Supreme Court allows appeal against excessive damages for mental anguish awarded to minors' heirs in a death case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal regarding the amount of damages for mental anguish awarded to the heirs of a deceased woman. The heirs argued that the sum of 50,000 euros per minor child and 12,000 euros for the deceased's mother-in-law exceeded the limits of judicial discretion and violated the principle of proportionality. Consequently, the Court found the appellate court's award excessive compared to common practice and remanded the case for a new determination of the specific amount.
Legislator headnote
AI generatedArticles 127, 559, 932 of the Civil Code; The Supreme Court holds that an appellate court's award of damages for mental anguish to heirs must respect the principle of proportionality and the limits of judicial discretion, and excessive amounts warrant remittal for recalculation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1037 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1037/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Μαρία Βάρκα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Φεβρουαρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Κ. Μ. του Β., 2) Ι. Φ. του Γ., κατοίκων ... Αττικής, ενεργούντων με την ιδιότητά τους:
Α) ως θετών γονέων και ασκούντων από κοινού τη γονική μέριμνα και επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων τους:
α) Γ. Μ. του Κ.,
β) Ν. Μ. του Κ. και
γ) Β. Μ. του Κ. και
Β) ως θετών γονέων και ασκούντων από κοινού τη γονική μέριμνα και επιμέλεια των εξ αδιαθέτου συγκληρονόμων της αποβιωσάσης στις 09.02.2016 Β. χας Γ. Γ., θυγ. Β. Σ., ιδίων ανηλίκων τέκνων τους:
α) Γ. Μ. του Κ.,
β) Ν. Μ. του Κ. και
γ) Β. Μ. του Κ. και
3) Ι. Γ. του Γ., κατοίκου ... Αττικής, ενεργούντος με την ιδιότητά του ως εξ αδιαθέτου συγκληρονόμου της αποβιωσάσης στις 09.02.2016 Β. χας Γ. Γ., θυγ. Β. Σ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ιωάννα Χαντζή, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ο Γ. Μ. του Κ., του οποίου ασκούσαν τη γονική μέριμνα και επιμέλεια οι γονείς του Κ. Μ. του Β. και Ι. Φ. του Γ. (1ος και 2η ως άνω), ενηλικιώθηκε και συνεχίζει τη δίκη, αφενός για τον εαυτό του ατομικά και αφετέρου ως εξ αδιαθέτου συγκληρονόμος της αποβιωσάσης στις 09.02.2016 Β. χας Γ. Γ., θυγ. Β. Σ., εκπροσωπούμενος από την ίδια.
Της αναιρεσίβλητης: Αλλοδαπής ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία «AIG EUROPE LTD» και ήδη «AIG EUROPE SA», που εδρεύει στο Λουξεμβούργο και εκπροσωπείται νόμιμα, ασκεί δε ασφαλιστική δραστηριότητα και στην Ελλάδα με Υποκατάστημα και κεντρικά γραφεία στο Μαρούσι Αττικής, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Βρεττό με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και ο οποίος, στην ως άνω από 04.02.2021 δήλωση, καθώς και με τις κατατεθείσες προτάσεις του δήλωσε την ως άνω τροποποίηση – μεταβολή της αναιρεσίβλητης εταιρείας.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28.08.2014 αγωγή του 3ου των ήδη αναιρεσειόντων (με την ιδιότητά του ως προσωρινού επιτρόπου των ανηλίκων τέκνων του Α. Γ. και της Ε. συζ. Α. Γ., ήτοι των Γ., Ν. και Β. Γ. του Α.) και της ήδη αποβιωσάσης Β. χας Γ. Γ., θυγ. Β. Σ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2800/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5627/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 13.09.2019 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Βάρκα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[I] Από τον συνδυασμό των άρθρων 127 ΑΚ και 63 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι αυτός που συμπλήρωσε το δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας του είναι ικανός για κάθε δικαιοπραξία και μπορεί να παρίσταται στο δικαστήριο με το δικό του όνομα. Επομένως, μετά την ενηλικίωση του μέχρι τούδε ανικάνου παραστάσεως στο δικαστήριο με το δικό του όνομα διαδίκου, παύει αυτοδικαίως η αντιπροσωπευτική εξουσία του νομίμου αντιπροσώπου του (ήτοι των ασκούντων, κατ’ άρθρο 1510 ΑΚ, την γονική μέριμνα αυτού γονέων του) και χωρίς να μεσολαβήσει διακοπή της δίκης, κατ’ άρθρο 286 ΚΠολΔ, συνεχίζεται η διαδικασία, με την συμμετοχή του ενηλίκου διαδίκου. Αν δε η ενηλικίωση αυτού έλαβε χώρα μετά την έκδοση της αποφάσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, η αναίρεση κατά της αποφάσεως αυτής πρέπει να ασκείται από αυτόν ή κατ' αυτού (αν ο αναιρεσείων έλαβε γνώση της ενηλικιώσεώς του μέχρι της ασκήσεως της αναιρέσεως), στο δικό του όνομα και όχι στο όνομα του τέως αντιπροσώπου του. Τυχόν ασκηθείσα στο όνομα του τελευταίου (αντιπροσώπου του) είναι απαράδεκτη.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, ο αναιρεσείων Γ. Μ. του Κ., τον οποίο εκπροσωπούσε ο διορισθείς οριστικός επίτροπος, θείος του Ι. Γ. του Γ., ενώ στη συνέχεια την γονική του μέριμνα ασκούσαν οι θετοί γονείς του Κ. και Ι. Μ., δήλωσε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου του στο ακροατήριο, ότι ενηλικιώθηκε και ότι συνεχίζει ατομικά αφενός τη δίκη στο όνομά του και με την ιδιότητά του ως εξ αδιαθέτου συγκληρονόμος της Β.
χήρας Γ. Γ., η οποία απεβίωσε την 09.02.2016. Εξάλλου, από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επιτρεπτά επισκοπούνται για τις ανάγκες έρευνας της ικανότητας παράστασης στο Δικαστήριο του ανωτέρω αναιρεσείοντος (άρθρ. 63 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι αυτός γεννήθηκε στις 11.10.2002 (βλ.
την υπ’ αρ.πρωτ. .../28-6-2019 Ληξιαρχική Πράξη Γέννησης του Ληξιαρχείου Περιστερίου) και ότι συνεπώς ενηλικιώθηκε στις 11.10.2020, δηλαδή μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης (14.12.2017) και την άσκηση της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως (24.10.2019). Επομένως, μετά την ενηλικίωσή του, έπαυσε αυτοδικαίως η αντιπροσωπευτική εξουσία των θετών γονέων του και νομίμως παρίσταται στο Δικαστήριο με το δικό του όνομα και όχι διά των ως άνω νομίμων αντιπροσώπων θετών γονέων του.
Εξάλλου, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά του Δικαστηρίου τούτου, ο ενηλικιωθείς ως άνω αναιρεσείων εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του, η οποία δήλωσε στο ακροατήριο ότι αυτός ενηλικιώθηκε και ότι συνεχίζει τη δίκη ατομικά ως δικαιούχος διάδικος. Την δήλωση αυτή επαναλαμβάνει και με τις προτάσεις της ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου.
Επομένως, νομίμως η δίκη συνεχίζεται πλέον στο όνομά του.
[II] Από την κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι η, με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Οι ενάγων Ι. Γ. του Γ. και της Β., ενεργών με την ιδιότητά του ως προσωρινού επιτρόπου των τριών ανήλικων (Γ., Ν. και Β. Γ.) τέκνων του Α. Γ. και Ε. Ν. Κ. και η Β. Γ., στρεφόμενοι κατά της εναγομένης ήδη αναιρεσιβλήτου ασφαλιστικής εταιρείας, με την από 28.07.2014 (αρ.κατ. 93392/4-8-2014) αγωγή τους, επικαλούμενοι τον, εκ του επισυμβάντος την 24.11.2012 αυτοκινητικού ατυχήματος θάνατο της Ε. Ν. Κ., μητέρας των τριών ανηλίκων και νύφης (συζύγου του υιού) της δεύτερης ενάγουσας Β. Γ., ζητούσαν (όπως παραδεκτά μετέτρεψαν κατά ένα μέρος το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής τους σε αναγνωριστικό), την επιδίκαση αφ’ ενός των επακριβώς αναγραφομένων χρηματικών ποσών ως χρηματική ικανοποίηση για την ψυχική οδύνη που υπέστησαν από τον θάνατο της μητέρας τους και νύφης, αντίστοιχα και αφ’ ετέρου την επιδίκαση των επίσης επακριβώς αναγραφομένων χρηματικών ποσών ως αποζημίωση για την στέρηση διατροφής των ανηλίκων λόγω του θανάτου της μητέρας τους, κατά τα ειδικότερα αναγραφόμενα στην αγωγή.
Εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων με την διαδικασία αυτοκινήτων, η με αριθμό 2800/2015, οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία κρίνοντας αποκλειστικά υπαίτιο για τον θανάσιμο τραυματισμό της ως άνω συγγενούς τους τον οδηγό του ζημιογόνου οχήματος (δίκυκλης μοτοσικλέτας στην οποία αυτή επέβαινε), Α.
Γ., σύζυγο της θανούσης, έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή. Κατά της αποφάσεως αυτής οι διάδικοι άσκησαν τις από 13.11.2015 και από 03.01.2016 αντίθετες εφέσεις τους, επί των οποίων εξεδόθη η υπ’ αριθμ. 5627/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία αφού συνεκδίκασε τις ως άνω εφέσεις, δέχθηκε τυπικά και κατ’ ουσία αυτές και στη συνέχεια, εξαφάνισε την εκκαλούμενη υπ’ αριθμ. 2800/2015 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και, μετά την διακράτηση της υπόθεσης και την εκδίκαση της αγωγής, δέχθηκε εν μέρει αυτήν και επιδίκασε τα επακριβώς αναγραφόμενα ποσά στους ενάγοντες.
Ας σημειωθεί ότι μετά την άσκηση της εφέσεως (24.11.2015) και πριν την συζήτηση της υποθέσεως, απεβίωσε (09.02.2016) η δεύτερη ενάγουσα-εκκαλούσα Β. Γ., χωρίς ν’ αφήσει διαθήκη, αφήνοντας ως πλησιεστέρους συγγενείς τα τρία ανήλικα τέκνα (εγγονούς της) κατά ποσοστό 1/6 έκαστο και τον Ι. Γ. (υιό της) κατά ποσοστό 1/2. Ο Ι.
Γ., ο οποίος εν τω μεταξύ διορίσθηκε ως οριστικός επίτροπος(θείος των ανηλίκων), με την από 15.02.2016 κλήση και επανάληψη της δίκης, μετά από γνωστοποίηση της διακοπής της, ενεργώντας: (α) ως οριστικός επίτροπος των ανηλίκων, (β) ως εξ αδιαθέτου συγκληρονόμος της μητέρας του Β. Γ. και (γ) ως οριστικός επίτροπος των επίσης εξ αδιαθέτου συγκληρονόμων της Β.
Γ., τριών ανηλίκων τέκνων, δήλωσε την υπεισέλευση στη θέση της θανούσης αυτών ως συγκληρονόμων και την συνέχιση της εκκρεμούς δίκης για λογαριασμό της. Προσδιορίστηκε δικάσιμος η 10.11.2016, οπότε οι αντίθετες εφέσεις συζητήθηκαν και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με αριθμό 5627/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία διέταξε τα όσα αναγράφονται αμέσως ανωτέρω.
Την απόφαση αυτή προσβάλλουν οι ενάγοντες με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως, μόνο ως προς το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, παριστάμενοι οι μεν δύο ανήλικοι (Ν. και Β.), δια των ήδη θετών γονέων τους Κ. Μ. και Ι. Φ., ο τρίτος Γ. Μ., αυτοπροσώπως λόγω της ήδη ενηλικιώσεώς του και ο ενάγων Ι.
Γ. ενεργών ως εξ αδιαθέτου συγκληρονόμος της Β. Γ.. Τα τρία φυσικά τέκνα των θανόντων στο ένδικο τροχαίο ατύχημα Α. Γ. και Ε. Κ., ήτοι ο Γ., Ν. και Β. Γ., κηρύχθηκαν θετά τέκνα των Κ. Μ. και Ι. Φ., δυνάμει της 612/27-2-2019 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, διαδικασίας Εκούσιας Δικαιοδοσίας, οι οποίοι και παρίστανται για λογαριασμό των δύο (ο Γ.
ήδη ενηλικίωθηκε) στην παρούσα δίκη, ως ασκούντες την γονική μέριμνα αυτών. Η ένδικη αίτηση αναίρεσης, έχει ασκηθεί νομότυπα με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στη γραμματεία του ως άνω δικαστηρίου (άρθρ. 495 § 1ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της διετούς προθεσμίας από τη δημοσίευσή της, εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής (άρθρ. 564 § 3 ΚΠολΔ).
Ωσαύτως, έχει κατατεθεί από τους αναιρεσείοντες το προβλεπόμενο από το άρθρο 495 §3 ΚΠολΔ παράβολο.
Συνεπώς, ενόψει και των διατάξεων των άρθρων 552, 553 § 1β, 556, 558, 564, 566 παρ 1 και 577 ΚπολΔ, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Σημειωτέον ότι με το δικόγραφο της ένδικης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες νόμιμα σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 294, 295, 297 και 299 ΚΠολΔ, δηλώνουν ότι παραιτούνται από το δικόγραφο της από 13.09.2019 με γενικό αριθμό κατάθεσης 9467/2019 και ειδικό αριθμό κατάθεσης 906/2019 αίτησης αναίρεσης.
[III] Με το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά την αναθεώρησή του με το από 6/17-4-2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής, ορίζεται ότι «οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας».
Με την νέα αυτή διάταξη ο αναθεωρητικός νομοθέτης επέλεξε να κατοχυρώσει ρητά, από το όλο σύστημα των εγγυήσεων για τα επιτρεπτά όρια των επιβαλλόμενων στα ατομικά δικαιώματα νομοθετικών περιορισμών, την εγγύηση εκείνη που είναι γνωστή ως αρχή της αναλογικότητας. Απέκτησε έτσι ρητή συνταγματική υφή η αρχή αυτή, η οποία, ωστόσο, και προηγουμένως αναγνωριζόταν ως αρχή συνταγματικής ισχύος, που απορρέει από την ίδια την έννοια του κράτους δικαίου, αλλά και από την ουσία των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων, τα οποία, ως έκφραση της γενικότερης ελευθερίας του ατόμου, δεν πρέπει να περιορίζονται από την κρατική εξουσία περισσότερο από όσο είναι αναγκαίο για την προστασία των δημόσιων συμφερόντων.
Η αρχή αυτή, υπό την έννοια του τηρητέου μέτρου της εύλογης αντιστάθμισης προσφοράς και οφέλους, που αποτελεί κανόνα συνταγματικής βαθμίδας, επενεργεί σε κάθε είδους κρατική δραστηριότητα, καθώς και όταν πρόκειται για αντικρουόμενα συμφέροντα στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου, αφού η έκταση της αρχής αυτής δεν περιορίζεται μόνο σε ορισμένες περιοχές του δικαίου, αλλά, και πριν από την ρητή συνταγματική της κατοχύρωση, διέτρεχε το σύνολο της έννομης τάξης και συνεπώς πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία και εφαρμογή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου.
Άλλωστε, με ρητή διατύπωση στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος η θεσπιζομένη από αυτήν προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου ως ατόμου ισχύει και «στις σχέσεις των ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζει», και οριοθετείται έτσι η υποχρέωση και των αρμοδίων δικαιοδοτικών οργάνων, όταν επιλαμβάνονται της επίλυσης ιδιωτικών διαφορών, να τις επιλύουν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να υπάρχει μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Συγκεκριμένα πρέπει, τα λαμβανόμενα μέτρα και οι έννομες συνέπειες, να είναι πρόσφορα (κατάλληλα) για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, αναγκαία, υπό την έννοια να συνιστούν μέτρο, το οποίο σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα, να επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον διάδικο, σε βάρος του οποίου απαγγέλλονται, και αναλογικά υπό στενή έννοια, δηλαδή να τελούν σε ανεκτή σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, προκειμένου η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν.
Ενόψει τούτων, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι η ως άνω συνταγματική διάταξη, έστω και αν ρητά δεν αναφέρεται σ’ αυτήν, απευθύνεται και στον δικαστή, όσον αφορά τις σχέσεις των διαδίκων, καθιερώνοντας αυτήν ως δεσμευτική δικαιϊκή αρχή, όπως και άλλες τέτοιες αρχές που διατρέχουν το δίκαιο και είναι δεσμευτικές (αρχή του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου, αρχή της δίκαιης δίκης κ.λπ.).
Εξάλλου, η αρχή αυτή ως διάχυτη στην έννομη τάξη υπερβαίνει τα όρια της ρητής συνταγματικής κατοχύρωσής της, με την οποία πάντως αναδείχθηκε η σημασία της ως βασικής εγγύησης για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων, οφείλει δε ο δικαστής κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή των διατάξεων της κοινής νομοθεσίας, που άπτονται των δικαιωμάτων αυτών, να προστρέχει στο κρίσιμο για την όλη έννομη τάξη περιεχόμενο της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας, που απορρέει από την αρχή της ισότητας και την αρχή του κράτους δικαίου.
Αποτελεί την αντίστροφη μορφή της απαγόρευσης της κατάχρησης δικαιώματος, όταν το ασκούμενο δικαίωμα υπερβαίνει τα ακραία όρια που θέτουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, καθώς και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος. Στην περίπτωση δε υπέρβασης της αρχής της αναλογικότητας πρόκειται για δυσαναλογία μέσου προς το σκοπό, δηλ.
το ασκούμενο δικαίωμα έχει απολέσει την αναλογία του προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και συνακόλουθα η άσκησή του είναι απαγορευμένη. Επομένως, όπως και η κατάχρηση δικαιώματος, που αποτελεί απαγορευτικό κανόνα, και οριοθετεί αρνητικά την άσκηση των δικαιωμάτων, έτσι και η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί κανόνα δικαίου (γενική νομική αρχή), η οποία προσδιορίζει την τελολογική λειτουργία των πάσης φύσεως δικαιωμάτων και του ιδιωτικού δικαίου.
Από τα ως άνω συνάγεται ως γενική νομική αρχή ότι η έννομη συνέπεια που είτε προβλέπεται από κανόνα δικαίου κατώτερης τυπικής ισχύος από εκείνες του Συντάγματος, είτε απαγγέλλεται από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό, δηλ. να μην υπερβαίνει τα όρια, όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνείδησης σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αποτυπώνονται με την συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.
Η κρίση δηλαδή του ουσιαστικού δικαστηρίου πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, που αποτελεί, γενική αρχή του δικαίου και μέσο ελέγχου της κρίσης του δικαστηρίου, χωρίς να υπάγεται στην έννοια της αναλογικότητας.
Περαιτέρω, από το άρθρο 932 του ΑΚ προκύπτει ότι σκοπός της διατάξεως είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημιώσεως για ηθική βλάβη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα.
Με βάση τον σκοπό αυτόν αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του «ευλόγου» εκείνα τα στοιχεία που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης. Τέτοια στοιχεία είναι κυρίως: το είδος και η βαρύτητα της προσβολής, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στον βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος, οι όλες ειδικότερες συνθήκες πρόκλησης της ηθικής βλάβης.
Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν τον δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 του ΑΚ εύλογη κρίση του (όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά) κατ' εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση.
Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 του ΑΚ και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκειμένων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας του ΑΚ. Η κρίση του δικαστηρίου ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης αποφασίζεται (κατ’ αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι.
Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος) με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.
Και τούτο, διότι μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση, (όσον αφορά τον παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στην δεύτερη, (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας τους, αφού το δικαστήριο επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του «ευλόγου» και συνακόλουθα το «εύλογο» εμπεριέχεται αναγκαίως στο «ανάλογο». Άλλωστε την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μια ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του.
Ενόψει όλων αυτών η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσης χρηματικής ικανοποίησης, πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 ΚΠολΔ αναλόγως από τους αρ. 1 ή 19), η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (ΟλΑΠ 9/2015).
Τέλος, σύμφωνα με το ως άνω άρθρο 932 του ΑΚ, «Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.
Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος, λόγω ψυχικής οδύνης». Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι’ αυτήν χρηματικής ικανοποιήσεως, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τελέσεως της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών.
Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσεως.
Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 10/2017, 9/2015).
Και τούτο, διότι μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, ευτελίζει στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον δικαιούχο – παθόντα) το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο) το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (ΑΠ 747/2017).
[IV] Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκόπησή της, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον υπό έρευνα λόγο αναιρέσεως μέρος της, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
«| Εν προκειμένω, από το ίδιο ως άνω αποδεικτικό υλικό αποδεικνύεται ότι η θανούσα Ε. Γ. το γένος Ν. Κ., ηλικίας, κατά το χρόνο του θανάτου της, 34 ετών, ήταν μητέρα των ανωτέρω τριών ανηλίκων Γ., Ν. και Β. Γ. και νύφη της δεύτερης αρχικώς ενάγουσας (σύζυγος του θανόντος υιού της Α. Γ.), η οποία (2η ενάγουσα) διέμενε με τη θανούσα νύφη της και την οικογένειά της.
Όλοι οι ανωτέρω, οι οποίοι, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη, ανήκουν στην οικογένεια της θανούσας με την έννοια του άρθρου 932 εδ.γ’ ΑΚ, συνδέονταν με την τελευταία με στενούς δεσμούς αγάπης, αφοσίωσης και στοργής. Ο αιφνίδιος και βίαιος θάνατός της συντάραξε τον ψυχικό τους κόσμο και τους προκάλεσε ανείπωτη στεναχώρια, έντονο ψυχικό πόνο και θλίψη.
Πρέπει, επομένως, να επιδικαστεί σ' αυτούς χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης προς ηθική παρηγορία και ανακούφιση της θλίψης και του ψυχικού πόνου τους από το θάνατο της νεαρής μητέρας τους και νύφης, αντίστοιχα. Εκτιμώντας το Δικαστήριο τούτο τις συνθήκες υπό τις οποίες επήλθε ο θάνατος της Ε.
Γ.-Κ., την έλλειψη συνυπαιτιότητας αυτής στο θανάσιμο τραυματισμό της, την ηλικία της, καθώς και την ηλικία των ως άνω οικείων της, από τους οποίους τα τέκνα της ήταν τότε μόλις 10, 5 και 3 ετών, αντίστοιχα και η πεθερά της 70 ετών (γεν. το έτος 1942), τον υφιστάμενο συναισθηματικό δεσμό καθενός από αυτούς προς τη θανούσα και, κατά συνέπεια, το μέγεθος του ψυχικού πόνου που δοκίμασαν, καθώς και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων φυσικών προσώπων, καθόσον η ευθύνη της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας είναι εγγυητική και, συνεπώς, δεν λαμβάνεται υπόψη η περιουσιακή της κατάσταση, πρέπει να επιδικασθεί σε καθένα των ανηλίκων, τα οποία στερήθηκαν σε τόσο τρυφερή ηλικία τη μητρική αγάπη, στοργή και φροντίδα, με τις οποίες συνέπειες στην ομαλή ψυχοσωματική τους ανάπτυξη από τα τεράστια ψυχικά τραύματα που υπέστησαν, τα οποία κατέστησαν επιβεβλημένη την παρακολούθησή τους από παιδοψυχολόγο και παιδοψυχίατρο, το ποσό των 50.000 ευρώ και στη δεύτερη ενάγουσα – πεθερά της θανούσας το ποσό των 12.000 ευρώ, τα οποία κρίνονται εύλογα με βάση τα προαναφερόμενα κριτήρια προσδιορισμού τους, τα διδάγματα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση και ανάλογα προς εξισορρόπηση των αντιθέτων δικαιωμάτων των διαδίκων (ΟλΑΠ 9/2015).
Η εν λόγω αξίωση της αποβιώσασας στις 09.02.2016 άνευ διαθήκης, δεύτερης ενάγουσας, εφόσον η δικαιούχος άσκησε τη σχετική αγωγή ενόσω ζούσε, κληρονομείται από τους συνεχίζοντες τη δίκη κληρονόμους της, που όπως προκύπτει από το από 24.02.2016 πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών και το από 13.07.2016 πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης του Δημάρχου Αλίμου (και δεν αντιλέγει η εναγομένη) είναι: (α) ο υιός της 1ος ενάγων Ι.
Γ., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος σε ποσοστό 3/6 εξ αδιαιρέτου και (β) τα υπό την επιτροπεία του πρώτου ενάγοντος τελούντα ως άνω ανήλικα τέκνα του προαποβιώσαντος υιού της Α. Γ., ήτοι ο Γ., Ν. και Β. Γ., σε ποσοστό 1/6 εξ αδιαιρέτου το καθένα. Έσφαλε, επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που επιδίκασε για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης στους ως άνω δικαιούχους μικρότερα ποσά, όπως βάσιμα παραπονούνται οι ενάγοντες με τον πρώτο και τον τρίτο λόγο της εφέσεώς τους, οι οποίοι πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι κατ’ ουσίαν και ν’ απορριφθεί ως κατ'ουσίαν αβάσιμος ο τέταρτος λόγος της εφέσεως της εναγομένης, με τον οποίο η τελευταία παραπονείται ως προς το ύψος της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποιήσεως μόνο ως προς τη δεύτερη ενάγουσα|».
[V] Με τις κρίσεις και τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο, καθορίζοντας την χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης, των αναιρεσειόντων στα ποσά των 50.000 ευρώ, για κάθε ανήλικο τέκνο της θανατωθείσης και 12.000 ευρώ για την πεθερά της θανατωθείσης Β. Γ., η οποία ήδη απεβίωσε και στη θέση της υπεισήλθαν ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι, κατά τα προαναφερθέντα, ο υιός της Ι. Γ., σε ποσοστό 3/6 εξ αδιαιρέτου και τα ανήλικα εγγόνια της σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας και παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, αφού τα εν λόγω ποσά κατά την κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, υπολείπονται (και μάλιστα καταφανώς) των συνήθως επιδικαζομένων σε παρόμοιες περιπτώσεις. Κατ’ ακολουθίαν, ο μοναδικός λόγος της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο επιδικάζοντας σ’ αυτούς τα προαναφερόμενα ποσά ως χρηματική τους ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, αντί των αιτουμένων μεγαλυτέρων ποσών, παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 932 του ΑΚ, καθώς και την αρχή της αναλογικότητας, κρίνεται βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, κατά το κεφάλαιο αυτής στο οποίο αναφέρεται ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως και αφορά στο ύψος της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ψυχικής οδύνης. Ακολούθως πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, που χρειάζεται διευκρίνιση, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, διότι είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Η αναιρεσίβλητη, ως ηττώμενη διάδικος, πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος για την άσκηση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως παραβόλου στους καταθέσαντες τούτο αναιρεσείοντες, ενόψει της νίκης τους (άρθρο 495 παρ. 3 περ. Γ' β' εδ. δ' του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο άρθρο 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο ένατο άρθρο 1 παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 01.01.2016 ένδικα μέσα).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 5627/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, το ύψος των οποίων ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ. Και
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στους καταθέσαντες τούτο αναιρεσείοντες.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Ιουνίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ταύτης
αποχωρησάσης από την
Υπηρεσία η αρχαιότερη
της συνθέσεως Αρεοπαγίτης
και ήδη Αντιπρόεδρος ΑΠ
Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Αυγούστου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ