Legislator Case Law & Legislation
1037/2022 AI generated

Supreme Court dismisses State's appeal and intervention regarding inadmissible ownership claim.

Case Number 1037/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal and additional intervention against the Third Instance Court's decision. The State argued that the lower court failed to consider a claim of ownership, but the Court found this argument inadmissible because the State did not formally propose the claim as an appeal reason. Consequently, the Court ruled that no grounds for review existed and ordered the State to bear the litigation costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 80 and 81 of the Code of Civil Procedure; The additional intervention is admissible before the Supreme Court, but a claim of ownership must be formally proposed as a specific appeal reason to be considered by the reviewing court.

Keywords

AI generated
additional intervention ownership claim admissibility of appeal litigation costs formal proposal review of judgment State liability

Cited Legislation

AI generated
Article 80 of the Code of Civil Procedure
Article 81 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 573 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 22 paragraph 1 of Law 3693/1957
Article 52 number 18 of the Entry into Force of the Code of Civil Procedure
Article 5 paragraph 12 of Law 1738/1987
Decision 134423/1992 of the Ministry of Finance and Justice

Cited Case Law

AI generated
Decision 314/2012 of the Plurality Court of Patras
Decision 438/2014 of the Plurality Court of Patras
Decision 145/2019 of the Plurality Court of Patras
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1037 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1037/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη, Μαρία Κουφούδη-Εισηγήτρια, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 17 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος - υπέρ ου η πρόσθετη παρέμβαση: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σπυριδούλα Ραυτοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου - καθ' ου η πρόσθετη παρέμβαση: Α. Λ. του Π., κατοίκου ... Πατρών, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Ανδρονόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Του προσθέτως παρεμβαίνοντος: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΝΕΟΛΑΙΑΣ ΚΑΙ ΔΙΑ ΒΙΟΥ ΜΑΘΗΣΗΣ" (Ι.ΝΕ.ΔΙ.ΒΙ.Μ./ΝΠΙΔ, πρώην "ΕΘΝΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ ΝΕΟΤΗΤΑΣ" Ε.Ι.Ν./ΝΠΙΔ), που εδρεύει στην Αθήνα, οδός Αχαρνών, αρ. 417 και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Κατσαρό και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-6-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 16-11-2010 πρόσθετη υπέρ του εναγόμενου, Ελληνικού Δημοσίου, παρέμβαση του ήδη προσθέτως παρεμβαίνοντος, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 314/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 438/2014 μη οριστική, 145/2019 του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 16-3-2020 αίτησή του και το προσθέτως παρεμβαίνον με την από 15-9-2021 πρόσθετη παρέμβασή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του προσθέτως παρεμβαίνοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 80 Κ.Πολ.Δ., αν σε δίκη που εκκρεμεί μεταξύ άλλων, τρίτος έχει έννομο συμφέρον να νικήσει κάποιος διάδικος, έχει δικαίωμα, μέχρι την έκδοση αμετάκλητης αποφάσεως, να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση για να υποστηρίξει τον διάδικο αυτόν, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 81 παρ.1 του ίδιου Κώδικα η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή και κοινοποιείται σε όλους τους διαδίκους.

Από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 80 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να ασκηθεί και ενώπιον του Αρείου Πάγου. Το ότι στη διάταξη του άρθρου 573 παρ.1 ΚΠολΔ, στην οποία απαριθμούνται οι εφαρμοζόμενες και στην αναιρετική διαδικασία άλλες (πλην αυτών του κεφαλαίου περί αναιρέσεως) διατάξεις του ΚΠολΔ, δεν μνημονεύεται και το άρθρο 80 ΚΠολΔ, δεν αποτελεί επιχείρημα υπέρ της αντιθέτου απόψεως, διότι οι διατάξεις του πρώτου βιβλίου του ΚΠολΔ, στο οποίο περιλαμβάνεται και το άρθρο 80, εφαρμόζεται σε όλες τις διαδικασίες, συμπεριλαμβανομένης και της διαδικασίας ενώπιον του Αρείου Πάγου (Ολ ΑΠ 1/1996, ΑΠ 1227/2019, ΑΠ 1736/2017).

Ενώπιον του Αρείου Πάγου εκκρεμούν : α) η από 16-3-2020 αίτηση αναιρέσεως κατά της 145/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών και β) η από 15-9-2021 πρόσθετη υπέρ του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου παρέμβαση του ν.π.ι.δ. με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΝΕΟΛΑΙΑΣ ΚΑΙ ΔΙΑ ΒΙΟΥ ΜΑΘΗΣΗΣ", πρώην "Εθνικό Ίδρυμα Νεότητας", το οποίο ζητεί να γίνει δεκτή η αναίρεση, επικαλούμενο έννομο συμφέρον, καθόσον στα πλαίσια της δίκης αυτής το επίδικο ακίνητο παραχωρήθηκε σ'αυτό κατά χρήση από το υπερού η πρόσθετη παρέμβαση.

Τα δύο αυτά δικόγραφα πρέπει να ενωθούν και να συνεκδικαστούν, λόγω της σχέσης κυρίου και παρεπομένου και της προφανούς συνάφειας που υπάρχει μεταξύ τους, αλλά και της αποφυγής εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση (άρθρα 573 παρ.1 ΚΠολΔ).

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Περαιτέρω και η πρόσθετη παρέμβαση είναι παραδεκτή, εφόσον ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, με ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του δικαστηρίου τούτου και επιδόθηκε στους διαδίκους (βλ.

τις 1009Β/17-9-2021 και 11866Β/17-9-2021 εκθέσεις επιδόσεως των Δικαστικών Επιμελητών του Πρωτοδικείου Πάτρας Γιώργου Σταύρου και του Εφετείου Αθηνών Δήμητρας Καράμπελα). Η διαδικαστική πορεία της υποθέσεως, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, έχει, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, ως εξής:

Με την ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών από 30-6-2008 αγωγή του κατά του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, ο αναιρεσίβλητος εξέθετε ότι είναι κύριος με πρωτότυπο και παράγωγο τρόπο κτήσεως του περιγραφομένου ακινήτου, το οποίο νέμεται παράνομα και χωρίς τη θέλησή του το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο και ζητούσε να υποχρεωθεί αυτό και κάθε τρίτος που έλκει από αυτό έννομο συμφέρον να του αποδώσει το ακίνητο.

Στη παραπάνω δίκη παρενέβη το ν.π.ι.δ. με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ ΝΕΟΤΗΤΑΣ", υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο επικαλούμενο έννομο συμφέρον, ζητούσε την απόρριψη της αγωγής. Η ως άνω αγωγή και πρόσθετη παρέμβαση συνεκδικάστηκαν αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία και με την 314/2012 απόφασή του το Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών έκανε δεκτή την αγωγή ως βάσιμη κατ ουσίαν, αναγνώρισε τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο κύριο του επιδίκου ακινήτου και διέταξε το εναγόμενο και κάθε τρίτο που έλκει δικαίωμα από αυτό να αποδώσει το ακίνητο στον ενάγοντα και απέρριψε και την πρόσθετη παρέμβαση.

Το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο άσκησε ενώπιον του Εφετείου Πατρών την από 3-10-2012 έφεσή του και το ν.π.ι.δ. με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΝΕΟΛΑΙΑΣ ΚΑΙ ΔΙΑ ΒΙΟΥ ΜΑΘΗΣΗΣ", καθολικό διάδοχο του ν.π.ι.δ. με την επωνυμία "Εθνικό Ίδρυμα Νεότητος", άσκησε την από 9-10-2018 πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του εκκαλούντος. Το Τριμελές Εφετείο Πατρών, αφού συνεκδίκασε την έφεση και την πρόσθετη παρέμβαση, με την υπ'αριθ. 145/2019 απόφασή του δέχθηκε τυπικά και κατ'ουσίαν την έφεση και την πρόσθετη παρέμβαση μόνο ως προς το κεφάλαιο που αφορούσε την εκκαθάριση των δικαστικών εξόδων και εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση ως προς το παραπάνω κεφάλαιο, ως προς το οποίο κράτησε και δίκασε την υπόθεση, ενώ κατά τα λοιπά επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.) της 145/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών προκύπτει ότι τούτο δέχθηκε μετ'ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων τ' ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 27.12.1994 απεβίωσε στην Πάτρα ο Γ. Σ., του Β., ιατρός, κάτοικος στη ζωή Πατρών, που ήταν κύριος, νομέας και κάτοχος ενός ακινήτου, εμβαδού κατά τον τίτλο κτήσης 1.998,91 τ.μ., κατά το κτηματολόγιο 2,027 τ.μ., κατά, δε, νεώτερη εμβαδομέτρηση 2.000,74 τ.μ., μετά της επ' αυτού ημιτελούς οικοδομής, αποτελούμενης από υπόγειο 625,09 τ.μ., ισόγειο 625,09 τ.μ.

και α' όροφο 315 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "…." στην Πάτρα. Το άνω ακίνητο, το οποίο φέρει ... 0302011/0/0, συνορεύει ανατολικά με όριο απαλλοτρίωσης Ο.Σ.Ε., δυτικά με οδό ……, της οποίας φέρει τον αρ. ….., βόρεια με ιδιοκτησίες Α. Τ., Α. Γ., Μ., Π. Σ., Α. Μ., Γ. Ρ., Α. Μ., Κ. και κληρονόμων Χ. Μ. και νότια με ιδιοκτησία αδελφών Κ..

Ο θανών το είχε αποκτήσει, λόγω αγοράς, από την αδελφή του, Β. Σ., δυνάμει του ... συμβολαίου, του συμ/φου Πατρών, Αγγέλου Ζωγράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πατρών, στον τ. 2062 και με αρ. 433. Η Β. θυγ. Β. και Λ. Σ. είχε καταστεί κυρία του ως άνω ακινήτου: α) κατά ποσοστό 12/64 αδιαιρέτως εκ κληρονομιάς εξ αδιαθέτου του κατά την 21.7.1943 αποβιώσαντος, χωρίς διαθήκη, πατρός της, Β.

Π. Σ., -ίδετε προσαγόμενο υπ' αριθ. 17500/5.7.2007 απόσπασμα της υπ' αριθ. 679/1943 Α.Π.Θ. του Ληξιάρχου Δήμου Πατρέων, στην κληρονομιά του οποίου υπεισήλθε και αναμείχθηκε κατά το άνω ποσοστό αδιαιρέτως αποδεχθείσα αυτήν, β) κατά ποσοστό 3/64 αδιαιρέτως ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος του αδελφού της, Θ. Β. Σ., που πέθανε χωρίς διαθήκη την 7.5.1947, την κληρονομιά του οποίου αποδέχθηκε με την προσαγόμενη υπ' αριθ. 12696/1974 πράξη της συμβ/φου Πατρών, Ανδριανής Ανδρικοπούλου, που μεταγράφηκε έκτοτε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθ/κείου Πατρών στον τόμο 1020 και στον αριθμό 205690.

Με την από 15.9.1994 ιδιόγραφη διαθήκη του, η οποία δημοσιεύθηκε νόμιμα με τα 328/10.11.1995 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών και κηρύχθηκε κυρία με την 745/1995 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, ο ως άνω διαθέτης, Γ. Σ., του Β., όρισε τα εξής: "Αφήνω γενικό και μοναδικό κληρονόμο μου την αδελφή μου Β. Σ. του Βασιλείου, εκτός από δύο ακίνητα στις Ιτιές Πατρών, από τα οποία το ένα, στην οδό …..

αρ. 104 το αφήνω στο Δήμο Πατρών για να το κάνει γηροκομείο και το άλλο, στην οδό ….αρ. 113 το αφήνω στο Ελληνικό Δημόσιο να το κάνει κοινωφελές έργον ή φοιτητική εστία, με τον όρο ότι και τα δύο ακίνητα θα φέρουν το όνομά μου και ότι η λειτουργία τους θα ξεκινήσει το αργότερο δύο χρόνια μετά τον θάνατό μου. Αν δεν γίνει αυτό να περιέρχονται και αυτά στην αδελφή μου Β.

Σ.. Εκτελεστή διαθήκης ορίζω την ανεψιά μου Ε. Χ. Ρ.". Ήδη, από το έτος 1995, η οριζόμενη εκτελεστής διαθήκης, Ε. Ρ., αποποιήθηκε με την 19/1995 δήλωσή της ενώπιον του Γραμματέα Πρωτοδικών Πατρών, το έργο της. Από την γραμματική διατύπωση του περιεχομένου της ανωτέρω διαθήκης αποδεικνύεται πέραν πάσης αμφιβολίας ότι η θέληση του διαθέτη ήταν να συστήσει κληροδοσία υπέρ κοινωφελούς σκοπού στο δεύτερο από τα ανωτέρω ακίνητα, υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, υπό διπλή διαλυτική αίρεση, αφενός της λειτουργίας εντός δύο ετών του κοινωφελούς έργου ή της φοιτητικής εστίας και αφετέρου του να φέρει το έργο ή η φοιτητική εστία το όνομα του διαθέτη.

Ότι οι ανωτέρω όροι τέθηκαν από το διαθέτη ως διαλυτικές αιρέσεις και όχι ως απλή ευχή, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν το εναγόμενο και το προσθέτως παρεμβαίνον, προκύπτει με σαφήνεια από το ίδιο το κείμενο της διαθήκης, στην οποία ρητά όρισε ο διαθέτης και τις συνέπειες στην περίπτωση που δεν τηρηθούν οι ανωτέρω όροι, ήτοι να περιέρχεται το ανωτέρω ακίνητο στην αδελφή του (γενική και μοναδική κληρονόμο του).

Αν ο διαθέτης διατύπωνε απλώς μια ευχή, όπως εσφαλμένα ισχυρίζεται το εναγόμενο, δεν θα υπήρχε λόγος να διατυπώσει ο διαθέτης ρητά ότι: "..Αν δεν γίνει αυτό να περιέρχονται και αυτά στην αδελφή μου Β. Σ.", δηλαδή να διευκρινίσει ότι η κυριότητα του ακινήτου θα περιέρχεται στην αδελφή του (την άποψη αυτή δέχθηκαν και οι υπ' αριθμ. 298/2017 και 304/2017 αποφάσεις του Αρείου Πάγου που αφορούν το έτερο ακίνητο του διαθέτη που άφησε στον Δήμο Πατρέων για κοινωφελή σκοπό).

Περαιτέρω, είναι σαφές ότι η θέληση του διαθέτη ήταν να συστήσει την ανωτέρω κληροδοσία και να λάβει το εναγόμενο στην ιδιοκτησία του το ανωτέρω ακίνητο, προκειμένου να πραγματοποιήσει το εν λόγω κοινωφελές έργο και όχι να είναι στην πραγματικότητα αδύνατη η κληροδοσία αυτή. Επομένως, αναφέροντας ότι πρέπει να λειτουργήσει εντός διετίας, εννοούσε στην πραγματικότητα (άρθρο 173 ΑΚ), ότι ήθελε να κινηθούν οι διαδικασίες και να ολοκληρωθεί η κατασκευή του έργου, που ούτως ή άλλως ήταν ήδη κατασκευασμένο κατά ποσοστό 45% περίπου, όπως θα αναφερθεί κατωτέρω, εντός διετίας όχι από το θάνατό του, αλλά από τη γνώση και αποδοχή της ανωτέρω κληροδοσίας από το Ελληνικό Δημόσιο.

Πράγματι το τελευταίο, το οποίο έλαβε γνώση της άνω διαθήκης με τα 76, 77 και 78/4.12.1995 έγγραφα του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Πατρών, αποδέχθηκε την κληροδοσία αυτή δυνάμει της υπ' αριθμ. 1123201/3799/Α0011/2.12.1996 πράξης του Υπουργού Οικονομικών, νομίμως δημοσιευθείσης στο ΦΕΚ 33/3-12-1996, η δε η ως άνω πράξη αποδοχής κληρονομιάς μεταγράφηκε την 17.3.1997 στα οικεία βιβλία του υποθηκοφυλακείου Πατρών, στον τόμο 2189 και με α.α. 47 (βλ.

το από 17.3.1997 πιστοποιητικό του Υποθηκοφυλακείου Πατρών). Στη συνέχεια δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ 100/14.2.1997) το από 5.2.1997 Προεδρικό Διάταγμα, δυνάμει του οποίου υπήχθη στην άμεση διαχείριση του Υπουργείου Οικονομικών η υπέρ του Δημοσίου και για την εκτέλεση κοινωφελούς σκοπού κληρονομιά του Γ.

Β. Σ., ενώ το εν λόγω ακίνητο καταγράφηκε την 8.9.1997 στα οικεία Βιβλία Καταγραφής Δημοσίων Κτημάτων, έλαβε αύξοντα αριθμό δημοσίου κτήματος ΒΚ 1039 και δηλώθηκε στο Εθνικό Κτηματολόγιο από την Κτηματική Υπηρεσία. Επομένως, κατά την κρίση αυτού του δικαστηρίου η διετής διαλυτική προθεσμία που όρισε ο διαθέτης αρχίζει από την παραπάνω ημερομηνία [3.12.1996], ήτοι αποδοχής της κληροδοσίας και δημοσίευσης της αποδοχής στο ΦΕΚ, αφού από την ανωτέρω ημερομηνία το εναγόμενο, ως κληροδόχος στο οποίο περιήλθε η κυριότητα του ανωτέρω ακινήτου, είχε τη δυνατότητα να προβεί σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες για την κατασκευή του κοινωφελούς έργου.

Επειδή, όμως, για την πραγματοποίηση της θέλησης του διαθέτη, ήτοι την ίδρυση φοιτητικής εστίας στην Πάτρα, αποκλειστικά αρμόδιο είναι το στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο προσθέτως παρεμβαίνον και ήδη προς ον η κοινοποίηση της έφεσης ν.π.ι.δ., με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ ΝΕΟΤΗΤΑΣ", ήδη προσθέτως παρεμβαίνον [στον β' βαθμό δικαιοδοσίας] ν.π.ι.δ., με την επωνυμία "Ίδρυμα Νεολαίας και Διά Βίου Μάθησης", που εδρεύει στην Αθήνα, ως καθολικός διάδοχος, κατόπιν συγχώνευσης με απορρόφηση του νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ ΝΕΟΤΗΤΑΣ", νομίμως εκπροσωπούμενου, το οποίο είναι κρατικός φορέας εποπτευόμενος από το Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων και έχει την αποκλειστική ευθύνη σίτισης και στέγασης των φοιτητών του Πανεπιστημίου Πατρών, το εναγόμενο δεν ήταν δυνατόν να πραγματοποιήσει τη θέληση του διαθέτη χωρίς τη συναίνεση του προσθέτως παρεμβαίνοντος.

Για το λόγο αυτό απηύθυνε σχετικό ερώτημα προς το τότε "ΕΘΝΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ ΝΕΟΤΗΤΑΣ" (εφεξής ΕΙΝ), το οποίο, στις 29.6.997, απαντώντας γνωστοποίησε στην Κτηματική Υπηρεσία Περιφερειακής Διεύθυνσης Αχαΐας ότι ενδιαφέρεται για την αποδοχή της ανωτέρω κληρονομιάς, σύμφωνα με τους όρους της διαθήκης και κάλεσε την αρμόδια υπηρεσία να προβεί στις ενδεδειγμένες ενέργειες για την παραχώρηση του κτηρίου, προκειμένου να προχωρήσουν οι σχετικές διαδικασίες κατασκευής Φοιτητικής Εστίας, σύμφωνα με τη θέληση του διαθέτη (βλ.

το υπ'αριθ. πρωτ. 032/13/567 έγγραφο). Στη συνέχεια η Διεύθυνση Εθνικών Κληροδοτημάτων ενημέρωσε αρμοδίως με το 1092179/3184/ Β0011/10.9.1997 έγγραφό της, το προσθέτως παρεμβαίνον για την κληρονομιά αυτή. Την 22.9.1997, ο Προϊστάμενος της Φ.Ε.Π. ως αρμόδιος κατά τόπον προϊστάμενος, απηύθυνε έγγραφο στο Γενικό Διευθυντή του προσθέτως παρεμβαίνοντος, με το οποίο τον ενημέρωσε ότι:

α) το κτήριο που βρίσκεται μέσα στο κληρονομιαίο ακίνητο κρίνεται από τους μηχανικούς της Φ.Ε.Π., Α. και Κ., σε άριστη κατάσταση, έχει ήδη κατασκευαστεί από οπλισμένο σκυρόδεμα το υπόγειο, το ισόγειο, εμβαδού 645,84 τ.μ. ο κάθε όροφος και ο 1ος όροφος εμβαδού 345τ.μ., η αποπεράτωση του οποίου είναι επιτρεπτή, β) μπορεί να διαθέτει το άνω κτήριο 80 περίπου κρεβάτια σε διαμερίσματα των τριών μονόκλινων δωματίων με κοινή ανά διαμέρισμα τουαλέτα και κουζίνα, που κρίνεται ιδιαίτερα λειτουργικός τρόπος μία σύγχρονης φοιτητικής εστίας και γ) το κόστος κατασκευής ανέρχεται συνολικά σε 200.000.000 δρχ.

και είναι κατά πολύ οικονομικότερο από μία νέα αντίστοιχη κατασκευή, αφού έχει ήδη κατασκευασθεί το σημαντικότερο μέρος, εκτός της αξίας του οικοπέδου, το οποίο θα πρέπει να σημειωθεί ότι ευρίσκεται σε περιοχή μεγάλης αξίας. Για τους λόγους δε αυτούς πρότεινε την εκδήλωση σχετικού ενδιαφέροντος. Κατόπιν τούτων, το προσθέτως παρεμβαίνον, με την 14704/634/28.01.1998 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του αποδέχθηκε το ανωτέρω κληροδότημα, με σκοπό τη δημιουργία φοιτητικής εστίας και πολυλειτουργικών χώρων (αίθουσες συνεδρίων, αμφιθέατρα κτλ) και η Διεύθυνση Εθνικών Κληροδοτημάτων του Υπουργείου Οικονομικών, με το από 29.6.1998 έγγραφό της προς το Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, αφού το ενημέρωσε για την πορεία της υπόθεσης, ζήτησε να εκδοθεί, όπως απαιτείται κατά νόμο, κοινή υπουργική απόφαση, για την παραχώρηση της χρήσης επ' αόριστον στο προσθέτως παρεμβαίνον.

Με την από 15.06.2000 αίτησή του προς το αρμόδιο για τη διαχείριση των ως άνω κληρονομιών δικαστήριο, ήτοι το Εφετείο Αθηνών, το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο ζήτησε να βεβαιωθεί ότι η θέληση του διαθέτη αξιοποιείται επωφελέστερα με την παραχώρηση από το εναγόμενο (αιτούν) του ανωτέρω ακινήτου κατά χρήση επ' αόριστον στο προσθέτως παρεμβαίνον.

Το Εφετείο Αθηνών, με την υπ' αριθμ. 9919/4.12.2000 απόφασή του δέχθηκε την αίτηση και βεβαίωσε ότι η θέληση του διαθέτη αξιοποιείται επωφελέστερα με την από το εναγόμενο (αιτούν) επ' αόριστο χρόνο παραχώρηση της χρήσης του ανωτέρω ακινήτου στο προσθέτως παρεμβαίνον, με τον όρο να χρησιμοποιηθεί τούτο για την κατασκευή, ίδρυση, οργάνωση και λειτουργία σύγχρονης φοιτητικής εστίας, η οποία θα φέρει το όνομα του διαθέτη.

Όπως προκύπτει, μάλιστα, από την ως άνω απόφαση του Εφετείου Αθηνών (3ο φύλλο, β' σελ.) το εναγόμενο είχε ήδη εγκρίνει και ψηφίσει προϋπολογισμό 200.000.000 δρχ για να εκτελέσει το έργο ανέγερσης και λειτουργίας φοιτητικής εστίας, το οποίο όμως όχι μόνον ποτέ δεν λειτούργησε, αλλά ούτε καν ξεκίνησε οποιαδήποτε εργασία προς τον σκοπό αυτό, καίτοι παρήλθαν μέχρι την συζήτηση της αγωγής 17 έτη από τον θάνατο του διαθέτη.

Στο σημείο αυτό πρέπει να λεχθεί ότι από την διάταξη του άρθρου 825 ΚΠολΔ, που αντικατέστησε το άρθρο 5 του α.ν. 2039/1939 και 6 ορίζει ότι: "Κάθε αμφιβολία ή αμφισβήτηση για την ερμηνεία διαθήκης ή άλλης πράξης με την οποία διαθέτονται περιουσιακά στοιχεία με κληρονομιά, κληροδοσία ή δωρεά υπέρ του κράτους ή κοινωφελών σκοπών, εφόσον αναφέρεται στον τρόπο της εκκαθάρισης και γενικά της διαχείρισης και της εκτέλεσης της περιουσίας, που έχει διατεθεί για το κράτος ή για κοινωφελή σκοπό υπάγεται στην αποκλειστική, αρμοδιότητα του Εφετείου Αθηνών", προκύπτει σαφώς, ότι το Εφετείο Αθηνών είναι αποκλειστικά αρμόδιο για την ερμηνεία της αναφερόμενης σ' αυτήν τη διάταξη διαθήκης, μόνο στην περίπτωση που προκύπτει αμφιβολία ή αμφισβήτηση για ζητήματα, σχετιζόμενα με τον τρόπο εκκαθαρίσεως, διαθέσεως, εκποιήσεως, εισπράξεως και εξοφλήσεως χρεών και εν γένει διαχειρίσεως της ως άνω περιουσίας και εκτελέσεως του σκοπού για τον οποίο καταλείφθηκε.

Δεν προκύπτει, όμως, αρμοδιότητα αυτού του Εφετείου για την επίλυση αμφιβολίας ή αμφισβητήσεως, που προκύπτει από το κείμενο της πράξεως διαθέσεως και αφορά την ύπαρξη, το περιεχόμενο ή την έκταση του καταλειφθέντος δικαιώματος, γιατί σ' αυτήν την περίπτωση, κατ' ανάγκη, κρίνεται το δικαίωμα τρίτων και ειδικότερα των εξ αδιαθέτου κληρονόμων ή συγκληρονομίαν ή οφειλετών, στους οποίους θα περιέλθει, με την ενδεχόμενη, υπέρ αυτών, ερμηνεία, το δικαίωμα....

Επομένως, στην ένδικη αγωγή, ενόψει του ότι αφορά διαφορά ως προς το κληρονομικό δικαίωμα, που δεν υπάγεται κατά το άρθρο 825 ΚΠολΔ στο Εφετείο Αθηνών... ή το δικαίωμα κληροδοσίας, το οποίο επίσης δεν υπάγεται σ' αυτό... και όχι διαφορά ως προς τον τρόπο διαχειρίσεως ή εκκαθαρίσεως της καταλειφθείσης περιουσίας υπέρ κοινωφελούς σκοπού ή εκτελέσεως του σκοπού της, δεν έχει αρμοδιότητα, ακόμη και εάν είναι αναγκαίο, παρεμπιπτόντως, να ερμηνευθεί η διαθήκη υπέρ κοινωφελούς σκοπού...

Περαιτέρω και ενώ πλέον μπορούσε νόμιμα το προσθέτως παρεμβαίνον να προχωρήσει στην ολοκλήρωση της κατασκευής και στην λειτουργία της φοιτητικής εστίας, δεν προέβη σε καμία σχετική ενέργεια, παρά μόνο έξι μήνες αργότερα, τον Ιούνιο του 2001, οπότε και έστειλε ένα έγγραφο, με το οποίο ενημέρωνε ότι πρέπει να απομακρυνθεί η επιγραφή "ΕΝΟΙΚΙΑΖΕΤΑΙ", που υπήρχε στο ως άνω ακίνητο και να τοποθετηθεί νέα, στην οποία θα αναγράφεται "ΕΘΝΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ ΝΕΟΤΗΤΑΣ" και ο αριθμός της ανωτέρω εφετειακής απόφασης (βλ.

το από 15.6.2001 έγγραφο). Αλλά και η Κ.Υ.Α. "περί καθορισμού των ειδικότερων όρων και λεπτομερειών επωφελέστερης διάθεσης περιουσίας κληροδοτήματος Γ. Σ." εκδόθηκε στις 27.2.2003, ήτοι πλέον των δύο ετών από τη δημοσίευση της απόφασης του Εφετείου Αθηνών και 56 μήνες αφότου το Υπουργείο Οικονομικών είχε ζητήσει για πρώτη φορά την έκδοση της σχετικής Κ.Υ.Α..

Και μετά την έκδοση της Κ.Υ.Α., όμως, καμία ενέργεια δεν έγινε προς επίτευξη του σκοπού της κληροδοσίας. Τελικά στις 4.8.2006, ήτοι πλέον των 5,5 χρόνων από την απόφαση του Εφετείου Αθηνών και περίπου 10 ετών από την αποδοχή της άνω κληροδοσίας, με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών εντάχθηκε το εν λόγω έργο στο πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων 2006, συνολικού προϋπολογισμού 528.246,51 ευρώ, πλην, όμως, έκτοτε και μέχρι και τη συζήτηση της ένδικης έφεσης καμμία άλλη ενέργεια δεν έγινε, με αποτέλεσμα η οικοδομή να βρίσκεται σήμερα, ήτοι μετά την παρέλευση περίπου 18 ετών από τον θάνατο του διαθέτη, στην ίδια ακριβώς κατάσταση που βρισκόταν κατά τον χρόνο του θανάτου του.

Να σημειωθεί ότι το γεγονός αυτό επιβεβαίωσε και ο μάρτυρας ανταπόδειξης, ο οποίος επικαλέστηκε για την προφανή αυτή καθυστέρηση τη γνωστή σε όλους γραφειοκρατία που επικρατεί στο Ελληνικό Δημόσιο. Αλλά και το εναγόμενο και το προσθέτως παρεμβαίνον δεν το αμφισβητούν, απλώς περιορίστηκαν να εκθέσουν ότι νέμονται το ανωτέρω ακίνητο.

Επιπρόσθετα πρέπει να σημειωθεί ότι επί 18 έτη το εναγόμενο και το προσθέτως παρεμβαίνον αμέλησαν ακόμη και να τοποθετήσουν πινακίδα με το όνομα του διαθέτη και έτσι έχει πληρωθεί και η δεύτερη διαλυτική αίρεση. Και αν για την μη κατασκευή του έργου επικαλούνται την γραφειοκρατία και την οικονομική δυσπραγία, για τη μη τοποθέτηση της πινακίδας είναι πασιφανές ότι δεν υπάρχει κανένας λόγος που να δικαιολογεί την παραπάνω παράβαση του όρου της διαθήκης.

Από τα ανωτέρω εκτιθέμενα καθίσταται σαφές ότι το Δεκέμβριο του 1998 συμπληρώθηκε η διετία από την αποδοχή εκ μέρους του εναγομένου της ένδικης κληροδοσίας. Επομένως, δεδομένου ότι εντός της διετίας όχι απλώς δεν λειτούργησε κοινωφελές ίδρυμα ή φοιτητική εστία αλλά ούτε καν έγινε οποιαδήποτε εργασία προς ολοκλήρωση του έργου, που ήταν ήδη κατά 45% κατασκευασμένο, πληρώθηκε ο διαλυτικός όρος της διαθήκης και συνεπώς η ως άνω κληροδοσία περιήλθε αυτοδίκαια, σύμφωνα με τα ανωτέρω στη μείζονα σκέψη της παρούσας λεχθέντα, στην αποβιώσασα, γενική κληρονόμο του διαθέτη, Β.

Σ. και δικαιοπάροχο του ενάγοντος. Να σημειωθεί, ως εκ περισσού, ότι ακόμη και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι, λόγω του νομικού καθεστώτος που υπαγόρευε πρώτα την παραχώρηση της χρήσης του ως άνω ακινήτου στο ΕΙΝ ώστε να μπορεί να γίνει το έργο, η ως άνω διαλυτική αίρεση ήταν αδύνατη (γεγονός που δεν μπορεί να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη, καθότι δεν προβλήθηκε σχετικός ισχυρισμός εκ μέρους του εναγόμενου ή του προσθέτως παρεμβαίνοντος) και είχε την έννοια ότι η διετία αρχίζει να τρέχει από τότε που ολοκληρώθηκαν οι νομικές ενέργειες που θα επέτρεπαν την κατασκευή του έργου, και επομένως ότι η ως άνω προθεσμία αρχίζει είτε από τη δημοσίευση της απόφασης του Εφετείου Αθηνών (4.12.2000), είτε από την έκδοση της Κοινής Υπουργικής Απόφασης (27.2.2003), αυτή συμπληρώθηκε τον Δεκέμβριο του έτους 2002 ή τον Φεβρουάριο του έτους 2005, αντίστοιχα, χρονικά σημεία κατά τα οποία και πάλι καμία απολύτως ενέργεια δεν είχε γίνει προς επίτευξη του σκοπού της κληροδοσίας, αφού μέχρι και σήμερα ουδεμία ενέργεια έχει γίνει.

Συνεπώς και σ' αυτήν ακόμη την περίπτωση, το ως άνω ακίνητο περιήλθε αυτοδίκαια στην ανωτέρω γενική κληρονόμο. Είναι σημαντικό ακόμα να λεχθεί ότι υπάρχει πλήρης αδιαφορία και αμέλεια των αρμοδίων Υπηρεσιών του εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου και του παρεμβάντος E.I.N, να ενεργήσουν έγκαιρα για την πραγματοποίηση του σκοπού του κληροδοτήματος και την μη πλήρωση της άνω διπλής διαλυτικής αίρεσης του διαθέτη και σε καμία περίπτωση δεν συντρέχει ανωτέρα βία, ούτε άλλωστε επικαλέσθηκαν τοιαύτην, τόσο το Δημόσιο, όσο και το Ε.Ι.Ν., ούτε με τις πρωτοδίκως υποβληθείσες προτάσεις τους, ούτε και με την έφεσή του το εκκαλούν και την παρέμβασή του το προσθέτως παρεμβαίνον.

Πράγματι το Ελληνικό Δημόσιο δεν επικαλέστηκε ούτε πρόβαλε κανένα λόγο που να δικαιολογεί την όποια αδυναμία ή καθυστέρηση άνευ υπαιτιότητός του για την μη τήρηση των όρων που έθεσε ο διαθέτης (διπλή διαλυτική αίρεση), αλλά από αποκλειστική αδιαφορία και υπαιτιότητα τόσον αυτού όσον και του προς ο παραχώρησε την χρήση, παρήλθε ο χρόνος εντός του οποίου θα έπρεπε να ενεργήσει ώστε να μην ματαιωθεί και να μην πληρωθεί, η διαλυτική αίρεση που έθεσε ο διαθέτης.

Δεν υπάρχει καμία δικαιολογία από το έτος 1996 που το εκκαλούν αποδέχθηκε την άνω κληροδοσία μέχρι και τη συζήτηση της ένδικης αγωγής στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο να μην έχει κάμει καμία ενέργεια προς αποπεράτωση του οικοδομήματος και λειτουργίας του, όταν μάλιστα το 50% ήταν έτοιμο και σε αρίστη κατάσταση κατά τις εκθέσεις των τεχνικών τους, ενός έργου δηλαδή κοινωφελούς, άκρως σημαντικού αφού θα εξυπηρετούσε τις ανάγκες των φοιτητών στην πόλη της Πάτρας, για το οποίο και αδιαφόρησε με αποτέλεσμα την πλήρωση της αίρεσης και την απώλεια του κληροδοτήματος με τις όποιες συνέπειες.

Ο ισχυρισμός, ότι καθάριζαν τον περιβάλλοντα χώρο κάθε χρόνο σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να αποτελέσει εργασία έναρξης ανοικοδόμησης προς εκπλήρωση του σκοπού για τον οποίο ο διαθέτης έταξε το κληροδότημα. Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί ότι το ΕΙΝ δεν άσκησε έφεση κατά της άνω υπ' αριθ. 314/2012 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών, η οποία του επιδόθηκε την 15.06.2012 ως εκ της προσαγόμενης υπ' αριθ. 11097Β/15.06.2012 έκθεσης επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ελένης Δ.

Παγώνη αποδεικνύεται -βλ. το υπ' αριθ. 673/7.10.2014 πιστοποιητικό του Γραμματέα Πρωτ/κών Πατρών. Για την ίδια ως άνω διαθήκη του Γ. Β. Σ. και για όρους αυτής επί ομοίας με την κρινόμενη αγωγής κατά του Δήμου Πατρέων και αντίθετης αγωγής του Δήμου Πατρέων κατά του νυν εναγόμενου, ως προς το κληροδοτηθέν με αυτήν έτερο ακίνητο στο Δήμο Πατρέων, εκδόθηκε η προσαγόμενη υπ' αριθ. 254/2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτ.

Πατρών, η οποία δέχθηκε την αγωγή του νυν ενάγοντος και απέρριψε την αγωγή του Δήμου Πατρέων για το άνω σ' αυτήν κληροδοτηθέν ακίνητο, ως και την ασκηθείσα παρέμβαση του Δημοσίου (δια του Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης Πελοποννήσου - Δυτικής Ελλάδας και Ιονίου), δεχθείσα ότι οι προαναφερόμενοι όροι της ένδικης διαθήκης είναι διαλυτικοί και δεν τηρήθηκαν υπό του κληροδόχου Δήμου Πατρέων.

Κατόπιν εφέσεως του Δήμου Πατρέων και παρεμβάσεως υπέρ τούτου του Δημοσίου (Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης Περιφέρειας Πελ/σου- Δυτ.Ελλάδος- Ιονίου) εκδόθηκε η προσαγόμενη υπ' αριθ. 256/2015 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, η οποία δέχθηκε τα ίδια και απέρριψε την έφεση του Δήμου Πατρέων και την παρέμβαση του Δημοσίου.

Κατόπιν ασκηθεισών αναιρέσεων εκ μέρους του Δήμου Πατρέων και του Δημοσίου κατά της άνω απόφασης αυτού του Δικαστηρίου εκδόθηκαν οι προσαγόμενες υπ' αριθ. 298/2017 και 304/2017 αποφάσεις του Αρείου Πάγου, με τις οποίες κρίθηκε αμετάκλητα ότι οι άνω όροι της άνω διαθήκης ήσαν σαφώς διαλυτικοί όροι (αιρέσεις), δεν χρειάζεται ερμηνεία της διαθήκης και εφόσον δεν τηρήθηκαν εξέπεσε ο Δήμος Πατρέων του κληροδοτήματος.

Επομένως, στην προκειμένη περίπτωση το τιμώμενο, με την άνω διαθήκη του Γ. Β. Σ., Ελληνικό Δημόσιο, παρότι έλαβε γνώση της άνω διαθήκης τούτου από του έτους 1995, όπως από τα άνω αναφερόμενα και προσαγόμενα έγγραφα αποδεικνύεται (υπ' αριθ. 76, 77 και 78 της 4.12.1995 και 2259/24.10.1996 έγγραφα του Γραμματέα Πρωτ/κών Πατρών) και αποδέχθηκε την κληρονομιά τούτου με την υπ'αριθ. 1123201/3799/A0012/2,12.1996 πράξη του Υπουργού των Οικονομικών (ΦΕΚ 33B/1997), εντούτοις δεν τήρησε τους όρους - διαλυτική αίρεση, που έθεσε ο διαθέτης και δεν λειτούργησε ποτέ στο ακίνητο αυτό κοινωφελές ίδρυμα ή φοιτητική εστία, ούτε έθεσε το όνομα του διαθέτη, όχι μόνο εντός διετίας από τον θάνατό του, αλλά ούτε και μέχρι τη συζήτηση της αγωγής, χωρίς να συντρέχει κάποιος λόγος αντικειμενικής αδυναμίας τηρήσεως των άνω όρων της διαθήκης.

Έτσι πληρωθείσης της διπλής διαλυτικής αίρεσης, που έθεσε ο διαθέτης, το καταλειφθέν με την άνω διαθήκη του Γ. Σ. στο Δημόσιο ακίνητο του επί της οδού …. αριθ.113 στην Πάτρα, περιήλθε δυνάμει ρητού όρου της άνω διαθήκης στην αδελφή του, Βασιλική Βασ. Σ., ως καταπιστευματοδόχο, η δε παραχώρηση της χρήσης τούτου υπό του Δημοσίου το 2000 στο Εθνικό Ίδρυμα Νεότητας και ήδη στο προσθέτως παρεμβαίνον, είναι αυτοδικαίως άκυρη, κατά τα άνω εκτεθέντα, ως θίγουσα το δικαίωμα του ωφελουμένου εκ της πληρώσεως της διαλυτικής αιρέσεως (άρθρο 206 ΑΚ).

Ούτω από της πληρώσεως της διαλυτικής αιρέσεως, ήτοι από του τέλους του έτους 1998 η Β. Σ. απέκτησε αυτοδικαίως το επίδικο, ως άνω εκτέθηκε, και ασκούσε την διανοία κυρίου νομή επ' αυτού μέχρι του θανάτου της, επισκεπτομένη τακτικά το επίδικο, προβαίνουσα στον καθαρισμό τούτου, στο κλάδεμα ή την αποκοπή δένδρων κλπ.

Το Δημόσιο ή οποιοσδήποτε επ' ονόμάτι αυτού, ή εξ αυτού έλκων το δικαίωμα, κατείχε το επίδικο, από της πληρώσεως της άνω αιρέσεως, θεωρείται κατέχων αυτό επ' ονόματι της Βασιλικής Σ. και δεν χωρεί αντιποίηση της νομής αυτής πριν ή γνωστοποιήσει σ' αυτήν ο κατέχων ότι αντιποιείται ιδίαν νομήν (άρθρο 982 Α.Κ.), η οποία και ποτέ δεν γνωστοποιήθηκε υπό του Δημοσίου ή του προσθέτως υπέρ αυτού παρεμβάντος "Εθνικού Ιδρύματος Νεότητος" μετά την πλήρωση της άνω αίρεσης, ει μη από του έτους 2007, ότε πρόβαλε δικαιώματα το Δημόσιο δια του παρεμβάντος Εθνικού Ιδρύματος Νεότητος, σύμφωνα και με όσα λέχθηκαν παραπάνω στην οικεία μείζονα σκέψη της παρούσας.

Περαιτέρω, την ως άνω Β. θυγ. Β. Σ., κληρονόμησε ο ενάγων - εφεσίβλητος, με την αναφερομένη στην αγωγή του και προσαγόμενη από 1.7.2005 ιδιόγραφη διαθήκη της, η οποία δημοσιεύθηκε με τα προσαγόμενα υπ'αριθ. 517/2005 πρακτικά του Μον/λούς Πρωτ/κείου Πατρών. Από τον θάνατο επομένως της Βασιλικής Σ. το 2005 ο ενάγων κατέστη νομέας του επιδίκου και έκτοτε ασκούσε τη νομή επ' αυτού, μέχρι της αποβολής του υπό του παρεμβάντος υπέρ του Δημοσίου Ε.Ι.Ν.

το 2007, αποδέχθηκε δε την άνω κληρονομιά αυτής με την προσαγόμενη υπ' αριθ. 5166/2007 πράξη της συμβ/φου Πατρών, Χριστίνας Παπαδάκη, που καταχωρήθηκε νόμιμα στο Κτηματολογικό Γραφείο Πατρών με α.α. 13146/2007. Η από του έτους 1999 διανοία κυρίου νομή της Βασιλικής Σ. επί του επιδίκου αποδεικνύεται από τα εξής έγγραφα που προσάγει και επικαλείται ο ενάγων, ήτοι:

α) από το κτηματολογικό φύλλο του επιδίκου επί της οδού …. 113, από το οποίο προκύπτει ότι το επίδικο έχει καταχωρηθεί στο Εθνικό Κτηματολόγιο ως ιδιοκτησία της Βασιλικής θυγ.Βασιλείου Σ., με ...0302011, σε συνδυασμό και με το κτηματολογικό διάγραμμα του επιδίκου εκ του Κτηματολογίου. Σημειωτέον ότι οι δηλώσεις ιδιοκτησίας για το Κτηματολόγιο στον Δήμο Πατρέων έγιναν το 1999, η δε Β.

Σ. δήλωσε αυτό ως ιδιοκτησία της την 05.10.1999 με Α.Π. Δηλώσεως 83980 (βλ. επικαλούμενο και προσαγόμενο από τον εναγόμενο έντυπο του Κτηματολογίου με τα στοιχεία ακινήτου, ιδιοκτήτριας και δηλώσεως-, πράγμα που υποδηλώνει τη νομή της Βασιλικής Σ. επί του επιδίκου, τουλάχιστον από τον ως άνω χρόνο, το δε δημόσιο δεν δήλωσε δικαιώματα επί του επιδίκου στο Κτηματολόγιο, ούτε αμφισβήτησε καθ' οιονδήποτε τρόπο την καταχώρηση ως ιδιοκτήτριας της Βασιλικής Σ., β) Από τα έντυπα της Εφορίας Ε9 που υπέβαλε η Β.

Σ. για τα έτη, 1999, 2004 και 2005 με την δήλωσή της εισοδήματος, στα οποία περιλαμβάνει το επίδικο, γ) από το αντίγραφο της υπ' αριθ. 4961/6.2.2007 ένορκης βεβαίωσης της μάρτυρος Ε. Τ., ενώπιον της συμβ/φου Πατρών Χριστίνας Δημητρακοπούλου, δ) από το αντίγραφο της υπ'αριθ 4940/18.01.2007 ένορκης βεβαίωσης του μάρτυρα Β. Κ., ενώπιον της ιδίας άνω συμβ/φου, ε) από το αντίγραφο της υπ'αριθ 4942/19.01.2007 ένορκης βεβαίωσης της μάρτυρος Μ.

Σ., ενώπιον της ιδίας άνω συμβ/φου, στ) από το αντίγραφο της υπ'αριθ 40499/16.01.2007 ένορκης βεβαίωσης του μάρτυρος Α. Γ., ενώπιον της συμβ/φου Πατρών Αγγελικής Σακελλάρη, οι οποίες νομίμως λαμβάνονται υπ'όψη για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, καθόσον δεν έγιναν για να χρησιμοποιηθούν σ'αυτή την δίκη αλλά στην δίκη ασφαλιστικών μέτρων νομής με το Ε.Ι.Ν..

Το εναγόμενο ισχυρίστηκε ακόμα ότι η Β. Σ. υπέβαλε δήλωση στην Εφορία και έκανε αποδοχή για την κληρονομιά του αδελφού της και δεν περιέλαβε σ' αυτήν και το επίδικο ακίνητο, ως και το άλλο επί της οδού …. 104, που βάση της άνω διαθήκης περιήρχετο αρχικά στον Δήμο Πατρέων με την ίδια διπλή διαλυτική αίρεση.

Όμως, όπως προκύπτει εκ του προσαγόμενου αντιγράφου της υποβληθείσης από αυτήν υπ'αριθ.269/1996 δηλώσεως φόρου κληρονομιάς, αυτή υποβλήθηκε την 3.5.1996, ως εκ της υπογραφής επ'αυτής του παραλαβόντος αυτήν υπαλλήλου προκύπτει. Επομένως τότε δεν είχε πληρωθεί η αίρεση στην οποία τελούσε η περιέλευση σ' αυτήν του επιδίκου και του άλλου ακινήτου, για τον λόγο αυτό και δεν τα περιέλαβε στην δήλωσή της εκείνη.

Μετέπειτα δεν προέβη σε υποβολή δηλώσεως, επειδή αδυνατούσε να πληρώσει τους φόρους κληρονομιάς, οι οποίοι ήσαν σημαντικοί και επειδή δεν είχε σκοπό να πωλήσει αυτά ή να τα μεταβιβάσει με συμβ/κή πράξη, οπότε αναγκαίως απαιτείτο δήλωση. Γι' αυτόν τον λόγο άλλωστε δεν προέβη και σε συμβ/κή δήλωση αποδοχής κληρονομιάς και μεταγραφής, ήτοι διότι απαιτείτο προηγούμενη δήλωση φόρου κληρονομίας για να συνταχθεί συμβολαιογραφική πράξη αποδοχής κληρονομιάς, η οποία μπορεί να συνταχθεί οποτεδήποτε και από τον κληρονόμο της, όπως και έγιναν τα ως άνω από τον ενάγοντα, ήτοι δήλωση στην εφορία και πληρωμή φόρων για την κληρονομιά της Βασιλικής Σ.

αλλά και για την κληρονομιά του Γ. Σ. από την Β. Σ. και αποδοχή κληρονομιάς και ανατρέχει στον χρόνο θανάτου (βλ, προσαγόμενη υπ'αριθ. 654 από 2.8.2007 δήλωση φόρου της κληρονομιάς Γ. Β. Σ. από την Β. Σ. δια του ενάγοντος, ως υποχρέου κληρονόμου της, με την υπ' αριθ.πρωτ. 16481/2007 βεβαίωση της αρμόδιας Δ.Ο.Υ. ότι επέχει θέση πιστοποιητικού και την από 3.8.2007 δήλωση από τον ενάγοντα της κληρονομιάς της Βασιλικής θυγ.

Βασ. Σ. με την από 3.8.2007 βεβαίωση της Δ.Ο.Υ. Πατρών ότι επέχει θέση πιστοποιητικού. Το γεγονός ότι η Β. Σ. δεν περιέλαβε και το επίδικο ακίνητο, όπως και το κληροδοτηθέν στον Δήμο Πατρέων, στην υπ' αριθ.7685/2.8.1999 αποδοχή κληρονομιάς της συμβ/φου Πατρών Ζωής Παπακωστοπούλου, δεν σημαίνει και ότι η Β. Σ. παραιτήθηκε του υπέρ αυτής συσταθέντος υπό την άνω αίρεση καταπιστεύματος σε βάρος του κληροδόχου Ελληνικού Δημοσίου, σε περίπτωση μη τήρησης των άνω όρων που έθεσε ο άνω διαθέτης, πράγμα άλλωστε που δεν πρόβαλε, ούτε και προβάλλει το εναγόμενο, ούτε και ότι αναγνώριζε ότι αυτό ανήκει στο Δημόσιο.

Πρέπει, ακόμα, να σημειωθεί ότι το εκκαλούν δεν επικαλείται με την έφεσή του αλλά ούτε και με τις πρωτοδίκως υποβληθείσες προτάσεις του κανένα λόγο ανωτέρας βίας, ο οποίος να το παρεμπόδισε στην εμπρόθεσμη εκπλήρωση του σκοπού του κληροδοτήματος και των όρων που έθεσε ο διαθέτης, ώστε να δικαιολογήσει την μη εμπρόθεσμη υλοποίηση.

Ούτε καν έναρξη εργασιών δεν έκανε επί δεκαεπταετία και πλέον από της αποδοχής υπ' αυτού της άνω κληροδοσίας, όταν μάλιστα το κτίριο ήταν σχεδόν κατά 50% έτοιμο. Τα ισχυριζόμενα με την έφεση ότι οι όροι που έθεσε ο διαθέτης αποτελούν δήθεν έκφραση ευχής από τον κληροδόχο, άλλως τρόπον και όχι διπλή διαλυτική αίρεση, είναι αβάσιμα, διότι αποκλείονται από την ρητή διατύπωση της βούλησης του διαθέτη ότι αν δεν πραγματοποιηθούν οι άνω τεθέντες υπ' αυτού όροι τότε τα ακίνητα αυτά θα περιέρχονται στην αδελφή του Βασιλική Β.

Σ., όπως αναλυτικά παραπάνω εκτέθηκε (σχετικές αυτού είναι και οι άνω προσαγόμενες υπ' αριθ. 298/2017 και 304/2017 αποφάσεις Αρείου Πάγου). Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η αγωγή, να αναγνωρισθεί ότι ο ενάγων είναι κύριος του ανωτέρω στο ιστορικό της παρούσας περιγραφομένου ακινήτου και να υποχρεωθεί το εναγόμενο και κάθε τρίτος που έλκει δικαίωμα από αυτό να αποδώσει το ως άνω ακίνητο στον ενάγονται Τα ίδια ακριβώς έκρινε και η εκκαλουμένη απόφαση, η οποία ορθά εκτίμησε το αποδεικτικό υλικό και δεν έσφαλε και πρέπει να απορριφθεί ο 1ος λόγος έφεσης ως ουσιαστικά αβάσιμος, καθόσον, όπως ήδη αναλυτικά εκτέθηκε, από το περιεχόμενο της διαθήκης, το οποίο δεν παρουσιάζει κενά ή ασάφειες ως προς τη δηλωθείσα με αυτή βούληση του διαθέτη προκύπτει ότι η θέληση του διαθέτη ήταν να συστήσει κληροδοσία υπό διπλή διαλυτική αίρεση υπέρ κοινωφελούς σκοπού στο δεύτερο από τα ανωτέρω ακίνητα, υπέρ του εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου και να λάβει αυτό στην ιδιοκτησία του το ανωτέρω ακίνητο, προκειμένου να πραγματοποιήσει το εν λόγω κοινωφελές έργο, παρά ταύτα και επειδή το τετιμημένο-εναγόμενο - εκκαλούν δεν εκπλήρωσε τους όρους της διαθήκης, κατά τα παραπάνω αναφερόμενα, εξέπεσε του κληροδοτήματος το οποίο περιήλθε αυτοδικαίως στην κληρονομιαία περιουσία της αδελφής του διαθέτη, Βασιλική Β.

Σ. και στη συνέχεια στον νόμιμο εκ διαθήκης κληρονόμο αυτής - ενάγοντα, Α. Λ.".

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (Α.Π 1081/2018, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Εξάλλου, από τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι, ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης, ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δίκαιου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 948/2021).

Δεν συνιστούν ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς (ΟλΑΠ 9/2016, Ολ ΑΠ 15/2006 (ΟλΑΠ 9/2016, Ολ ΑΠ 15/2006, ΑΠ 561/2020). Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε και τι δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. (ΟλΑΠ 15/2006 ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 345/2021, ΑΠ 745/2020, ΑΠ 1420/2013).

Συνακόλουθα η ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 559 αριθ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ.), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσίαν, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης (ΑΠ 109/2020).

Ειδικότερα για το ορισμένο του λόγου αναίρεσης για παραβίαση ευθέως και εκ πλαγίου των κανόνων ουσιαστικού δικαίου από το Δικαστήριο της ουσίας (αριθμός 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.), πρέπει να καθορίζεται εκτός των άλλων και το νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου (Ολ ΑΠ 20/2009, ΑΠ 59/2020, ΑΠ 326/2018) και σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών περιστατικών που έγιναν δεκτά (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 284/2021).

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εκτίμηση, από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις ή οσάκις υπό την επίφαση συνδρομής αναιρετικού λόγου πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου, απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 238/2020, ΑΠ 573/2018).

Περαιτέρω, ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπ' όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως, αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως.

Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απορρίπτει ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν. (Ολ ΑΠ 14/2004, ΑΠ 790/2019, ΑΠ 250/2019, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 94/2008).

Αν πρόκειται για απόφαση του Εφετείου ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης ιδρύεται μόνον αν ο ισχυρισμός που αποτελεί "πράγμα", έχει προταθεί παραδεκτώς ενώπιον του και δη με λόγο έφεσης από τον εκκαλούντα ή με τις προτάσεις από τον εφεσίβλητο (ΑΠ 250/2013, ΑΠ 786/2007).

Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, στον οποίο από προφανή παραδρομή φέρεται ως παραβιασθείσα διάταξη, η διάταξη του άρθρου 1 του Ν. 3320/2005, (που αναφέρεται σε σύσταση θέσεων με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου), καθόσον τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο λόγο αυτό δεν συγκροτούν το πραγματικό του ανωτέρω κανόνα δικαίου, το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το πρώτο και δεύτερο σκέλος του, ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1α και 19 Κ.Πολ.Δ. (και όχι 13, το οποίο επίσης από παραδρομή αναγράφεται) για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση του νόμου, αναφορικά με τη κτήση της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου από την δικαιοπάροχο του ενάγοντος και ήδη τον αναιρεσίβλητο, με το να δεχθεί εσφαλμένα ότι το Ελληνικό Δημόσιο ή οποιοσδήποτε επ'ονόματι αυτού ή εξ αυτού έλκων δικαίωμα, πληρωθείσης της ένδικης αιρέσεως, ασκούσε τη νομή επ'ονόματι της φερομένης ως δικαιοπαρόχου του ενάγοντος, αποβιωσάσης Βασιλικής Σ..

Τούτο δε διότι, κατά τα εκτιθέμενα στα πιο πάνω σκέλη του ως άνω λόγου, η άσκηση από αυτό (αναιρεσείον) και το υπέρ αυτού προσθέτως παρεμβαίνον στο επίδικο των αναφερομένων στην προσβαλλόμενη απόφαση πράξεων, αποτελούν πράξεις νομής προς εκπλήρωση του κοινωφελούς σκοπού, οι οποίες εκδήλωναν τη βούλησή του να νέμεται το επίδικο ιδίω ονόματι και οι οποίες είχαν καταστεί γνωστές στην δικαιοπάροχο του ενάγοντος και τον ενάγοντα και αποκλείουν την αυτοδίκαιη μεταβίβαση του επιδίκου στην δικαιοπάροχο του ενάγοντος.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρεται σε τι συνίσταται το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων (974,989,1033,1193,1195,1198,1199 και 1710 ΑΚ), που φέρονται ότι παραβιάστηκαν, ως προς το δικαίωμα κτήσεως της κυριότητας της δικαιοπαρόχου του ενάγοντος και ήδη του αναιρεσιβλήτου επί του επιδίκου αυτοδικαίως μετά την πλήρωση της αιρέσεως που έθεσε στην διαθήκη του ο διαθέτης, ούτε επίσης (αναφέρεται) σε τι συνίσταται η επικαλούμενη αντίφαση και από ποια εκτιθέμενα μέρη των παραδοχών προκύπτει η αντίφαση αυτή και περαιτέρω διότι οι πιο πάνω αιτιάσεις, σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά που έχουν γίνει δεκτά ανέλεγκτα με την προσβαλλόμενη απόφαση, αποτελούν ίδιες κρίσεις του αναιρεσείοντος και εκτιμήσεις και συμπεράσματα που εξάγει αυτό (αναιρεσείον) από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων και πλήττουν τη μη υποκείμενη σε αναίρεση εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 561 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ.).

Με το τρίτο σκέλος του λόγου αυτού το αναιρεσείον μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι οι αιτιολογίες της, σύμφωνα με τις οποίες η δικαιοπάροχος του ενάγοντος δεν είχε προβεί σε δήλωση φόρου κληρονομίας ως προς το επίδικο, όπως είχε κάνει για τα υπόλοιπα κληρονομιαία ακίνητα το έτος 1996, γιατί κατά τον χρόνο αυτό δεν είχε πληρωθεί η αίρεση στην οποία τελούσε η περιέλευση σ'αυτήν του επιδίκου, αντιφάσκουν με τις αιτιολογίες ότι η παράλειψη της (δικαιοπαρόχου του ενάγοντος) να προβεί σε δήλωση αποδοχής κληρονομιάς και μεταγραφή κατά το μετέπειτα χρονικό διάστημα, οπότε κατά τις σκέψεις της προσβαλλόμενης είχε ήδη περιέλθει σ'αυτήν το επίδικο, οφείλεται σε αδυναμία της να πληρώσει τους φόρους κληρονομίας, παρά το γεγονός ότι για τα υπόλοιπα ακίνητα η σχετική αποδοχή κληρονομίας έλαβε χώραν το 1999.

Και ως προς το σκέλος αυτό ο λόγος είναι απαράδεκτος, καθόσον τα ανωτέρω αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση και η ως άνω επικαλούμενη αντίφαση αυτής δεν αποτελούν αιτιολογία του αποδεικτικού πορίσματος ότι η δικαιοπάροχος του αναιρεσιβλήτου δεν παραιτήθηκε του υπέρ αυτής συσταθέντος υπό αίρεση καταπιστεύματος, σε βάρος του κληροδόχου Ελληνικού Δημοσίου σε περίπτωση μη τήρησης των όρων που έθεσε ο άνω διαθέτης, δηλαδή δεν αναφέρονται σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης αλλά είναι σαφές ότι αφορούν σε επιχειρηματολογία του Δικαστηρίου της ουσίας προς ενίσχυση του πιο πάνω αποδεικτικού του πορίσματος και ως εκ τούτου δεν μπορεί να γίνει λόγος περί έλλειψης νόμιμης βάσης.

Επίσης, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον μέμφεται την προσβαλλόμενη ότι δεν έλαβε υπόψη τον προταθέντα από αυτό ισχυρισμό περί παραιτήσεως της δικαιοπαρόχου του ενάγοντος Βασιλικής Σ.ς, του υπέρ αυτής συσταθέντος υπό την αίρεση καταπιστεύματος σε βάρος του κληροδόχου Ελληνικού Δημοσίου σε περίπτωση μη τήρησης των όρων που έθεσε ο διαθέτης και τον υπ' αυτού προταθέντα ισχυρισμό περί ιδίας κυριότητας του επιδίκου.

Ως προς το πρώτο σκέλος του, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, ανεξαρτήτως του ζητήματος αν νομίμως και παραδεκτώς προβλήθηκε ο ως άνω ισχυρισμός περί παραιτήσεως ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και επαναφέρθηκε από το αναιρεσείον (εκκαλούν) με λόγο έφεσης ενώπιον του Εφετείου, το τελευταίο με την προσβαλλόμενη απόφαση του, σύμφωνα με όσα στον αμέσως πιο πάνω λόγο αναφέρονται, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτόν και ρητά τον απέρριψε.

Ως προς το σκέλος ότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του περί ιδίας κυριότητας, ο λόγος είναι απαράδεκτος, διότι το αναιρεσείον αναφέρει στο σχετικό λόγο ότι με τις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου υπέβαλε ένσταση ιδίας κυριότητας, εκθέτοντας το περιεχόμενο της υπ'αριθμ. 384/2010 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών με την οποία απορρίφθηκε αίτηση ασφαλιστικών μέτρων του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, με βάση το οποίο ισχυρίζεται ότι προέβαλε την πιο πάνω ένσταση, χωρίς όμως ν'αναφέρει ότι τον ισχυρισμό αυτό επανέφερε με σχετικό λόγο έφεσης στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αντιθέτως αναφέρει ότι "...

τα ίδια επαναλήφθηκαν με τις προτάσεις του Ελληνικού Δημοσίου και στο δεύτερο βαθμό". Η παράθεση του περιεχομένου όμως της αποφάσεως των ασφαλιστικών μέτρων, δεν αποτελεί νομίμως προβληθέντα υπό του εναγομένου ισχυρισμό, τον οποίο δεν πρότεινε ρητά κατά τρόπο ορισμένο και παραδεκτό, αλλά ούτε ως λόγο έφεσης επανέφερε, όπως από την παραδεκτή επισκόπηση της εφέσεως του και της προσβαλλόμενης προκύπτει και ως εκ τούτου δεν συντρέχει περίπτωση μη λήψης υπόψη "πραγμάτων" που προτάθηκαν.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει ν' απορριφθεί η από 16-3-2020 κρινόμενη αίτηση αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου στο σύνολο της κατά της υπ'αριθ. 145/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών καθώς και η υπέρ αυτού ως άνω πρόσθετη παρέμβαση. Επίσης, πρέπει να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημα του, που υπέβαλε με τις προτάσεις του σε βάρος του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), τα οποία όμως πρέπει να καταλογιστούν μειωμένα κατά τα άρθρα 22 παρ.1 του ν. 3693/1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 Εισ.Ν.Κ.ΠολΔ, άρθρο 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ την από 16-3-2020 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 145/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών και την υπέρ αυτού από 15-9-2021 πρόσθετη παρέμβαση του Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "Ίδρυμα Νεολαίας και δια βίου Μάθησης".

-ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ αυτές.- Και -ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου εις βάρος του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Απριλίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ