1037/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου, Χρήστο Βρυνιώτη και Γεώργιο Χοϊμέ, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1037/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Full text
Απόφαση 1037 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1037/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου, Χρήστο Βρυνιώτη και Γεώργιο Χοϊμέ, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Απριλίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) Α. Α. του Ι., κατοίκου ... και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Αρνέλλο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Κ. του Κ., για τον ίδιο ατομικά και ως ασκούντος τη γονική μέριμνα της ανήλικης Ε. Κ., 2) Α. Β. του Ε., συζ. Ι. Κ., για την ίδια ατομικά και ως ασκούσας τη γονική μέριμνα της ανήλικης Ε. Κ., κατοίκων ..., 3) Κ. Κ. του Δ., 4) Σ. Κ. του Ι., κατοίκων ... και 5) Η. Β. του Α., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Αθηναίου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-9-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σάμου.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 87/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 14/2016 του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου (μεταβατική έδρα Σάμου).
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 10-7-2017 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Γεώργιο Χοϊμέ, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ. β’ και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 ΑΚ, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ’ αρχήν, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ’ ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημίωσης ή τη μείωση του ποσού της, κατά το πιο πάνω άρθρο 300 ΑΚ.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ενώ η κρίση για το αν πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ, για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας.
Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό - τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ’ άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια.
Περαιτέρω, σε περίπτωση αυτοκινητικού ατυχήματος, μόνη η από τον οδηγό αυτοκινήτου παραβίαση διάταξης του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας δεν αρκεί για να θεμελιώσει πταίσμα αυτού για το ατύχημα, χωρίς τη διαπίστωση ότι η παράβαση αυτή συνετέλεσε στο βλαπτικό αποτέλεσμα, όπως επίσης και μόνη η τήρηση των ελάχιστων υποχρεώσεων που επιβάλλει ο ΚΟΚ στους οδηγούς των οχημάτων κατά την οδήγησή τους δεν αίρει την υποχρέωσή τους να συμπεριφέρονται και πέραν των ορίων τούτων, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν για την αποτροπή ζημιογόνου γεγονότος ή τη μείωση των επιζήμιων συνεπειών (ΑΠ 1670/2017, ΑΠ 423/2011, ΑΠ 770/2005, ΑΠ 1081/2002).
Δηλαδή, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθ’ εαυτήν υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του αποτελέσματος που επήλθε.
Με τα άρθρα 12 και 19 του ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), ορίζονται υποχρεώσεις και κανόνες προς τους οποίους πρέπει να συμμορφώνεται ο οδηγός κάθε οχήματος, προκειμένου να αποφεύγονται, κατά το δυνατό, ατυχήματα πεζών και οχημάτων. Ειδικότερα: α) Αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά που είναι ενδεχόμενο να εκθέσει σε κίνδυνο ή να παρεμβάλλει εμπόδια στην κυκλοφορία, να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα ή ζώα ή να προκαλέσει ζημιές σε δημόσιες ή ιδιωτικές περιουσίες.
Οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή... (12 παρ. 1). β) Ο οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς (19 παρ. 1). γ) Ο οδηγός επιβάλλεται να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματός του, λαμβάνων συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες, ιδιαίτερα δε τη διαμόρφωση του εδάφους, την κατάσταση και τα χαρακτηριστικά της οδού, την κατάσταση και το φορτίο του οχήματός του, τις καιρικές συνθήκες και τις συνθήκες κυκλοφορίας κατά τρόπον, ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού.
Υποχρεούται επίσης να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του και, σε περίπτωση ανάγκης, να διακόπτει την πορεία του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν (19 παρ. 2) και δ) Ιδιαίτερα, ο οδηγός επιβάλλεται να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του, μεταξύ άλλων, πλησίον των ισόπεδων οδικών κόμβων, ανεξάρτητα αν υπάρχει σήμανση από πλευράς προτεραιότητας διέλευσης ή και σηματοδότηση και γενικά σε κάθε άλλη ειδική περίπτωση που επιβάλλεται ο μετριασμός αυτός (19 παρ. 3).
Έτσι, κατά τις περιστάσεις, μπορεί να κριθεί συνυπαίτιος και ο οδηγός, ο οποίος πλησιάζοντας σε ισόπεδο οδικό κόμβο, ήτοι, κατά τον ορισμό του άρθρου 2 του ΚΟΚ, "κάθε ισόπεδη συμβολή, διακλάδωση ή διασταύρωση οδών, συμπεριλαμβανομένων και των ελεύθερων χώρων που σχηματίζονται από αυτές", αν και είχε την προτεραιότητα, κατά παράβαση των παραπάνω διατάξεων και των άρθρων 330 και 914 ΑΚ, δεν οδηγούσε το όχημά του με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, ρυθμίζοντας την ταχύτητα, ώστε να αποφύγει τυχόν ατύχημα επί του κόμβου (ΑΠ 39/2013).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών... Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.
Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η εν λόγω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ’ αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.
Στην εξεταζόμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αιγαίου (Μεταβατική Έδρα Σάμου), με την πληττόμενη 14/2016 απόφασή του, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 666, 667 και 670 έως 676 (681Α) ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν τότε, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), σχετικά με τα ζητήματα των συνθηκών πρόκλησης του επίδικου τροχαίου ατυχήματος και της υπαιτιότητας των δύο οδηγών που είχαν εμπλοκή σε αυτό, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: [Στις 23-9-2011 και περί 17.20’ η πρώτη εναγομένη, Ά.
Α., οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας ... ιδιωτικής χρήσεως επιβατηγό αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής TOYOTA, μοντέλο PAV4, ιδιοκτησίας της ίδιας, που ήταν ασφαλισμένο για την αστική ευθύνη, που θα προκαλούσε σε τρίτους κατά τη λειτουργία του, στη δεύτερη των εναγομένων ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "Ανώνυμη Ελληνική Εταιρεία γενικών ασφαλειών ...", επί του οικισμού ..., με κατεύθυνση από την τοποθεσία "..." προς την παιδική χαρά του οικισμού.
Ο δρόμος αυτός, σύμφωνα με το σχεδιάγραμμα της τροχαίας, ήταν μονής κατεύθυνσης, πλάτους 5,93 μέτρων, η κατάσταση της οδού ήταν ξηρά και πεπατημένη και η κυκλοφορία οχημάτων και πεζών ήταν αραιή, ενώ ο καιρός στο σημείο ήταν καλός. Η ορατότητα στο σημείο ήταν περιορισμένη από δεξιά πριν τη διασταύρωση, επί του ρεύματος στο οποίο κινούνταν η εναγομένη, λόγω ύπαρξης δέντρων, πυλώνα της ΔΕΗ και σταθμευμένων οχημάτων, ενώ το όριο ταχύτητας στον συγκεκριμένο δρόμο ήταν 50 χ.α.ω.
Η ανωτέρω οδηγός έβαινε στο δεξιό μέρος του οδοστρώματος, με ταχύτητα, η οποία, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ανερχόταν σε 30 χ.α.ω. Κατά τον ίδιο χρόνο ο Κ. Κ. του Ι., 14 ετών, υιός του πρώτου και της δεύτερης των εναγόντων, αδερφός της τρίτης και εγγονός των λοιπών εναγόντων, επέβαινε στο με αριθμό ... ποδήλατο, μάρκας ..., σε οδό διπλής κατεύθυνσης, πλάτους 7,70 μέτρων, εντός του οικισμού ..., με σκοπό στη διασταύρωση να επιχειρήσει ελιγμό προς τα δεξιά, προκειμένου να εισέλθει σε οδό μονής κατεύθυνσης προς το δημοτικό σχολείο του ..., με ταχύτητα, η οποία, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ανερχόταν σε 35 χ.α.ω.
Ο ανωτέρω οδηγός Κ. Κ., στην προσπάθειά του να διασχίσει τον δρόμο, όπου κινούνταν το όχημα της πρώτης εναγομένης, αναγκάστηκε, κατ’ αρχήν, να φέρει το δίκυκλο όχημα, επί του οποίου επέβαινε, προς το μέσο της οδού, όπου ο ίδιος κινούνταν, θέλοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο να αποφύγει το εμπόδιο που υπήρχε στο ρεύμα κυκλοφορίας του και αποτελούνταν από δύο βάρκες παρκαρισμένες στα δεξιά του οδοστρώματος, σύμφωνα και με το σχεδιάγραμμα της τροχαίας.
Ακολούθως, αν και στην πορεία του και πριν από τη διασταύρωση ήταν τοποθετημένη πινακίδα υποχρεωτικής διακοπής της πορείας (STOP), δεν διέκοψε, όπως όφειλε, την πορεία του οχήματός του πριν από την είσοδό του στη διασταύρωση για να ελέγξει την κίνηση των οχημάτων στην οδό που κινείτο η πρώτη εναγομένη και να παραχωρήσει προτεραιότητα στα κινούμενα επί της οδού αυτής αυτοκίνητα, αλλά συνέχισε την πορεία του και εισήλθε ανέλεγκτα στη διασταύρωση και, αφού παραβίασε την πινακίδα "STOP", που βρισκόταν στο δεξί άκρο της οδού, στην οποία κινούνταν, προφανώς λόγω της κακής ορατότητας στο σημείο εκείνο, ένεκα του προαναφερθέντος εμποδίου, σύμφωνα και με όσα αναφέρονται στην έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος, εισήλθε στην διασταύρωση με την οδό όπου κινούνταν το όχημα της πρώτης εναγομένης, τη στιγμή ακριβώς που το όχημα της τελευταίας βρισκόταν ήδη μέσα στη διασταύρωση.
Συνέπεια των ανωτέρω ήταν να χτυπήσει ο οδηγός του ποδηλάτου επάνω στο όχημα της πρώτης εναγομένης και συγκεκριμένα στο δεξί πλάγιο μέρος αυτού, να σπάσει ο ίδιος ο οδηγός του ποδηλάτου με το σώμα του τον δεξιό πλαϊνό υαλοπίνακα του χώρου αποσκευών του οχήματος της εναγομένης χωρίς να αντιληφθεί η πρώτη των εκκαλούντων από πού προερχόταν το κτύπημα παρά μόνο όταν ακινητοποιήθηκε το όχημά της μετά από 12 μέτρα από το σημείο της σύγκρουσης...
Το σημείο του ατυχήματος, δηλαδή το σημείο που προσέκρουσε με το κεφάλι του ο ποδηλάτης επί του αυτοκινήτου, ευρίσκεται σε απόσταση περί τα 1,80 μ. από τη νοητή ευθεία του δεξιού πεζοδρομίου ως προς την πορεία του ποδηλάτου και σε απόσταση 2,40 μ. εντός της οδού όπου κινείτο το αυτοκίνητο, το αυτοκίνητο κινείτο σε απόσταση 2,40 μ.
από το δεξί, ως προς την πορεία του πεζοδρόμιο (λόγω της στάθμευσης, δεξιά του, άλλων ΙΧΕ αυτοκινήτων), η δε οδός στην οποία κινείτο το ποδήλατο έχει πλάτος 7,70 μ. και η οδός στην οποία κινείτο το αυτοκίνητο έχει πλάτος 5,93 μ. και, κατά το χρόνο της πτώσης του ποδηλάτου στο πίσω πλαϊνό δεξί τμήμα του αυτοκινήτου (πίσω δεξί πλαϊνό παράθυρο του πορτμπαγκάζ), το τμήμα αυτό του αυτοκινήτου (οπίσθιο πλαϊνό δεξί) ευρίσκετο σε απόσταση περί τα 3,00 - 3,20 μ.
από τη νοητή ευθεία του αριστερού πεζοδρομίου της οδού, επί της οποίας κινείτο το ποδήλατο, και σε απόσταση 1,80 μ. περίπου από τη νοητή ευθεία του δεξιού πεζοδρομίου της ίδιας ως άνω οδού. Από το ανωτέρω ατύχημα επήλθε ο θάνατος του οδηγού του ποδηλάτου, ήτοι του Κ. Κ. του Ι., ο θάνατος του οποίου, σύμφωνα και με την ιατροδικαστική έκθεση, οφείλεται σε καρδιοαναπνευστική ανακοπή, απότοκο αιμορραγίας που οφείλεται σε διατομή αριστερής καρωτίδας.
Η πρώτη των εκκαλούντων, γεγονός που δεν αμφισβητήθηκε από καμία από τις διάδικες πλευρές, μόλις αντιλήφθηκε τι έχει συμβεί, ακινητοποίησε το όχημά της και προσπάθησε να παράσχει κάθε δυνατή βοήθεια προς το θύμα. Τα ανωτέρω περιστατικά προκύπτουν από τα διαλαμβανόμενα στα δημόσια έγγραφα που συνέταξαν αμέσως μετά το ατύχημα, τα αρμόδια όργανα της Τροχαίας Σάμου...όπου καταγράφονται τα προαναφερθέντα αντικειμενικά ευρήματα για τις συνθήκες κυκλοφορίας, την κατάσταση της οδού, την πορεία των οχημάτων, την τελική τους θέση, τις υλικές ζημίες αυτών και τα σημεία σύγκρουσης εκάστου οχήματος.
Ο αγωγικός ισχυρισμός ότι η ένδικη σύγκρουση έλαβε χώρα με διαφορετικό τρόπο και δη ότι η πρώτη των εκκαλούντων επεχείρησε απότομη στροφή προς τα δεξιά, καθώς απέναντί της και στα αριστερά της μετά την διασταύρωση ευρισκόταν σταθμευμένο επί ενός τρέιλερ ένα μεγάλο σκάφος, το οποίο και δεν της επέτρεπε να συνεχίσει να κινείται στην ίδια ευθεία και συγκρούσθηκε με το ποδήλατο που οδηγούσε ο θανών, η εμπρόσθια ρόδα του οποίου, εξαιτίας της ταχύτητας που είχε αναπτύξει το αυτοκίνητο, παρασύρθηκε και εγκλωβίστηκε από το κάτω μέρος της δεξιάς πλευράς του οχήματος, στη μέση της πόρτας του συνοδηγού, με αποτέλεσμα να το παρασύρει μαζί με τον αναβάτη κατά μήκος του αμαξώματος, ανασηκώνοντάς το και φέρνοντάς το στην ίδια φορά με την πορεία της, δεν αποδείχθηκε βάσιμος.
Τούτο δε, διότι, εάν η ένδικη σύγκρουση είχε λάβει χώρα, ως οι εφεσίβλητοι ισχυρίζονται, τότε οι συγκρουσθείσες επιφάνειες των δύο οχημάτων θα ήταν διαφορετικές και έρχεται σε αντίθεση προς το περιεχόμενο της κατάθεσης του αυτόπτη μάρτυρα Α. Κ.. Συγκεκριμένα δε στην περίπτωση αυτή το όχημα που οδηγούσε η πρώτη των εκκαλούντων θα έπρεπε να φέρει ζημίες και σ’ άλλα σημεία του αυτοκινήτου της, κάτι που δεν προκύπτει ούτε και από την επισκόπηση των φωτογραφιών, που απεικονίζουν τις συγκρουσθείσες επιφάνειες των δύο εμπλακέντων στην ένδικη σύγκρουση οχημάτων, των οποίων η γνησιότητα δεν αμφισβητήθηκε.
Οι καταθέσεις των μαρτύρων που περιέχονται στις ένορκες βεβαιώσεις που επικαλούνται οι εφεσίβλητοι (καθώς ουδείς των ενόρκως βεβαιούντων ήτο παρών κατά το χρόνο του ατυχήματος), η κατάθεση στο ακροατήριο του μάρτυρός των - τεχνικού των συμβούλου, και της εκθέσεως που ο ίδιος συνέταξε περί των συνθηκών του ατυχήματος, δεν κρίνονται πειστικές, δεδομένου ότι ουδείς μάρτυρας, πλην του προαναφερθέντος Α.
Κ., ήτο αυτόπτης και, επομένως, ουδείς (πλην του τελευταίου) γνωρίζει να βεβαιώσει τις συνθήκες του ατυχήματος (όσοι τυχόν προσέτρεξαν μεταγενεστέρως στον τόπο του ατυχήματος δεν είναι αυτόπτες), ενώ η έκθεση του τεχνικού των συμβούλου και η κατάθεσή του στο ακροατήριο είναι μη πειστική και έρχεται σε αντίθεση προς την έκθεση των διορισθέντων υπό της τροχαίας πραγματογνωμόνων και την κατάθεση του μη έχοντος συμφέρον από την έκβαση της δίκης αυτόπτη μάρτυρος Α.
Κ., στις οποίες το παρόν δικαστήριο στηρίζει κυρίως την κρίση του. Το ένδικο ατύχημα οφείλεται, κατά μερική παραδοχή της ένστασης περί συνυπαιτιότητας του ως άνω οδηγού του ποδηλάτου, που παραδεκτά προέβαλαν οι εκκαλούντες (εναγόμενοι) στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφέρουν και στο Δικαστήριο τούτο, σε συγκλίνουσα υπαιτιότητα των δύο παραπάνω οδηγών, που κατανέμεται σε ποσοστό 80% στον οδηγό του ποδηλάτου και 20% στην πρώτη των εκκαλούντων, και η οποία συνίσταται σε αμέλειά τους, δηλαδή στη μη καταβολή από αυτούς της επιμέλειας και προσοχής, που ο μετρίως συνετός και ευσυνείδητος οδηγός θα κατέβαλε κάτω από τις ίδιες περιστάσεις, κατά τους κανόνες της οδήγησης, της κοινής πείρας και της λογικής, αφού ο ποδηλάτης ήτο ο κατά νόμον υπόχρεος να σταματήσει προ του σήματος ΣΤΟΠ και να παραχωρήσει προτεραιότητα στο αυτοκίνητο (άρθρο 26 παρ. 1 και παρ. 4 ΚΟΚ), ο ποδηλάτης είναι αυτός που όφειλε να έχει στραμμένη την προσοχή του στην οδό, αλλά και να έχει μειώσει την ταχύτητά του, ώστε να αντιληφθεί την ύπαρξη του σήματος ΣΤΟΠ (άρθρο 12 παρ. 1 και 19 παρ. 1), ο ποδηλάτης είναι αυτός, που όφειλε να κινείται πλησίον του δεξιού άκρου του οδοστρώματος (άρθρο 16 παρ. 1 και 2 ΚΟΚ), ο ποδηλάτης είναι αυτός που όφειλε να ανακόψει την ταχύτητά του και να ελέγξει την διασταύρωση, πριν εισέλθει εις αυτήν, ώστε να αντιληφθεί το ευχερώς ορατό εντός της διασταύρωσης κινούμενο αυτοκίνητο και να το αποφύγει (26 παρ. 1 και 19 παρ. 1 και 2 ΚΟΚ).
Αντίθετα, αυτός, όταν έφθασε στη διασταύρωση των παραπάνω οδών, προτιθέμενος να εισέλθει στη διασταύρωση, προκειμένου να επιχειρήσει ελιγμό προς τα δεξιά, για να κατευθυνθεί προς το δημοτικό σχολείο του ..., στην ίδια διεύθυνση, όπου κινείτο το παραπάνω αυτοκίνητο, που οδηγούσε η πρώτη των εναγομένων, δεν διέκοψε, όπως όφειλε, την πορεία του οχήματός του, πριν από την είσοδό του στη διασταύρωση για να ελέγξει την κίνηση των οχημάτων στην οδό, που κινείτο η πρώτη των εφεσίβλητων, και να παραχωρήσει προτεραιότητα στο κινούμενο επί της οδού αυτής αυτοκίνητο της τελευταίας, παρότι στην πορεία του και πριν από τη διασταύρωση ήταν τοποθετημένη πινακίδα υποχρεωτικής διακοπής της πορείας (STOP), αλλά συνέχισε την πορεία του και εισήλθε χωρίς προηγούμενο έλεγχο στην εν λόγω διασταύρωση, με αποτέλεσμα να προσκρούσει στο δεξί πλάγιο μέρος αυτού, να σπάσει ο ίδιος ο οδηγός του ποδηλάτου με το σώμα του τον δεξιό πλαϊνό υαλοπίνακα του χώρου αποσκευών του οχήματος της εναγομένης, η οποία δεν μπόρεσε να αποφύγει τη σύγκρουση με κάποιο ελιγμό ή με τροχοπέδηση του αυτοκινήτου της και ακινητοποίησε το όχημά της δώδεκα (12) μέτρα μετά το σημείο της συγκρούσεως των.
οχημάτων. Συνυπαίτια, όμως, κατά το προαναφερόμενο ποσοστό 20%, είναι και η πρώτη των εκκαλούντων, οδηγός του παραπάνω με αριθμό κυκλοφορίας ... ιδιωτικής χρήσεως επιβατηγού αυτοκινήτου, η οποία, δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή της στην οδήγηση του αυτοκινήτου της ανάλογα με τις επικρατούσες συνθήκες και δη, αν και κινείτο σε δρόμο στον οποίο (υπάρχουν) πολλά εστιατόρια, σπίτια, πανσιόν και παρκαρισμένα αυτοκίνητα, από όπου ανά πάσα στιγμή μπορεί να (πεταχτεί) στο δρόμο κάποιο παιδί ή να (παρουσιαστεί) άλλο φυσικό εμπόδιο και απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή η διέλευσή του και ήταν Σεπτέμβριος μήνας με ιδιαίτερα αυξημένη κίνηση στον οικισμό του ..., ο οποίος αποτελεί δημοφιλή τουριστικό προορισμό, γεγονός το οποίο γνώριζε, αυτή αρκέστηκε στο γεγονός ότι δεν είχε ρυθμιστική πινακίδα (STOP) στη διασταύρωση, που ήταν μπροστά της, δεν προέβη καν στην ελάττωση της ταχύτητάς της, ενόψει της διέλευσής της απ’ αυτή αλλά τη διέσχισε και χωρίς να προβεί σε καμιά προσπάθεια να ελέγξει τη διέλευση επί της οδού, κατά παράβαση των άρθρων 12 παράγραφος 1, 19 παράγραφος 3 και 20 παράγραφος 1 του ν. 2696/1999 (ΚΟΚ).
Εάν το έπραττε θα είχε δει σε κάθε περίπτωση τον ποδηλάτη, καθώς αυτή κινούνταν στο μέσο του μονόδρομου και το ποδήλατο είχε λάβει ήδη κλίση προκειμένου να στρίψει δεξιά και θα μπορούσε μάλιστα να τον δει από το παρμπρίζ του οχήματός της χωρίς να χρειαστεί καν να στρίψει ιδιαίτερα το κεφάλι της. Επίσης, αυτή όφειλε και μπορούσε, όπως θα έκανε κάθε ευσυνείδητος οδηγός, να καταβάλει περισσότερη προσπάθεια, να μειώσει την ταχύτητά της και κάτω του ανωτάτου επιτρεπόμενου ορίου και να έχει διαρκώς τεταμένη την προσοχή της στην οδήγηση.
Αν είχε αυτήν την επιμέλεια, η σύγκρουση θα αποφευγόταν, αφού θα μπορούσε να ακινητοποιήσει το όχημα εγκαίρως ή να πραγματοποιήσει ελιγμό για να αποφύγει τη σύγκρουση. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που, με την εκκαλούμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα οφείλεται σε συγκλίνουσα υπαιτιότητα (αμέλεια) του θύματος και της πρώτης των εκκαλούντων (πρώτης των εναγομένων), οδηγών των παραπάνω οχημάτων, σε ποσοστό 20% ο θανών και 80% η πρώτη των εκκαλούντων, αντί σε ποσοστό 80% και 20%, αντίστοιχα, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις, κατά τους βάσιμους περί τούτου σχετικούς συναφείς λόγους της υπό κρίση έφεσης...].
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, ως ουσιαστικά βάσιμη, την από 27-5-2014 έφεση των αναιρεσειουσών (καθώς και τον πρόσθετο λόγο της που ασκήθηκε με τις από 8-4-2015 προτάσεις των αναιρεσειουσών) και, αφού εξαφάνισε, κατά τούτο, την πρωτόδικη 87/126δ/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σάμου που είχε κρίνει διαφορετικά, ως προς τα ποσοστά συνυπαιτιότητας των δύο οδηγών που είχαν εμπλοκή στο τροχαίο ατύχημα και, συνακόλουθα, ως προς τα χρηματικά ποσά που επιδίκασε στους αναιρεσιβλήτους ως χρηματική τους ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης, από τον θανάσιμο τραυματισμό του ποδηλάτη - συγγενούς τους, κράτησε και δίκασε κατ’ ουσίαν την ένδικη, από 12-9-2013, αγωγή των αναιρεσιβλήτων, την οποία και δέχθηκε, κατά ένα μέρος, επιδικάζοντας, τελικά, σε αυτούς, για την πιο πάνω αιτία, τα αναφερόμενα στην απόφαση χρηματικά ποσά [α) από 20.000 ευρώ σε καθέναν από τους πρώτο και δεύτερη των αναιρεσιβλήτων - γονείς, β) 10.000 ευρώ στην τρίτη απ’ αυτούς - αδελφή και γ) από 5.000 ευρώ στους λοιπούς - παππού και γιαγιάδες].
Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο δεν παραβίασε, ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, ούτε εκ πλαγίου, τις παραπάνω, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις των άρθρων 914, 330 εδάφ. β’ ΑΚ, 12 παρ. 1 και 19 παρ. 1 - 3 του ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), ούτε επίσης τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των προαναφερόμενων πραγματικών περιστατικών στη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά το μέρος που ανάγονται στις πράξεις ή παραλείψεις της συνυπαίτιας (κατά ποσοστό 20%) στην πρόκληση του επίδικου τροχαίου ατυχήματος οδηγού του ...
ΙΧΕ αυτοκινήτου - πρώτης αναιρεσείουσας, οι οποίες ενδιαφέρουν αναιρετικά με βάση τους ερευνώμενους πρώτο, δεύτερο και τρίτο λόγους της αναίρεσης, όπως θα εκτεθούν παρακάτω, αλλά διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για το αν οι διατάξεις αυτές εφαρμόστηκαν ορθά ή όχι και, ως εκ τούτου, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.
Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει παραδοχές που με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις καθιστούν σαφές ότι η οδηγός του αυτοκινήτου - πρώτη των αναιρεσειουσών που κάλυπτε ασφαλιστικά η δεύτερη απ’ αυτές είναι συνυπαίτια (κατά ποσοστό 20%) του τροχαίου ατυχήματος και ότι υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς της ίδιας οδηγού και του θανατηφόρου αποτελέσματος που επήλθε.
Οι αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές αυτής για το ότι η πρώτη αναιρεσείουσα δεν οδηγούσε το αυτοκίνητό της με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή της και ότι, αν και πλησίαζε και αυτή σε ισόπεδο οδικό κόμβο, δεν ρύθμισε κατάλληλα την ταχύτητά της, ώστε να αποφύγει τυχόν ατύχημα επί του κόμβου, λαμβάνοντας υπόψη τις γνωστές σ’ αυτήν συνθήκες ότι κινούνταν σε οδό του οικισμού του ..., που αποτελεί δημοφιλή τουριστικό προορισμό με ιδιαίτερα αυξημένη κίνηση (πολλά εστιατόρια, σπίτια, "πανσιόν" και σταθμευμένα αυτοκίνητα) και, συγκεκριμένα, χωρίς να ελαττώσει την ταχύτητα του αυτοκινήτου της, έστω και αν είχε προτεραιότητα, στηρίζουν επαρκώς την κρίση του Εφετείου για τη συνυπαιτιότητά της στην πρόκληση του τροχαίου ατυχήματος.
Η πρώτη αναιρεσείουσα, ναι μεν οδηγούσε με ταχύτητα κατώτερη της ανώτατης επιτρεπόμενης των 50 χιλιομέτρων ανά ώρα, ήτοι με ταχύτητα 30 χιλιομέτρων την ώρα, άρα, δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 ν. 2696/1999, όπως, εσφαλμένα και εκ περισσού, αναγράφεται στην εφετειακή απόφαση, παραβίασε, όμως, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές του Εφετείου που προπαρατέθηκαν και που, σε κάθε περίπτωση, αποτελούν επάλληλες αιτιολογίες που στηρίζουν αυτοτελώς το διατακτικό, ως προς το ζήτημα αυτό (ΑΠ Ολομ. 25/2003, ΑΠ 156/2018, ΑΠ 1221/2017, ΑΠ 763/2016), τις διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 1 και 19 παρ. 1 - 3 του ίδιου νόμου, με την περαιτέρω επισήμανση, αναφορικά με την ταχύτητα του αυτοκινήτου της πρώτης αναιρεσείουσας, ότι, σύμφωνα και με όσα αναπτύχθηκαν στη μείζονα σκέψη, μόνο η τήρηση των ελάχιστων υποχρεώσεων που επιβάλλει ο ΚΟΚ στους οδηγούς των οχημάτων κατά την οδήγησή τους δεν αίρει την υποχρέωσή τους να συμπεριφέρονται και πέραν των ορίων αυτών, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν για την αποτροπή ζημιογόνου γεγονότος ή τη μείωση των επιζήμιων συνεπειών, όπως συμβαίνει στην επίδικη περίπτωση.
Κατά συνέπεια, είναι απαράδεκτες οι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτιάσεις των αναιρεσειουσών, που περιέχονται στους παραπάνω λόγους αναίρεσης, όπως εκτίθενται παρακάτω, κατά τις οποίες το Εφετείο στην πληττόμενη απόφασή του, όσον αφορά την κρίση του για την ύπαρξη συνυπαιτιότητας στο πρόσωπο της πρώτης αναιρεσείουσας, εσφαλμένα εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 1, 19 παρ. 3, 20 παρ. 1 ν. 2696/1999 (ΚΟΚ) και 914 ΑΚ, γιατί: 1) α) η ταχύτητα του αυτοκινήτου της, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ήταν μικρότερη από εκείνη που προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 του ΚΟΚ, β) είχε ήδη ελαττώσει την ταχύτητα του αυτοκινήτου της, ανάλογα με τις κρατούσες συνθήκες, όταν εισήλθε και διέσχισε τη διασταύρωση και γ) αφού δεν παραβίασε τις διατάξεις αυτές του ΚΟΚ, δεν παραβίασε ούτε τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, 2) οι πράξεις και παραλείψεις του παθόντος ποδηλάτη αρκούν, από μόνες τους, για να θεμελιώσουν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, αποκλειστική υπαιτιότητα του ιδίου στην πρόκληση του ατυχήματος, αφού ήταν ικανές και μπορούσαν αντικειμενικά να επιφέρουν, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα, χωρίς να διακόπτεται ο μεταξύ αυτών αιτιώδης σύνδεσμος από τις πράξεις ή τις παραλείψεις της πρώτης αναιρεσείουσας (πρώτος και τρίτος, αντίστοιχα, λόγοι αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) και 3) α) ενώ δέχεται ότι είχε μειώσει την ταχύτητα του αυτοκινήτου της και ότι κινούνταν με ταχύτητα κατώτερη του προβλεπόμενου ανώτατου ορίου, μικρότερη μάλιστα και από αυτή του ποδηλάτου, ακολούθως, κρίνει ότι "δεν προέβη καν στην ελάττωση της ταχύτητάς της", β) μολονότι, αρχικά, δέχεται ότι η ορατότητά της, σε σχέση με την πορεία της, είναι περιορισμένη, από δεξιά πριν από τη διασταύρωση, εξαιτίας της ύπαρξης δέντρων, πυλώνα της ΔΕΗ και σταθμευμένων οχημάτων, στη συνέχεια, αναφέρει, αντιφατικά, ότι θα μπορούσε να δει τον ποδηλάτη από το "παρμπρίζ" του αυτοκινήτου της "χωρίς να χρειαστεί να στρίψει ιδιαίτερα το κεφάλι της", γ) αν και δέχεται, ουσιαστικά, ότι ο ποδηλάτης "έπεσε" στο ακραίο πίσω δεξιό πλαϊνό τμήμα του αυτοκινήτου, δεν διευκρινίζει πως ήταν δυνατό, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, η αναιρεσείουσα, όπως και κάθε μέσος συνετός οδηγός, να πραγματοποιήσει αποφευκτικό ελιγμό και δ) ενώ δέχεται ότι, αν η αναιρεσείουσα είχε την προαναφερόμενη δέουσα επιμέλεια, η σύγκρουση θα αποφευγόταν, αφού αυτή θα μπορούσε να ακινητοποιήσει "εγκαίρως" το αυτοκίνητό της ή να πραγματοποιήσει αποφευκτικό ελιγμό, δεν προσδιορίζει ούτε το "εγκαίρως", ούτε τη δυνατότητα πραγματοποίησης ενός τέτοιου ελιγμού με βάση όσα έγιναν ανελέγκτως δεκτά από το δικαστήριο (δεύτερος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ).
Συμπερασματικά, πέραν των όσων προεκτέθηκαν σε σχέση με την υπό στοιχείο 1α αιτίαση (ως προς την ταχύτητα του αυτοκινήτου της πρώτης αναιρεσείουσας), η οποία είναι, εν πάση περιπτώσει, αλυσιτελής, οι υπόλοιπες αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, διότι αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, στην ανάλυση και στάθμισή τους και την αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, ως προς τη συνυπαιτιότητα της οδηγού του αυτοκινήτου - πρώτης αναιρεσείουσας στην πρόκληση του ατυχήματος, το οποίο (πόρισμα) σαφώς εκτίθεται στην απόφαση και δεν ήταν αναγκαίο να εκτίθενται, επιπλέον, σ’ αυτήν τα πιο πάνω στοιχεία που οι αναιρεσείουσες παραθέτουν και θεωρούν ότι είναι απαραίτητα, και, έτσι, με τους λόγους αυτούς, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στις παραπάνω διατάξεις, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το Εφετείο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Ειδικά, 1) ως προς τις υπό στοιχεία 1β και 3α αιτιάσεις, δεν υπάρχει παραδοχή του Εφετείου ότι η πρώτη αναιρεσείουσα, πλησιάζοντας τη διασταύρωση και, ακολούθως, διασχίζοντάς την, είχε μειώσει την αυξημένη, σε σχέση με τις περιγραφόμενες συνθήκες που επικρατούσαν εκεί, ταχύτητα του αυτοκινήτου της και 2) ως προς την υπό στοιχείο 3β αιτίαση, το γεγονός ότι η πρώτη αναιρεσείουσα είχε περιορισμένη ορατότητα, από δεξιά πριν από τη διασταύρωση, στο ρεύμα πορείας στο οποίο κινούνταν, δεν αναιρούσε, κατά τη σχετική ανέλεγκτη παραδοχή, τη δυνατότητά της να δει τον ποδηλάτη από το "παρμπρίζ" του αυτοκινήτου της.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 περ. β’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΑΠ 388/2018, ΑΠ 358/2017).
Έτσι, "πράγμα" είναι και ο αυτοτελής ισχυρισμός ότι στην επέλευση της ζημίας συνετέλεσε και πταίσμα του παθόντος που θεμελιώνει ένσταση καταλυτική, ολική ή κατά ένα μέρος, της αγωγής, κατ’ άρθρ. 300 ΑΚ (ΑΠ 1955/2017, ΑΠ 1781/2009, ΑΠ 1352/2008). Μάλιστα, όταν για τη θεμελίωση της ένστασης αυτής προτείνονται περισσότερα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά, καθένα από τα περιστατικά αυτά αποτελεί "πράγμα" που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ και, ως εκ τούτου, το δικαστήριο της ουσίας οφείλει να τα αξιολογήσει όλα (πρβλ.
ΑΠ 356/2011). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 388/2018, ΑΠ 358/2017, ΑΠ 250/2014), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΑΠ Ολομ. 11/1996, ΑΠ 388/2018, ΑΠ 358/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο (και τελευταίο) λόγο της αναίρεσης, οι αναιρεσείουσες μέμφονται την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου για πλημμέλεια από τον αριθμό 8 εδάφ.
β’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη όλους τους αυτοτελείς ισχυρισμούς που παραδεκτά πρότειναν για το ότι ο ίδιος ο παθών ποδηλάτης είναι αποκλειστικά υπαίτιος του επίδικου ατυχήματος και, συνεπώς, του θανάσιμου τραυματισμού του και, συγκεκριμένα, προέβαλαν, εκτός από το ότι αυτός παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 3 (πινακίδα STOP, Ρ-2), 12 παρ. 1, 19 παρ. 1 - 3 και 26 παρ. 1 και 4 του ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), ότι 1) οδηγούσε το ποδήλατό του με ακουστικά στα αυτιά του (συνδεδεμένα με ηχητική συσκευή), κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 40 παρ. 1 περ.
στ’ του ίδιου νόμου, με αποτέλεσμα, αφενός μεν, να αποσπάται η προσοχή του από την οδήγηση και την παρατήρηση του περιβάλλοντος χώρου, αφετέρου δε, να εμποδίζεται να ακούσει το θόρυβο από τους κινητήρες των αυτοκινήτων (και, ειδικά, εκείνου της πρώτης αναιρεσείουσας) και να εκτιμήσει την απόσταση του ποδηλάτου απ’ αυτά και 2) με όλες τις προαναφερόμενες πράξεις και παραλείψεις του - παραβάσεις του ΚΟΚ, ο ίδιος δημιούργησε την επικίνδυνη κατάσταση που οδήγησε στο επίδικο τροχαίο ατύχημα.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, δεδομένου ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τους θεμελιωτικούς του λόγου τούτου σχετικούς ισχυρισμούς των αναιρεσειουσών, αναφορικά με την επικαλούμενη αποκλειστική υπαιτιότητα του ποδηλάτη στην πρόκληση του τροχαίου ατυχήματος και τους απέρριψε, κατά ένα μέρος, και, όσον αφορά το πρώτο σκέλος του, έστω εκ του πράγματος, δεχόμενο, τελικά, ότι ο τελευταίος είναι συνυπαίτιος κατά ποσοστό 80%.
Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείουσες, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδάφ. ε’ του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ’ άρθρ. 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016). Τέλος, οι αναιρεσείουσες που νικήθηκαν στη δίκη πρέπει να καταδικαστούν στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10 Ιουλίου 2017 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης ...-2017 αίτηση των 1) Α. Ι. Α. και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "..." για αναίρεση της 14/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου (Μεταβατική Έδρα Σάμου).
Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείουσες, στο δημόσιο ταμείο.
Και
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Μαΐου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Ιουνίου 2018.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ