Legislator Case Law & Legislation
1038/2007 AI generated

1038/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1038/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Απριλίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-11-1995 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ξάνθης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 51/2002 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 549/2005 του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 9 Ιανουαρίου 2006 αίτησή της και τους από 3 Μαρτίου 2006 πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καλαμίδας ανέγνωσε την από 23 Μαρτίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Legislator headnote

AI generated

1038/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Α.Π. 2/1989). Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προβάλλει ότι, ενώ με τις προτάσεις της παραιτήθηκε από τον τρίτο λόγο της έφεσής της το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την άνω παραίτησή της, εξέτασε το λόγο αυτό της έφεσης και έτσι, μη λαβόν υπόψη πράγματα που προτάθηκαν, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.8 του Κ.Πολ.Δ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1038 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1038/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Απριλίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :

Της αναιρεσείουσας : Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡ. ΓΚΟΤΖΑΡΙΔΗΣ ΚΑΙ ΥΙΟΣ Α.Ε" και το διακριτικό τίτλο "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΓΟΡΑ Α.Ε", που εδρεύει στο Λάκκωμα Χαλκιδικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Κουτσαγγέλη.

Της αναιρεσίβλητης : Εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΝΕΟΚΗΠΕΥΤΙΚΗ ΕΠΕ - ΒΙΟΤΕΧΝΙΑ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑΣ ΓΕΩΡΓΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ", που εδρεύει στο Εύλαλο Ξάνθης και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στυλιανό Σταματόπουλο, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-11-1995 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ξάνθης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 51/2002 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 549/2005 του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 9 Ιανουαρίου 2006 αίτησή της και τους από 3 Μαρτίου 2006 πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καλαμίδας ανέγνωσε την από 23 Μαρτίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τα άρθρα 294, 295, 297 και 299 του Κ.Πολ.Δ., η παραίτηση, ολική ή μερική, από ασκηθέν ένδικο μέσο, όπως είναι η έφεση (Κ.Πολ.Δ. 495 παρ.1), γίνεται ή με δήλωση η οποία καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου. Στην περίπτωση αυτή το ένδικο μέσο θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε.

Επομένως, δήλωση (ολικής ή μερικής) παραίτησης από ασκηθέν ένδικο μέσο που γίνεται με τις προτάσεις δεν είναι νόμιμη και δεν παράγει τα πιο πάνω έννομα αποτελέσματα (Ολομ.Α.Π. 7/1993, Ολομ.Α.Π. 1187/1981). Εξ άλλου, για να ιδρυθεί ο εκ του άρθρου 559 αριθ.8 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως θα πρέπει ο ισχυρισμός να είχε προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση κατά τρόπο ορισμένο και παραδεκτό, να είναι νόμιμος και να ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, εντεύθεν δε δεν ιδρύει τον άνω λόγο αναιρέσεως η παράλειψη του δικαστηρίου να λάβει υπόψη ισχυρισμό προταθέντα απαραδέκτως ή μη νόμιμο, αφού ο ισχυρισμός αυτός είναι επουσιώδης, μη έχων επίδραση στο διατακτικό και δεν συνιστά "πράγμα" (Ολομ.

Α.Π. 2/1989). Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προβάλλει ότι, ενώ με τις προτάσεις της παραιτήθηκε από τον τρίτο λόγο της έφεσής της το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την άνω παραίτησή της, εξέτασε το λόγο αυτό της έφεσης και έτσι, μη λαβόν υπόψη πράγματα που προτάθηκαν, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.8 του Κ.Πολ.Δ.

Εφόσον η προαναφερόμενη παραίτηση από τον τρίτο λόγο της έφεσης της ήδη αναιρεσείουσας έγινε με τις προτάσεις, κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, δεν ήταν νόμιμη (δεν προτάθηκε παραδεκτά) και η παράλειψη του Εφετείου να λάβει υπόψη την παραίτηση αυτή δεν ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ.8 Κ.Πολ.Δ και ο αντίθετος πρώτος λόγος της αναιρέσεως είναι απαράδεκτος.

Από τις διατάξεις των άρθρων 397 (καταργηθέντος από 1-1-2002 με τα άρθρα 14 παρ.1 του Ν.2915/2001 και 15 του Ν.2943/2001) και 159 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η εξέταση γνωστοποιηθέντος μάρτυρος, η οποία έγινε προ της παρελεύσεως εικοσιτετραώρου από της γνωστοποιήσεως, δεν επάγεται ακυρότητα χωρίς την επίκληση και κατά την κρίση του δικαστή απόδειξη βλάβης στον προτείναντα, η οποία δεν μπορεί να επανορθωθεί διαφορετικά παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας.

Τούτο ισχύει και σε περίπτωση που ένας μάρτυρας προσάγεται και εξετάζεται πρώτος, παρισταμένων των διαδίκων, χωρίς να έχει γίνει γνωστοποίηση αυτού προ της εμφανίσεώς του προς εξέταση και λήψεως των στοιχείων της ταυτότητάς του από το δικαστή, δεδομένου ότι στην περίπτωση αυτή η γνωστοποίηση του μάρτυρα προς τον παριστάμενο αντίδικο του προσάγοντος αυτόν, θεωρείται ότι έγινε αφότου ολοκληρώθηκε η λήψη των στοιχείων ταυτότητάς του, μετά την οποία ακολουθεί η όρκιση και στη συνέχεια η έναρξη της εξετάσεως του μάρτυρα.

Δεν έχει εφαρμογή στην περίπτωση αυτή η διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 397 Κ.Πολ.Δ., κατά την οποία, αφού αρχίσει η εξέταση των μαρτύρων, κανένας από τους διαδίκους δεν μπορεί να γνωστοποιήσει μάρτυρες και η παράβαση της οποίας δημιουργεί απαράδεκτο λόγω εκπτώσεως από δικαιώματος, αφού η κατά τα ανωτέρω γνωστοποίηση του πρώτου από όλους εξεταζόμενου μάρτυρα, κατά την ολοκλήρωση των στοιχείων της ταυτότητάς του, προηγείται της ενάρξεως της εξετάσεως αυτού και της ενάρξεως της όλης εξετάσεως μαρτύρων.

Αλλωστε, δικαιολογητικός λόγος της διατάξεως της παρ. 2 του άρθρου 397 Κ.Πολ.Δ., όπως γίνεται φανερό από τη διατύπωσή της, είναι η αποτροπή δημιουργίας μαρτύρων ανάλογα με την εξέλιξη της μαρτυρικής αποδείξεως. Ο λόγος, όμως, αυτός εκλείπει στην περίπτωση που ο μάρτυρας εξετάζεται πρώτος, παρισταμένου και του αντιδίκου του προσάγοντος τον μάρτυρα.

Εξ άλλου, η παράβαση διατάξεως που ρυθμίζει τη διαδικασία συνεπάγεται την ακυρότητά της, την οποία πάντοτε απαγγέλλει το δικαστήριο, μόνο στην περίπτωση κατά την οποία αυτό, χωρίς να διατάξει αποδείξεις, αλλά ακολουθώντας τους κανόνες της ελεύθερης απόδειξης κρίνει ότι η παράβαση προκάλεσε (δικονομική) βλάβη στον προτείνοντα διάδικο, που δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας.

Θεωρείται ότι δεν υπάρχει δικονομική βλάβη στην περίπτωση κατά την οποία παραβιάσθηκαν οι διατάξεις που ρυθμίζουν τη διαδικασία, όταν από τη σημειωθείσα παράβαση δεν επηρεάζεται ούτε ήταν δυνατό να επηρεασθεί η δυνατότητα και η προϋπόθεση της άμυνας του διαδίκου ή της άσκησης του ενδίκου μέσου κατά της απόφασης που εκδόθηκε.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, δέχθηκε ότι, εφόσον ο μάρτυρας της ενάγουσας ...... εξετάσθηκε πρώτος, παρισταμένης και της εναγομένης, θεωρείται γνωστοποιηθείς σ' αυτή μόλις ολοκληρώθηκε η λήψη των στοιχείων της ταυτότητάς του από τον Εισηγητή Δικαστή, δηλαδή όχι 24 τουλάχιστον ώρες προ της εξετάσεώς του, αλλά πάντως προς της ενάρξεως της εξετάσεως μαρτύρων, γι' αυτό και δεν ισχύει στην περίπτωση αυτή το κατά την παρ. 2 του άρθρου 397 του Κ.Πολ.Δ.

απαράδεκτο λόγω εκπτώσεως από δικαιώματος, ούτε δημιουργήθηκε ακυρότητα ως προς την εξέταση του μάρτυρος αυτού, αφού δεν επήλθε δικονομική βλάβη στην εκκαλούσα - εναγομένη, δεδομένου ότι η τελευταία δεν στερήθηκε του δικαιώματος άμυνάς της κατά της αντιδίκου της, εξετάζοντας τους μάρτυρές της. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.11α του Κ.Πολ.Δ.

και ο αντίθετος δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

Το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων το ........ τιμολόγιο της ήδη αναιρεσιβλήτου. Το τιμολόγιο αυτό είχε επικαλεσθεί η ήδη αναιρεσίβλητη στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, όπως από την επισκόπηση των κατά την πρώτη συζήτηση ενώπιον αυτού προτάσεών της προκύπτει και είχε προσκομίσει κατά την ενώπιον αυτού (πρωτοβάθμιου δικαστηρίου) συζήτηση, αφού δεν βεβαιώνεται το αντίθετο στην πρωτόδικη απόφαση. Επομένως, το Εφετείο, που έλαβε υπόψη, προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, το άνω τιμολόγιο, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της παρά το νόμο λήψης υπόψη αποδείξεων που δεν προσκομίσθηκαν (άρθρο 559 αριθ.11β του Κ.Πολ.Δ.), ούτε παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων και οι εκ του άρθρου 559 αριθ.11β και 12 του Κ.Πολ.Δ. αντίθετοι τρίτος και τέταρτος λόγοι της αναιρέσεως είναι αβάσιμοι.

Ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αρ.8 του Κ.Πολ.Δ. δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός της αναιρέσεως όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολομ.

Α.Π. 12/1991). Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως προβάλλει ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.8 του Κ.Πολ.Δ., αφού δεν έλαβε υπόψη τους προβληθέντες ισχυρισμούς της, σύμφωνα με τους οποίους η από την αναιρεσίβλητη πωληθείσα στην εταιρία "ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΗ ΕΞΑΓΩΓΙΚΗ" ποσότητα πιπεριάς δεν προέρχεται από την σ' αυτή (αναιρεσίβλητη) επιστραφείσα από την αναιρεσείουσα ποσότητα πιπεριάς, ενόψει και του ότι η επιστροφή αυτή έγινε μία ημέρα πριν από την πώληση και αποστολή στην άνω εταιρία.

Το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, δέχθηκε σχετικώς και ανελέγκτως ότι μέρος της από την αναιρεσείουσα επιστραφείσης στην αναιρεσίβλητη ποσότητας πιπεριάς, η τελευταία πώλησε στην εταιρία "ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΗ ΕΞΑΓΩΓΙΚΗ". Εφόσον το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως ότι η πωληθείσα από την αναιρεσίβλητη στην άνω εταιρία ποσότητα πιπεριάς προέρχεται από την επιστραφείσα σ αυτή από την αναιρεσείουσα, ήτοι δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα προς αυτά που συγκροτούν τους ισχυρισμούς αυτούς της αναιρεσείουσας, έλαβε υπόψη τους άνω προταθέντες ισχυρισμούς της τελευταίας και τους απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμους (Ολομ.

Α.Π. 11/1996). Κατ' ακολουθίαν, ο εκ του άρθρου 559 αρ.8 του Κ.Πολ.Δ. ως άνω λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

Ο εκ του άρθρου 559 αριθ.19 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι στερείται νομίμου βάσεως γιατί δεν έχει αιτιολογία, άλλως έχει ελλιπή (ανεπαρκή) τοιαύτη, για να είναι ορσμένος και κατά συνέπεια παραδεκτός, πρέπει, μεταξύ άλλων, να διαλαμβάνει 1) τις πραγματικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως ή τη μνεία ότι αυτή στερείται αιτιολογίας και 2) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, ήτοι, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο της ελλείψεως, αν δε πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία ποια επί πλέον περιστατικά, αναγκαία για την επάρκεια της αιτιολογίας λείπουν, ενώ έπρεπε αυτά (ελλείποντα περιστατικά) να αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση ώστε η αιτιολογία της να είναι επαρκής (Ολομ.

Α.Π. 32/1996). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον μοναδικό λόγο του δικογράφου των προσθέτων, η αναιρεσείουσα προβάλλει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση επανέλαβε και αντέγραψε την πρωτόδικη απόφαση και επομένως στερείται νομίμου βάσεως διότι δεν έχει αιτιολογίες, άλλως έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες. Με αυτό το περιεχόμενο ο λόγος αυτός της αναιρέσεως κατά το πρώτο μέρος του είναι αβάσιμος, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως από αυτή προκύπτει, έχει αιτιολογίες και κατά το δεύτερο μέρος του είναι αόριστος και εντεύθεν απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι δεν διαλαμβάνονται σ' αυτόν οι πραγματικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως και τα ως άνω ελλείποντα περιστατικά.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 9-1-2006 αίτηση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡ. ΓΚΟΤΖΑΡΙΔΗΣ ΚΑΙ ΥΙΟΣ Α.Ε." για αναίρεση της 549/2005 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων πενήντα (650) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Μαϊου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 15 Μαϊου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ