Legislator Case Law & Legislation
1038/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on jurisdiction and lack of legal basis grounds in commercial contract dispute.

Case Number 1038/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding a commercial contract dispute. The appellant argued that the lower court exceeded its jurisdiction by ruling on a matter previously agreed to be arbitrated, and that the decision lacked legal basis. The court rejected these claims, finding that the later sales agreement superseded the earlier arbitration clause and that the lower court's reasoning on evidence evaluation was non-reviewable.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 para. 4, Art. 559 para. 11g, Art. 559 para. 19 of the Code of Civil Procedure; An appeal based on jurisdictional excess is inadmissible if a subsequent agreement validly supersedes a prior arbitration clause, and appeals against evidence evaluation are inadmissible under Art. 561 para. 1.

Keywords

AI generated
jurisdictional excess arbitration clause subsequent agreement evidence evaluation appeal inadmissibility commercial contract legal basis

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 para. 4 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 para. 11g of the Code of Civil Procedure
Art. 559 para. 19 of the Code of Civil Procedure
Art. 561 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Full Supreme Court 30/1997
Full Supreme Court 28/1997

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1038 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1038/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ... κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Πάπαρη.

Της αναιρεσιβλήτου:Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΦΟΙ ΟΥΣΤΡΙΑ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΙΕΣ-ΕΙΣΑΓΩΓΕΣ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ Α.Ε", που εδρεύει στις Σέρρες και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Παπαδόπουλο - Τσαγιάννη, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30 Νοεμβρίου 2003 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σερρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 28/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 2821/2007 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του και το από 5 Φεβρουαρίου 2009 δικόγραφο προσθέτων λόγων.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Φούκας, ανέγνωσε την από 25 Φεβρουαρίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι λόγοι αναιρέσεως του από 19-2-2008 κυρίου και του από 5-2-2009 δικογράφου των προσθέτων λόγων.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αυτής ως και την καταδίκη του αντιδίκου στην δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ. 4 του Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Υπέρβαση δικαιοδοσίας υπάρχει και όταν το δικαστήριο δίκασε υπόθεση, η οποία, με συμφωνία των ενδιαφερομένων, που έχουν εξουσία να διαθέσουν ελεύθερα το αντικείμενο της διαφοράς, που αφορά μελλοντικές διαφορές που θα προκύψουν από ορισμένη έννομη σχέση, έχει υπαχθεί στη διαιτησία. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, έκρινε ότι η ένδικη διαφορά υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, διότι, όπως αποδείχθηκε από τον όρο του μεταγενέστερου της μισθώσεως, από 14-3-2003, συμφωνητικού πωλήσεως, οι διάδικοι συμφώνησαν ότι κάθε διαφορά μεταξύ τους θα επιλύεται από τα δικαστήρια των Σερρών, δεδομένου ότι η κύρια σύμβαση μεταξύ των διαδίκων είναι αυτή της πωλήσεως και παρεπόμενη αυτή της μισθώσεως, ο περί υπαγωγής της διαφοράς στη διαιτησία όρος του από 1-3-2003 μισθωτηρίου, καταργήθηκε από τον μεταγενέστερο τούτο όρο, περί επιλύσεως των διαφορών από τα δικαστήρια των Σερρών, που περιλαμβάνεται στο συμφωνητικό πωλήσεως. Επομένως, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 4 Κ.Πολ.Δ, υπό στοιχεία Δ-1, αντίθετος λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος.

Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται και όταν η αγωγή κρίθηκε ορισμένη και παραδεκτή, ενώ ήταν αόριστη και έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Στην προκειμένη περίπτωση, η ενάγουσα, ως προς την αιτούμενη αποζημίωση για την προκληθείσα από υπαιτιότητα του εναγομένου αποθετική ζημία της (διαφυγόντα κέρδη), διαλαμβάνει αναλυτικά στην αγωγή (σελίδες 25 έως 36 αυτής), κατ' είδος τα εμπορεύματα, τα οποία, με πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα πωλούσε, το τίμημα και την ποσότητα εκάστου τούτων, δηλαδή αυτοκινήτων, ανταλλακτικών οχημάτων, αξεσουάρ οχημάτων, λιπαντικών οχημάτων, τις εργασίες συντηρήσεως και επισκευής οχημάτων που θα εκτελούσε στο συνεργείο και στο φανοποιείο, καθώς και τα έσοδα (αμοιβές) από αυτά, και μάλιστα, για την εξεύρεση των καθαρών κερδών που θα απεκόμιζε, αφαιρεί τα έξοδα λειτουργίας της επιχειρήσεως.

Επομένως η αγωγή είναι πλήρως ορισμένη και νόμιμη, σύμφωνα με τα άρθρα 361, 513, 534, 535, 537, 540 αρ. 3, 547 εδ. α', 914, 297, 298 ΑΚ και 216 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. Το Εφετείο, το οποίο έκρινε αυτή ορισμένη και νόμιμη, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ, ώστε οι υπό στοιχεία Δ-2 του κυρίου δικογράφου και Γ-7 του δικογράφου των προσθέτων, αντίθετοι, λόγοι αναιρέσεως, είναι αβάσιμοι.

Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 361, 479 και 513 ΑΚ, συνάγεται ότι, με βάση την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, οι συμβαλλόμενοι μπορούν να συμφωνήσουν την πώληση επιχειρήσεως. Ως επιχείρηση νοείται, κατά τις γενικές αρχές του δικαίου των συναλλαγών, το σύνολο των πραγμάτων, δικαιωμάτων, αϋλων αγαθών ή πραγματικών καταστάσεων, όπως η πελατεία, η φήμη, το δίκτυο λειτουργίας, η τεχνογνωσία, η πίστη στις συναλλαγές κλπ που έχουν οργανωθεί σε οικονομική ενότητα από τον επιχειρηματία, για την ανάπτυξη δραστηριότητας προς επίτευξη οικονομικών (κατά κανόνα κερδοσκοπικών) σκοπών.

Κατά την ίδια, ως άνω διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ και τους γενικούς ερμηνευτικούς κανόνες του δικαίου, όταν οι παροχές των συμβαλλομένων ανήκουν σε περισσότερα είδη επώνυμων συμβάσεων, για το νομικό χαρακτηρισμό τους, ανήκει στο δικαστή να διερευνήσει αρχικά ότι κάθε μία παροχή είναι ανεξάρτητη από την άλλη, οπότε πρόκειται για χωριστές συμβάσεις και κάθε μία από αυτές υπόκειται στη ρύθμιση που προβλέπει γι' αυτή ο ΑΚ.

Αν οι παροχές συνδέονται μεταξύ τους με τρόπο ώστε να εμφανίζονται ότι αποτελούν στοιχεία ενιαίας συμβάσεως, για να δοθεί ο νομικός χαρακτηρισμός, ερευνάται και ανευρίσκεται από το δικαστή, με βάση τις αρχές της συναλλακτικής πίστεως (άρθρα 200 και 173 ΑΚ), ποια παροχή θεωρείται ως κύρια και ποια ως παρεπόμενη, οπότε δίδεται ο νομικός χαρακτηρισμός της συμβάσεως από την κύρια παροχή.

Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες μία σύμβαση περιέχει τα στοιχεία περισσότερων, ρυθμισμένων ή μη συμβάσεων, προκειμένου να κριθεί ο νομικός χαρακτήρας της συμβάσεως αυτής, ερευνώνται και λαμβάνονται υπόψη τα προέχοντα και κυρίαρχα στοιχεία της συμβάσεως. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή, έκρινε ότι οι παροχές των συμβαλλομένων, που ανήκουν στις ρυθμισμένες συμβάσεις της πωλήσεως και της μισθώσεως, συνδέονται μεταξύ τους με τέτοιο τρόπο ώστε να αποτελούν στοιχεία ενιαίας συμβάσεως και δη της πωλήσεως επιχειρήσεως, η οποία ήταν και η κύρια σύμβαση, κατά τη βούληση των μερών, ερμηνευόμενη όπως απαιτεί η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι υπογράφηκαν δύο ξεχωριστά συμφωνητικά, όπως συνάγεται και από τις οικονομικές συγκυρίες που είχαν διαμορφωθεί για τους διαδίκους, πριν από την κατάρτιση της μεταξύ τους συμφωνίας.

Ακολούθως το Εφετείο εφήρμοσε για την επίλυση της διαφοράς τις περί πωλήσεως διατάξεις του ΑΚ, τις οποίες ορθώς εφήρμοσε, ενώ δεν παραβίασε τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών. Επομένως, οι εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ, υπό στοιχεία Δ-3 του κυρίου δικογράφου και Α-4 και Β-5 του δικογράφου των προσθέτων, αντίθετοι, λόγοι αναιρέσεως, είναι αβάσιμοι.

Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ιδρύεται αν το δικαστήριο υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν, από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό απόεκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση, πρόκειται για παράπονο, αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό πόρισμά του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε ως προς το αποδεικτικό γεγονός (Ολομ.

ΑΠ2/2008,). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, για να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα του, συνεκτίμησε όλα τα αναφερόμενα σε αυτή αποδεικτικά μέσα, καθώς και το από 14-3-2003 πωλητήριο συμφωνητικό, που προσκόμισε και επικαλέσθηκε ο ήδη αναιρεσείων δεν στήριξε σε αυτό, αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο την κρίση του.

Επομένως, ο υπό στοιχείο Α-4 του δικογράφου των προσθέτων λόγων, εκ του άρθρου 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ., αντίθετος, λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος.

Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολομ. ΑΠ 9/1997). Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων. Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός της αναιρέσεως, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε τα διαλαμβανόμενα στην αγωγή περιστατικά, τα σχετικά με την μεταξύ των διαδίκων σύμβαση, στην οποία προσέδωσε τον προσήκοντα νομικό χαρακτηρισμό, ενώ περαιτέρω έλαβε υπόψη αλλά απέρριψε τον σχετικό με την έλλειψη κόμβου ισχυρισμό του εναγομένου.

Συνεπώς, οι εκ του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ, υπό στοιχεία Α-1 και Β-6 (κατά το οικείο σκέλος του), αντίθετοι, λόγοι αναιρέσεως, είναι αβάσιμοι.

Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 11γ' Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει με την απόφασή του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς να γίνεται μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά στην απόφαση, εκτός αν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδίως από τις αιτιολογίες, καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, βεβαιώνει ότι κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμά του αφού συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται σε αυτή, μεταξύ των οποίων και όλα τα έγγραφα, τα οποία επικαλέσθηκαν νομίμως και προσκόμισαν οι διάδικοι. Από τη βεβαίωση αυτή και όλο το περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι το Εφετείο, για να σχηματίσει το αποδεικτικό πόρισμά του, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και όλα τα έγγραφα, τα οποία επικαλέσθηκε και προσκόμισε νομίμως ο εναγόμενος, μεταξύ των οποίων και τα υπ' αριθμούς πρωτ. ...

και ... έγγραφα της Διεύθυνσης Ελέγχου και Συντήρησης Έργων (Δ.Ε.Σ.Ε) της Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας - Θράκης, καθώς και την από ... (με αρ. πρωτ. ΔΕΣΕ ...) αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος. Επομένως, ο υπό στοιχείο Β-6 του δικογράφου των προσθέτων, κατά το οικείο σκέλος του, εκ του άρθρου 559 αρ. 11γ' Κ.Πολ.Δ., αντίθετος, λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος.

Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ.19 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολομ.ΑΠ 30/1997, Ολομ.ΑΠ 28/1997).

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ως αποδειχθέντα, ότι η συμφωνία περί υπαγωγής της υποθέσεως στη διαιτησία, καταργήθηκε με την νεώτερη συμφωνία, κατά τα προεκτεθέντα.

Η αιτιολογία αυτή είναι σαφής και πλήρης, όπως είναι και η σχετική με την κρίση του Εφετείου ότι πρόκειται για σύμβαση πωλήσεως επιχειρήσεως, γεγονός το οποίο συνεπάγεται την εφαρμογή των περί πωλήσεως διατάξεων του ΑΚ. Περαιτέρω το Εφετείο διέλαβε πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία ως προς τη ζημία του ενάγοντα και ειδικότερα ως προς τα κονδύλια των διαφυγόντων κερδών.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσεως.

Συνεπώς οι υπό στοιχεία Δ-4 του κυρίου δικογράφου, Α-2 και Γ-7 (κατά το οικείο σκέλος του) του δικογράφου των προσθέτων, εκ του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ, αντίθετοι, λόγοι αναιρέσεως, είναι αβάσιμοι. Οι ίδιοι λόγοι αναιρέσεως, κατά το μέρος που πλήττεται με αυτούς η προσβαλλομένη κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, είναι απαράδεκτοι, αφού αυτή δεν ελέγχεται αναιρετικώς, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. Κατ' ακολουθίαν πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση ο αναιρεσείων πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19-2-2008 και τους από 5-2-2009 προσθέτους λόγους του ..., περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 2821/2007 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία καθορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Απριλίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Μαΐου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ