1037/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Μαΐου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/4/2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 241/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 118/2006 του Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο ως άνω αναιρεσίβλητος με την από 22/11/2006 αίτησή του επί της οποίας εκδόθηκε η 335/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Εκδόθηκε η 119/2009 απόφαση του Εφετείου Κέρκυρας, την αναίρεση της οποίας ζήτησε το αναιρεσείον με την από 23/9/2009 αίτησή του επί της οποίας εκδόθηκε η 823/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση ο αναιρεσίβλητος με την από 11/11/2011 κλήση του.
Legislator headnote
AI generated1037/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κάθε συμφωνία για λήψη μικρότερης αμοιβής από τα ανωτέρω καθοριζόμενα όρια είναι άκυρη ανεξάρτητα από το χρόνο συνάψεως της. Εξάλλου, κατά το άρθρο 98 παρ.1 του εν λόγω Κώδικα, σε περίπτωση ελλείψεως ειδικής συμφωνίας το ελάχιστο ποσό της αμοιβής του δικηγόρου ορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις των επομένων άρθρων, κατά δε το άρθρο 99 εδ.
Full text
Απόφαση 1037 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1037/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Μαΐου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Κωνσταντίνο Γεωργιάδη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Δ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αικατερίνη Βρώτσου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/4/2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 241/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 118/2006 του Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο ως άνω αναιρεσίβλητος με την από 22/11/2006 αίτησή του επί της οποίας εκδόθηκε η 335/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Εκδόθηκε η 119/2009 απόφαση του Εφετείου Κέρκυρας, την αναίρεση της οποίας ζήτησε το αναιρεσείον με την από 23/9/2009 αίτησή του επί της οποίας εκδόθηκε η 823/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση ο αναιρεσίβλητος με την από 11/11/2011 κλήση του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μουστάκας ανέγνωσε την από 12/4/2011 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Αντωνίου Αθηναίου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη και των δύο λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 91 παρ.1 του Ν.Δ. 3026 /1954 "περί του Κωδικός των Δικηγόρων" ο δικηγόρος δικαιούται να λάβει από τον εντολέα του, πλην της δικαστηριακής ή άλλης δαπάνης, την οποία κατέβαλε εξ ιδίων και αμοιβή για κάθε εργασία του δικαστική ή εξώδικη. Ακολούθως, κατά το άρθρο 92 παρ.1 του αυτού Κώδικα, όπως ισχύει ήδη μετά την προσθήκη του εδ.
β' αυτής με το άρθρο 5 παρ.3 του Ν.Δ 4272/1962 και την αντικατάσταση του με το άρθρο 8 του Ν. 1093/1980, η δικηγορική αμοιβή κανονίζεται με συμφωνία του δικηγόρου και του εντολέα ή του αντιπροσώπου του, η οποία περιλαμβάνει είτε όλη τη διεξαγωγή της δίκης, είτε άλλης φύσεως νομικές εργασίες. Σε καμιά περίπτωση δεν επιτρέπεται η αμοιβή να υπολείπεται των ελαχίστων ορίων, που καθορίζονται από τα άρθρα 98επ.του ως άνω Κώδικα.
Κάθε συμφωνία για λήψη μικρότερης αμοιβής από τα ανωτέρω καθοριζόμενα όρια είναι άκυρη ανεξάρτητα από το χρόνο συνάψεως της. Εξάλλου, κατά το άρθρο 98 παρ.1 του εν λόγω Κώδικα, σε περίπτωση ελλείψεως ειδικής συμφωνίας το ελάχιστο ποσό της αμοιβής του δικηγόρου ορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις των επομένων άρθρων, κατά δε το άρθρο 99 εδ.
α' του αυτού Κώδικα, το ελάχιστο όριο της αμοιβής επί των πολιτικών υποθέσεων, των ποινικών και ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων και αρχών και των εξώδικων, εκτός των αναφερομένων και για τις δύο περιπτώσεις εξαιρέσεων, είναι ίσο με το γινόμενο των δραχμών, που αναγράφονται στον Κώδικα αυτό και για κάθε ειδική εργασία, επί συντελεστή, ο οποίος με την υπ' αριθμ. 12.398/9.2.1989 απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση της διατάξεως αυτής και δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθμ. 131/21.2.1989 ΦΕΚ (τεύχος Β'), ορίσθηκε σε 140 μονάδες.
Περαιτέρω, σύμφωνα με την παράγραφο 5 του άρθρου 23 του π.δ. 282/1996 "Οργανισμός του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 18 παρ.4 του ν. 2873/2000, "η αμοιβή των δικηγόρων του Δημοσίου διέπεται από τις δια τάξεις του ν.δ.3026 της 6/8 Οκτωβρίου 1954 "Περί του Κωδικός των Δικηγόρων", όπως εκάστοτε ισχύουν και καθορίζεται στο διπλάσιο από εκείνο που προβλέπεται από αυτές του ελάχιστου ορίου για κάθε δικαστική ή εξώδικη ενέργεια.
Σε δικαστικές ή εξώδικες εργασίες, για τις οποίες από διατάξεις του Κώδικα η αμοιβή ορίζεται σε ποσοστό επί της αξίας του αντικειμένου της υπόθεσης, οι δικηγόροι του Δημοσίου αμείβονται, με το διπλάσιο του ελαχίστου ορίου που ορίζεται με τις διατάξεις των άρθρων 100 παράγραφος 4,107 παράγραφος 1 εδάφιο 2 και 110 παράγραφος 1 του πιο πάνω Κώδικα στην πρώτη περίπτωση και από το άρθρο 161 παράγραφος 4 στη δεύτερη περίπτωση.
Οι αμοιβές αυτές μπορούν κατά την εκκαθάρισή τους είτε να μειωθούν μέχρι του ελάχιστου ορίου που προβλέπουν οι διατάξεις του Κώδικα, όταν πρόκειται για χειρισμό μεγάλου αριθμού ομοίων υποθέσεων ή όταν ο δικηγόρος του Δημοσίου δεν χειρίστηκε την υπόθεση με την προσήκουσα επιμέλεια, είτε να αυξηθούν μέχρι το τετραπλάσιο του ελάχιστου αυτού ορίου όταν επιδείχθηκε από τον δικηγόρο ιδιαίτερο ενδιαφέρον και επιμέλεια".
Εξάλλου, στο άρθρο 51 του ν. 2238/1994 "Κώδικας Φορολογίας Εισοδήματος", όπως τούτο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 παρ.2 του ν. 2753/1999 "Καθαρό Εισόδημα Ελεύθερων Επαγγελματιών", ορίζεται ότι' "για τις παραστάσεις των δικηγόρων ενώπιον των δικαστηρίων, για τη σύμπραξη τους σε εξώδικες ενέργειες και συμβάσεις, όπως προβλέπουν οι οικείες διατάξεις, καθώς και για κάθε άλλη νομική υπηρεσία που παρέχουν αυτοί στον εντολέα τους καθορίζεται το μήνα Δεκέμβριο κάθε δεύτερου έτους, με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ύστερα από γνώμη της Ολομέλειας των δικηγορικών συλλόγων της Ελλάδας, ελάχιστη αμοιβή, ενιαία για όλους τους δικηγορικούς συλλόγους της Χώρας.
Η ελάχιστη αμοιβή, που προβλέπεται από την απόφαση της προηγουμένης παραγράφου, προεισπράττεται από τον οικείο δικηγορικό σύλλογο με τετραπλότυπα γραμμάτια. Οι δικηγορικοί σύλλογοι υποχρεούνται να ενεργούν παρακράτηση φόρου εισοδήματος με συντελεστή δεκαπέντε τοις εκατό (15%)στο ακαθάριστο ποσό των αμοιβών που αναγράφονται στο τετραπλότυπο γραμμάτιο ...".
Σε εκτέλεση της εξουσιοδοτικής αυτής διατάξεως εκ δόθηκε η υπ' αρ. 2031/0012/29.12.1999 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης που προσδιόρισε τις ελάχιστες αμοιβές των δικηγόρων για τις παραστάσεις σε δικαστήρια ή σε εξώδικες ενέργειες και συμβάσεις της οποίας ανεστάλη κατ' αρχήν η εφαρμογή μέχρι την 30.6.2000, δυνάμει της όμοιας υπ' αρ. 1007604 /132/Α10012/ΠΟΛ 1017/25.1.2000 αποφάσεως των ίδιων Υπουργών.
Στη συνέχεια, με την εκδοθείσα, ομοίως σε εκτέλεση της άνω διατάξεως, υπ' αριθμ. 1314/21.12.2000 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, προσδιορίστηκαν οι ελάχιστες αμοιβές των δικηγόρων και ορίστηκε ότι' "οι ελάχιστες αμοιβές για τις παραστάσεις των δικηγόρων ενώπιον των δικαστηρίων για τη σύμπραξη τους σε εξώδικες ενέργειες και συμβάσεις, όπως προβλέπουν οι οικείες διατάξεις, καθορίζονται όπως στο συνημμένο πίνακα", κατά τον οποίο η αμοιβή του δικηγόρου για κάθε δικαστική ενέργεια (σύνταξη αγωγής, προτάσεων, παράσταση) διακυμαίνεται σε εφάπαξ ποσό, ανάλογα με το δικαστήριο ενώπιον του οποίου ενεργείται, του αντικειμένου της δίκης και του αιτούμενου ποσού.
Με τις διατάξεις των ανωτέρω νόμων καθώς και εκείνες της υπ' αριθμ. 1314/2000 ως άνω ΚΥΑ δεν καταργήθηκαν οι προαναφερόμενες διατάξεις του Κώδικα των Δικηγόρων, που αφορούν τον καθορισμό του κατωτάτου ορίου αμοιβής όλων των δικηγόρων, δηλαδή και εκείνων του Δημοσίου ή Ν.Π.Δ.Δ. Οι διατάξεις του Κώδικα αυτού, των οποίων σκοπός είναι όχι μόνο η προστασία του ιδιωτικού συμφέροντος του δικηγόρου ως εργαζομένου, αλλά και η κατοχύρωση του κύρους του δικηγορικού λειτουργήματος ως θεράποντος του δημοσίου συμφέροντος, κατισχύουν εκείνων των ως άνω νόμων και των κατ' εξουσιοδότηση αυτών εκδοθεισών ΚΥΑ στις σχέσεις μεταξύ των συμβαλλόμενων, αφού οι διατάξεις αυτών, όπως προκύπτει από το σύνολο του περιεχομένου τους και τις οικείες εισηγητικές εκθέσεις, έχουν φορολογικό χαρακτήρα και από σκοπούν στη μεταρρύθμιση και απλοποίηση του φορολογικού συστήματος με την καθιέρωση αντικειμενικής φορολογικής μεταχειρίσεως των δικηγόρων προς τον σκοπό της δικαιότερης κατανομής των φορολογικών βαρών της μειώσεως των οικονομικών στρεβλώσεων, που προκαλεί η φορολογική διάρθρωση στην κατανομή των πόρων, της αυξήσεως της ανταγωνιστικότητας και της προσαρμογής της φορολογίας στο ενοποιούμενο διεθνές οικονομικό περιβάλλον.
Έτσι, όταν η καθοριζόμενη με βάση τον Κώδικα Δικηγόρων για κάθε κατά περίπτωση ενέργεια ελάχιστη αμοιβή είναι μεγαλύτερη από εκείνη, που καθορίζεται με βάση την ως άνω ΚΥΑ, τότε οφείλεται η μεγαλύτερη αυτή αμοιβή. Όταν όμως είναι μικρότερη, τότε οφείλεται η καθοριζόμενη με βάση την ΚΥΑ μεγαλύτερη ελάχιστη αμοιβή, διότι θα ήταν άνισο οι δικηγόροι να αμείβονται με τα ελάχιστα όρια του Κώδικα των Δικηγόρων και να φορολογούνται για μεγαλύτερο εισόδημα.
Συνεπώς, σε περίπτωση αναθέσεως από μέρους του Δημοσίου ή Ν.Π.Δ.Δ. εντολής σε δικηγόρο να ενεργήσει για λογαριασμό του ενώπιον δικαστηρίου, υποχρεούνται αυτά μετά την ισχύ της υπ' αριθμ. 1.314/21.12.2000 ΚΥΑ να καταβάλουν στον εν λόγω δικηγόρο την αντίστοιχη αμοιβή, που προβλέπεται από τις διατάξεις αυτής και όχι το ελάχιστο όριο αμοιβής που προβλέπεται στον Κώδικα Δικηγόρων για τη συγκεκριμένη ενέργεια, εφόσον η αμοιβή, σύμφωνα με την ως άνω ΚΥΑ, είναι ανώτερη αυτής που ορίζεται στον Κώδικα Δικηγόρων. Τέλος, οι αναιρετικοί λόγοι των αριθμών 1 εδαφ. α και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύονται, ο μεν πρώτος, αν το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών διαπιστώσεων του στο εννοιολογικό περιεχόμενο του εν λόγω κανόνα, ο δε δεύτερος, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων(ΑΠ 1377/2009, ΑΠ 335/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος (ενάγων) δικηγόρος του αναιρεσείοντος (εναγομένου) Ελληνικού Δημοσίου στην περιφέρεια του Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας για τα έτη 2001-2002 χειρίστηκε κατ' εντολή του τελευταίου τις λεπτομερώς αναφερόμενες υποθέσεις του και προέβη στις καθοριζόμενες δικαστικές ενέργειες και εργασίες για τις οποίες δικαιούται την αμοιβή που καθορίζεται με τις ειδικές για το Δημόσιο διατάξεις του άρθρου 23 παρ.5 του Π.Δ/τος 282/1996 και την υπ' αριθμ. 1314/21-12-2000 Κοινή Υπουργική Απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης και όχι με βάση τις ελάχιστες αμοιβές του Κώδικα περί Δικηγόρων(ΝΔ 3026/1954), δηλαδή την αξιούμενη με την αγωγή του αναιρεσιβλήτου ανώτερη για τις συγκεκριμένες ενέργειες αμοιβή που προβλέπεται με την ανωτέρω κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης και ανερχόταν κατά το αγωγικό αίτημα στο ποσό των 44. 812,67ευρώ.Ακολούθως,το Εφετείο, αφού απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος και δέχθηκε την έφεση του αναιρεσίβλητου, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, επιδικάζοντας στον αναιρεσείοντα το ανωτέρω συνολικό ποσό των 42. 614,15 ευρώ.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, διέλαβε επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, καθόσον από όλο το περιεχόμενο της προσβαλλομένης, προκύπτει ότι δέχθηκε ότι η αμοιβή για όλες οι νομικές υπηρεσίες που παρέσχε ο αναιρεσίβλητος δικηγόρος στο αναιρεσείον που καθορίζονται από τον Κώδικα περί δικηγόρων, ήταν μικρότερη από αυτή που καθορίζεται από την προαναφερθείσα ΚΥΑ.
Επομένως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., με τον οποίο υποστηρίζεται ότι το Εφετείο στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του από νόμιμη βάση, μη βεβαιώνοντας για κάθε κατά περίπτωση εργασία ότι η καθοριζομένη με βάση τον Κώδικα περί δικηγόρων αμοιβή είναι μικρότερη απ' αυτή που καθορίζεται με βάση την άνω ΚΥΑ και ότι συνεπώς οφείλεται εκείνη η αμοιβή που καθορίζεται με την τελευταία(ανωτέρω ΚΥΑ).
Περαιτέρω, το Εφετείο δεν παρεβίασε τις άνω ουσιαστικού δικαίου δια-τάξεις του άρθρου 7 παρ.2 του ν. 2753/1999 και της υπ' αριθμ. 1314/21-12-2000 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, τις οποίες αντιθέτως ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε ενόψει του ότι το ως άνω Δικαστήριο επιδίκασε στον αναιρεσίβλητο το τριπλάσιο και τετραπλάσιο των ελαχίστων αμοιβών που προβλέπονται από την προεκτεθείσα ΚΥΑ για τις αναφερόμενες στην προσβαλλομένη υποθέσεις, γιατί ακριβώς οι αμοιβές που προβλέπονται από τον Κώδικα περί Δικηγόρων, στον οποίο παραπέμπει μεν ο νόμος (άρθρο 23 ΠΔ 282/1996, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 18 παρ.4 του Ν. 2873/2000), πλην όμως υπό την προϋπόθεση ότι τα καθοριζόμενα από τον Κώδικα ελάχιστα όρια για τον τριπλασιασμό και τετραπλασιασμό της αμοιβής των δικηγόρων του Δημοσίου είναι ανώτερα απ' αυτά που καθορίζονται από την άνω ΚΥΑ, ήταν για τις ανωτέρω υποθέσεις μικρότερες από τις καθοριζόμενες απ' αυτή (άνω ΚΥΑ).
Επομένως ο εκ του άρθρου 559 αληθώς μόνο από τον αριθμό 1 και όχι και από τον αριθμό 19 ΚΠολΔ δεύτερος και τελευταίος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ως άνω πλημμέλεια, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, κατά το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23-9-2009 αίτηση του ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 119/2009 αποφάσεως του Εφετείου Κερκύρας και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, εκ τριακοσίων (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Μαΐου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Ιουνίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ