Greek Supreme Court dismisses appeal for vague grounds failing to specify legal errors or reasoning defects clearly.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the Organization for Employment of Labor Force's appeal against the Larissa Court of Appeal's decision. The employer argued the court erred in characterizing employment contracts as indefinite-term dependent work and failed to provide sufficient reasoning. The court rejected the appeal because the petitioners did not clearly identify the specific legal errors or the precise deficiencies in the lower court's reasoning.
Legislator headnote
AI generatedArticles 118(4), 566(1), 577(3), 578 of the Code of Civil Procedure; Appeals must clearly and comprehensively state the legal errors and reasoning defects to be admissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1038 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1038/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη, Mάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή και Γεώργιο Πετράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Απριλίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - καθού η κλήση: Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Οργανισμός Απασχολήσεως Εργατικού Δυναμικού" (Ο.Α.Ε.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Τριπιδάκη.
Των αναιρεσίβλητων-καλούντων: 1)Δ. Π., 2)Κ. Π., 3)Ε. Β., 4)Γ. Τ., 5)Σ. Μ., 6)Β. Κ., 7)Ε. Α., 8)Χ. Π., 9)Γ. Δ., 10)Α. Κ. και 11)Μ. Φ., κατοίκων όλων …. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Γαλετσέλλη βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-6-1990 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 468/1990 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 831/1991 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον με την από 20-12-1991 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκαν οι 801/2003, 1309/2004 και 1295/2005 αποφάσεις του Αρείου Πάγου που κήρυξαν τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφεραν προς συζήτηση οι καλούντες με την από 27-9-2005 κλήση τους Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Πετράκης, διάβασε την από 20-12-2002 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Πολύκαρπου Βούλγαρη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι στο δικόγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρονται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώσχτε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 του ίδιου Κώδικα θεμελιώνει η προβαλλομένη αιτίαση.
Ειδικώς για να είναι ορισμένοι οι κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ λόγοι αναιρέσεως για ευθεία και εκ πλαγίου (έλλειψη νομίμου βάσεως) παραβίαση από το δικαστήριο κανόνων ουσιαστικού δικαίου, εφόσον τούτο ερεύνησε την ουσία της υποθέσεως, δεν αρκεί να εκτίθενται στο αναιρετήριο η διάταξη, που φέρεται ότι παραβιάστηκε, η έννοια, που αποδίδει ο αναιρεσείων σ' αυτή και το κατά την εκδοχή αυτού ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα, αλλά πρέπει επιπλέον να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνει και όχι αποσπασματικά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για το βάσιμο ή μη της αγωγής και ότι μόνον ενόψει των ουσιαστικών αυτών παραδοχών μπορεί να ελεγχθεί, αν η νομική πλημμέλεια, παραδοχών μπορεί να ελεγχθεί, αν η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στην απόφαση οδήγησε σε σφαλερό διατακτικό, από το οποίο και εξαρτάται τελκώς η ευδοκίμηση της αναιρέσεως (άρθρ. 578 ΚΠολΔ).
Η αοριστία δε των λόγων της αναιρέσεως δεν δύναται να θεραπευτεί με παραπομπή, σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (Ολ ΑΠ 27/1998 και 32/1996). Εξάλου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον πιο πάνω πρώτο λόγο αναιρέσεως, υπάρχει και όταν το δικαστήριο εφάρμοσε μη εφαρμοστέο κανόνα ή παρέλειψε να εφαρμόσει εφαρμοστέο κανόνα, ενώ έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, που συνιστά τον ως άνω δεύτερο λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει ανεπαρκείς η αντιφατικές αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οπότε για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο, πλην άλλων, στην περίπτωση ανεπαρκών αιτιολογιών σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια, ποιο δηλαδή το ελλείπον στοιχείο, που είναι αναγκαίο για την πληρότητα των αιτιολογιών, στη περίπτωση δε αντιφατικών αιτιολογιών, που εντοπίζεται η αντίφαση, ποιες δηλαδή είναι οι αντιφατικές παραδοχές της αποφάσεως.
Εν προκειμένω, με τους πρώτο, τρίτο και τέταρτο λόγους της υπό κρίση αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβ αλλομένη απόφαση - η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος ν.π.δ.δ. ΟΑΕΔ και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που δέχθηκε την αγωγή των αναιρεσιβλήτων και αναγνώρισε ότι οι διαδοχικές συμβάσεις έργου, που αυτοί είχαν καταρτίσει με το αναιρεσείον, βάσει των οποίων εργάστηκαν ως εκπαιδευτικοί στο ΚΕΤΕΚ Λαρίσης αυτού, ήταν εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου - η εκ του αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι δηλαδή παραβίασε κανόνες ουσιαστικού δικαίου, με το να δεχθεί ότι είχε εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920 και να μην εφαρμόσει τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1 περ.
β' του ν.δ. 1221/1972 και του άρθρου 44 παρ. 1 εδ. α' του ν. 1882/1990. Εξάλλου, με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αιτίαση, διότι δεν αιτιολογεί άλλως δεν αιτιολογεί επαρκώς πώς κατέληξε να χαρακτηρίσει τη συνδέουσα τους διαδίκους σύμβαση ως τέτοια εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου και επιπλέον διέλαβε στο σκεπτικό της αντιφατικές αιτιολογίες αναφορικά με την ως άνω παραδοχή της.
Αλλά, στο αναιρετήριο, ενώ εκτίθενται το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος της υποθέσεως η έννοια που αυτό αποδίδει στις φερόμενες ως παραβιασθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και η περί της εννοίας αυτών κρίση του δικαστηρίου της ουσίας καθώς και η συναχθείσα από αυτό έννομη συνέπεια, δεν παρατίθενται επιπλέον με σαφήνεια και πληρότητα, παρά μόνο αποσπασματικά και ατελώς, τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για τον χαρακτήρα της επίδικης συμβάσεως των διαδίκων και το βάσιμο της αγωγής, ενώ, εξάλλου, δεν καθορίζεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια της αιτιολογίας της προσβαλλομένης και ειδικότερα ποιο είναι το ελλείπον στοιχείο ως προς το ουσιώδες αυτό ζήτημα ούτε επίσης, καθορίζεται η αντίφαση των αιτιολογιών της αποφάσεως και από πού αυτή προκύπτει αναφορικά με το ίδιο αυτό ζήτημα.
Επομένως, οι ανωτέρω λόγοι αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθούν πρωτίστως ως αόριστη και εντεύθεν απαράδεκτοι. Μη υπάρχοντος δε άλλου λόγου, πρέπει η ένδικη αίτηση αναιρέσεως ν' απορριφθεί στο σύνολό της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20.12.1991 αίτηση του ν.π.δ.δ. υπό την επωνυμία "Οργανισμός Απασχολήσεως Εργατικού Δυναμικού" (ΟΑΕΔ) περί αναιρέσεως της 831/1991 αποφάσεως του Εφετείου Λαρίσης. Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Απριλίου 2006 και δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Μαϊου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ