Supreme Court dismisses appeal against lower court's decision on lease termination and security clauses.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's ruling regarding a lease dispute. The appellant argued the lower court failed to justify why a twelve-year lease extension barred majority formation for termination or why interest-free security repayment was favorable. The court held these complaints were unfounded because they merely challenged the evidence assessment, which is not subject to appellate review under Article 561 of the Code of Civil Procedure. Furthermore, the court noted the lower court had already corrected the specific wording regarding interest-free repayment in the decision, rendering the appellant's claims based on the original text inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1), 559(19), 561(1) & (2) of the Code of Civil Procedure; Appeals based on insufficient reasoning or violation of substantive law are inadmissible when they concern the evaluation of evidence or rely on corrected factual premises in the lower court's decision.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1037 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1037/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Μ. συζ. Χ. Χ., το γένος Γ. Β., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Αικατερίνη Πανέρη .
Των αναιρεσιβλήτων: 1.Χ. Γ. Β., κατοίκου ... και 2. Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία " …" (πρώην " …" που εδρεύει στη ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρου Αναστασίου Βάππα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-10-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6248/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 5194/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 7-4-2009 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Στυλιανή Γιαννούκου, ανέγνωσε την από 2-11-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εφάρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφάρμοσε αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή (Ολομ.
ΑΠ 36/1988, 7/2006, 4/2005). Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Λόγος αναιρέσεως για ανεπαρκή αιτιολογία ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της απόφασης τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 861/1984). Εξάλλου, ως "ζητήματα" των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί την απόφαση από τη νόμιμη βάση της, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα απλά πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως (ΑΠ 614/2009).
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 788 παρ. 1 ΑΚ, "η διοίκηση του κοινού ανήκει σε όλους μαζί τους κοινωνούς.". Η διάταξη αυτή ρυθμίζει σχετικά με τη διοίκηση του κοινού πράγματος την αρχή της ομοφωνίας όλων των κοινωνών, η αρχή δε αυτή διασπάται με την αρχή της πλειοψηφίας που καθιερώνει η διάταξη του άρθρου 789 ΑΚ, κατά την οποία "Με απόφαση της πλειοψηφίας των κοινωνών μπορεί να καθοριστεί ο τρόπος της τακτικής διοίκησης και εκμετάλλευσης που αρμόζει στο κοινό αντικείμενο." Στις εν λόγω πράξεις τακτικής διοίκησης και εκμετάλλευσης, περιλαμβάνεται και η σύμβαση μίσθωσης του κοινού αντικειμένου, καθώς και κάθε άλλη πράξη, η οποία τείνει στη διατήρηση η άρση των συνεπειών της μισθώσεως, όπως η παράταση ή η τροποποίηση της συμβάσεως μισθώσεως ή καταγγελία αυτής.
Η απόφαση της πλειοψηφίας που ελήφθη μέσα στα πλαίσια του άρθρου 789 ΑΚ δεν αφορά μόνο τις εσωτερικές σχέσεις των κοινωνών, αλλά ενέχει και εξουσία αντιπροσωπεύσεως και συνακόλουθα είναι έγκυρη και δεσμεύει όλους τους κοινωνούς, δηλαδή και εκείνους που διαφώνησαν και μειοψήφισαν έστω και αν δεν έλαβαν μέρος σ` αυτήν (ΑΠ 588/1995).
Εξ άλλου, ο προσήκων τρόπος τακτικής διοίκησης και εκμετάλλευσης για το κοινό αντικείμενο, πρέπει να είναι σύμφωνος με τη φύση του κοινού πράγματος και τους κανόνες της επιμελούς διαχείρισης και εκμετάλλευσης του. Σε αντίθετη περίπτωση, καθώς και όταν η απόφαση αντίκειται σε άλλους τιθέμενους από το νόμο περιορισμούς (αρθρ. 792ΑΚ), οι εναντιωθέντες στην απόφαση της πλειοψηφίας μειοψηφούντες συγκύριοι δικαιούνται να επιδιώξουν την αναγνώριση της ακυρότητας της αποφάσεως κατά τα άρθρα 174 και 180 Α.Κ.
Ακόμη, η απόφαση αυτή μπορεί να προσβληθεί από τη μειοψηφία, κατ` άρθρο 281ΑΚ, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια τα τιθέμενα από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον οικονομικό και κοινωνικό σκοπό του δικαιώματος (ΑΠ 160/2008, 665/2008, 827/2007, 588/1995). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα: "..Η ενάγουσα (σημ:
εδώ αναιρεσείουσα) και ο πρώτος εναγόμενος (σημ: εδώ πρώτος αναιρεσίβλητος)... τυγχάνουν συγκύριοι... κατά ποσοστό 37,5% και 62,5% εξ αδιαιρέτου ο καθένας αντίστοιχα επί ακινήτου.... που βρίσκεται στη .. Με το από 15-4-1999 ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως... η ενάγουσα και ο πρώτος εναγόμενος που αποτελούσαν την παμψηφία ως προς τη διοίκηση και εκμετάλλευση του ανωτέρω ακινήτου, εκμίσθωσαν αυτό ολόκληρο στη δεύτερη εναγομένη (σημ:
εδώ δεύτερη αναιρεσιβλητη) ΑΕ... Ως διάρκεια της μισθώσεως συμφωνήθηκε το χρονικό διάστημα των (9) εννέα ετών....και ως μηνιαίο μίσθωμα για το πρώτο έτος της μισθώσεως... το ποσό των 4.000.000 δρχ., μηνιαίως και για το δεύτερο έτος... το ποσό των 5.000.000 δρχ μηνιαίως. Για τα επόμενα δε μισθωτικά έτη συμφωνήθηκε ότι το μίσθωμα θα αναπροσαρμόζεται κάθε έτος κατά ποσοστό ίσο προς το μέσο όρο αύξησης του τιμαρίθμου των 12 προ της αναπροσαρμογής μηνών που ανακοινώνει η Τράπεζα της Ελλάδος, προσαυξημένο κατά 2 εκατοστιαίες μονάδες....
Ο εναγόμενος ασκώντας ως πλειοψηφών κοινωνός την τακτική διοίκηση του ανωτέρω ακινήτου, προέβη στην τροποποίηση της μισθωτικής συμβάσεως... Με το από 19-2-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό...συμφώνησε με τη δεύτερη εναγομένη εταιρεία... ως εξής: " Παρέτειναν τη διάρκεια της μίσθωσης κατά δώδεκα (12) έτη από τη νόμιμη λήξη της στις 31-3-2011 έως 31-3-2023, 2) καθόρισαν ως ελάχιστο ποσοστό ετήσιας αύξησης του μηνιαίου μισθώματος το 5% επί του εκάστοτε καταβαλλομένου κατά το προηγούμενο έτος μισθώματος... 3) κατάργησαν...το άρθρο 9... 4) Τροποποίησαν το άρθρο 8...5) Τροποποίησαν το άρθρο 25...6) Συμφώνησαν ότι οι ανωτέρω τροποποιήσεις επέρχονται και ισχύουν από την υπογραφή της τροποποιητικής σύμβασης...19-2-2004.
Πλην όμως δεν αποδείχθηκε ότι οι... τροποποιήσεις ...έρχονται σε αντίθεση με τα συμφέροντα της ενάγουσας ως κοινωνού της μειοψηφίας ως υπερβαίνουσες τα τιθέμενα από το άρθρο 281 ΑΚ όρια... Και τούτο διότι η επίδικη... αποτελεί εμπορική μίσθωση, για την οποία... η κατάρτιση συμβάσεως σχετικά με τη χρονική διάρκεια της ανήκει στην εξουσία της πλειοψηφίας.
Λαμβανομένου δε υπόψη ότι το μίσθιο ήταν εξ αρχής κατασκευασμένο για να λειτουργεί ως φούρνος... και ήδη από το έτος 1985 εκμισθώνεται και χρησιμοποιείται γι' αυτόν τον σκοπό και με την ίδια ονομασία, οι ειδικές συνθήκες της συγκεκριμένης περίπτωσης επιβάλλουν τη μακροχρόνια διάρκεια της ..μίσθωσης, επειδή το μίσθιο θα συνεχίσει να λειτουργεί ως αρτοποιείο...Εξ άλλου, δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα σκόπευε να προβεί σε κάποια συγκεκριμένη αλλαγή της χρήσης του...
Και... λόγω των υφισταμένων δυσκολιών προς εύρεση μισθωτών ιδίως σε μεγάλα ακίνητα, όπως το επίδικο...η εξασφάλιση παραμονής συνεπούς μισθωτή που καταβάλει ικανοποιητικό μίσθωμα, εξυπηρετεί τα συμφέροντα των εκμισθωτών..Επομένως η απόφαση του πλειοψηφούντος πρώτου εναγομένου κοινωνού περί μακροχρόνιας παράτασης της μίσθωσης δεν συνιστά υπέρμετρη παράβαση του πλαισίου που θέτουν τα άρθρα 788 και 789 ΑΚ λόγω παραβίασης της καλής πίστης και του κοινωνικού και οικονομικού σκοπού του δικαιώματος...
Περαιτέρω, με τη μακροχρόνια παράταση... δεν καταστρατηγείται το δικαίωμα της καταγγελίας της μίσθωσης από τη μειοψηφία λόγω ανοικοδόμησης ή ιδιόχρησης μετά την πάροδο της συμβατικής ή της νόμιμης διάρκειας, καθόσον το δικαίωμα αυτό αποτελεί κατ' εξοχή πράξη της τακτικής διαχείρησης του πράγματος, που ασκείται από την πλειοψηφία των κοινωνών...Μερική καταγγελία..
αναφερόμενη σε ποσοστό εξ αδιαιρέτου και όχι σε ολόκληρο το μίσθιο δεν επιτρέπεται λόγω του αδιαιρέτου της χρήσης και αν τυχόν ασκηθεί είναι άκυρη... Άρα η μειοψηφία παρόλο που έχει το δικαίωμα να ελέγξει την πλειοψηφία για τον τρόπο που ασκείται η τακτική διαχείριση του πράγματος δεν μπορεί να προβεί σε αυτοτελείς πράξεις τακτικής διαχείρισης, όπως είναι η καταγγελία της μίσθωσης για οποιοδήποτε λόγο.
Επίσης η τροποποίηση του ελαχίστου ποσοστού ετήσιας προσαύξησης του μηνιαίου μισθώματος σε 5% δεν θίγει τα δικαιώματα της ενάγουσας, επειδή δεν καθορίζεται ποια θα είναι η συγκεκριμένη αύξηση και πως θα καθορίζεται αυτή και από ποιόν. Ο λόγος που έγινε αυτή ή τροποποίηση ήταν για να δημιουργηθεί μεγαλύτερη συναλλακτική ασφάλεια, να αποδεσμευθεί η αναπροσαρμογή από το αστάθμητο και απρόβλεπτο ποσοστό τιμαρίθμου και για να διασφαλίσουν οι συνιδιοκτήτες ένα ικανοποιητικό ποσοστό ετήσιας προσαύξησης για την εποχή πτώσης του τιμαρίθμου.
Συνακόλουθα ο λόγος εφέσεως με τον οποίο η εκκαλούσα προσάπτει πλημμέλεια στην πληττόμενη απόφαση που απέρριψε τον ισχυρισμό της περί υπέρβασης των κριτηρίων που θέτει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ λόγω της λήψεως αποφάσεως από τον πρώτο εφεσίβλητο για την τροποποίηση της αρχικής μισθωτικής συμβάσεως είναι αβάσιμος κατ' ουσία και απορριπτέος.
Εξάλλου το άρθρο 9 του αρχικού μισθωτηρίου όριζε ότι η παραβίαση των όρων της παραγράφου 5 (χρήση μισθίου) και 6 (υποχρέωση καταβολής μισθώματος ακόμη και αν η μισθώτρια δεν χρησιμοποιεί το μίσθιο για λόγους που δεν οφείλονται σε υπαιτιότητα των εκμισθωτών) συνεπάγεται την κατάπτωση της εγγύησης και την καταβολή της αποζημίωσης.
Με την κατάργηση του παραπάνω άρθρου κατοχυρώνονται καλύτερα οι εκμισθωτές, εφόσον μπορούν να λειτουργήσουν απρόσκοπτα οι προστατευτικές για τους εκμισθωτές ρυθμίσεις του άρθρου 4, το οποίο ορίζει ότι "Η εγγύηση αυτή θα παραμείνει εις χείρας των εκμισθωτών....:, και θα αποδοθεί εντόκως εις την μισθώτριαν κατά την λήξιν της μισθώσεως αποχώρησίν της την ακριβή εκπλήρωση των όρων και συμφωνιών της παρούσης συμβάσεως εφόσον δεν εξέπεσεν η εγγύησις αυτή και δεν εδημιουργήθη λόγος καταπτώσεως αυτής...".
Από τα παραπάνω προκύπτει ότι ακόμη και μετά τη σύναψη της νεότερης επίδικης συμφωνίας η εγγύηση εξακολουθεί να καταπίπτει σε περίπτωση παραβίασης οποιουδήποτε όρου της μίσθωσης. Επομένως δεν περιορίσθηκαν τα δικαιώματα των εκμισθωτών, αντίθετα βελτιώθηκε η δομή του μισθωτηρίου προς αποφυγή πλεονασμών και συγχύσεων.
Με την τροποποίηση του άρθρου 8 του μισθωτηρίου δεν στερούνται οι εκμισθωτές βασικών δικαιωμάτων τους που συμφωνήθηκαν, ούτε παρέχεται το δικαίωμα στη μισθώτρια να κάνει ότι θέλει εντός του ακινήτου χωρίς καμία συναίνεση των εκμισθωτών. Και τούτο διότι το τροποποιηθέν άρθρο 8 υποχρεώνει τη εκμισθώτρια να τηρεί το νόμο και τους κανόνες της τέχνης και της αισθητικής και της απαγορεύει οποιαδήποτε επέμβαση και εργασία που θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο τον φέροντα οργανισμό του κτιρίου.
Επιπρόσθετα οι εκμισθωτές με τη ρύθμιση αυτή διατηρούν το δικαίωμα να ζητήσουν επαναφορά των πραγμάτων στην πρότερα κατάσταση, καθόσον η μισθώτρια κατά την αποχώρηση της από το μίσθιο πρέπει να το αποκαταστήσει πλήρως και να το αποδώσει στον εκμισθωτή στην πρότερα καλή κατάσταση του. Με την τροποποίηση δε του άρθρου 25 του αρχικού μισθωτηρίου δεν καταργήθηκε όρος που προέβλεπε ότι όλοι οι όροι που συμφωνήθηκαν είναι ουσιώδεις, όπως προέβλεπε το αρχικό άρθρο, ούτε καταργήθηκε ο όρος που προέβλεπε ότι σε περίπτωση παραβάσεως οποιουδήποτε όρου η μίσθωση λύεται αυτοδικαίως.
Αντίθετα το ουσιαστικό περιεχόμενο του αρχικού άρθρου 25 του μισθωτηρίου δεν μεταβλήθηκε σε τίποτε μετά την τροποποίηση του, αλλά τροποποιήθηκε η διατύπωση του και απαλείφθηκαν από αυτό οι άκυρες ρυθμίσεις που θα μπορούσαν να δημιουργήσουν ανασφάλεια στη 2α εναγομένη μισθώτρια εταιρεία κατά τις τραπεζικές συναλλαγές της.
Ειδικότερα η ρύθμιση περί αυτοδίκαιος λύσης της μίσθωσης ήταν απολύτως άκυρη, επειδή η μίσθωση και ιδίως η εμπορική σε καμία περίπτωση δεν λύεται αυτοδίκαια παρά μόνο στις περιπτώσεις που ορίζει ο νόμος, καθόσον μία μίσθωση μπορεί να λυθεί μονομερώς με καταγγελία για συγκεκριμένο λόγο καθυστέρηση μισθώματος, κακή χρήση κλπ.
και αυτοδίκαια μόνο σε περιπτώσεις αναγκαστικών απαλλοτριώσεων ή ολικής καταστροφής του μισθίου... Επομένως οι ανωτέρω κατάργηση και τροποποιήσεις των εν λόγω άρθρων του μισθωτηρίου δεν έρχονται σε αντίθεση με τα συμφέροντα της ενάγουσας και δεν υπερβαίνουν καταφανώς τα όρια που θέτουν η καλή πίστη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος...
Με βάση τις παραδοχές αυτές δεν είναι άκυρη η απόφαση του πρώτου εναγομένου ως πλειοψηφούντος κοινωνού περί τροποποιήσεως του από 15-4-1999 ιδιωτικού συμφωνητικού, ούτε οι τροποποιήσεις που αφορούν την παράταση του χρόνου διαρκείας μισθώσεως και οι λοιπές προαναφερθείσες τροποποιήσεις που έγιναν με την από 19-2-2004 τροποποιητική της αρχικής σύμβασης.
Η δε αρχή της παμψηφίας του άρθρου 788 ΑΚ δεν καταστρατηγείται εν προκειμένω... Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο... απέρριψε την αγωγή ...δεν έσφαλε...συνεπώς πρέπει ν' απορριφθεί η ένδικη έφεση...".
Υπό τις εκτεθείσες παραδοχές, το Εφετείο, προέβη σε ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών - που αναιρετικώς ανέλεγκτα έκρινε αποδεδειγμένα - στις ως άνω διατάξεις που εφάρμοσε των άρθρων 785 επ, 789 επ., 281 ΑΚ τις οποίες δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή. Διέλαβε δε στην απόφαση του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των αναφερόμενων πιο πάνω διατάξεων και ειδικότερα ως προς την αβασιμότητα των αγωγικών ισχυρισμών:
α) ότι οι επενεχθείσες, με βάση την απόφαση του πρώτου αναιρεσίβλητου, ως πλειοψηφούντος κοινωνού, τροποποιήσεις και καταργήσεις των διατάξεων του από 15-4-1999 ιδιωτικού συμφωνητικού μισθώσεως, με την από 19-2-2004 σύμβαση, δεν αρμόζουν στην τακτική διοίκηση και εκμετάλλευση του επικοίνου ακινήτου και ότι έρχονται σε αντίθεση, ως επιβλαβείς με τα συμφέροντα της ενάγουσας - ως κοινωνού της μειοψηφίας, β) ότι απαιτείτο γι' αυτές απόφαση της παμψηφίας.
Και τούτο διότι η αρχική σύμβαση επιτρέπεται, του νόμου μη εμποδίζοντος, να τροποποιηθή με νεωτέρη αποφάση της πλειοψηφίας (ΑΠ 94/1989), γ) ότι συντρέχει περίπτωση υπερβάσεως των τιθεμένων από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ ορίων, διαλαμβάνοντας πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες ως προς κάθε μία από τις τροποποιήσεις- καταργήσεις και το έγκυρο της αποφάσεως του πλειοψηφούντος κοινωνού.
Συνακόλουθα, το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις εφαρμοσθείσες διατάξεις και ο πρώτος και δεύτερος λόγος του αναιρετηρίου εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίον η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμοι. Εξάλλου ο πρώτος λόγος κατά το μέρος αυτού, με το οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ.
με αιτιάσεις όπως "δεν διευκρινίζεται γιατί η δωδεκαετής συμβατική παράταση της μίσθωσης αποκλείει το δικαίωμα της να ζητήσει το σχηματισμό πλειοψηφίας προς καταγγελία..", "δεν διευκρινίζεται γιατί δεν είναι δυσμενής η ρύθμιση για τους εκμισθωτές όταν απαλείφεται η υποχρέωση της μισθώτριας να ζητεί για τις μεταρρυθμίσεις και επεμβάσεις των εγκαταστάσεων προηγούμενη έγγραφη συναίνεση", "δεν αιτιολογείται γιατί είναι επωφελής η κατάργηση των συνεπειών της καθυστέρησης καταβολής μισθώματος.." είναι προεχόντως αβάσιμος, καθόσον οι αιτιάσεις αυτές αφορούν επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και την εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, και δεν ιδρύουν τον, ρηθέντα αναιρετικό λόγο, εφόσον το αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης διατυπώνεται σαφώς, υπό την επίκληση δε της συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου αυτού, πλήττεται απαραδέκτως, η ανεπίδεκτη αναιρετικού ελέγχου εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Η αποδιδόμενη με τους ίδιους πρώτο και δεύτερο λόγους, αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι, το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις εφαρμοσθείσες διατάξεις, με την παραδοχή ότι: "Η εγγύηση αυτή θα παραμείνει εις χείρας των εκμισθωτών.... και θα αποδοθεί εντόκως εις την μισθώτριαν...
κατά τη λήξιν της μισθώσεως..", είναι απορριπτέοι, ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως θεμελιούμενοι. Και τούτο διότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, με την 6460/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, διορθώθηκε ήδη, κατά τούτο, η προσβαλλόμενη απόφαση, από το εσφαλμένο "Η εγγύηση αυτή.....θα αποδοθεί εντόκως εις τη μισθώτριαν.." στο ορθό "..θα αποδοθεί ατόκως εις την μισθώτριαν.." Μετά ταύτα και ο τρίτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η εκ του άρθρου 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ., αναιρετική πλημμέλεια με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του 4ου όρου του από 15-4-1999 ιδιωτικού συμφωνητικού μισθώσεως, κατά το οποίο "Η μισθώτρια...
κατέβαλε σήμερα προς τους εκμισθωτές... το ποσό των δραχμών οκτώ εκατομμυρίων (8.000.000)...ως εγγύησιν... Η εγγύησις αυτή θα παραμείνει εις χείρας των εκμισθωτών καθόλην την συμφωνηθείσαν μισθωτικήν περίοδον και θα αποδοθεί ατόκως εις την μισθώτριαν.. μετά την εκ του μισθίου..αποχώρησιν της...", με το να δεχθεί ότι το άρθρο αυτό όριζε ότι " Η εγγύηση αυτή...
θα αποδοθεί εντόκως εις την μισθώτριαν... κατά την λήξιν της μισθώσεως...", είναι απορριπτέος, ως επί εσφαλμένης επίσης προϋποθέσεως ερειδόμενος, μετά την επελθούσα διόρθωση της προσβαλλόμενης απόφασης. Κατά συνέπεια, πρέπει η κρινόμενη αίτηση, στο σύνολο της, να απορριφθεί και να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -
Απορρίπτει την από 7-4-2009 αίτηση της Μ. συζ. Χ. Χ., για αναίρεση της 5194/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
-Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαρτίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Μαΐου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ