xvi) Την από 26.2.1998 επιστολή της προς την εταιρία "ΑΛΦΑ ΑΤΕ", στην οποία διατυπώνεται η έκπληξή της για το περιεχόμενο της παραπάνω επιστολής των εκκαλούντων-εναγόντων, xvii) Την από 27.2.1998 επιστολή των εκκαλούντων-εναγόντων, με την οποία ασαφώς εμμένουν στο περιεχόμενο της προηγούμενης από 25.2.1998 επιστολής τους. xviii) Από την από 2.9.1998 επιστολή της εταιρίας "ΑΛΦΑ ΑΤΕ", υπογεγραμμένη υπό του αρχικώς ενάγοντος Ζ, ως νομίμου εκπροσώπου αυτής, στην οποία γίνεται λόγος για σειρά θεμάτων που απασχολούν τα από κοινού εκτελούμενα έργα, μεταξύ των οποίων αναφέρεται και το επίμαχο έργο του υποθαλασσίου αγωγού ... (ΔΕΠΑ), xix) το από 27.1.1999 σημείωμα της εταιρίας "ΑΛΦΑ ΑΤΕ", απευθυνόμενο προς τον τότε λογιστή της αναιρεσίουσας ...

και υπογραφόμενο υπό του πρώτου των αρχικώς εναγόντων Ζ, ενεργούντος ως Διευθύνοντος Συμβούλου της εταιρίας "ΑΛΦΑ ΑΤΕ", xx) Το από 8.2.1999 πρακτικό του Δ.Σ. της περί διορισμού εκπροσώπων για την εκκαθάριση των σχέσεών της με την εταιρία "ΑΛΦΑ ΑΤΕ" από την εκτέλεση του επίμαχου έργου. xxi) Σχέδιο συμφωνητικού για την εκκαθάριση των σχέσεών της με την εταιρία "ΑΛΦΑ ΑΤΕ" από την εκτέλεση του επίμαχου έργου. xxii) την από 25.2.1998 επιστολή της εταιρίας "ΑΛΦΑ ΑΤΕ", υπογραφομένη υπό του πρώτου των αρχικώς εναγόντων Ζ, ως νομίμου εκπροσώπου αυτής, με την οποία ζητούνται αντίγραφα των εργοταξικών ημερολογίων του επίμαχου έργου. xxiii) Την από 19.2.1999 επιστολή της εταιρείας "ΑΛΦΑ ΑΤΕ", υπογεγραμμένη από την νόμιμη εκπρόσωπο της ..., στην οποία γίνεται λόγος για "εισφορές" του ΙΚΑ αφορώσες τον χειριστή ρυμουλκού ..., ο οποίος, σύμφωνα με την προηγούμενη από 2.9.1998 επιστολή της ίδιας εταιρίας, εργάσθηκε και στο έργο της ΔΕΠΑ και xxiv) το από 8-6-2001 προς τον Ανακριτή Αθηνών απολογητικό υπόμνημα του πρώτου των αρχικώς εναγόντων Ζ, στο οποίο αναφέρεται "Με τον μηνυτή είχαμε συνεργασία από το έτος 1982, καθόσον οι εταιρείες μας συμμετείχαν είτε αυτοτελώς είτε σε κοινοπραξίες εκτέλεσης δημοσίων έργων.

Αμέσως προηγουμένως της υπό κρίση περιόδου, στα παραπάνω πλαίσια εκτελέσθηκε το έργο ... με αναθέτουσα αρχή την ΔΕΠΑ". Η αναιρεσείουσα ανταποκρίνεται ήδη στη δικονομική της υποχρέωση προσκομίσεως των εν λόγω εγγράφων, αναγκαίας, όπως προαναφέρθηκε, προκειμένου να διακριβωθεί, με βάση το επικαλούμενο περιεχόμενο αυτών, αν λήφθηκαν υπόψη τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα.

Από τη βεβαίωση όμως των προσβαλλόμενων, μη οριστικής και οριστικής, αποφάσεων ότι για το σχηματισμό του αποδεικτικού τους πορίσματος ότι η θεμελιωτική της αξιώσεώς των αρχικώς εναγόντων αφανής εταιρεία συνεστήθη μεταξύ αυτών και της αναιρεσείουσας έλαβαν υπόψη και συνεκτίμησαν όλα τα έγγραφα, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, εκτιμώμενη σε συνδυασμό προς το σύνολο των αιτιολογιών τους, ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία, αλλ' αντιθέτως καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι λήφθηκαν υπόψη τα έγγραφα, στα οποία αναφέρεται η εν λόγω αναιρετική αιτίαση, η οποία εντεύθεν ελέγχεται ως αβάσιμη.

Όμοια αρνητικά αξιολογείται, ως απαράδεκτη, η διατυπούμενη με τον τρίτο κατά σειρά λόγο αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 11 γ ΚΠολΔ, με την έννοια ότι η προσβαλλόμενη οριστική απόφαση δεν έλαβε υπόψη την ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Στυλιανής συζ. Χρήστου Γεωργιάδη 14781/21-2-2007 ένορκη βεβαίωση του τεχνικού συμβούλου της αναιρεσείουσας ..., την οποία επικαλέσθηκε η αναιρεσείουσα προς ανταπόδειξη του αρνητικού της αγωγής ισχυρισμού της για αρνητικά της αφανούς εταιρείας οικονομικά αποτελέσματα.

Και τούτο για τον λόγο ότι δεν συνδέεται η προβαλλόμενη πλημμέλεια της προσβαλλόμενης οριστικής αποφάσεως με την έχουσα προσόντα διατακτικού και εντεύθεν δεδικασμένου αιτιολογία της, ότι η θεμελιωτική της αξιώσεως των αρχικών εναγόντων αφανής εταιρεία συνεστήθη μεταξύ αυτών, και της αναιρεσείουσας, αγωγικό ισχυρισμό τον οποίο αρνήθηκε αιτιολογημένα η τελευταία, υποστηρίζουσα ότι συνεστήθη μεταξύ της εταιρείας ΑΛΦΑ ΑΕ, και της δεύτερης των αρχικώς εναγομένων, αιτιολογία η οποία δικαιολογεί στο πρόσωπό της το απαιτούμενο έννομο συμφέρον για την άσκηση αναιρέσεως, παρά το γεγονός ότι νίκησε ως εναγομένη με την απόρριψη της αγωγής ως απαράδεκτης, σε συνέπεια με την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι κρίνεται αναγκαία η διενέργεια εκκαθαρίσεως για την διακρίβωση των οικονομικών αποτελεσμάτων της αφανούς εταιρείας, κρίση στην οποία και περιορίζεται η αναφορά του ερευνούμενου λόγου αναιρέσεως.

Τέλος, σε συνέπεια με την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση της προσβαλλόμενης οριστικής αποφάσεως ότι κρίνεται αναγκαία η διενέργεια εκκαθαρίσεως για την διακρίβωση των οικονομικών αποτελεσμάτων της αφανούς εταιρείας, ορθώς αξιολογήθηκε η αγωγή ως απαράδεκτη και για τον λόγο αυτό απορρίφθηκε, κατά τις διαλαμβανόμενες στην αρχή της απόφασης νομικές παραδοχές.

Επομένως η προβαλλόμενη με τον απομένοντα προς έρευνα τέταρτο και τελευταίο κατά σειρά λόγο αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, με την έννοια ότι παρά το νόμο η προσβαλλόμενη οριστική απόφαση απέρριψε για τον λόγο αυτό την αγωγή ως απαράδεκτη αντί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, ελέγχεται ως αβάσιμη.

Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθούν οι ένδικες αιτήσεις αναιρέσεως. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων κατανέμονται κατά τον λόγο της κατ' ίση έκταση νίκης και ήττας εκάστου τούτων και συμψηφίζονται στο σύνολό τους (ΚΠολΔ 183, 178 παρ. 1).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει και απορρίπτει τις χαρακτηριζόμενες στο σκεπτικό της παρούσης με στοιχ. Α (373/20-3-2008) και Β (23/8-1-2010) αιτήσεις για αναίρεση (Β) της 8834/31-12-2004 μη οριστικής και (Α+Β) της 2443/26-4-2007 οριστικής αποφάσεων του Εφετείου Αθηνών. Και Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 1 Ιουνίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ