Supreme Court dismisses appeal for failure to specify legal rule and common sense doctrine violated.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding property ownership. The appellants argued the lower court erred by failing to consider their claim that they acted as sole owners without the consent of the other parties involved. The court dismissed this argument because the appeal did not clearly identify the specific legal rule or common sense doctrine that was allegedly violated.
Legislator headnote
AI generatedArticles 335, 336, 338-341, 559(11), 559(1b) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if it fails to specify the exact legal rule or common sense doctrine violated by the lower court.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1037 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1037/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Μπιχάκη, Προεδρεύoντα (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάννη Σίδερη), Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Μαρία Βαρελά και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Μαρτίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)Ι. Γ. ή Γ. του Ε., κατοίκου ..., 2)Μ. Γ. ή Γ. Ι., κατοίκου ..., και 3) Ε. Γ. ή Γ. Ι., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αλεξάνδρα Σιούλη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Ν. Η. του Α., 2)Ν. Τ. Ι., και 3)Μ. συζ. Α. Μ., το γένος Ι. Τ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Βαρβαρίγο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/11/2007 αγωγή του ήδη 1ου αναιρεσιβλήτου (με αριθμό κατάθεσης 11226/2007) και την από 21/11/2007 αγωγή των ήδη 2ου και 3ης των αναιρεσιβλήτων (με αριθμό κατάθεσης 11225/2007), που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5156/2008 μη οριστική, 6542/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6059/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 19/3/2014 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου ανέγνωσε την από 10/11/2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη τους
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική πεποίθησή του, ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ’ αντιδιαστολή προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.
Δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νομίμως οι διάδικοι.
Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 παρ.11περγ’ Κ.Πολ.Δ. υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, το οποίο επικαλείται ο διάδικος, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνον ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός, καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως (Ολ.Α.Π. 2/2008, Ολ.Α.Π. 14/2005).
Εξάλλου, επί παραπόνου για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων, που προσκομίσθηκαν με επίκληση, πρέπει για το παραδεκτό του λόγου αυτού, να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους να καθορίζεται δε ο ισχυρισμός το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με τα αποδεικτικά αυτά μέσα, καθώς και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Για τον έλεγχο όμως της ουσιαστικής βασιμότητας του λόγου αυτού αναίρεσης είναι αναγκαία η προσκόμιση των αποδεικτικών μέσων, τα οποία αφορά η σχετική αναιρετική αιτίαση, προκειμένου να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενο αυτών, με βάση το οποίο θα ελεγχθεί η μη λήψη τους από το δικαστήριο της ουσίας.
Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προβάλλουν αιτιάσεις από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, με βάση το οποίο έγιναν με την προσβαλλομένη απόφαση κατ’ ουσίαν δεκτές οι συνεκδικασθείσες αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτων, διεκδικητικές συγκυριότητας ακινήτου και απορρίφθηκαν οι ισχυρισμοί τους περί ιδίας κυριότητας και παραγραφής και ακολούθως απορρίφθηκε κατ’ ουσίαν η έφεσή τους και επικυρώθηκε η πρωτόδικη απόφαση, που είχε δεχθεί τα ίδια, δεν έλαβε υπόψη και δε συνεκτίμησε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων τα ακόλουθα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν με τις προτάσεις τους στο δικαστήριο της ουσίας, προς απόδειξη της ουσιαστικής αβασιμότητας της αγωγής και της ουσιαστικής βασιμότητας του ισχυρισμού τους περί ιδίας κυριότητας του επιδίκου ακινήτου 1) την ...1942 δημόσια διαθήκη του Ν.
Π. 2) την ...1976 δημόσια διαθήκη του Ε. Γ. 3) το ...2007 πιστοποιητικό περί μη αμφισβήτησης του κληρονομικού δικαιώματος της Μ. Γ. στην κληρονομία του Ν. Π. 4) το ...2007 πιστοποιητικό περί μη αποποιήσεως από τη Ν. Γ. της κληρονομίας του Ν. Π. 5) το ...2007 πιστοποιητικό περί μη δημοσιεύσεως άλλης διαθήκης του Ν. Π. 6) την κατάθεση του Π.
Μ., που περιλαμβάνεται στα 6542/2010 πρακτικά του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών 7) τις ... και ...2008 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών 8) την ...2008 βεβαίωση του Αγροτικού Συλλόγου Ασπροπύργου 9) λογαριασμούς της ΔΕΗ για το χρονικό διάστημα από 28-12-2007 μέχρι 27-2-2008 10) την ...2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών 11) την ...1997 δήλωση αποδοχής κληρονομίας της δεύτερης των αναιρεσειόντων 12) το ...2001 συμβόλαιο γονικής παροχής του συμβολαιογράφου Περιστερίου Β.
Καμπόλη 13) την ...1999 πράξη αποδοχής κληρονομίας 14) το τοπογραφικό διάγραμμα από Μάρτιο 1997 του πολιτικού μηχανικού Χ. Κ. 15) την 27-7-2009 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα Χ. Κ.. Από την παραδεκτή κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. επισκόπηση των προτάσεων των αναιρεσειόντων στο δικαστήριο της ουσίας, ως διαδικαστικού εγγράφου για την έρευνα της βασιμότητας του αναιρετικού λόγου, προκύπτει ότι επικαλέσθηκαν και δήλωσαν ότι προσκομίζουν τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, επί πλέον δε επικαλέσθηκαν και δήλωσαν ότι προσκομίζουν για τον ίδιο λόγο και άλλα αποδεικτικά μέσα.
Περαιτέρω από την περιλαμβανομένη στην προσβαλλομένη απόφαση ρητή βεβαίωση του Εφετείου ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε αφού έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των μαρτύρων, που εξετάσθηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, τις ένορκες βεβαιώσεις που δόθηκαν ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, την έκθεση πραγματογνωμοσύνης του αγρονόμου μηχανικού Χ.
Κ., που ορίσθηκε ως πραγματογνώμονας με απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και όλα τα έγγραφα τα οποία είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει νομίμως οι διάδικοι και από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης δεν καταλείπεται αμφιβολία, παρά τη μη ειδική αναφορά όλων των παραπάνω αποδεικτικών μέσων, πλην των υπό τους αριθμούς 1, 2, 6, 7, 10, 11, 12, 13 και 15 για τα οποία γίνεται ρητή αναφορά σ’ αυτών και σχολιασμός του περιεχομένου τους, ότι τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, χωρίς να υποχρεούται να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά.
Συνεπώς ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Επειδή ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 παρ.19 Κ.Πολ.Δ. για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ’ άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος.
Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., στην οποία υπέπεσε το Εφετείο επειδή η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως επειδή περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της απόρριψης ως κατ’ ουσίαν αβάσιμου του ισχυρισμού των αναιρεσειόντων περί ιδίας κυριότητας, του επιδίκου ακινήτου, δικαίωμα που απέκτησαν παραγώγως και πρωτοτύπως, με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, και ειδικότερα "δεν αναφέρεται σ’ αυτήν (προσβαλλομένη απόφαση) οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο των αναιρεσιβλήτων, το οποίο να οδήγησε στο πόρισμα περί της δήθεν μη απόδειξης έστω της σιωπηρής γνωστοποίησης, όταν μάλιστα δέχεται όλες τις εκ μέρους των αναιρεσειόντων διενεργηθείσες και αποδειχθείσες διακατοχικές πράξεις επί της επίδικης έκτασης, στις οποίες ουδέποτε αναμείχθηκαν οι αναιρεσείοντες, όπως άλλωστε και οι ίδιοι συνομολόγησαν".
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθ’ όσον οι παραπάνω αιτιάσεις αφορούν ελλείψεις αναγόμενες ειδικότερα στην ανεπάρκεια της αιτιολόγησης του αποδεικτικού πορίσματος, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εφόσον το πόρισμα που έχει εξαχθεί από τις αποδείξεις σε σχέση με τον ισχυρισμό αυτό ότι δηλαδή οι διακατοχικές πράξεις ,που ασκούσαν οι ενάγοντες και δικαιοπάροχοί τους στο επίδικο, δεν προσπόρισαν σ’ αυτούς κυριότητα, ούτε παραγώγως αλλά ούτε και πρωτοτύπως, καθ’ όσον νεμήθηκαν τούτο όχι ως αποκλειστικοί κύριοι αυτού αλλά και για λογαριασμό των συγκυρίων-αναιρεσιβλήτων και των δικαιοπαρόχων τους, χωρίς να γνωστοποιήσουν σ’ αυτούς ποτέ τη βούλησή τους ότι νέμονται το επίδικο αποκλειστικά ως κύριοι αυτού, ούτε περιήλθε σε γνώση των τελευταίων καθ’ οιονδήποτε τρόπο η απόφασή τους να νέμονται ως αποκλειστικοί κύριοι τούτο, διατυπώνεται στην προσβαλλομένη απόφαση με πληρότητα και σαφήνεια.
Τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την επαγγελματική ενασχόληση, μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για την ερμηνεία των κανόνων δικαίου, είτε για να εξακριβωθεί η βασιμότητα πραγματικών περιστατικών, που αποτέλεσαν το αντικείμενο της απόδειξης (άρθρο 336 παρ.4 Κ.Πολ.Δ.), είτε για να γίνει, μετά την εξακρίβωση της βασιμότητας αυτών υπαγωγή τους σε νομικούς κανόνες (ΟλΑΠ8/2005).
Κατά δε το άρθρο 559 αρ.1β Κ.Πολ.Δ. η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας δημιουργεί λόγο αναιρέσεως αν το δικαστήριο της ουσίας παρέβη δίδαγμα της κοινής πείρας που αφορά την ερμηνεία κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε αυτόν. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, που για να είναι ορισμένος, πρέπει να αναφέρονται σ’ αυτόν ο κανόνας δικαίου την ερμηνεία και εφαρμογή του οποίου τα διδάγματα αυτά αφορούν, τα διδάγματα της κοινής πείρας που παραβιάσθηκαν, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει διδάγματα από την κοινή πείρα, έστω και αυτεπάγγελτα για την ανεύρεση της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου ή για την υπαγωγή σε αυτόν των πραγματικών γεγονότων, όχι όμως όταν το δικαστήριο παραβαίνει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων.
Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ.1β του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., στην οποία υπέπεσε το δικαστήριο της ουσίας, που δέχθηκε ότι οι αναιρεσείοντες δεν απέκτησαν την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου παραγώγως και πρωτοτύπως με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, καθ’ όσον οι διενεργηθείσες από τους ίδιους και τους δικαιοπαρόχους τους πράξεις νομής επ’ αυτού έγιναν για λογαριασμό και των λοιπών συγκυρίων τούτου, ήδη αναιρεσιβλήτων, χωρίς να γνωστοποιήσουν ποτέ τη βούλησή τους στους τελευταίους ότι νέμονται το επίδικο αποκλειστικά ως κύριοι αυτού και δε δέχθηκε τον ισχυρισμό τους ότι οι διακατοχικές πράξεις που διενέργησαν καθιστούσαν σαφή τη βούλησή τους να εξουσιάζουν αποκλειστικά τούτο, παρέλειψε να λάβει υπόψη τα διδάγματα της κοινής πείρας.
Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος ως αόριστος, αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιόν κανόνα δικαίου αφορά αλλά και δεν προσδιορίζεται ποια είναι τα διδάγματα της κοινής πείρας που παραβιάσθηκαν και τα οποία δεν έλαβε υπόψη του το Εφετείο. Παρεκτός του ότι είναι απαράδεκτος καθ’ όσον υπό την επίφαση συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς του πλήττεται η ανέλεγκτη εκτίμηση πραγματικών γεγονότων από το Εφετείο.
Κατ’ ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ., που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του Ν.4055/2012 παραβόλου και να καταδικασθούν οι αναιρεσείoντες, ως ηττηθέντες διάδικοι στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19-3-2014 αίτηση των Ι., Μ. και Ε. Γ. ή Γ., περί αναιρέσεως της 6059/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Μαΐου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Ιουλίου 2015.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ