Supreme Court dismisses appeal against insurance company's loss of coverage due to policy cancellation and new contract. The court rejects arguments regarding evidence omission and contract validity. The appeal is dismissed as the lower court properly considered all evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the insurance company's appeal against the Court of Appeal's decision to partially award damages to three individuals. The lower court upheld the cancellation of an old insurance policy and the validity of a new policy signed three days after an accident, rejecting the insurer's claim that the new contract invalidated the previous one. The court found no error in the appellate court's evaluation of evidence, including witness testimonies and expert reports, which were all properly considered in reaching its conclusion.
Legislator headnote
AI generatedArticles 335, 338-340, 346 of the Code of Civil Procedure; Article 559, paragraphs 1 and 11 of the Code of Civil Procedure; Articles 192 of the Civil Code and Article 1 of Law 2496/1997: The appellate court's failure to consider specific evidence does not constitute grounds for cassation if all submitted evidence was duly examined and the decision is based on sufficient reasoning regarding the formation of the insurance contract.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1037 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1037/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Μαρτίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Ντανάκα.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ψ1, 2) ψ2 και 3) ψ3. Δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-2-1999 αγωγή των ήδη 1ης και 2ου αναιρεσιβλήτων και με την από 20-4-1999 αγωγή του ήδη 3ου αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Μυτιλήνης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 42/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 43/2003 του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19-1-2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη, διάβασε την από 30-1-2007 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Εμμανουήλ Καλούδη, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι πρώτος και τρίτος και να απορριφθεί ο δεύτερος από τους λόγους της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις προσκομιζόμενες υπ' αριθμ. ..... εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο πρωτοδικείο Αθηνών ......., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 19-1-2006 αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη κατάθεσης και ορισμού ως δικασίμου την 20-2-2007 κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε για την πιο πάνω δικάσιμο, καθώς και κλήση να παραστούν κατά την μετ' αναβολή πιο πάνω δικάσιμο, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως για τους αγνώστου διαμονής αναιρεσιβλήτους, στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασίλειο Μαρκή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 134, 135 του Κ.Πολ.Δ., ενώ συγχρόνως δημοσιεύθηκε περίληψη των κοινοποιηθέντων δικογράφων, καθώς και ο ορισμός των προαναφερομένων δικασίμων, στις εκδιδόμενες στην Αθήνα ημερήσιες εφημερίδες .... και ... (αριθ. φύλλων .... και ......). Επομένως αφού οι αναιρεσείοντες αυτοί δεν εμφανίσθηκαν κατά την άνω δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε κατά τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, το Δικαστήριο, σύμφωνα με τα παραπάνω, πρέπει να συζητήσει την υπόθεση σαν να ήταν και αυτοί παρόντες.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης ιδρύει η παραμόρφωση από το δικαστήριο της ουσίας του περιεχομένου αποδεικτικού, κατά τα άρθρα 339 και 342 ΚπολΔ, εγγράφου, στο οποίο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στήριξε την κρίση του ως προς ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό των διαδίκων. Πρόκειται για παραμόρφωση του εγγράφου όταν από διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου αποδόθηκε καταφανώς διαφορετικό από το πραγματικό περιεχόμενο του εγγράφου, δηλαδή δεν διαβάστηκε καλά το έγγραφο και όχι όταν κατά την εκτίμηση του περιεχομένου του αποδόθηκε τοιούτο διαφορετικό από τις απόψεις του αναιρεσείοντος.
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα αναφέρει στον πρώτο λόγο της αίτησης το πλήρες περιεχόμενο του κειμένου του εγγράφου, το οποίο επιγράφεται "ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΚΑΤΑΒΟΛΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΡΩΝ ΚΑΙ ΒΕΒΑΙΩΣΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ" και φέρει ημερομηνία ..... Από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ.1 Κ.ΠολΔ) επισκόπηση του περιεχομένου του, όπως εκτίθεται από την αναιρεσείουσα, δεν προκύπτει, ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο αυτού, αλλά, αφού το διάβασε σωστά και συνεκτιμώντας το με τις λοιπές αποδείξεις κατέληξε στο συμπέρασμα, ότι προς απόδειξη της κατάρτισης της ασφαλιστικής σύμβασης εκδόθηκε από τον Πράκτορα της αναιρεσείουσας Γ1 η πιο πάνω απόδειξη καταβολής ασφαλίστρων ποσού 40.000 δρχ.
και βεβαίωση ασφάλισης η οποία φέρει την υπογραφή του εν λόγω πράκτορα, ύστερα από τη μη ελεγχόμενη αναιρετικά εκτίμηση αυτού.
Συνεπώς, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 20 Κ.ΠολΔ προβαλλόμενος αντίθετος ως άνω λόγος πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
Επειδή, από το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔικ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν με σαφήνεια από το αιτιολογικό της απόφασης τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση για τη συνδρομή των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της ουσιαστικού δικαίου διάταξης που εφαρμόστηκε ή για μη συνδρομή τούτων που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας σε περίπτωση ελλείψεων της απόφασης που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και συγκεκριμένα στην ανάλυση και στάθμιση αυτών και γενικά στην αιτιολόγηση του πορίσματος στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, αν αυτό εκτίθεται με σαφήνεια. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 2 και 5 του ν. 489/1976 προκύπτει, ότι η σύμβαση ασφάλισης με την οποία καλύπτεται η από την κυκλοφορία του αυτοκινήτου έναντι τρίτων αστική ευθύνη, καταρτίζεται με απλή συναίνεση των συμβαλλομένων και λογίζεται καταρτισμένη από τότε που ο ασφαλιστής θα αποδεχτεί την πρόταση για ασφάλιση.
Αν μεταξύ πρότασης και αποδοχής μεσολαβεί ορισμένο χρονικό διάστημα τότε η σύμβαση δεν συνάπτεται πριν από την αποδοχή, εκτός αν έχει συναφθεί συγχρόνως με την πρόταση και σύμβαση προσωρινής κάλυψης, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ.2 και 3 της Κ4/585/5-4-1978 απόφασης του Υπουργού Εμπορίου, οπότε χορηγείται από τον ασφαλιστή προσωρινό σημείωμα κάλυψης.
Η σύμβαση προσωρινής κάλυψης δεν υπόκειται σε τύπους, αποδεικνύεται δε με το προσωρινό σημείωμα κάλυψης που χορηγεί ο ασφαλιστής. Η διάρκειά της μπορεί να είναι και ορισμένη, αν όμως δεν έχει οριστεί ισχύει μέχρι την έκδοση του οριστικού ασφαλιστηρίου συμβολαίου ή την ουσιαστική έναρξη της ασφάλισης δυνάμει της οριστικής σύμβασης.
Δεν ανατρέπεται δε η κάλυψη βάσει της προσωρινής σύμβασης για το λόγο ότι δεν καταρτίστηκε μεταγενέστερη οριστική σύμβαση ασφάλισης. Κατά τη διάρκεια της προσωρινής κάλυψης ισχύουν όλοι οι κανόνες που αφορούν τα ασφαλιστικά βάρη που βαρύνουν τον αντισυμβαλλόμενο και τον ασφαλισμένο. Στη σύμβαση προσωρινής κάλυψης ο ασφαλιστής καλύπτει τον κίνδυνο που θα δημιουργηθεί από την πρόκληση τυχόν ατυχήματος σε τρίτο πρόσωπο κατά το χρόνο που εμπίπτει στη διάρκεια της προσωρινής κάλυψης.
Κύρια υποχρέωση του αντισυμβαλλόμενου είναι η πληρωμή του ασφαλίστρου, αλλά η μη καταβολή αυτού αποτελεί λόγο καταγγελίας της σύμβασης από τον ασφαλιστή. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 1 της Κ4/585 κανονιστικής απόφασης του Υπουργού Εμπορίου που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 6 παρ. 5 του ν. 489/1976 και καθορίζει τους γενικούς όρους του ασφαλιστηρίου που καλύπτει την αστική ευθύνη από ατυχήματα αυτοκινήτων "η ασφαλιστική σύμβαση ισχύει δια την ασφαλιστική περίοδο, ήτις ορίζεται στο ασφαλιστήριο και ανανεούται εκάστοτε δι' ίσον χρονικό διάστημα μετά την λήξιν της ασφαλιστικής περιόδου, ως και των επομένων τούτων, εκτός εάν 30 ημέρες προ του τέλους εκάστης ασφαλιστικής περιόδου, εκάτερος των συμβαλλομένων μερών ειδοποιήσει το έτερον δια συστημένης επιστολής περί του αντιθέτου", ενώ, κατά το άρθρο 11 παρ. 1 του ν. 489/1976, "ο ασφαλιστής δεν μπορεί να αντιτάξει κατά του προσώπου που ζημιώθηκε, όταν τούτο ασκεί την κατ` άρθρο 10 παρ. 1 αξίωση, ενστάσεις που απορρέουν από την ασφαλιστική σύμβαση, επιφυλασσομένου σ` αυτόν του δικαιώματος αγωγής κατά του ασφαλισμένου, του αντισυμβαλλομένου και του οδηγού".
Κατά δε την παράγραφο 2 του άνω άρθρου και νόμου, "η ακύρωση, η λήξη ή η αναστολή της ασφαλιστικής σύμβασης δύναται ν` αντιταχθεί κατά του τρίτου που ζημιώθηκε μόνο, εάν το ατύχημα συνέβη μετά πάροδο δεκαέξι ημερών από την εκ μέρους του ασφαλιστή γνωστοποίηση της ακύρωσης ή λήξης ή αναστολής". Στη προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε κατά την ανέλεγκτη κρίση του σχετικά με την κατάρτιση της ασφαλιστικής σύμβασης τα εξής: "Ο ιδιοκτήτης του με αριθμό .......
ζημιογόνου ΙΧΕ αυτοκινήτου Ζ1, προέβη στις 5-1-1998 σε ασφάλιση αυτού στην εκκαλούσα ασφαλιστική εταιρία. Η διάρκεια της ασφάλισης ορίστηκε εξαμηνιαία αρξαμένη από 7-1-1998 έως 7-7-1998. προς απόδειξη της κατάρτισης της ασφαλιστικής σύμβασης εκδόθηκε από τον πράκτορα της εκκαλούσας Γ1 η από ..... με αριθμό ..... απόδειξη καταβολής ασφαλίστρων (40.000 δρχ.) και βεβαίωση ασφαλίσεως, η οποία φέρει την υπογραφή του εν λόγω πράκτορα.
Η ασφαλιστική αυτή σύμβαση βρισκόταν σε ισχύ όταν έλαβε χώρα το ατύχημα (14-9-1998) καθόσον ανανεώθηκε αυτοδικαίως υπό τους ίδιους όρους, ενώ δεν προέκυψε ότι έλαβε χώρα σαφής και ρητή αντίθετη βούληση ενός εκ των συμβαλλομένων μερών και εν προκειμένω της εκκαλούσας ασφαλιστικής εταιρίας, με την οποία να καταργείται.
Η ακύρωση της προγενέστερης από 6-7-1996 έως 6-1-1997 ασφαλιστικής σύμβασης η οποία έλαβε χώρα με συστημένη επιστολή που παραλήφθηκε από τον ιδιοκτήτη του ως άνω αυτοκινήτου στις 15-11-1966 δεν ασκεί επιρροή, διότι υφίσταται μεταγενέστερη ασφαλιστική σύμβαση.... Ενώ το γεγονός ότι καταρτίστηκε νέα ασφαλιστική σύμβαση για το ζημιογόνο αυτοκίνητο στις 17-9-1998 (τρεις ημέρες μετά το ατύχημα) με ισχύ από 18-9-1998 έως 18-3-1999 δεν διαφοροποιεί τα προεκτεθέντα".
Ακολούθως το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρίας, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση με την οποία είχαν γίνει εν μέρει δεκτές οι αγωγές των αναιρεσιβλήτων για καταβολή αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεως. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 192 ΑΚ και 1 παρ. 3 και 2 παρ. 1 και του Ν. 2496/1997 και διέλαβε επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες στα κρίσιμα για την έκβαση της δίκης ζητήματα της συνάψεως της ένδικης σύμβασης και ως εκ τούτου απορριπτέος ως αβάσιμος είναι ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ.
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338-340 και 346 του Κ.Πολ.Δ., συνάγεται ότι το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του ως προς τα πραγματικά γεγονότα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι και στηρίζουν την άμεση ή έμμεση απόδειξη, την κύρια απόδειξη ή ανταπόδειξη.
Η παράβαση δε της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 11 του Κ.Πολ.Δ. λόγο αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 42/2002). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση κατέληξε στο αναφερόμενο πιο πάνω αποδεικτικό του πόρισμα χωρίς να λάβει υπόψη του τα επικληθέντα από τον αναιρεσείοντα αποδεικτικά μέσα, ήτοι: 1) Την από 30-11-2001 έκθεση εξέτασης του κατηγορουμένου Γ1 ενώπιον της πταισματοδίκου Πολιχνίτου. 2) Την από 6-12-2001 ένορκη κατάθεση του Ζ1 ενώπιον της ίδιας Πταισματιδίκου. 3) Την από 29-5-2000 έκθεση εξέτασης του κατηγορουμένου ......
ενώπιον της Πταισματοδίκου Μυτιλήνης. 4) Την από 23-11-2000 ένορκη εξέταση του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου ..... ενώπιον της Πταισματοδίκου Μυτιλήνης και 5) Την από 24-5-2000 ένορκη εξέταση της μηνύτριας ..... ενώπιον της ίδιας πταισματιδίκου. Όμως όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο για τη θεμελίωση του αποδεικτικού πορίσματος στο οποίο κατέληξε, έλαβε υπόψη όλα τα νομίμως επικαλούμενα από τους διαδίκους και προσκομισθέντα έγγραφα και δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι λήφθηκαν υπόψη και όλα τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα.
Επομένως, απορριπτέος ως αβάσιμος είναι ο τρίτος και τελευταίος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11 του Κ.Πολ.Δ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ'αριθμ. 43/2003 αποφάσεως του Εφετείου Αιγαίου.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2-4-2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20-5-2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ