Supreme Court allows appeal against administrative extension of waste management authority's illegal action.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against the High Court of Thessaloniki regarding the extension of an administrative authority's illegal waste management actions. The plaintiff, a public legal entity, argued that the extension violated procedural rules under Article 560 of the Code of Civil Procedure, while the defendants failed to present substantive defenses. The court found the procedural defect valid and ordered the lower decision annulled, thereby upholding the plaintiff's appeal on this specific ground.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560(1) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may annul a lower court decision if it finds a procedural violation that renders the decision void, and may then examine the appeal on its merits.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1037 / 2020 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1037/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο και Κωνσταντίνα Αλεβιζοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 25 Φεβρουαρίου 2020, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - καλούντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Περιφερειακός Σύνδεσμος Φορέων Διαχείρισης Στερεών Αποβλήτων (ΦΟΔΣΑ) Κεντρικής Μακεδονίας", ως καθολικού διαδόχου του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Σύνδεσμος ΟΤΑ Ν. Θεσσαλονίκης" που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Πρόεδρο του, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Καραγκούνη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Ο έτερος πληρεξούσιος δικηγόρος Κωνσταντίνος Οικονόμου είχε καταθέσει τις από 22/11/2016 προτάσεις του. Των αναιρεσιβλήτων - καθών η κλήση: 1)Α. Α. του Κ., 2)Σ. Α. του Π., 3)Κ. Α. του Ε., 4)Σ. Α. του Α., 5)Γ. Β. του Δ., 6)Γ. Β. του Π., 7)Π. Γ. του Ε., 8)Γ. Γ. του Β., 9)Ν. Δ. του Χ., 10)Σ. Δ. - Κ. του Π., 11)Χ. Δ. του Ι., 12)Α. Ζ. του Π., 13)Η. Ι. του Β., 14)Θ. Κ.
του Ι., 15)Ε. Κ. του Π., 16)Α. Κ. του Ι., 17)Π. Κ. του Β., 18)Δ. Κ. του Κ., 19)Π. Κ. του Ε., 20)Κ. Κ. του Σ., 21)Σ. Κ. του Χ., 22)Κ. Κ. του Δ., 23)Κ. Κ. του Ι., 24)Ι. Λ. του Χ., 25)Τ. Λ. του Λ., 26)Γ. Μ. του Γ., 27)Χ. Μ. του Χ., 28)α)Κ. Κ. του Θ., )Γ. Μ. του Β. και )Ν. Μ. του Β., ως καθολικών διαδόχων του Β. Μ. του Ν., οι οποίοι υπεισήλθαν στη δικονομική του θέση, 29)Χ. Ν. του Θ., 30)Δ.
Ξ. του Χ., 31)Ι. Ο. του Χ., 32)Λ. Π. του Κ., 33)Κ. - Μ. Π. του Δ., 34)Α. Π. του Μ., 35)Ι. Π. του Ε., 36)Χ. Π. του Ε., 37)Σ. Π. του Ε., 38)Ε. Π. του Η., 39)Β. Σ. του Κ., 40)Ε. Σ. του Δ., 41)Δ. Σ. του Β., 42)Γ. Σ. του Π., 43)Β. Τ. του Ο., 44)Θ. Τ. του Ι., 45)Ν. Φ. του Γ. και 46)Ε. Χ. του Ι., κατοίκων .... Οι 6ος, 7ος, 13ος, 18η, 27η, 28ηβ, 28ο γ, 37ος, 40η και 44ος δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο και οι 1ος, 2ος,3ος, 4η, 5ος, 8ος, 9ος, 10η, 11ος, 12ος, 14ος, 15ος, 16ος, 17ος, 19ος, 20ος, 21ος, 22ος, 23ος, 24ος, 25ος, 26ος, 28α, 29ος, 30ος, 31ος, 32ος, 33ος, 34ος, 35ος, 36ος, 38η, 39ος, 41ος, 42ος, 43ος, 45ος και 46η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπυρίδωνα Μπαλατσούκα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/12/2008 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και έτερου προσώπου που δεν είναι διάδικος στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5247/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 21516/2012 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο με την από 8/7/2015 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 513/2017 απόφαση του δικαστηρίου τούτου, που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση. Η υπόθεση επαναφέρεται με την από 2/1/2019 κλήση του καλούντος. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνα Αλεβιζοπούλου ανέγνωσε την από 26/2/2016 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Γεώργιο Παπαηλιάδη, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1, 2, 4 και 576 παρ. 1 - 3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο 'Αρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν τη συζήτηση επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κλητεύτηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα και εμπρόθεσμα ο 'Αρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση (ΑΠ 565/2019, ΑΠ 234/2018). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 74, 75 76 παρ. 1 και 576 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι, εκτός της περιπτώσεως της συνδρομής αναγκαίας ομοδικίας, αν κάποιος από τους ομοδίκους απολείπεται ή δεν μετέχει προσηκόντως της συζητήσεως και δεν κλητευθεί νομίμως, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς αυτόν και χωρεί νομίμως ως προς τους διαδίκους, οι οποίοι μετέχουν της συζητήσεως ή έχουν κλητευθεί νομίμως (ΑΠ 234/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, η με την από 2.1.2019 κλήση του αναιρεσείοντος, φέρεται προς συζήτηση κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, η υπό κρίση από 8.7.2015, με αριθμό καταθέσεως .../4.8.2015 αίτηση αναιρέσεως μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 513/2017 απόφασης του Δικαστηρίου αυτού, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση αυτής, λόγω μη κλήτευσης των μη παραστάντων εφεσιβλήτων. Κατά την ενεστώσα συζήτηση της υποθέσεως οι εκ των αναιρεσιβλήτων 6ος, 7ος, 13ος, 18ος, 27ος, 28ηβ, και 28οςγ (ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αρχικού 28ου ενάγοντος Β. Μ., 37ος, 40ος και 44ος, δεν εμφανίστηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του σχετικού πινακίου Πλην όμως δεν προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας ότι οι ως άνω αναιρεσίβλητοι έχουν κλητευθεί νομίμως και εμπροθέσμως για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης, καθόσον δεν προσκομίζονται σχετικές εκθέσεις επιδόσεως. Κατ' ακολουθίαν, εφόσον πρόκειται για απλή ομοδικία πρέπει να διαταχτεί ο χωρισμός της υποθέσεως ως προς τους προαναφερόμενους αναιρεσιβλήτους, να κηρυχθεί ως προς αυτούς απαράδεκτη η συζήτηση και να ερευνηθεί περαιτέρω η υπόθεση ως προς τους λοιπούς διαδίκους.
Με την από 8.7.2015, με αριθμό καταθέσεως .../4.8.2015 αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθ. 21516/2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης που δίκασε ως Εφετείο, επί της από 8.1.2010, με αριθμό καταθέσεως 23/11.1.2010 έφεσης του εναγομένου αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ με την επωνυμία Περιφερειακός Σύνδεσμος Φορέων Διαχείρισης Στερεών Αποβλήτων (ΦΟΣΔΑ) Κεντρικής Μακεδονίας ως καθολικού διαδόχου του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Σύνδεσμος ΟΤΑ Ν.Θεσσαλονίκης". Με την προσβαλλομένη απόφαση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η ανωτέρω έφεση κατά της υπ' αριθ. 5274/2009 απόφασης του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγινε δεκτή κατ' ουσίαν η από 20.12.2008, με αριθμό καταθέσεως 15727/2008 αγωγή των αναιρεσιβλήτων και υποχρεώθηκε το αναιρεσείον να καταβάλει στους αναιρεσιβλήτους τα αναφερόμενα σ' αυτή ποσά, που αντιστοιχούν στη μισθολογική παροχή των ετών 2007 και 2008 που προβλέπεται στο άρθρ. 14 παρ. 2 Ν. 3016/2002, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 4 και 22 παρ. 1 του Συντ. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 Κ.Πολ.Δ.) Επομένως πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
Η διάταξη του όρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι "Οι 'Ελληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου", καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των πολιτών έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, δεσμεύει και υποχρεώνει τον κοινό νομοθέτη, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων.
Επομένως, αν γίνει από τον νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτή, κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή που εισάγει την αδικαιολόγητη δυσμενή μεταχείριση είναι ανίσχυρη, ως αντισυνταγματική.
Τα ίδια ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς, μισθωτό, οπότε στην περίπτωση κατά την οποία διαπιστώνεται αδικαιολόγητη διάκριση, τα δικαστήρια επιδικάζουν την παροχή αυτή και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρούνται. Η παροχή όμως αυτή θα πρέπει να είναι νόμιμη, διότι εάν αυτή χορηγήθηκε κατά παράβαση του Συντάγματος, των νόμων ή της δι' αυτών χορηγούμενης εξουσιοδότησης προς τη Διοίκηση, επέκταση αυτής και σε άλλη κατηγορία μισθωτών δεν είναι επιτρεπτή, διότι ισότητα στην παρανομία δεν νοείται.
Ειδικότερα, όταν παρέχεται από τον νόμο εξουσία στη. διοικητική αρχή να ρυθμίζει θέματα με την έκδοση κανονιστικής πράξης, παράλειψη οφειλόμενης νόμιμη ενέργειας, κατ' αρχήν, δεν υφίσταται, διότι η εκτίμηση της σκοπιμότητας για την έκδοση ή μη κανονιστικής πράξης και για τον χρόνο έκδοσης αυτής, ανήκει στην ανέλεγκτη από το δικαστή κρίση της Διοίκησης.
Εξαίρεση από την αρχή αυτή υπάρχει, είτε όταν η νομοθετική εξουσιοδότηση επιβάλλει την υποχρέωση για την έκδοση της κανονιστικής πράξης, εφόσον συντρέχουν ορισμένες αντικειμενικές προϋποθέσεις ή εντός ορισμένης προθεσμίας, είτε όταν η υποχρέωση της Διοίκησης να προβεί σε κανονιστική ρύθμιση προκύπτει ευθέως από το Σύνταγμα.
Εξάλλου, με τις διατάξεις του Ν. 2733/1955 (Κεφάλαιο Α') εισήχθη ο θεσμός των συλλογικών διαπραγματεύσεων για τη σύναψη συλλογικών συμβάσεων εργασίας στη Δημόσια Διοίκηση. Κατά το άρθρο 3 παρ. 1 του νόμου αυτού η συλλογική σύμβαση εργασίας ρυθμίζει τους όρους και τις συνθήκες απασχόλησης των υπαλλήλων για τα θέματα που προβλέπονται στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνονται και θέματα μισθών.
Στο όρθρο 13 με τον τίτλο, "Συλλογικές συμφωνίες" προβλέπονται στις παρ.1 και 2 τα ακόλουθα: "1. Συλλογική διαπραγμάτευση για τη ρύθμιση ζητημάτων των όρων και συνθηκών απασχόλησης των υπαλλήλων που δεν ρυθμίζονται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο όρθρο 3 του παρόντος λόγω συνταγματικών περιορισμών (όπως είναι ιδίως ζητήματα μισθών, συντάξεων, σύστασης οργανικών θέσεων, προσόντων, τρόπου διορισμού, κ.λ.π.) μπορεί να καταλήγει σε συλλογική συμφωνία. 2.
Η συμφωνία αυτή δεν αποτελεί συλλογική σύμβαση εργασίας, συνεπάγεται όμως για το Δημόσιο ή Ν.Π.Δ.Δ. ή Ο.Τ.Α., α) είτε την έκδοση κανονιστικών πράξεων, εφόσον τα θέματα της συμφωνίας μπορεί να ρυθμιστούν κανονιστικώς βάσει υπάρχουσας σχετικής εξουσιοδότησης νόμου, β) είτε: την προώθηση σχετικής νομοθετικής ρύθμισης των θεμάτων της συμφωνίας.
Αντικείμενο του περιεχομένου της συμφωνίας μπορεί να αποτελεί και ο χρόνος υλοποίησης της δέσμευσης για την έκδοση κανονιστικών πράξεων ή προώθησης νομοθετικών ρυθμίσεων, κατά περίπτωση". Στη συνέχεια με το άρθρο 14 με τον τίτλο "Υλοποίηση συλλογικών συμφωνιών" του ν. 3016/2002 "για την εταιρική διακυβέρνηση, θέματα μισθολογίου και άλλες διατάξεις", ορίσθηκαν τα εξής: "1.
Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού ρυθμίζονται τα θέματα των συλλογικών συμφωνιών που συνάπτονται κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 13 του ν. 2738/1999 και αφορούν θέματα μισθών και αμοιβών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που υπεγράφησαν το 2001. 2.
Με όμοιες αποφάσεις οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου είναι δυνατόν να επεκτείνονται εν όλω ή εν μέρει και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) και λοιπών νομικών/ προσώπων δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ) που δεν συμμετείχε στη σύναψη των συλλογικών συμφωνιών του άρθρου 13 του ν. 2738/1999 και μέχρι του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ. 3.
Αν καταβάλλονται οποιουδήποτε είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές, που υπολείπονται του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ, επιτρέπεται να χορηγείται μόνο η διαφορά μέχρι του ποσού αυτού. Οι ρυθμίσεις αυτές όσον αφορά το προσωπικό των ΟΤΑ και το προσωπικό των λοιπών ΝΠΔΔ περιορίζονται στις υφιστάμενες από τον προϋπολογισμό τους δυνατότητες. 4.
Με τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου αυτού κοινές υπουργικές αποφάσεις καθορίζονται ειδικότερα: α) Οι δικαιούχοι των παροχών και το ύφος τους, λαμβάνοντας υπόψη για τη χορήγηση ή μη των παροχών αυτών το συνολικό ποσό των καταβαλλομένων μηνιαίων αποδοχών και λοιπών παροχών, επιδομάτων και αποζημιώσεων από οποιαδήποτε πηγή, β) οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι περιορισμοί για τη χορήγηση των ανωτέρω παροχών, η διαδικασία και ο χρόνος καταβολής, καθώς και ο τρόπος αντιμετώπισης της σχετικής δαπάνης, γ) κάθε άλλη.
αναγκαία λεπτομέρεια για τη χορήγηση τους... 5. 6. Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν από 1.1.2002". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι οι Υπουργοί Οικονομίας και Οικονομικών, Δημόσιος Διοίκησης και Αποκέντρωσης και ο κατά περίπτωση αρμόδιος Υπουργός, δεν είχαν υποχρέωση, αλλ' απλώς διακριτική ευχέρεια να εκδώσουν, μετά από εκτίμηση της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας, κοινές υπουργικές αποφάσεις, με τις οποίες να επεκτείνουν εν όλω ή εν μέρει, τις ευνοϊκές μισθολογικές ρυθμίσεις που προβλέπονται από κοινές υπουργικές αποφάσεις, εκδιδόμενες δυνάμει συλλογικών συμφωνιών κατά την παράγραφο 1 και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, που δεν συμμετείχαν τη σύναψη συλλογικών συμφωνιών.
Σε περίπτωση δε επέκτασης των ευνοϊκών αυτών μισθολογικών ρυθμίσεων, οι ανωτέρω Υπουργοί είχαν περαιτέρω διακριτική ευχέρεια, κατ' εκτίμηση, επίσης, της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας να καθορίσουν το ύψος της πρόσθετης μισθολογικής παροχής, η οποία πάντως δεν μπορούσε να υπερβαίνει το ποσό των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ.
Δηλαδή, προϋπόθεση για τη χορήγηση πρόσθετης μισθολογικής παροχής κατ' εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης ήταν, ενόψει των οριζομένων στην παράγραφο 3 του ίδιου ως άνω άρθρου 14 του ν. 3016/2002 και του σκοπού της ρύθμισης που συνίσταται κατά τα αναφερόμενα στη σχετική εισηγητική έκθεση, στην ενίσχυση των χαμηλόμισθων υπαλλήλων να μη λαμβάνει ο υπάλληλος οποιαδήποτε άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή ίση ή ανώτερη με το ανωτέρω ποσό.
Σε περίπτωση δε υπαλλήλων που ελάμβαναν άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή, μικρότερη από το ποσό αυτό (των 176 ευρώ), ήταν επιτρεπτό να χορηγηθεί, με τις ανωτέρω Υπουργικές αποφάσεις, μόνον η διαφορά έως το εν λόγω ποσό. Ενόψει των ανωτέρω δε συνιστά παραβίαση των προαναφερομένων διατάξεων η παράλειψη της Διοίκησης να ασκήσει την προβλεπόμενη από τις διατάξεις αυτές- κανονιστική αρμοδιότητα, με την έκδοση υπουργικής απόφασης για την επέκταση της χορήγησης της ένδικης παροχής και, πάντως, δεν ήταν επιτρεπτή η χορήγηση σε υπαλλήλους, οι οποίοι ελάμβαναν οποιουδήποτε είδους άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή ίση ή ανώτερη του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ (Ολ.
ΣτΕ 95/2013). Η δε τυχόν κατά παράβαση των εξουσιοδοτικών διατάξεων του άρθρου 14 παρ. 2, 3 και 4 του Ν. 3015/2002, συστηματική έστω, έκδοση κοινών υπουργικών αποφάσεων, για τη χορήγηση της ειδικής παροχής των 176 ευρώ σε διάφορες κατηγορίες υπαλλήλων, του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, συνιστά μη επιτρεπόμενη από το Σύνταγμα τροποποίηση των εξουσιοδοτικών ως άνω διατάξεων εκ μέρους της Διοίκησης και δεν μπορεί να μεταβάλει τη φύση της ειδικής αυτής παροχής, σε γενική προσαύξηση των αποδοχών όλων των ανωτέρω υπαλλήλων.
Εάν ο νομοθέτης ήθελε την παροχή αυτή ως γενική προσαύξηση των αποδοχών όλων των υπαλλήλων που υπάγονται στο ενιαίο μισθολόγιο της Δημόσιας Διοίκησης θα το όριζε ρητά και δεν θα παρείχε σ' αυτή, με εξουσιοδοτικές διατάξεις τυπικού νόμου, τη διακριτική ευχέρεια, υπό τις προεκτεθείσες και μόνο προϋποθέσεις, να εκδώσει κανονιστικές πράξεις για τη χορήγησή της.
Ακολούθως, με το άρθρο 28 παρ. 4 του ν. 3205/2003 "μισθολογική ρύθμιση λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, μονίμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος και άλλες συναφείς διατάξεις" καταργήθηκε από 1.1.2004 (άρθρο 56 του νόμου αυτού), εκτός των άλλων, το άρθρο 14 του Ν. 3016/2002. (ΦΕΚ Α' 110) και όλες οι κοινές υπουργικές αποφάσεις που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του".
Με το άρθρο 24 παρ. 3 του ίδιου νόμου 3205/2003 ορίσθηκε ότι Tα θέματα που ρυθμίζονται με τον νόμο αυτόν δεν αποτελούν αντικείμενο συλλογικών διαπραγματεύσεων και ότι η χορήγηση οποιωνδήποτε άλλων παροχών ή αποζημιώσεων εν γένει, πέραν των προβλεπομένων στον νόμο αυτόν, επιτρέπεται μόνο με τροποποίηση των διατάξεων του και με την παρ. 2 του ίδιου όρθρου του νόμου αυτού ορίσθηκε ότι, "...ποσά που καταβάλλονται μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, σύμφωνα με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση ταυ άρθρου 14 του ν. 3016/2002, ως ειδική παροχή, διατηρούνται ως προσωπική διαφορά μειούμενη από οποιαδήποτε μελλοντική χορήγηση νέου επιδόματος, παροχής ή αποζημιώσεως ή από αύξηση του κινήτρου απόδοσης του άρθρου 12 του ίδιου νόμου.
Οι ανωτέρω κοινές υπουργικές αποφάσεις καταργούνται από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου... Μετά την 31-12-2003 δεν καταβάλλεται σωρευτικά η ως άνω προσωπική διαφορά μαζί με οποιαδήποτε πρόσθετη μισθολογική παροχή που συμψηφιζόταν με αυτή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14 του ν. 3015/2002 και τις κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσες κοινές υπουργικές αποφάσεις...".
Από τις αμέσως παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι με την κατάργηση του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, καθώς και των κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθεισών ΚΥΑ, για να μη χειροτερεύσει η μισθολογική κατάσταση των χαμηλόμισθων υπαλλήλων από 1-1-2004, οι ο-ποίοι ελάμβαναν μέχρι την 31-12-2003 την ειδική παροχή των 176 ευρώ, με βάση κοινές υπουργικές-, αποφάσεις που είχαν εκδοθεί, διατηρήθηκε η ειδική, αυτή παροχή, ως προσωπική διαφορά για τους υπαλλήλους αυτούς, υπό την προϋπόθεση ότι αυτοί δεν ελάμβαναν άλλη πρόσθετη παροχή ίση ή μεγαλύτερη του ποσού των 176 ευρώ, η οποία συμψηφιζόταν με την παροχή αυτή, μειούμενη σε περίπτωση χορήγησης οποιασδήποτε μελλοντικής παροχής ή νέου επιδόματος ή αποζημιώσεως ή αύξησης του κινήτρου απόδοσης.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 3 του Ν. 3336/2005, με τον τίτλο "Εισοδηματική πολιτική έτους 2005" που ορίζει ότι, "Οι υπάλληλοι του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, οι οποίοι διορίσθηκαν ή μετατάχθηκαν μετά την 1-1-2004 σε Υπηρεσίες, στους υπαλλήλους των οποίων χορηγούνται τα ποσό που διατηρήθηκαν ως προσωπική διαφορά με τη διάταξη της παρ. 2 ταυ άρθρου 14 του Ν. 3205/2003, δικαιούνται την καταβολή της προσωπικής διαφοράς με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις που τη λαμβάνουν και οι υπόλοιποι υπάλληλοι των Υπηρεσιών αυτών.
Η διάταξη αυτή έχει εφαρμογή από 1-1-2005", προκύπτει ότι απαραίτητη προϋπόθεση για τη χορήγηση ως προσωπικής διαφοράς, της ειδικής παροχής των 176 ευρώ, σε υπαλλήλους που διορίσθηκαν ή μετατάχθηκαν μετά την 1-1-2004 σε Υπηρεσίες που διατηρήθηκε ως προσωπική διαφορά η παροχή των 176 ευρώ, είναι να τη λαμβάνει το προσωπικό των Υπηρεσιών αυτών, καθώς και η νόμιμη χορήγηση της στο προσωπικό αυτό, διότι αν το τελευταίο λαμβάνει την προσωπική διαφορά χωρίς να συντρέχουν οι νόμιμοι όροι και προϋποθέσεις για την απόληψη της, μεταξύ των οποίων είναι να μη λαμβάνει άλλες πρόσθετες παροχές, ίσες ή ανώτερες του ποσού των 176 ευρώ, που συμψηφίζονται με την παροχή αυτή, οι διορισθέντες ή μεταταχθέντες στις Υπηρεσίες αυτές δεν τη δικαιούνται από 1-1-2005, με βάση την αρχή της ισότητας, διότι, όπως προαναφέρθηκε, ισότητα στην παρανομία δεν νοείται.
Πρέπει να σημειωθεί ότι με βάση την προαναφερθείσα εξουσιοδοτική διάταξη του όρθρου 14 του Ν. 3016/2003, ενόσω ίσχυε, και αφού είχαν προηγηθεί ειδικές συλλογικές συμφωνίες του Ελληνικού Δημοσίου με τους αντίστοιχους κλάδους υπαλλήλων, εκδόθηκαν πολλές κοινές Υπουργικές Αποφάσεις (ΚΥΑ), με τις οποίες χορηγήθηκε η παραπάνω παροχή, ύψους 88 ευρώ μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 και 176 ευρώ από 1-7-2002, σε μεγάλο αριθμό υπαλλήλων, με σχέση δημοσίου και ιδιωτικού ή δικαίου του Ελληνικού Δημοσίου των OTA και των ΝΠΔΔ, των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του ν. 2470/1997, καθώς και στους αποσπασμένους ή τοποθετούμενους από άλλα Υπουργεία, ΟΤΑ και λοιπά ΝΠΔΔ., χωρίς να εξαρτάται η χορήγηση της παροχής αυτής από τη μη καταβολή πρόσθετων μισθολογικών παροχών.(ΑΠ Ολομ. 16/2015,ΑΠ 490/2019, ΑΠ 355/2018).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται όταν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν είχαν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή είτε ως κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με την μορφή διατακτικού.
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δραστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφήρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφήρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 6/2019, Ολ.ΑΠ 7/2006, ΑΠ 19/2017, ΑΠ 130/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (άρθρ. 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την ένδικη από 20.12.2008, αγωγή τους ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, οι ενάγοντες ήδη αναιρεσίβλητοι εξέθεσαν ότι οι 1ος, 8ος, 11ος, 14ος, 17ος, 21ος, 22ος, 23ος, 25ος, 28ος, 34ος, 35ος, 36ος, 38ο, 43ος, 46ος και 47η από αυτούς εργάζονται ως υπάλληλοι στο εναγόμενο ΝΠΔΔ με την επωνυμία ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΩΝ ΤΟΠΙΚΗΣ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΕΩΣ ΝΟΜΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ" στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του οποίου ως καθολικός διάδοχος υπεισήλθε το αναιρεσείον ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Περιφερειακός Σύνδεσμος Φορέων Διαχείρισης Στερεών Αποβλήτων (ΦΟΔΣΑ) Κεντρικής Μακεδονίας", από το αναφερόμενο χρονικό σημείο, με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, οι οποίες συνεχίστηκαν με διαδοχικές συμβάσεις και για τους 20ο και 32ο αναγνωρίστηκαν ως συμβάσεις αορίστου χρόνου, ότι οι υπόλοιποι από τους παρισταμένους αναιρεσίβλητους εργάζονται ως υπάλληλοι και εργάτες από το αναφερόμενο για τον καθένα χρονικό σημείο, με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, υπαγόμενοι όλοι μισθολογικά στο καθεστώς του Ν.2470/1997 και στη συνέχεια του Ν. 3205/2003 και ζήτησαν να υποχρεωθεί το εναγόμενο ΝΠΔΔ να καταβάλει στην 47η από αυτούς Χ.
Ε. το ποσό των 3.344 ευρώ και σε καθένα από τους λοιπούς εκείνο των 4.928 ευρώ ως πρόσθετη μηνιαία ειδική παροχή των 176 ευρώ μηνιαίως του άρθρου 14 παρ. 2 Ν. 3016/2002, για το χρονικό διάστημα από 1.1.2007 μέχρι και τις 31.12.2008, η οποία, χορηγηθείσα, κατά τα περαιτέρω στην αγωγή διαλαμβανόμενα, με πληθώρα ΚΥΑ σε ετερόκλητες κατηγορίες υπαλλήλων του Δημοσίου κλπ, που υπάγονται στο ανωτέρω μισθολογικό καθεστώς, αδιακρίτως του είδους, των συνθηκών εργασίας και της υπηρεσιακής τους κατάστασης, έχουσα προσλάβει τον χαρακτήρα αμοιβής, λειτουργούσης αθροιστικά προς την ενιαία μισθολογική βάση του Ν.2470/1997 και αποτελεί πλέον γενικό κανόνα για όλους ανεξαρτήτως τους υπαλλήλους, που υπάγονται στις διατάξεις του νόμου αυτού και προσαυξάνει τις αποδοχές τους, χωρίς άλλη προϋπόθεση δικαίου και ότι κατά παράβαση της αρχής της ισότητας δεν χορηγήθηκε και σε αυτούς αν και συντρέχουν στο πρόσωπό τους οι προϋποθέσεις για τη χορήγησή τους.
Το Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης κρίνοντας επί της αγωγής αυτής, την οποία θεμελίωσε κατ' εκτίμηση στο άρθρα 4 και 22 του Συντάγματος, 14 Ν. 3016/20002 και 24 παρ. 2 Ν. 3205/2003, δέχθηκε την αγωγή και ως ουσιαστικά βάσιμη και υποχρέωσε το εναγόμενο νομικό πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου, να καταβάλει στους άνω ενάγοντες τα αναφερόμενα σ' αυτή ποσά, νομιμοτόκως.
Ακολούθως το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, που επελήφθη της υποθέσεως, ύστερα από έφεση του εναγομένου ΝΠΔΔ, με την προσβαλλομένη απόφασή του και όπως από αυτή προκύπτει δέχθηκε ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι δικαιούνται την επίδικη παροχή του άρθρ. 14 παρ. 2 Ν. 3016/2002, ανεξάρτητα από την απόληψη άλλων ειδικών επιδομάτων, που δικαιολογημένα καταβάλλονται σ' αυτούς ως εργαζόμενους στο εναγόμενο ΝΠΔΔ, ενόψει των ειδικών συνθηκών εργασίας τους, ότι παρά ταύτα οι ενάγοντες κατά το επίδικο διάστημα δεν έλαβαν την επίδικη μισθολογική παροχή, η χορήγηση της οποίας συνιστά ευθεία και γενική αύξηση των αποδοχών των υπαλλήλων του Δημοσίου κλπ, που υπάγονται στο ενιαίο μισθολογικό πλαίσιο, και ως εκ τούτου η μη χορήγησή της συνιστά παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας, δεδομένου ότι έχει χορηγηθεί σε ετερόκλητες κατηγορίες μισθωτών, χωρίς ειδικές προϋποθέσεις και χωρίς συνάρτηση προς το είδος, τη θέση και τις συνθήκες της παρεχομένης εργασίας, με αποτέλεσμα η χορήγησή τους να έχει προσλάβει χαρακτήρα επιμισθίου εργασίας, δηλαδή γενικής προσαύξησης των τακτικών αποδοχών όλων των εργαζομένων και ότι επομένως οι ενάγοντες, που υπάγονται στο ίδιο μισθολογικό καθεστώς, δικαιούνται την εν λόγω παροχή με βάση την αρχή της ισότητας και επικυρώνοντας έτσι την πρωτόδικη απόφαση, απέρριψε την έφεση του εναγομένου.
Με την κρίση του όμως αυτή, το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, με το να δεχθεί την αγωγή ως νόμιμη και βάσιμη, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 4 παρ.1 του Συντάγματος, 14 του νόμου 3016/2002 και 24 παρ. 2 του ν. 3205/2003, καθόσον η παροχή του άρθρου 14 δεν συνιστά ευθεία και γενική αύξηση των αποδοχών όλων των υπαλλήλων του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ (απασχολουμένων με σχέση δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου), με μόνη προϋπόθεση την υπαγωγή αυτών στο ενιαίο μισθολόγιο του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης, ούτε έχει προσλάβει το χαρακτήρα επιμισθίου εργασίας, δηλαδή γενικής προσαύξησης των τακτικών αποδοχών τους σωρευτικά με την ενιαία και απρόσβλητη μισθολογική τους βάση, ώστε κατ' εφαρμογή της ίδια συνταγματικής αρχής να αξιώνεται κατά τούτο η επέκτασή της και στους αναιρεσίβλητους, αλλά αποτελεί ειδική παροχή μη εξομοιούμενη με μισθό και παρέχεται μόνο σε υπαλλήλους, οι οποίοι πληρούν τις προϋποθέσεις που τάσσει το άρθρο 14 Ν. 3016/2002, ανεξαρτήτως αν η παροχή αυτή χορηγείται παρανόμως σε ορισμένες κατηγορίες υπαλλήλων, διότι δεν μπορεί να θεμελιωθεί στην συνταγματική αρχή της ισότητας δικαίωμα των διοικουμένων και αντίστοιχη υποχρέωση της διοικήσεως για την επέκταση μη νόμιμης δράσεως της διοικήσεως.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του καθώς και ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, ενιαίως κρινόμενοι, που προσάπτουν στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια του άρθρου 560 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., είναι βάσιμοι. Ενόψει όλων αυτών πρέπει να γίνουν δεκτοί οι λόγοι αυτοί και να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναίρεσης, ως προς τους 1ο, 2ο, 3ο, 4η, 5ο, 8ο, 9ο, 10η, 11ο, 12η, 14ο, 15ο, 16ο, 17ο, 19ο, 20ο, 21ο , 22ο, 23ο , 24ο, 25ο, 26ο, 28ηα, 29ο, 30, 31ο, 32ο, 33ο, 34ο, 35ο , 36ο, 38η, 39ο, 41ο, 42ο, 43ο , 45ο και 46η των αναιρεσιβλήτων.
Μετά την αναίρεση, ενόψει του ότι δεν απαιτείται περαιτέρω διερεύνηση πρέπει να κρατηθεί και να δικασθεί η υπόθεση από το παρόν δικαστήριο (άρθρ. 580 παρ. 3 εδ. α' Κ.Πολ.Δ.) να ερευνηθεί κατ' ουσίαν η ασκηθείσα από το αναιρεσείον έφεση, να γίνει αυτή δεκτή κατά την παραδοχή του σχετικού λόγου της που αναφέρεται στη νομική βασιμότητα της αγωγής, ως προς του άνω εφεσιβλήτους, να εξαφανιστεί η απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, κατά το μέρος που δέχθηκε την αγωγή ως προς τους προαναφερόμενους αναιρεσίβλητους - ενάγοντες και να απορριφθεί η αγωγή ως μη νόμιμη, ως προς αυτούς.
Τέλος, πρέπει οι ως άνω αναιρεσίβλητοι να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος που κατέθεσε προτάσεις, τόσο της αναιρετικής δίκης, όσο και για τον πρώτο και δεύτερο βαθμούς δικαιοδοσίας, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος λόγω της ήττας τους (άρθρ. 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.) μειωμένα κατ' άρθρο 281 παρ.2 και 276 Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του Ν. 3463/2006,κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ το χωρισμό της υποθέσεως ως προς τους 6ο, 7ο, 13ο, 18η, 27η, 28βη και 28γ, 37ο, 40ο και 44ο των αναιρεσιβλήτων.
ΚΗΡΥΣΣΕΙ απαράδεκτη τη συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως ως προς τους ως άνω αναιρεσιβλήτους.
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ. 21516/2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως Εφετείο, ως προς τους 1ο, 2ο, 3ο, 4η, 5ο, 8ο, 9ο, 10ο, 11ο, 12ο, 14ο, 15ο, 16ο, 17ο, 19ο, 20ο, 21ο, 22ο, 23ο, 24ο, 25ο, 26ο, 28ηα, 29ο, 30ο, 31ο, 32ο, 33ο, 34ο, 35ο, 36ο, 38η, 39ο, 41ο, 42ο, 43ο, 45ο, 46η των αναιρεσιβλήτων.
ΚΡΑΤΕΙ και δικάζει την υπόθεση, κατά το άνω μέρος της.
ΔΕΧΕΤΑΙ ως κατ' ουσία βάσιμη την από 8.1.2010, με αριθμό καταθέσεως 23/2010 έφεση του εκκαλούντος - εναγομένου - αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ, ως προς τους ως άνω εφεσιβλήτους - ενάγοντες - αναιρεσιβλήτους.
ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την υπ' αριθμ. 5247/2009 απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, κατά το άνω μέρος της.
ΔΙΚΑΖΕΙ την από 20.12.2008, με αριθμό καταθέσεως 15727/2008 αγωγή.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αγωγή ως προς τους ως άνω ενάγοντες - αναιρεσιβλήτους.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους ως άνω ενάγοντες - αναιρεσιβλήτους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του εναγομένου - αναιρεσείοντος τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων τετρακοσίων (1.400) ευρώ για την αναιρετική δίκη και στο ποσό των δύο χιλιάδων εκατό (2.100) για τον πρώτο και δεύτερο βαθμούς δικαιοδοσίας.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Ιουνίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Οκτωβρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ