Legislator Case Law & Legislation
1037/2010 AI generated

1037/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1037/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Α. Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΑ ΤΕΧΝΙΚΑ ΕΡΓΑ ΒΙΟΤΕΡ ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σοφία Δημητρακοπούλου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Legislator headnote

AI generated

1037/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Προφανές είναι ότι οι εν λόγω με στοιχ Α και Β χαρακτηριζόμενες αιτήσεις αναιρέσεως πρέπει να συνεκδικαστούν (ΚΠολΔ 573 παρ.2, 246) και ερευνηθεί στη συνέχεια η βασιμότητα των διατυπούμενων δι' αυτών λόγων με βάση τις παραδοχές της προσβαλλόμενης δι' αυτών αποφάσεως, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1037 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1037/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπα-νικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γιαννούλη, Γεώργιο Χρυσικό, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 10ην Μαΐου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Α. Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΑ ΤΕΧΝΙΚΑ ΕΡΓΑ ΒΙΟΤΕΡ ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σοφία Δημητρακοπούλου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου: του εδρεύοντος στην Αθήνα Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ", το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Αφροδίτη Καρούκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Β. Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΒΗΤΑ ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΣ Α.Ε", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Κοσμά.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΑ ΤΕΧΝΙΚΑ ΕΡΓΑ Α.Ε" και το διακριτικό τίτλο "ΒΙΟΤΕΡ Α.Ε" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σοφία Δημητρακοπούλου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ., 2. του Νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ", το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Αφροδίτη Καρούκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις, 3. του ..., και 4. ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο. Στο σημείο αυτό ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο δήλωσε ότι παραιτείται από το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως ως προς τους τρίτο και τέταρτο των αναιρεσιβλήτων.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17 Ιουνίου 2004 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ" ως και την από 24 Σεπτεμβρίου 2004 προσεπίκληση και παρεπίμπτουσα αγωγή της ανωνύμου εταιρίας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΒΗΤΑ ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΣ Α.Ε", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες κατατέθηκαν Μονομελές Πρωτοδικείο Ηλείας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 225/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 1243/2007 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με τις με στοιχεία Α' από 12-11-2008 και Β' από 27-11-2008 αιτήσεις αναιρέσεως ως και την συνεκδίκαση αυτών. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 14 Απριλίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε τη συνεκδίκαση των χαρακτηριζομένων στο σκεπτικό της παρούσης με στοιχ. Α' (194/12-11-2008) και Β. (202/27-11-2008) αιτήσεων για αναίρεση της αυτής, 1243/29-11-2007, αποφάσεως του Εφετείου Πατρών και την απόρριψή της .

Ο πληρεξούσιος της με στοιχεία Β' αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεώς του και την καταδίκη των αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Στο Δικαστήριο αυτό εκκρεμούν οι Α. 194/12-11-2008 και Β. 202/27-11-2008 αιτήσεις αναιρέσεως, με τις οποίες προσβάλλεται η αυτή, 1243/29-11-2007, απόφαση του Εφετείου Πατρών, η τελευταία από τις οποίες θεωρείται πως δεν ασκήθηκε κατά την απεύθυνσή της κατά του τρίτου (...) και τετάρτου (...) των αναιρεσιβλήτων, μετά την καταχωρηθείσα στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δήλωση της δι' αυτής αναιρεσείουσας περί κατά τούτο παραιτήσεώς της από του δικογράφου της αναιρέσεως (ΚΠολΔ 294 εδ. 1, 295 εδ. 1, 297, 299, 573 παρ. 1).

Προφανές είναι ότι οι εν λόγω με στοιχ Α και Β χαρακτηριζόμενες αιτήσεις αναιρέσεως πρέπει να συνεκδικαστούν (ΚΠολΔ 573 παρ.2, 246) και ερευνηθεί στη συνέχεια η βασιμότητα των διατυπούμενων δι' αυτών λόγων με βάση τις παραδοχές της προσβαλλόμενης δι' αυτών αποφάσεως, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.

Ειδικότερα, με την 251/17-6-2004 αγωγή εφέρετο προς διάγνωση αξίωση του δι' αυτής ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου (Ι.Κ.Α.), ισόποση προς τις ασφαλιστικές παροχές τις οποίες κατέβαλε στον ασφαλισμένο ..., που τραυματίσθηκε από υπαιτιότητα των προστηθέντων από την δεύτερη των εναγομένων και με στοιχΑ αναιρεσείουσα (ΒΙΟΤΕΡ ΑΕ), κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία αντικείμενο αυτής, υπαλλήλων της κατά τον χειρισμό αντλίας εκχύσεως έτοιμου σκυροδέματος κατά την εκτέλεση αναληφθέντος από την εν λόγω εναγομένη έργου, σε εκτέλεση της συνομολογηθείσης μετά της συνεναγομένης της ("ΑΛΦΑ ΒΗΤΑ ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΣ Α.Ε.")και με στοιχΒ αναιρεσείουσας συμβάσεως έργου.

Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε η 225/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας, με απορριπτική επ' αυτής κατ' ουσίαν κρίση, σε συνέπεια με την παραδοχή της περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του παθόντος, αξιολογώντας παράλληλα ως αλυσιτελή την έρευνα της 327/24-9-2004 παρεμπίπτουσας αγωγής αποζημιώσεως της με στοιχΒ αναιρεσείουσας κατά των συνεναγομένων της στην κύρια δίκη και σε δεύτερο βαθμό, κατ' αποδοχή κατά τούτο της 55/15-5-2006 εφέσεως του ενάγοντος, εξαφάνιση της προσβαλλόμενης δι' αυτής πρωτοβάθμιας αποφάσεως, εξέταση κατ' ουσίαν της υποθέσεως και παραδοχή της αγωγής, η 1243/2007 απόφαση του Εφετείου Πατρών.

Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνονται οι ηττηθεί-σες εφεσίβλητες-εναγόμενες παρεμπιπτόντως ενάγουσα με τις ένδικες και με στοιχΑ και Β χαρακτηριζόμενες αιτήσεις αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια οι διατυπούμενοι δι' αυτών λόγοι αναιρέσεως . Ειδικότερα: (ι) Με στοιχΑ αίτηση αναιρέσεως:

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο, κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος.

Δεν αποτελούν όμως "πράγματα" και επομένως δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν δεν ληφθούν υπόψη, μεταξύ άλλων, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως, τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, οι αλυσιτελείς ισχυρισμοί που δεν θεμελιώνουν αυτοτελή ισχυρισμό, οι αποδείξεις ή τα περιστατικά που προκύπτουν από αυτές.

Η μη λήψη υπόψη των αποδεικτικών μέσων, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, προς απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμού που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από την διάταξη του άρθρου 559 αρ.11γ ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως.

Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως για τη ίδρυση του λόγου αυτού αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία έχει υποχρέωση να λάβει υπόψη κατά τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 346 ΚΠολΔ (Β'Ολ ΑΠ 2/2008).

Μη λήψη, πάντως, δεν σημαίνει από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται όλα τα έγγραφα, πλην εκείνου στο οποίο αναφέρεται η αναιρετική αιτίαση. Για τον έλεγχο, όμως, της ουσιαστικής βασιμότητας του λόγου αυτού αναιρέσεως είναι αναγκαία η προσκόμιση των αποδεικτικών μέσων, τα οποία αφορά η εν λόγω αναιρετική αιτίαση, προκειμένου να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενο αυτών, με βάση το οποίο θα ελεγχθεί η μη λήψη τους υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας.

Περαιτέρω, για να στοιχειοθετηθεί ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως της εκ πλαγίου παραβιάσεως κανόνων ουσιαστικού δικαίου, με την έννοια της ανεπάρκειας και αντιφατικότητας των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προϋποτίθεται ότι το δικαστήριο εισήλθε στην ουσία και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 914 ΑΚ όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει σύμφωνα με όσα ορίζονται στα άρθρα 297 και 298 ΑΚ. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για να υπάρχει αδικοπραξία και συνεπώς υποχρέωση του δράστη να αποζημιώσει τον παθόντα απαιτούνται: α) ζημία κάποιου, β) η ζημία αυτή να προξενήθηκε από το δράστη παρανόμως, γ) ο ζημιώσας να βρίσκεται σε υπαιτιότητα, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, όταν δηλαδή κατά το άρθρο 330 ΑΚ δεν καταβάλλεται από τον δράστη η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δ) η παράνομη συμπεριφορά του υπαιτίου να οφείλεται σε πράξη ή παράλειψη αυτού και ε) να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια, μεταξύ της ζημιογόνου πράξεως ή παραλείψεως και της ζημίας που επήλθε.

Περαιτέρω από την διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ προκύπτει ότι όταν στην γένεση ή στην επέλευση της ζημίας συνετέλεσε και πταίσμα του ζημιωθέντος, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 330 ΑΚ, το δικαστήριο της ουσίας μπορεί, κατά την κρίση του, αφού σταθμίσει τις περιστάσεις και ιδιαίτερα το βαθμό του πταίσματος του ζημιωθέντος και του ζημιώσαντος ή να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό αυτής.

Η εφαρμογή όμως της μνησθείσας διατάξεως (του άρθρου 300 ΑΚ) προϋποθέτει την προβολή εκ μέρους του εναγομένου της ενστάσεως περί συνυπαιτιότητας, διότι, αν ο εναγόμενος δεν προβάλλει τέτοιον ισχυρισμό, το δικαστήριο δεν δύναται να την λάβει υπόψη αυτεπαγγέλτως, έστω και αν προκύπτει από τις αποδείξεις.

Εντεύθεν αν δεν προβάλλεται τέτοια συνυπαιτιότητα εκ μέρους του εναγομένου αρκεί η απόφαση να δέχεται απλή υπαιτιότητα του εναγομένου, αφού στοιχείο του άρθρου 914 ΑΚ είναι η υπαιτιότητα του εναγομένου, και όχι η αποκλειστική τοιαύτη. Με τον πρώτο κατά σειρά λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ, ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του προβληθέντα από την αναιρεσείουσα ως εφεσίβλητη, ισχυρισμό περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του παθόντος για τον τραυματισμό του.

Προφανές είναι ότι πρόκειται για αρνητικό της αγωγής ισχυρισμό και με την έννοια αυτή δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την προδιαληφθείσα του όρου έννοια, με άμεση δικονομική συνέπεια ο λόγος αυτός αναιρέσεως να ελέγχεται ως αβάσιμος, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι λήφθηκε υπόψη και αρνητικά αξιολογήθηκε με την αντίθετη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι, δηλαδή, ο τραυματισμός του ασφαλισμένου στο αναιρεσίβλητο οφείλεται σε αμέλεια των προστηθέντων από την αναιρεσείουσα υπαλλήλων της.

Με τον αυτό αναιρετικό λόγο προσάπτεται παράλληλα στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι δεν έλαβε υπόψη κατά το σχηματισμό του αποδεικτικού της πορίσματος τα αποδεικτικά μέσα τα οποία επικαλέσθηκε προς ανταπόδειξη του αρνητικού αυτού ισχυρισμού της. Στην πλημμέλεια αυτή προσήκει η αναιρετική αιτίαση του άρθρου 559 αρ.11γ ΚΠολΔ, με ορισμένη αναφορά της (α) στην από 27-6-1996 έκθεση πραγματογνωμοσύνης των ...

και ... (β) τις από 21-6-1996 ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων ..., ..., ... και ..., από 18-7-1996 του ... και από 2-7-1996 του ..., ως και από 28-6-1996 του παθόντος ... και (γ) την 1640/2000 απόφαση του Μονομελούς Πλημ/κείου Πύργου, με την οποία οι συνεναγόμενοι της αναιρεσείουσας και κατηγορούμενοι κατ' εκείνη την δίκη κηρύχθηκαν αθώοι της αποδιδόμενης εις αυτούς αξιόποινης πράξεως της σωματικής βλάβης από αμέλεια, σε συνέπεια με το καταληκτικό αυτής αποδεικτικό πόρισμα ότι ο τραυματισμός του παθόντος οφείλεται σε αδέξιο αυτού χειρισμό της αντλίας εκχύσεως έτοιμου σκυροδέματος.

Η αναιρεσείουσα όμως δεν ανταποκρίνεται στην υποχρέωσή της προσκομίσεως των εν λόγω αποδεικτικών μέσων, αναγκαία, όπως προαναφέρθηκε, προκειμένου να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενο αυτών, με βάση το οποίο θα ελεγχθεί η μη λήψη τους υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και η βασιμότητα του λόγου αυτού αναιρέσεως, ο οποίος εντεύθεν ελέγχεται ως αβάσιμος.

Τέλος, με τον απομένοντα προς έρευνα δεύτερο και τελευταίο κατά σειρά λόγο προβάλλεται η αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ, με την έννοια της ανεπάρκειας και αντιφατικότητας των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης αποφάσεως αναφορικά με την παραδοχή της, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφής της, "θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι εναγόμενοι δεν προέβαλαν ένσταση περί συνυπαιτιότητας του παθόντος (ΑΚ 300), αλλά αρνήθηκαν τα πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν, σε σχέση με την υπαιτιότητα, την ιστορική βάση της αγωγής, ισχυριζόμενοι ότι αποκλειστικά υπεύθυνος του ατυχήματος είναι ο ασφαλισμένος του ενάγοντος.

Έτσι το δικαστήριο δεν έχει την δυνατότητα να λάβει υπόψιν αυτεπαγγέλτως συνυπαιτιότητα έστω και αν προκύπτει από τις αποδείξεις". Προφανές είναι ότι πρόκειται περί νομικής παραδοχής, η οποία αποκλείει την ίδρυση του διατυπούμενου λόγου αναιρέσεως, ο οποίος εντεύθεν ελέγχεται ως αβάσιμος.

(ii)Με στοιχΒ αίτηση αναιρέσεως:

Ι. Με τους πρώτο και δεύτερο κατά σειρά λόγους διατυπώνονται με το αυτό περιεχόμενο οι αναιρετικές αιτιάσεις της με στοιχΑ αιτήσεως αναιρέσεως, οι οποίες ομοίως αξιολογούνται ως αβάσιμες εκείνες από τους αριθμούς 8 και 11 γ του ΚΠολΔ 559 και ως απαράδεκτη εκείνη από τον αριθμό 19 της ίδιας διάταξης.

ΙΙ. Κατά τους ορισμούς και την έννοια του άρθρου 522 ΚΠολΔ, το αντικείμενο της δευτεροβάθμιας δίκης προσδιορίζεται από την έφεση και τους πρόσθετους αυτής λόγους, κατά το οποίο και μεταβιβάζεται η υπόθεση στο επιλαμβανόμενο της εφέσεως δικαστήριο. Στα πλαίσια του οριοθετούμενου από την έφεση μεταβιβαστικού αυτής αποτελέσματος και του εντεύθεν οριζομένου αντικειμένου της δευτεροβάθμιας δίκης περιορίζεται ο αναιρετικός έλεγχος και οι προβλεπόμενοι λόγοι αναιρέσεως, μεταξύ των οποίων και εκείνος του άρθρου 559 αρ. 9 ΚΠολΔ, ο οποίος ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να αποφανθεί με το διατακτικό της αποφάσεώς του ή τις αιτιολογίες της με δύναμη δεδικασμένου επί του διατυπούμενου με την αγωγή, κύρια ή παρεμπίπτουσα, αιτήματος.

Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 283 ΚΠολΔ παρέχει την δικονομική δυνατότητα στον εναγόμενο να ασκήσει αυτοτελή ή παρεμπίπτουσα αγωγή κατά του συνεναγομένου του, με διατυπούμενο δι' αυτής αίτημα την καταδίκη του τελευταίου σε πληρωμή εις εκείνον ό,τι ήθελε υποχρεωθεί να καταβάλει στον ενάγοντα της κύριας αγωγής σε περίπτωση παραδοχή της (ΚΠολΔ 69 παρ.1δ), προϋπόθεση από την οποία εξαρτάται η γένεση της εν λόγω αξιώσεως αποζημιώσεως, με βάση τη συνδέουσα τους διαδίκους της παρεμπίπτουσας δίκης έννομη σχέση.

Οι δίκες, που δημιουργούνται παράλληλα με την άσκηση της κύριας και παρεμπίπτουσας αγωγής αντίστοιχα, είναι μεν συναφείς, πλην είναι διακριτές. Επομένως, σε περίπτωση απορρίψεως της κύριας αγωγής σε πρώτο βαθμό, με άμεση δικονομική συνέπεια να καθίσταται αλυσιτελής, ελλείψει αντικειμένου, η έρευνα της παρεμπίπτουσας αγωγής, και ασκήσεως στη συνέχεια εφέσεως κατά της πρωτοβάθμιας αποφάσεως από τον ηττηθέντα πρωτοδίκως ενάγοντα στην κύρια δίκη, δεν μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο και η παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημιώσεως.

Προς τούτο απαιτείται να ασκήσει έφεση ο παρεμπιπτόντως ενάγων για την περίπτωση παραδοχής της εφέσεως και της κύριας αγωγής του δι' αυτής ενάγοντος και όχι να επαναφέρει την παρεμπίπτουσα αγωγή με τις προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου ως εφεσίβλητος-εναγόμενος (ΑΠ 94/1980, 823/1985). Κατά συνέπεια η προβαλλόμενη με τον απομένοντα προς έρευνα τρίτο και τελευταίο κατά σειρά λόγο αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ.9 ΚΠολΔ, με την έννοια ότι το Εφετείο παρέλειψε να αποφανθεί επί της παρεμπίπτουσας αγωγής αποζημιώσεως της ήδη αναιρεσείουσας, την οποία επανέφερε ενώπιον του Εφετείου μόνον με τις προτάσεις της ως εναγομένη-εφεσίβλητη, χωρίς να προσβάλλει με έφεση την απορριπτική επί της κύριας αγωγής πρωτοβάθμια απόφαση για την περίπτωση παραδοχής της εφέσεως και της κύριας αγωγής του δι' αυτής ενάγοντος και με την έννοια αυτή δεν μετεβιβάσθηκε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ελέγχεται ως αβάσιμη.

Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθούν οι ένδικες αναιρέσεις. Δικαστική δαπάνη υπέρ του νικώντος ΙΚΑ δεν επιδικάζεται διότι δεν υπέβαλε σχετικό αίτημα ως παραστάν με δήλωση και χωρίς προτάσεις. Αλλά δεν επιδικάζεται δικαστική δαπάνη ούτε υπέρ της νικώσης αναιρεσίβλητης ΒΙΟΤΕΡ ΑΕ και σε βάρος της ηττώμενης αναιρεσείουσας "ΑΛΦΑ ΒΗΤΑ ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΣ ΑΕ", γιατί η πρώτη (ΒΙΟΤΕΡ ΑΕ) παραστάθηκε με δήλωση και με τις προτάσεις της δεν υπέβαλε αίτημα καταδίκης της αναιρεσείουσας στην δικαστική της δαπάνη.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Ι. Θεωρείται πως δεν ασκήθηκε η με στοιχ. Β (202/27-11-2008) αίτηση αναιρέσεως κατά την απεύθυνσή της κατά του τρίτου (...) και τετάρτου (...) των δι' αυτής αναιρεσιβλήτων.

ΙΙ. Συνεκδικάζει κατά τα λοιπά και απορρίπτει τις χαρακτηριζόμενες με στοιχ. Α (194/12-11-2008) και Β (202/27-11-2008) αιτήσεως για αναίρεση της 1243/29-11-2007 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 1 Ιουνίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ