Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for absent defendant and substantive grounds for inadmissible arguments.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by Ceramopoiia Christodoulida against a Thessaloniki Court of Appeal decision. The appellant argued the lower court ignored a claim regarding the defendant's injury from a work accident and failed to order a medical expert opinion. The court rejected these arguments because the defendant was properly summoned and absent, and the lower court's refusal to order an expert examination was not a ground for appeal absent a specific finding of necessity.
Legislator headnote
AI generatedArticles 226, 568, 576, 118, 566, 577, 578, 559, 368 of the Code of Civil Procedure; The refusal to order an expert examination does not constitute a ground for appeal unless the court explicitly finds that special scientific or technical knowledge is required.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1038 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1038/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Σπυρίδωνα Ζιάκα (επειδή κωλύεται η Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη) και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Μαρτίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΚΕΡΑΜΟΠΟΙΪΑ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", που εδρεύει στη Θέρμη Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Γουλιέλμο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: ....., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-6-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 13503/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 265/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-3-2006 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αλέξανδρος Νικάκης, διάβασε την από 13-2-2007 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Αθανασίου Θεμέλη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 10-3-2006 αίτησης για αναίρεση της 265/2006 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη ...... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ....., ακριβές αντίγραφο της από 10-3-2006 αιτήσεως αναιρέσεως και κλήσεως της αναιρεσείουσας με πράξη ορισμού δικασίμου για την 6-3-2007, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε από το πινάκιο για τη σημερινή δικάσιμο, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στον αναιρεσίβλητο, ο οποίος δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως με πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσε, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, δήλωση μη παραστάσεως κατά τη δικάσιμο αυτή. Επομένωςπρέπει να συζητηθεί η υπόθεση, παρά την απουσία του αναιρεσιβλήτου, σαν να ήταν παρών, αφού η αναγραφή στο πινάκιο της υποθέσεως για την προκειμένη μετ' αναβολή δικάσιμο, ισχύει ως κλήτευση γι' αυτόν (άρθρ. 226 παρ. 4 εδ. 3,4,568 παρ. 4 και 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ. 4, 566, παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι, όταν η αγωγή κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (αρθρ. 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ.), δεν αρκεί να εκτίθενται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος της υποθέσεως, η έννοια που αποδίδει ο αναιρεσείων στη διάταξη που φέρεται ότι παραβιάστηκε και το συμπέρασμα του δικαστηρίου που φέρεται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος, αλλά πρέπει επιπλέον να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσεως του για το βάσιμο ή αβάσιμο της αγωγής.
Διότι η ευδοκίμηση της αναιρέσεως εξαρτάται σύμφωνα με το άρθρο 578 ΚΠολΔ, από την ορθότητα όχι του αιτιολογικού, αλλά του διατακτικού τηςπροσβαλλόμενης αποφάσεως, το οποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου. Επομένως η παράθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία για να μπορεί να ελεγχθεί, με βάση το περιεχόμενο του, αν η αποδιδόμενη στην απόφαση παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό ή αν τα δεκτά γενόμενα από το δικαστήριο πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού εκτίθενται επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις στην απόφαση, ώστε να αποβαίνει εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και συνακόλουθα ο έλεγχος του διατακτικού της αποφάσεως.
Δεν επιτρέπεται δε η συμπλήρωση του αναιρετηρίου με την προσβαλλόμενη απόφαση ή άλλα διαδικαστικά έγγραφα (ΟλΑΠ 27/1998, 32/1996, 57/1990).
Στην προκειμένη περίπτωση με τους πρώτο, κατά το πρώτο μέρος του, έκτο και έβδομο λόγους της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή του αναιρεσιβλήτου και του επιδικάστηκε χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, από εργατικό ατύχημα α) για παράβαση των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 681 και 922 ΑΚ (έλλειψη προστήσεως) και β) για έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, ως προς τα ζητήματα της ανικανότητας του αναιρεσιβλήτου, εξαιτίας του εργατικού ατυχήματος και του συντρέχοντος πταίσματος αυτού.
Στο αναιρετήριο όμως εκτίθενται το ιστορικό της υποθέσεως, το κατά τις απόψεις της αναιρεσείουσας πραγματικό μέρος αυτής και μεμονωμένες νομικές σκέψεις και αποσπασματικές παραδοχές του Εφετείου, ενώ δεν παρατίθενται οι ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε τούτο ως αποδειχθέντα, για να στηρίξει τη φερόμενη ως λανθασμένη ή ανεπαρκώς αιτιολογημένη κρίση του.
Επομένως, με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου, του οποίου δεν επιτρέπεται η συμπλήρωση κατά τα προεκτεθέντα, δεν είναι δυνατόν να ελεγχθούν και στοιχειοθετηθούν οι ανωτέρω αναιρετικοί λόγοι, οι οποίοι πρέπει γι' αυτό να απορριφθούν ως αόριστοι. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 10 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποία αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι' αυτά.
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με το πρώτο λόγο της αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, προβάλλει ότι το Εφετείο δέχθηκε χωρίς απόδειξη, ότι είχε προστήσει την εργολάβο εταιρία ".....". Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος, γιατί, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό αυτό πόρισμα από τα προσκομισθέντα νομίμως αποδεικτικά μέσα, που αναφέρονται στην απόφαση (καταθέσεις μαρτύρων, ένορκες βεβαιώσεις, έγγραφα) και δεν δέχθηκε τα πιο πάνω περιστατικά χωρίς απόδειξη.
Ο από το άρθρο 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ λόγω αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε λάθος ως προς την ανάγνωση αποδεικτικού εγγράφου, όταν δηλαδή στο έγγραφο διαλαμβάνεται περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικά από το αληθινό και στη συνέχεια μορφώνει την κρίση του στηριζόμενο αποκλειστικώς ή κυρίως στο κατ'αυτό τον τρόπο παραμορφωθέν έγγραφο.
Επομένως δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο, ενώ διαγιγνώσκει ορθώς το περιεχόμενο του εγγράφου, εκτιμά στη συνέχεια αυτό κατά τρόπο διαφορετικό από εκείνο που ο επικαλούμενος το έγγραφο θεωρεί ορθό, διότι τότε πρόκειται για πλημμέλεια που ανάγεται στην εκτίμηση των πραγμάτων, η οποία είναι ανέλεγκτη, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Επομένως ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως, κατά το τρίτο μέρος του, που αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια της παραμορφώσεως του περιεχομένου του από 15-12-2001 ιδιωτικού συμφωνητικού μεταξύ της αναιρεσείουσας και της ομόρρυθμης εταιρίας "........ " είναι απαράδεκτος, γιατί το Εφετείο εκτιμά κατά τρόπο διαφορετικό το περιεχόμενο του ανωτέρω εγγράφου με εκείνο που η αναιρεσείουσα θεωρεί ορθό, σε κάθε δε περίπτωση το ανωτέρω έγγραφο το δευτεροβάθμιο δικαστήριο συνεκτίμησε μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, χωρίς να αποδώσει σ' αυτό ιδιαίτερη βαρύτητα, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
Κατά το άρθρο 520 παρ. 1 ΚΠολΔ, το δικόγραφο της εφέσεως πρέπει να περιέχει τα κατά τα άρθρα 118-120 του ιδίου κώδικα απαιτούμενα στοιχεία και τους λόγους της εφέσεως, δηλαδή τις πλημμέλειες της προσβαλλόμενης απόφασης και αν δεν υπάρχει λόγος εφέσεως σαφής και ορισμένος το δικόγραφο κηρύσσεται άκυρο και αυτεπαγγέλτως και η έφεση απορρίπτεται.
Οι πλημμέλειες της αποφάσεως συνίστανται σε νομικά ή πραγματικά σφάλματα του δικαστή. Στα τελευταία ανάγεται και η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία επαρκώς προσδιορίζεται με τη μνεία ότι από αυτή το δικαστήριο οδηγήθηκε σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό χωρίς να είναι αναγκαία η εξειδίκευση των σφαλμάτων για την εκτίμηση των αποδείξεων, αφού το Εφετείο, λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως (άρθρο 522 ΚΠολΔ) επανακτιμά από την αρχή την ουσία της υποθέσεως και κρίνει την ορθότητα του διατακτικού (αρθρ.534 ΚΠολΔ) με βάση την καθολική αυτή επανεκτίμηση και όχι με βάση τα προς αυτή αποδιδόμενα μερικότερα παράπονα του εκκαλούντος.
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αναιρεσέως, αληθώς από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., προβάλλεται ότι η έφεση του αναιρεσίβλητου κατά της πρωτόδικης απόφασης, η οποία απέρριψε την αγωγή του, ήταν αόριστη και παρά το νόμο δεν απορρίφθηκε λόγω της αοριστίας της από το Εφετείο, όπως πρότεινε η αναιρεσείουσα.
Από την επισκόπηση του δικογράφου της εφέσεως του αναιρεσιβλήτου προκύπτει ότι αυτός παραπονείται κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, που απέρριψε την αγωγή του, για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων. Ο λόγος αυτός της εφέσεως ήταν πλήρως ορισμένος και επομένως, το Εφετείο που δεν κήρυξε άκυρο το δικόγραφο της εφέσεως, λόγω αοριστίας, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ και ο πιο πάνω λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Για την νομιμοποίηση προς διεξαγωγή συγκεκριμένης δίκης κατ' αρχήν αρκεί ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της επίδικης έννομης σχέσης .
Συνεπώς, η εκ μέρους του εναγομένου αμφισβήτηση των πραγματικών περιστατικών που επικαλείται ο ενάγων προς θεμελίωση του ισχυρισμού του αυτού συνιστά όχι ένσταση ελλείψεως νομιμοποιήσεως, αλλά άρνηση της βάσεως της αγωγής και ως εκ τούτου δεν αποτελεί "πράγμα" που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ. Με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη τον αυτοτελή ισχυρισμό της αναιρεσείουσας της ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεως της, καθόσον αποκλειστικώς υπαίτιος του εργατικού ατυχήματος είναι ο προστηθείς από την εργολάβο εταιρία "...... " τεχνίτης και αυτή, ως προστήσασα ευθύνεται για την καταβολή αποζημιώσεως στον παθόντα - αναιρεσίβλητο. Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού ο ανωτέρω ισχυρισμός της αναιρεσείουσας δεν είναι αυτοτελής, αλλά αποτελεί άρνηση της αγωγής.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός δεν στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. Α.Π 12/1991). Με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται από την αναιρεσείουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του προταθέντα με τις προτάσεις ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και του Εφετείου ισχυρισμό, περί συντρέχοντος πταίσματος του αναιρεσιβλήτου για τον τραυματισμό του στο ένδικο εργατικό ατύχημα. Όμως όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτόν και τον απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμο. Πρέπει, συνεπώς, ο λόγος αυτός να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατά μεν παρ. 1 του άρθρου 368 Κ.Πολ.Δ το δικαστήριο μπορεί να διορίσει έναν ή περισσότερους πραγματογνώμονες, αν κρίνει πως πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ειδικές ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, κατά δε την παρ. 2 του ιδίου άρθρου το δικαστήριο οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονες αν το ζητήσει κάποιος διάδικος και κρίνει πως χρειάζονται ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η συμπλήρωση των αποδείξεων με τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης εναπόκειται στην κυριαρχική και μη ελεγχόμενη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο ελευθέρως εκτιμά την ανάγκη της χρησιμοποιήσεως του αποδεικτικού αυτού μέσου, με εξαίρεση την περίπτωση κατά την οποία κάποιος από τους διαδίκους ζητήσει τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης και το δικαστήριο κρίνει ότι χρειάζονται ειδικές (ιδιάζουσες) γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, οπότε οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονα ή πραγματογνώμονες.
Επομένως αν δεν υπάρχει παραδοχή του δικαστηρίου ότι πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, η μη λήψη υπόψη ισχυρισμού του διαδίκου για ανάγκη διενέργειας πραγματογνωμοσύνης ή η απόρριψη, ρητώς η σιωπηρώς, σχετικού αιτήματος αυτού, δεν δημιουργεί λόγο αναιρεσέως από το άρθρο 559 ΚΠολΔ.
Με τον πέμπτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση, ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του το αίτημα της αναιρεσείουσας για διενέργεια ιατρικής πραγματογνωμοσύνης, προκειμένου να βεβαιωθεί η κατάσταση της υγείας του αναιρεσιβλήτου και αν αυτή είναι απότοκος του εργατικού ατυχήματος. Ο λόγος αυτός, αληθώς από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτικός ως απαράδεκτος.
Και τούτο, διότι εφόσον η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται ότι το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφαση του ότι πρόκειται για ζήτημα που απαιτεί ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, ούτε προκύπτει από την απόφαση ότι το Εφετείο δέχθηκε κάτι τέτοιο, η σιωπηρή απόρριψη του αιτήματος διενέργειας πραγματογνωμοσύνης δεν δημιουργεί τον ανωτέρω λόγο της αναιρέσεως.
Επομένως πρέπει ν' αποριφθεί η αναίρεση στο σύνολό της. Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται υπέρ του νικήσαντος αναιρεσιβλήτου, καθόσον αυτός δεν παραστάθηκε και δεν υπέβαλε σχετικό αίτημα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-3-2006 αίτηση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΚΕΡΑΜΟΠΟΙΙΑ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΗ - ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" για αναίρεση της 265/2006 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2-4-2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Μαΐου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ