Legislator Case Law & Legislation
1037/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against bribery conviction due to sufficient reasoning and correct application of substantive law.

Case Number 1037/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a conviction for bribery of a public official, upholding the lower court's decision. The appellant argued the judgment lacked specific reasoning and misapplied the law regarding the definition of the crime. The court found the lower court's reasoning sufficient to establish the defendant's intent and knowledge of the illicit benefit.

Legislator headnote

AI generated

Articles 510(1)(D), (E) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal based on lack of specific reasoning or erroneous application of substantive law is inadmissible if the lower court's decision contains adequate motivation and correct legal interpretation.

Keywords

AI generated
bribery of public official lack of specific reasoning erroneous application of law appeal dismissal criminal procedure code sufficient motivation substantive law application

Cited Legislation

AI generated
Article 510(1)(D), (E) of the Code of Civil Procedure
Article 578(1) of the Code of Civil Procedure
Article 235(1)(a) of the Penal Code
Article 84(2)(a) and (e) of the Penal Code
Article 93(3) of the Constitution
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1037 / 2024 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1037/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (η οποία ορίστηκε με την υπ' αριθμ. 97/2024 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο, Γεώργιο Παπαγεωργίου-Εισηγητή, Φώτιο Μουζάκη και Αικατερίνη Χονδρορίζου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Μαΐου 2024, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Φλωρίδη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και της Γραμματέα Ευθυμίας Καλογεροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Γ. Ρ. του Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Τριανταφύλλου, για αναίρεση της 4582/2022 απόφασης του Α' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών.

Το Α' Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεσή της για τους λόγους που περιλαμβάνονται από 22-11-2023 αίτησή του αναίρεσης, η οποία ασκήθηκε με δήλωση που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 24-11-2023, έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου 8674/2023 και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1130/2023.

Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να επιβληθούν τα έξοδα στον αναιρεσείοντα και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Η υπό κρίση από 22.11.2023 αίτηση (ασκηθείσα με την από 22.11.2023 δήλωση που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 24.11.2023 με αριθ. πρωτ. 8674/2023) του Γ. Ρ. του Κ., για αναίρεση της απόφασης 4582/2022 του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, με την οποία ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος για την αξιόποινη πράξη της δωροληψίας υπαλλήλου (άρθρο 235 παρ. 1 α Π.Κ.), με την αναγνώριση των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2 α' και ε' Π.Κ. και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης δώδεκα (12) μηνών ανασταλείσα επί τριετία, η οποία εκδόθηκε μετά από αναίρεση της υπ' αριθμ. 60/2019 απόφασης του εν λόγω Δικαστηρίου, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, περιέχει δε λόγους αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ., Δ' και Ε' του ΚΠΔ (έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως).

ΙΙ. Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που απαιτείται κατά το άρθρο 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος και του άρθρου 139 ΚΠΔ, αφού δέχεται κατά τρόπο αντιφατικό, στο μεν διατακτικό της, ότι έλαβε το αθέμιτο ωφέλημα των 500€, ως αμοιβή του, για μελλοντική ενέργεια, σε σχέση με την άσκηση των δικών του καθηκόντων, αν και τούτο απαγορεύεται, στο δε σκεπτικό της, ότι έλαβε το ανώτερο αθέμιτο χρηματικό ωφέλημα, για μελλοντική ενέργεια, τόσο σε σχέση με την άσκηση των δικών του καθηκόντων, όσο και με την άσκηση των καθηκόντων άλλου συναδέλφου του ιατρού, δεχόμενο ότι ο αναιρεσείων δεν επρόκειτο να διενεργήσει την χειρουργική επέμβαση, λόγω δίμηνης άδειας η οποία του είχε ήδη εγκριθεί. Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη τον κήρυξε ένοχο και τον καταδίκασε για την αξιόποινη πράξη της δωροληψίας υπαλλήλου κατ' εσφαλμένη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 235 παρ,1 εδ. α' του ισχύοντος ΠΚ που συνιστά έλλειψη νόμιμης βάσης αφού στο πόρισμα της που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού με το διατακτικό της, εμφιλοχώρησε η ανωτέρω αναφερομένη αντίφαση, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος, ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου

ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 235 παρ. 1 εδ. α' του ισχύοντος από 1.7.2019 ΠΚ (Ν.4619/2019), "1. Υπάλληλος ο οποίος ζητεί ή λαμβάνει, άμεσα ή μέσω τρίτου, για τον εαυτό του ή για άλλον, οποιασδήποτε φύσης αθέμιτο ωφέλημα, ή αποδέχεται την υπόσχεση παροχής τέτοιου ωφελήματος, για ενέργεια ή παράλειψή του σε σχέση με την άσκηση των καθηκόντων του, μελλοντική ή ήδη τελειωμένη, τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή...".

Η νέα διάταξη του άρθρου 235 ΠΚ, σε σχέση με την αντίστοιχη του προϊσχύσαντος ΠΚ, δεν διαφέρει ως προς τα απαιτούμενα για τη συγκρότηση του αδικήματος στοιχεία, είναι όμως ευμενέστερη ως προς την απειλούμενη ποινή, αφού, αντί της ποινής φυλάκισης τουλάχιστον ενός έτους και χρηματικής ποινής 5.000 έως 50.000 ευρώ, που προέβλεπε η προϊσχύσασα διάταξη, η προβλεπόμενη τώρα ποινή είναι φυλάκιση και χρηματική ποινή.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της δωροληψίας υπαλλήλου απαιτείται, εκτός από την ιδιότητα του δράστη ως υπαλλήλου, κατά την έννοια των άρθρων 13 περίπτωση α' του ΠΚ, η από μέρους αυτού του ίδιου ή δια μέσου άλλου απαίτηση ή αποδοχή ωφελημάτων, που δεν δικαιούται ή αποδοχή υπόσχεσης προς παροχή αυτών (ωφελημάτων) για ενέργεια ή παράλειψή του, μελλοντική ή ήδη τελειωμένη, που σχετίζεται με την άσκηση των καθηκόντων του, χωρίς να αντίκειται προς αυτά, όπως αυτά διαγράφονται ή προκύπτουν από το νόμο ή τους υπηρεσιακούς κανονισμούς ή τις διαταγές ή οδηγίες των προϊσταμένων του ή την υπηρεσιακή του σχέση ή τη φύση της υπηρεσίας του, είναι δε αδιάφορο, αν η ενέργεια ή παράλειψη του υπαλλήλου πραγματοποιήθηκε ή αν αυτός σκόπευε ειλικρινά να την πραγματώσει.

Ωφελήματα μπορεί να είναι κάθε χαριστική παροχή, υλικής ή μη φύσης, επί της οποίας ο δράστης υπάλληλος δεν έχει νόμιμη αξίωση. Υποκειμενικώς, απαιτείται δόλος, δηλαδή γνώση του υπαλλήλου, ότι απαιτεί ή δέχεται τα ωφελήματα ή την υπόσχεση αυτών για ενέργεια ή παράλειψή του σχετιζόμενη με τα καθήκοντά του και θέληση αυτού να πράξει τούτο.

Πρόκειται για έγκλημα υπαλλακτικώς μικτό, υπό την έννοια, ότι οι περισσότεροι τρόποι πραγμάτωσής του, που κατά την άνω διάταξη είναι α) η απαίτηση ωφελήματος, β) η αποδοχή του και γ) η αποδοχή υπόσχεσης για την ενέργεια ή την παράλειψη, μπορούν να εναλλαχθούν και, σε περίπτωση συνδρομής περισσότερων τρόπων, πραγματώνεται ένα μόνον έγκλημα. (ΑΠ 450/2023, ΑΠ 135/2023, ΑΠ 8/2023, 123/2022, ΑΠ 718/2020, ΑΠ 748/2020).

ΙV. Περαιτέρω η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, ενώ σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του Κ.Ποιν.Δ., για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο προσδιορισμός τους κατ' είδος (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά, πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή.

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.), που κυρώθηκε αρχικά με το Ν. 2329/1953 και εκ νέου με το Ν.Δ. 53/1974, που αποτελεί εγχώριο δίκαιο και, κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος, έχει αυξημένη ισχύ έναντι των κοινών νόμων, προκύπτει ότι η πολιτεία, μέσω των οργάνων της, οφείλει να απαντά σε όλα τα επιχειρήματα του κατηγορουμένου και να εξετάζονται αυτά κατά τρόπο πραγματικό από το Δικαστήριο, δηλαδή το Δικαστήριο οφείλει να προβαίνει σε αποτελεσματική εξέταση των παρατηρήσεων, επιχειρημάτων και αποδείξεων που επικαλούνται οι διάδικοι, παραβίαση δε της ως άνω αρχής πέραν της αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας επάγεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας και ιδρύεται και ο από τα άρθρα 510 παρ. 1 στοιχ.

Α' και 171 παρ. 1 περ. δ' του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης (Α.Π. 501/2020). Δεν είναι απαραίτητη όμως, η αξιολογική συσχέτιση και συγκριτική στάθμιση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα προέκυψε η κάθε παραδοχή.

Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά. Εξ άλλου, η ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να υπάρχει και για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών, οι οποίοι τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής, με την προϋπόθεση ότι αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο και έχουν αναπτυχθεί προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο (Ολ.

Α.Π. 2/2005, ΑΠ 105/2023, ΑΠ 1531/2022, ΑΠ 1530/2022, ΑΠ 1529/2022, ΑΠ 943/2022 Α.Π. 95/2020). Αν, όμως, το Δικαστήριο δεν απαντήσει σε αυτοτελή ισχυρισμό, που έχει προβληθεί παραδεκτά, δηλαδή εγγράφως με καταχώρησή του στα πρακτικά και με προφορική ανάπτυξή του στο ακροατήριο, τότε ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος της έλλειψης ακρόασης που επιφέρει απόλυτη ακυρότητα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (ΑΠ 227/2023, ΑΠ 1530/2022, ΑΠ 1529/2022, ΑΠ 566/2023 Α Π 127/2022, ΑΠ 861/2021, ΑΠ 884/2017).

Ωστόσο, ισχυρισμοί, οι οποίοι αποτελούν άρνηση αντικειμενικού ή υποκειμενικού στοιχείου του εγκλήματος και, συνεπώς, της κατηγορίας, ή απλά υπερασπιστικά επιχειρήματα, δεν είναι αυτοτελείς, υπό την ανωτέρω εκτεθείσα έννοια, ως εκ τούτου δε το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να αποφανθεί επ' αυτών με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία.

Έτσι, η άρνηση από τον κατηγορούμενο του νομικού χαρακτηρισμού της πράξης, που του αποδίδεται, δεν συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό, αλλά άρνηση της κατηγορίας, όπως κατά τα αντικειμενικά και υποκειμενικά της στοιχεία εξειδικεύεται στην απόφαση, ειδικότερα δε ο ισχυρισμός περί μεταβολής της κατηγορίας δεν είναι αυτοτελής, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, στον οποίο το Δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει, πολύ δε περισσότερο να αιτιολογήσει ιδιαιτέρως την απορριπτική κρίση του (ΑΠ 1529/2022 ΑΠ 722/2022, ΑΠ 442/2022, ΑΠ 881/2020).

Επίσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διάταξης υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε.

Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (ΟλΑΠ 1/2020, ΑΠ 1219/2022, ΑΠ 212/2022, ΑΠ 208/2022, ΑΠ 732/2021).

Εξάλλου, δεν αποτελούν λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, ειδικότερα δε η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας ή της εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου και της έλλειψης νόμιμης βάσης, πλήττεται, ανεπιτρέπτως, η αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (Ολ.

ΑΠ 1/2005, ΑΠ 263/2024, ΑΠ 148/2024 ΑΠ 146/2024, ΑΠ 130/2024, ΑΠ 75/2024, ΑΠ 12/2024, ΑΠ 4/2024). V. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ'αριθμ.4582/2022 απόφαση, το Τριμελές Εφετείο(πλημμελημάτων) Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από συνεκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε στο σκεπτικό του, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει (ένορκες καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, πρακτικά πρωτοβάθμιας δίκης, αναγνωσθέντα έγγραφα και απολογία του αναιρεσείοντα-κατηγορουμένου) αποδείχθηκαν τα ακόλουθα, επί λέξει, πραγματικά περιστατικά: "...

αποδείχθηκε ότι συντρέχουν στο πρόσωπο του κατηγορουμένου τα στοιχεία της υποκειμενικής και αντικειμενικής υπόστασης του αδικήματος της δωροληψίας υπαλλήλου, για το οποίο κατηγορείται και τιμωρείται από τον οικείο νόμο του άρθρου 235 παρ. 1 στοιχ. α' του ΠΚ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το Ν. 4619/2019, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 2 ΠΚ, καθόσον η νέα διάταξη προβλέπει μικρότερο κατώτατο όριο επιβλητέας ποινής, κατά τα αναφερόμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη.

Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος στην Αθήνα, στις 20/09/2017 όντας υπάλληλος κατ' άρθρο 13 Π.Κ., ζήτησε και έλαβε άμεσα για τον εαυτό του αθέμιτο ωφέλημα για μελλοντική ενέργεια του, σε σχέση με την άσκηση των καθηκόντων του, αν και τούτο απαγορεύεται. Συγκεκριμένα, με την ιδιότητά του ως Ιατρού - Ορθοπεδικού - Διευθυντή, υπηρετούντος στην Β' Χειρουργική Ορθοπεδική Κλινική του Γενικού Νοσοκομείου Αττικής "ΚΑΤ", εκμεταλλευόμενος την ιδιότητα του αυτή, στις 15/09/2017 ζήτησε και απαίτησε από την Ι.

Π. το χρηματικό ποσό των χιλίων [1.000,00] ευρώ και στις 20/09/2017 έλαβε από την ανωτέρω παθούσα, μέρος του ανωτέρω ποσού, το χρηματικό ποσό των [500,00] ευρώ, προκειμένου να πραγματοποιήσει χειρουργική επέμβαση ισχίου στον σύζυγο της Ι. Π., η οποία (χειρουργική επέμβαση) θα πραγματοποιούνταν στις 03/10/2017 εντός του ανωτέρω νοσοκομείου, ώστε η Ι.

Π. παρέδωσε στον κατηγορούμενο, σε κλειστό επιστολικό φάκελο, τα υπ' αριθμ. ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ... και ... προσημειωμένα χαρτονομίσματα των 50 ευρώ, τον οποίο (φάκελο) ο κατηγορούμενος παρέλαβε και έθεσε στην δεξιά τσέπη του παντελονιού του, λαμβάνοντας με τον τρόπο αυτό άμεσα για τον εαυτό του αθέμιτο ωφέλημα, ήτοι το χρηματικό ποσό των [500,00] ευρώ για μελλοντική ενέργεια του, σε σχέση με την άσκηση των καθηκόντων του, αν και τούτο απαγορεύεται.

Περαιτέρω, από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι στις 23-1-2017 η μάρτυρας Ι. Π., μετέβη μαζί με τον σύζυγο της Ι. Π. στα εξωτερικά ιατρεία του Νοσοκομείου "ΚΑΤ", όπου διαγνώσθηκε κατόπιν ιατρικών εξετάσεων, ότι ο σύζυγος της απαιτείται να υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση στο ισχίο του. Κατόπιν μετέβησαν στην Β' Χειρουργική Ορθοπεδική Κλινική, Διευθυντής της οποίας υπήρξε ο κατηγορούμενος, προκειμένου να έρθουν σε συνεννόηση με κάποιον ιατρό για να καθορισθεί η ημερομηνία για την επέμβαση.

Εξαιτίας της "λίστας" των χειρουργείων στο ως άνω νοσοκομείο και της εντεύθεν αναμονής των ασθενών, παρήλθαν εννέα περίπου μήνες και δεν πραγματοποιήθηκε η επέμβαση και η κατάσταση της υγείας του Ι. Π. επιδεινώθηκε, ενώ ο ιατρός Ροϊδης που επρόκειτο αρχικά να διενεργήσει την επέμβαση, παραιτήθηκε από το συγκεκριμένο Δημόσιο Νοσοκομείο, ώστε τον Ιούλιο του ίδιου έτους, η Ι.

Π., μετέβη εκ νέου στο Νοσοκομείο "ΚΑΤ", και συναντήθηκε τελικά με τον κατηγορούμενο ιατρό. Μετά από τηλεφωνικές επικοινωνίες που είχε η ίδια μάρτυρας με τον κατηγορούμενο, μετέβη με τον σύζυγο της πρωινές ώρες της 15-9-2017 στο Νοσοκομείο "ΚΑΤ", ο κατηγορούμενος εξέτασε τον ασθενή Ι. Π. και είδε τις εξετάσεις του, τους είπε να του τηλεφωνήσουν στο προσωπικό κινητό τηλέφωνο του δίνοντας και τον αριθμό του, τις απογευματινές ώρες της ίδιας ημέρας, προκειμένου να συζητήσουν για την χειρουργική επέμβαση.

Πράγματι στην απογευματινή τηλεφωνική επικοινωνία που είχε η μάρτυρας Ι. Π. με τον κατηγορούμενο, ο τελευταίος της ζήτησε να του καταβάλουν το χρηματικό ποσό των χιλίων (1.000) ευρώ, προκειμένου να πραγματοποιήσει την χειρουργική επέμβαση στον Ι. Π., και συμφώνησαν να συναντηθούν στις 20-9-2017 και περί ώρα 11.00 π.μ.

στα εξωτερικά ιατρεία του εν λόγω Δημόσιου Νοσοκομείου ώστε η ως άνω μάρτυρας, να του παραδώσει το ήμισυ του παραπάνω συμφωνημένου ποσού των 1.000 ευρώ, δηλαδή να του παραδώσει ποσό πεντακοσίων (500) ευρώ. Στις 17-9-2017 η Ι. Π. επισκέφθηκε και ενημέρωσε τους αξιωματικούς της Διεύθυνσης Εσωτερικών Υποθέσεων της ΕΛ.ΑΣ επιβεβαιώνοντας όλα τα παραπάνω με την από 17-9-2017 ένορκη κατάθεσή της και κατόπιν εισαγγελικής παραγγελίας του Εποπτεύοντος την συγκεκριμένη Υπηρεσία Εισαγγελέως παραγγέλθηκε η διενέργεια των προανακριτικών πράξεων για την διερεύνηση της υπόθεσης.

Στις 19-9-2017 και στις 20-9- 2017 η εν λόγω μάρτυρας, παρουσία των αξιωματικών της Διεύθυνσης Εσωτερικών Υποθέσεων της ΕΛ.ΑΣ, επικοινώνησε με ανοιχτή ακρόαση τηλεφωνικά με τον κατηγορούμενο, προς επιβεβαίωση της συνάντησης τους και της καταβολής των 500 ευρώ που θα του παρέδιδε, έλαβε δε το εν λόγω ποσό με τα προσημειωμένα χαρτονομίσματα από τους αρμόδιους της ΕΛ.ΑΣ.

Πράγματι στις 20- 9-2017 και περί ώρα 11.15 π.μ., η Ι. Π. συναντήθηκε με τον κατηγορούμενο ιατρό στο γραφείο του δευτέρου ορόφου της Β' Χειρουργικής Ορθοπεδικής Κλινικής, Διευθυντής της οποίας υπήρξε ο κατηγορούμενος, οπότε και παρέδωσε στον κατηγορούμενο σε κλειστό επιστολικό φάκελο τα χαρτονομίσματα των 500 ευρώ, που ήταν 10 χαρτονομίσματα των 50 ευρώ έκαστο τα υπ' αριθμ. ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ...

και ..., τα οποία είχαν προσημειωθεί - καταγραφεί και καταμετρηθεί από την Διεύθυνση Εσωτερικών Υποθέσεων της ΕΛ.ΑΣ, ο δε κατηγορούμενος πήρε αμέσως τον φάκελο στα χέρια του και τον τοποθέτησε στην δεξιά τσέπη του παντελονιού του, όπου εκεί ανευρέθηκαν κατά την σύλληψη του λίγα λεπτά αργότερα μετά την έξοδο από το γραφείο της Ι.

Π., η οποία ενημέρωσε αμέσως τους αστυνομικούς, που βρισκόταν ήδη έξω από το γραφείο του ιατρού, κάνοντας την κίνηση και δείχνοντας την δεξιά τσέπη, ώστε άμεσα να εντοπίσουν αυτοί τον φάκελο με τα χρήματα επάνω στον κατηγορούμενο. Κατά την σύλληψή του βρέθηκε στην δεξιά τσέπη του παντελονιού του ο συγκεκριμένος επιστολικός φάκελος με το ποσό των 500 ευρώ, δηλαδή τα 10 χαρτονομίσματα των 50 ευρώ έκαστος με τους προαναφερόμενους αριθμούς και ερωτηθείς από τους αστυνομικούς σχετικά με την προηγηθείσα επίσκεψη της Ι.

Π., ο κατηγορούμενος τους απάντησε ότι η Ι. Π. του έδωσε το χρηματικό ποσό επειδή θα χειρουργούσε τον σύζυγο της. Απολογούμενος ο κατηγορούμενος ισχυρίσθηκε ότι ουδέποτε ζήτησε χρήματα για να διενεργήσει την χειρουργική επέμβαση, αλλά ότι σε συζήτηση με τους Ι. (ασθενή) και Ι. Π. για τον ιατρό Ρ. ανέφερε ότι ο τελευταίος θα λάμβανε τουλάχιστον το ποσό των 1000 ευρώ για μια τέτοια επέμβαση και ότι τελικώς παρεξηγήθηκαν τα λεγόμενά του από τους τελευταίους, οι οποίοι νόμισαν ότι τους ζήτησε χρήματα προκειμένου να διενεργήσει την επέμβαση.

Όμως ο ισχυρισμός αυτός ελέγχεται ως αβάσιμος αφού ο κατηγορούμενος συνελήφθη με τα προσημειωμένα χρήματα στην τσέπη του. Η παράνομη συμπεριφορά του κατηγορουμένου ελέγχεται και ως αδίστακτη αφού αποδείχθηκε ότι δεν επρόκειτο να διενεργήσει την επέμβαση στον Ι. Π., διότι είχε ζητήσει και είχε εγκριθεί δίμηνη άδειά του από την υπηρεσία, ώστε αναγκάστηκε να αποκαλύψει στους Ι.

και Ι. Π. ότι θα "κανονίσει" την επέμβαση να διενεργήσει ο μάρτυρας υπεράσπισης ιατρός Μ., ο οποίος δεν γνώριζε τίποτα για τον συγκεκριμένο ασθενή και διαβεβαίωσε το δικαστήριο ότι μόνο εφόσον εξετάσει ο ίδιος τον ασθενή αποφασίζει για την επέμβαση. Προκύπτει, επομένως, χωρίς αμφιβολία ότι ο κατηγορούμενος ζήτησε για τον εαυτό του και μόνο το ποσό των 1000 ευρώ και έλαβε μέρος αυτού ήτοι το ποσό των 500 ευρώ και προκειμένου να κατευνάσει τους Ι.

και Ι. Π. ανέφερε ότι "θα κανονίσει" αυτός για τα χρήματα, εκθέτοντας ταυτόχρονα τον συνάδελφό του Μ., ότι μετέρχεται της ίδιας παράνομης τακτικής του. Πρέπει. συνεπώς ο κατηγορούμενος, να κηρυχθεί ένοχος, όπως η πράξη του αποδίδεται." Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο, της αξιόποινης πράξης της δωροληψίας υπαλλήλου, με το ακόλουθο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης

"ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον ως άνω κατηγορούμενο, ένοχο του ότι: "Στην Κηφισιά Αττικής, στις 20/09/2017: Όντας υπάλληλος του άρθρου 13 Π.Κ., ζήτησε και έλαβε άμεσα για τον εαυτό του οποιασδήποτε φύσης αθέμιτο ωφέλημα για μελλοντική ενέργεια του, σε σχέση με την άσκηση των καθηκόντων του, αν και τούτο απαγορεύεται. Συγκεκριμένα, με την ιδιότητα του ως Ιατρού - Ορθοπεδικού - Διευθυντή, υπηρετούντος στη Β' Χειρουργική Ορθοπεδική Κλινική του Γενικού Νοσοκομείου Αττικής "ΚΑΤ", εκμεταλλευόμενος την ιδιότητα του αυτή, στις 15/09/2017 ζήτησε από την Π.

Ι. το χρηματικό ποσό των [1.000,00] ευρώ και στις 20/09/2017 έλαβε από την ανωτέρω παθούσα, ως προκαταβολή του ανωτέρω ποσού, το χρηματικό ποσό των [500,00] ευρώ, ως αμοιβή του, προκειμένου να πραγματοποιήσει χειρουργική επέμβαση ισχίου στον σύζυγο της Π. Ι., η οποία (χειρουργική επέμβαση) θα πραγματοποιούνταν στις 03/10/2017 εντός του ανωτέρω νοσοκομείου, αναφέροντας μάλιστα προς αυτήν τις φράσεις: "Δώστα σε εμένα και θα το κανονίσω εγώ", η οποία (παθούσα) παρέδωσε στον κατηγορούμενο, σε κλειστό επιστολικό φάκελο, τα υπ' αριθ. ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ...

και ... προσημειωμένα χαρτονομίσματα των 50 ευρώ, τον οποίο (φάκελο) ο κατηγορούμενος παρέλαβε και έθεσε στην δεξιά τσέπη του παντελονιού του, λαμβάνοντας με τον τρόπο αυτό άμεσα για τον εαυτό του αθέμιτο ωφέλημα, ήτοι το χρηματικό ποσό των [500,00] ευρώ για μελλοντική ενέργεια του, σε σχέση με την άσκηση των καθηκόντων του, αν και τούτο απαγορεύεται".

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο και δεύτερο λόγο της αίτηση αναίρεσης του ο αναιρεσείων κατηγορούμενος παραπονείται ότι το δικάζον ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο της ουσίας κατά την κατάστρωση του δικανικού του συλλογισμού και κατά την κατάρτιση του σκεπτικού και διατακτικού, όπως διαμορφώνονται σε ένα ενιαίο σύνολο, το οποίο παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνεται, προέβη σε ελλιπή αιτιολογία, παραθέτοντας αντιφατικές παραδοχές, με αποτέλεσμα, τελικώς, η απόφαση να στερείται νόμιμης βάσης.

VI. Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της ως άνω προσβαλλομένης αποφάσεως, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται και αποτελούν ένα ενιαίο σύνολο, η εν λόγω απόφαση περιέχει την επιβαλλομένη, κατά τα άνω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ` αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του, για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος της δωροληψίας υπαλλήλου, άρθρα 1, 13 στοιχ.

α, 26 παρ. 1α, 27, 235 παρ. 1 εδ. α του ισχύοντος ΠΚ, τις αποδείξεις που θεμελίωσαν αυτό και τους νομικούς συλλογισμούς υπαγωγής των αποδειχθέντων περιστατικών στις ανωτέρω εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει, ευθέως ή κατά πλάγιο τρόπο, με ελλιπείς, ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και έτσι ακόμα δεν στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση.

Συγκεκριμένα, εκτίθεται η ιδιότητά ως υπαλλήλου, κατά την έννοια του άρθρου 13 περ. α του ΠΚ, του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντα, ως ιατρού- ορθοπεδικού - διευθυντή που υπηρετούσε στη Β χειρουργική ορθοπεδική κλινική του Γενικού Νοσοκομείου Αττικής "Κ.Α.Τ."., ότι ζήτησε από την Ι. Π., το χρηματικό ποσό των χιλίων (1.000) ευρώ και, έλαβε από αυτήν το χρηματικό ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ που αποτελούσε αθέμιτο ωφέλημα, προκειμένου να πραγματοποιήσει χειρουργική επέμβαση ισχίου στο σύζυγο αυτής, Ι.

Π., προσδιορίζεται, με σαφήνεια, η ενέργεια, χάριν τις οποίες έλαβε χώρα η δωροδοκία. Έτι, διευκρινίζεται, ότι η πραγματοποίηση της ανωτέρω χειρουργικής επέμβασης, η οποία είχε προγραμματιστεί να γίνει, κατά την 03/10/2017, στο προεκτιθέμενο δημόσιο νοσοκομείο, αναγόταν στις υπηρεσιακές υποχρεώσεις του ίδιου, ως ιατρού του εν λόγω νοσοκομείου και περιλαμβάνεται στον κύκλο των αρμοδιοτήτων και των καθηκόντων του ως ιατρού- ορθοπεδικού - διευθυντή που υπηρετούσε στη Β χειρουργική ορθοπεδική κλινική του Γενικού Νοσοκομείου Αττικής "Κ.Α.Τ.".

Περαιτέρω περιγράφεται αναλυτικά ο τρόπος με τον οποίο έδρασε ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων αφενός μεν ζητώντας ο ίδιος από την Ι. Π., το χρηματικό ποσό των χιλίων (1.000) ευρώ, προκειμένου να πραγματοποιήσει χειρουργική επέμβαση ισχίου στο σύζυγο αυτής Ι. Π., και αφετέρου λαμβάνοντας από την Ι. Π., το χρηματικό ποσό των 500 ευρώ ως προκαταβολή του αιτούμενου ποσού, χωρίς να υφίσταται προς τούτο νόμιμη υποχρέωση, με την παραλαβή ενός κλειστού επιστολικού φακέλου εντός του οποίου ήταν τοποθετημένα τα υπ' αριθμόν, ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ...

και ... χαρτονομίσματα των 50 ευρώ έκαστο, τα οποία προηγουμένως είχαν προσημειωθεί από τους προανακριτικούς υπαλλήλους της διεύθυνσης εσωτερικών υποθέσεων της ελληνικής αστυνομίας και θέτοντας τον ανωτέρω επιστολικό φάκελο, με το περιεχόμενό του, στη δεξιά τσέπη του παντελονιού του, όπου και εν συνεχεία, ανευρέθη, κατά τη διάρκεια έρευνας, στην οποία υποβλήθηκε από αναμένοντες και επιληφθέντες αστυνομικούς.

Στο σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως διευκρινίζεται, ότι, παρότι, κατά τα αποδειχθέντα, ο κατηγορούμενος και ήδη, αναιρεσείων δεν επρόκειτο να διενεργήσει ο ίδιος τη χειρουργική επέμβαση στον Ι. Π., αφού επρόκειτο να απουσιάσει από την υπηρεσία του επί δίμηνο, καθόσον του είχε εγκριθεί άδεια του, προοπτική, για την οποία είχε ενημερώσει την Ι.

Π. λέγοντάς της ότι ο ίδιος θα "κανόνιζε" την επέμβαση να διενεργήσει ο συνάδελφός του Α. Μ., ο οποίος, όμως, όπως αποδείχθηκε, δεν γνώριζε, ούτε είχε ποτέ εξετάσει τον Ι. Π., ως ασθενή, ώστε να γνωρίζει, εάν αυτός έπρεπε να υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση, στο ισχίο, εν τούτοις, με την προτροπή, προς την Ι. Π., να δώσει σ αυτόν, τα χρήματα και αυτός θα "κανόνιζε" το ζήτημα της διενέργειας της χειρουργικής επέμβασης στο σύζυγό της, έλαβε το ανωτέρω χρηματικό ποσό, ως αθέμιτο ωφέλημα και το έθεσε στη δεξιά τσέπη του παντελονιού του, όπου, τελικά, κατά τα προαναφερόμενα, αυτό βρέθηκε και κατασχέθηκε.

Στην προσβαλλόμενη απόφαση, αιτιολογείται επαρκώς ο δόλος του αναιρεσείοντος, αφού προσδιορίζεται η γνώση και η θέληση αυτού, να ζητήσει και να λάβει, για λογαριασμό του, το ως άνω ποσό, το οποίο δεν εδικαιούτο, για μελλοντική του ενέργεια που αναγόταν στα καθήκοντά του και δη για την εκ μέρους του διενέργεια χειρουργικής επέμβασης ισχίου, στον Ι.

Π. Κατά δε τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, η συμπεριφορά του κατηγορούμενου χαρακτηρίζεται ως "αδίστακτη". VII. Επομένως η από τις διατάξεις του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχείο Δ' και Ε' του ΚΠΔ προβαλλόμενοι πρώτος και δεύτερος λόγοι της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, ως προς την επί της ενοχής κρίση του δικαστηρίου σε σχέση με την στοιχειοθέτηση της πράξης της δωροληψίας υπαλλήλου (άρθρα άρθρα 1, 13 στοιχ.

α', 26 παρ. 1α, 27, 235 παρ. 1 εδ. α' του ισχύοντος ΠΚ) είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Κατόπιν των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 578 παρ.1 ΚΠΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 115 του Ν. 5090/2024), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22.11.2023 (αριθμ. πρωτ. 8674/24-11-2023) ασκηθείσα αίτηση αναίρεσης του Γ. Ρ. του Κ. κατά της υπ' αρ. 4582/2023 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των οκτακοσίων (800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Ιουλίου 2024.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Αυγούστου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ