Supreme Court partially allows appeal against court of first instance decision on excessive commission payment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against the Court of First Instance's decision regarding excessive commission payments. The lower court had rejected the claim that the 2.6 million drachma commission was disproportionate to the property sale value. The Court found the lower court's reasoning insufficient to justify this conclusion under the relevant civil code provisions.
Legislator headnote
AI generatedArticles 703 and 707 of the Civil Code; A court decision lacks legal basis when its reasoning fails to adequately address material facts essential to applying the substantive law rule, necessitating remand for further examination.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1037 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1037/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1΄ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη και Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Μαρτίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) .... και 2) .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σωτήριο Μανιαδάκη.
Της αναιρεσίβλητης: .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Βαχαβιόλο βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-9-1996 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 48/1998 του ίδιου Δικαστηρίου και 6496/2002 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 26-5-2004 αίτησή τους και τους από 23-8-2005 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Δαβίλλας, διάβασε την από 1-11-2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν όλοι οι λόγοι, του κυρίου δικογράφου και των προσθέτων, της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Επειδή, από το άρθρο 703 παρ. 1 Α.Κ. εκείνος που υποσχέθηκε αμοιβή σε κάποιον (μεσίτη) για την μεσολάβηση ή την υπόδειξη ευκαιρίας για την σύναψη μιας σύμβασης έχει υποχρέωση να πληρώσει μόνο αν η σύμβαση καταρτισθεί ως συνέπεια αυτής της μεσολάβησης ή της υπόδειξης ευκαιρίας. Από την εν λόγω διάταξη σαφώς προκύπτει ότι κύριες προϋποθέσεις για την εφαρμογή αυτής είναι :
α) η υπόσχεση αμοιβής για την μεσολάβηση ή την υπόδειξη ευκαιρίας προς σύναψη σύμβασης, β) μεσιτική δραστηριότητα με οποιαδήποτε μορφή (μεσολάβηση ή υπόδειξη ευκαιρίας), γ) σύναψη της σκοπούμενης κύριας σύμβασης και δ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της μεσιτικής δραστηριότητας και τη σύναψη της σύμβασης. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 1 του Π.Δ. 248/1993 «Μεσίτης αστικών συμβάσεων είναι το φυσικό πρόσωπο ή η εμπορική εταιρία κάθε είδους που μεσολαβεί για τη σύναψη των αστικού δικαίου συμβάσεων πώλησης, ανταλλαγής, μίσθωσης ακινήτων, παραχώρησης ακινήτων προς ανοικοδόμηση με αντιπαροχή ή που υποδεικνύει ευκαιρία για τη σύναψη τέτοιων συμβάσεων».
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, ανελέγκτως, τα εξής: Η πρώτη εναγομένη – αναιρεσείουσα, ενεργούσα ατομικώς και για λογαριασμό του δεύτερου εναγομένου - αναιρεσείοντος, συζύγου της ..., επισκέφθηκε και έδωσε εντολή (την υπό ημερομηνία 20-2-1992) στην ενάγουσα – αναιρεσίβλητη, ασκούσα νομίμως το επάγγελμα της μεσίτριας αστικών συμβάσεων, να της υποδείξει ακίνητο που να ευρίσκεται στην περιοχή της ....., έχουσα σκοπό να το αγοράσει με το σύζυγό της, κατά το ½ εξ αδιαιρέτου, ως αμοιβή δε συμφωνήθηκε το 2% επί της πραγματικής αξίας του ακινήτου, πλέον του εκ 18% αναλογούντος ΦΠΑ.
Πράγματι η αναιρεσίβλητη αποδέχθηκε την εντολή και υπέδειξε στους αναιρεσείοντες, μεταξύ άλλων, και ακίνητο (οικόπεδο) που βρίσκεται επί της οδού ...., 1000 τ.μ. και αγοραίας αξίας 130.000.000. δραχμών. Η αναιρεσείουσα (πρώτη) έδειξε ενδιαφέρον για το συγκεκριμένο ακίνητο, ζήτησε να έλθει σε επαφή με τον πωλητή και να λάβει σχεδιάγραμμα τούτου, η δε αναιρεσίβλητη πραγματοποίησε ό,τι της ζητήθηκε.
Μετά παρέλευση αρκετού χρόνου, θέλησε να πληροφορηθεί τι απέγινε με το συγκεκριμένο ακίνητο και έμαθε από την αναιρεσείουσα (πρώτη) ότι έπαψε να ενδιαφέρεται γι' αυτό, λόγω της υψηλής τιμής του. Έτσι έμεινε με την εντύπωση ότι οι διαπραγματεύσεις, μεταξύ υποψηφίων αγοραστών και πωλητή, είχαν σταματήσει, όμως στη συνέχεια διαπίστωσε ότι στο συγκεκριμένο ακίνητο είχε αρχίσει να κτίζεται οικοδομή και ότι με το .....
συμβόλαιο της Συμβ/φου Αθηνών ..... οι αναιρεσείοντες αγόρασαν το παραπάνω ακίνητο, με την διαμεσολάβηση της μεσίτριας αστικών συμβάσεων ....., με την οποία ισχυρίστηκαν ότι είχαν συμφωνήσει αμοιβή 1%, ενώ με άλλους μεσίτες, μεταξύ των οποίων και η αναιρεσίβλητη, (η συμφωνία) ήταν για αμοιβή σε ποσοστό 2%, επί της πραγματικής αξίας του πωλουμένου ακινήτου.
Τον ισχυρισμό αυτό έκρινε αβάσιμο το Εφετείο, ενόψει και του γεγονότος ότι οι αναιρεσείοντες ουδέποτε ανακάλεσαν την εντολή προς την αναιρεσίβλητη, η οποία, μετά τις κατά τα άνω ενέργειές της προς πώληση του ακινήτου, εφόσον αυτή έγινε, ανέμενε με βεβαιότητα την αμοιβή της, που ανέρχεται στο ποσό των 2.600.000 δραχμών, πλέον του αναλογούντος ΦΠΑ (18%) ποσού 368.000 δραχμών.
Βάσει αυτών των παραδοχών, το Εφετείο, αφού απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων και δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση στο σύνολό της και έκρινε την αγωγή βάσιμη στην ουσία. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου (με αιτιολογίες ανεπαρκείς και αντιφατικές), τις ουσιαστικού διατάξεις του άρθρου 703 του Α.Κ. Διέλαβε δε στην απόφασή του πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες στα ζητήματα της μεσολάβησης της αναιρεσίβλητης, ως μεσίτριας, με τη μορφή της υπόδειξης ευκαιρίας στους αναιρεσείοντες προς αγορά του παραπάνω ακινήτου, της με τη συμβολή της σύναψης της εν λόγω σύμβασης και της ύπαρξης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της μεσιτικής δραστηριότητας αυτής και της σύναψης της σύμβασης. Έτσι είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής της ως άνω διάταξης στη συγκεκριμένη περίπτωση. Επομένως, οι τρίτος και τέταρτος, από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. λόγοι του κυρίου δικογράφου της αναιρέσεως είναι, κατ' αμφότερα τα σκέλη τους, αβάσιμοι.
2. Επειδή, πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, είναι πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι, παραδεκτώς προτεινόμενοι, στηρίζουν αυτοτελή αίτηση ή ανταίτηση των διαδίκων (αγωγή, ένσταση, ανακοπή, ένδικο μέσο), όχι δε και εκείνοι που συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση των ισχυρισμών ή αιτήσεων του αντιδίκου ή επιχειρήματα προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων.
Με τον πρώτο, από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ, λόγο της αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αιτιάσεις ότι, καίτοι παραδεκτά, με τις πρωτόδικες προτάσεις τους και στο Εφετείο με ίδιο λόγο έφεσης, πρότειναν τους ισχυρισμούς ότι δεν υποχρεούνται στην καταβολή της αιτούμενης μεσιτικής αμοιβής στην αναιρεσίβλητη για τους λόγους ότι η αγορά από αυτούς του ακινήτου δεν ήταν αποτέλεσμα της υπόδειξης ή της διαμεσολάβησης της αναιρεσίβλητης, αφού κατά το χρόνο που το υπέδειξε ήταν γνωστή σ' αυτούς η πρόθεση πώλησής του, με υπόδειξη της μεσίτριας ....
και ότι η αγορά τούτου από αυτούς μετά πάροδο ενός και πλέον έτους ήταν αποτέλεσμα της μείωσης της αξίας του από τον πωλητή από ενέργειες της άνω μεσίτριας, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς τους αυτούς. Οι ως άνω ισχυρισμοί αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση των αγωγικών ισχυρισμών της αναιρεσίβλητης και όχι «πράγματα», υπό την έννοια της ως άνω διατάξεως, και γι' αυτό είναι απορριπτέοι, προεχόντως, ως απαράδεκτοι.
Εξάλλου, ο πρώτος, από το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ., λόγος του δικογράφου των προσθέτων, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από 20-2-1992 εγγράφου, αφού, από εσφαλμένη ανάγνωση αυτού, δέχθηκε ότι με βάση το έγγραφο και την ημερομηνία αυτή έδωσαν στην αναιρεσίβλητη την επίδικη μεσιτική εντολή, ενώ με την έγγραφη μεσιτική αυτή εντολή συμφώνησαν και έδωσαν μεσιτική εντολή για άλλα ακίνητα και όχι για το ακίνητο της οδού ...., είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως αόριστος, αφού δεν παρατίθεται το ακριβές περιεχόμενο του ενδιαφέροντος τμήματος του εγγράφου αυτού και εκείνου που εξέλαβε, ως περιεχόμενό του, το Εφετείο, ώστε να κριθεί αν εσφαλμένα το ανέγνωσε και συνεπεία της εσφαλμένης ανάγνωσής του δέχθηκε περιεχόμενο προφανώς διαφορετικό από το πραγματικό.
Περαιτέρω, ο δεύτερος, κατ' εκτίμηση από τον αριθ. 11 (και όχι από τον αριθ. 12 που αναφέρεται) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος του δικογράφου των προσθέτων, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι δεν έλαβε υπόψη την δικαστική ομολογία της αναιρεσίβλητης που περιέχει στο δικόγραφο της αγωγής της και στις, πρωτόδικες και κατ' έφεση, προτάσεις της, εκ της οποίας προκύπτει πλήρης απόδειξη του γεγονότος ότι η συμφωνία και η εντολή μεσιτείας για το ακίνητο αυτό δόθηκε στις 21-9-1993, είναι απορριπτέος ως αόριστος, αφού δεν αναφέρεται ότι έγινε επίκληση της ομολογίας αυτής στο Δικαστήριο της ουσίας, ούτε καθορίζεται ο ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με το εν λόγω αποδεικτικό μέσο, και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκούσε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Επίσης, ο τρίτος, από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ., λόγος του δικογράφου των προσθέτων, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε πράγματα τελείως διάφορα εκείνων που η αναιρεσίβλητη επικαλέστηκε με την αγωγή και τις προτάσεις της, ως προς την ημερομηνία κατάρτισης της σύμβασης, είναι απορριπτέος ως αόριστος αφού δεν αναφέρεται ποια ήταν τα «πράγματα» αυτά και ποια επίδραση άσκησαν ή θα ασκούσαν στην έκβαση της δίκης.
Τέλος, από τη ρητή διαβεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης ότι για να καταλήξει στο αποδεικτικό της πόρισμα συνεκτίμησε και «τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν νόμιμα και επικαλούνται», σε συνδυασμό προς τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, στις οποίες, εκτιθέμενες στην πρώτη σκέψη της παρούσας, γίνεται ειδική μνεία του κρισίμου περιεχομένου της συμφωνίας της μεσιτικής εντολής των αναιρεσειόντων προς την αναιρεσίβλητη για το συγκεκριμένο ακίνητο, προκύπτει αναμφίβολα ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, προκειμένου να κρίνει ότι πράγματι καταρτίστηκε η συμφωνία αυτή μεταξύ των ως άνω συμβαλλομένων έλαβε υπόψη του και:
α) τα προσαχθέντα από τους αναιρεσείοντες με επίκληση στο Εφετείο έγγραφα, ήτοι τις από 14-4-1993 εντολές μεσιτείας του κυρίου του εν λόγω οικοπέδου .... προς την μεσίτρια ...., την από 10-7-1993 όμοια εντολή τους προς την ίδια μεσίτρια και τις με αριθ. ... και .... διπλότυπες αποδείξεις εξόφλησης αμοιβής της μεσίτριας .....
και β) το προσκομισθέν από την αναιρεσίβλητη έγγραφο ανάθεσης σ' αυτή της εν λόγω μεσιτικής εντολής. Το γεγονός ότι, από προφανή παραδρομή, αναφέρεται ως άνω στις παραδοχές του Εφετείου ως ημερομηνία κατάρτισης του τελευταίου αυτού εγγράφου η 20-2-1992, λανθασμένη, ενώ η ορθή είναι η 21-9-1993 που αναφέρεται στην αγωγή, τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις της αναιρεσίβλητης, αλλά και στην έφεση των αναιρεσειόντων – το περιεχόμενο των οποίων ως διαδικαστικών εγγράφων ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) – δεν μπορεί, καθ' αυτό, να δημιουργήσει αμφιβολία για τη λήψη υπόψη από το Εφετείο του εγγράφου κατάρτισης της ως άνω μεσιτικής εντολής.
Επίσης, ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία περί του ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τα λοιπά ως άνω (υπό στοιχ. α' ) έγγραφα, αφού, κατά τις παραπάνω παραδοχές του έκρινε μη πειστικό τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων ότι προς κατάρτιση της επίδικης σύμβασης μεσολάβησε μόνο η μεσίτρια ..... με μικρότερη αμοιβή (1%), ενώ δέχθηκε ότι ουδέποτε αυτοί ανακάλεσαν την εντολή προς την αναιρεσίβλητη.
Συνεπώς οι αντίθετοι δεύτερος του κυρίου αναιρετηρίου και τέταρτος του δικογράφου των προσθέτων, από το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ, λόγοι της αναίρεσης, είναι αβάσιμοι.
3. Επειδή, κατά το άρθρο 707 ΑΚ, αν η συμφωνημένη αμοιβή του μεσίτη είναι δυσανάλογα μεγάλη, μειώνεται από το δικαστήριο με αίτηση του οφειλέτη, στο μέτρο που αρμόζει. Κριτήρια για το χαρακτηρισμό της αμοιβής ως δυσανάλογα μεγάλης και a contrario για τον προσδιορισμό του προσήκοντος μέτρου αυτής αποτελούν ενδεικτικά οι κόποι και προσπάθειες του μεσίτη, ο τρόπος μεσολάβησης και η χρονική απασχόληση αυτού σε συνδυασμό με το έννομο όφελος (υλικό ή ηθικό) που αποκόμισε ο μεσιτικός εντολέας.
Η μείωση της αμοιβής μπορεί να επιδιωχθεί και με ένταση, η οποία, ενόψει του ότι η διάταξη του άρθρου 707 ΑΚ αποτελεί ειδική εφαρμογή της αρχής της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών στη συμφωνία για την αμοιβή του μεσίτη, είναι διάταξη δημόσιας τάξης και μπορεί να προταθεί σε κάθε στάση της δίκης. Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στις αιτιολογίες της, που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, σχετικά με τον, παραδεκτεώς προβληθέντα επικουρικά, ουσιώδη ως καταλυτικό εν μέρει της αγωγής, ισχυρισμό των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων, ότι η συμφωνηθείσα αμοιβή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, σε σχέση προς την αξία του αντικειμένου της συμβάσεως μεσιτείας, το είδος της κύριας σύμβασης στην πραγματοποίηση της οποίας συνέβαλε η μεσίτρια, τον τρόπο μεσολάβησής της, τις καταβληθείσες απ' αυτήν προσπάθειες και τον δαπανηθέντα χρόνο για τη σύναψη της κύριας σύμβασης είναι δυσανάλογα μεγάλη και πρέπει να μειωθεί στο ποσό των 200.000 δραχμών (άρθρ. 707 Α.Κ.), δέχθηκε, εν συνεχεία των εις την πρώτη σκέψη παρατιθέμενων παραδοχών του, ότι η αμοιβή της μεσίτριας, τελειωθείσης της πώλησης του εν λόγω ακινήτου, ανέρχεται στο ποσό των 2.600.000 δραχμών, πλέον του αναλογούντος ΦΠΑ (18%) ποσού 368.000 δραχμών, και πρέπει να την καταβάλουν οι αναιρεσείοντες, ευθυνόμενοι εις ολόκληρο έκαστος, θεωρείται ότι δεν είναι δυσανάλογα μεγάλη, ενόψει της τιμής του ακινήτου (130.000.000 δραχμές) και του χρόνου απασχολήσεως της αναιρεσίβλητης προς πώληση του ακινήτου.
Βάσει αυτών των παραδοχών, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, μετά τη διόρθωσή της με την………….όμοια, αφού απέρριψε το σχετικό έκτο λόγο της έφεσης των αναιρεσιεόντων, έκρινε ως άνω την αγωγή βάσιμη στην ουσία, στο σύνολό της, για το ποσό των 2.968.000 δραχμών. Έτσι κρίνοντας, το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 707 του Α.Κ., Αφού, δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες αναφορικά με το ουσιώδες, για την εφαρμογή της διάταξης αυτής και την έκβαση της δίκης επί του ισχυρισμού αυτού των αναιρεσειόντων, ζήτημα αν συνέτρεχαν ή όχι οι επικαλούμενες ως άνω προϋποθέσεις εφαρμογής της διατάξεως αυτής στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Επομένως, κατά τη βάσιμη από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αιτίαση του τέταρτου λόγου της αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, εν μέρει, ήτοι καθόσον αφορά την απορριπτική του ισχυρισμού αυτού διάταξή της, και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση κατά το μέρος τούτο στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 6496/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, εν μέρει κατά το εις το αιτιολογικό μέρος αυτής.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω έρευνα στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη σε μέρος των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, που ορίζει σε εξακόσια (600) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 28 Μαρτίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 23 Μαΐου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ