Legislator Case Law & Legislation
1036/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on testamentary capacity grounds, upholding lower court's evidence evaluation.

Case Number 1036/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Third Instance Court's decision rejecting her husband's will. The appellant argued the lower court erred in evaluating medical certificates proving her husband's mental incapacity at the time of the will's execution. The court ruled that the appellant's complaint constituted an error in evidence assessment rather than a procedural defect, as the appellate court relied on the totality of evidence presented. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1718, 1719, 559, 577 of the Code of Civil Procedure; A will not complying with formal requirements is void unless otherwise provided by law, and incapacity to make a will requires lack of consciousness or mental disorder at the time of execution; an appeal based on erroneous evaluation of evidence constitutes an error in assessment, not a procedural defect under Article 559.

Keywords

AI generated
testamentary capacity mental disorder will validity error in assessment appeal admissibility medical certificates civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 §1, 577 §1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 1718 of the Civil Code
Article 1719 number 3 of the Civil Code
Article 20 of Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 561 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1036 / 2023 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1036/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αγαθή Δερέ-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 15 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ε. Τ. του Φ., χήρας Κ. Τ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χαράλαμπο Σαράντη, και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Β. συζύγου Α. Β., το γένος Γ. Τ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κατσαντώνη, και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-1-2017 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Άμφισσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 19/ΤΠ/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 18/2020 του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30-12-2020 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η από 30-12-2020 αίτηση αναίρεσης στρέφεται κατά της 18/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, με την οποία απορρίφθηκε η από 21-12-2017 έφεση της αναιρεσείουσας κατά της εκκαλούμενης, με αριθμ. 19/ΤΠ/2017 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Άμφισας, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή.

Η παραπάνω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα. Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). I. [1] Κατά τη διάταξη του άρθρου 1718 ΑΚ, διαθήκη, για τη σύνταξη της οποίας δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 1719 έως 1757, είναι άκυρη, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, και κατά τη διάταξη του άρθρου 1719 αριθμ. 3 του ίδιου Κώδικα, όπως ήδη ισχύει μετά την τροποποίησή της με τη διάταξη του άρθρου 30 του ν.2447/1996, ανίκανοι να συντάσσουν διαθήκη είναι όσοι κατά το χρόνο της σύνταξης της διαθήκης δεν έχουν συνείδηση των πράξεών τους ή βρίσκονται σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής τους.

Στην αμέσως πιο πάνω διάταξη προβλέπονται δύο περιπτώσεις ανικανότητας προς σύνταξη διαθήκης, δηλαδή α) η έλλειψη συνείδησης των πράξεων, η οποία υπάρχει όταν το πρόσωπο από αίτιο νοσηρό ή μη (όπως λ.χ. μέθη, ύπνωση κλπ) δεν έχει τη δύναμη να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενο της διαθήκης που συντάσσει, καθώς και την ικανότητα να συλλάβει τη σημασία των επί μέρους διατάξεων της διαθήκης, χωρίς να απαιτείται γενική και πλήρης έλλειψη συνείδησης του εξωτερικού κόσμου ή πλήρης έλλειψη λειτουργίας του νου και β) η ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης του διαθέτη.

Σε αντίθετη, δηλαδή, με την αρχική διάταξη του άρθρου 1719 αριθ. 4 ΑΚ, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή της με τη διάταξη του άρθρου 30 του ν.2447/1996, που προπαρατέθηκε, η οποία, ως ανικανότητα προς σύνταξη διαθήκης, απαιτούσε, επίσης, τη στέρηση της χρήσης του λογικού από πνευματική ασθένεια, δηλαδή, διανοητική ή ψυχική διαταραχή οφειλόμενη σε ασθένεια, επιφέρουσα, κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης, αδυναμία λογικής στάθμισης και ελεύθερου προσδιορισμού της βούλησης του διαθέτη, ο οποίος μπορούσε μεν να έχει επαρκή αντίληψη για το τί έπραττε συντάσσοντας τη διαθήκη του, αλλά, εξαιτίας ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής δεν ήταν η βούλησή του ελεύθερη στο βαθμό που είναι του ομαλά ψυχικά ανθρώπου, δηλαδή δεν μπορούσε αυτός να προσδιορίσει με λογικούς υπολογισμούς ελεύθερα τη βούλησή του και να αντισταθεί, έτσι, σε υποβολή προερχόμενη από άλλους, η ήδη ισχύουσα διάταξη απαιτεί απλά ψυχική ή διανοητική διαταραχή περιορίζουσα αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης του διαθέτη, εξαιτίας προφανώς του ότι η στέρηση της χρήσης του λογικού λόγω πνευματικής ασθένειας αποτελεί νομικό όρο που δεν χρησιμοποιείται στην ιατρική, δηλαδή, όρο, ο οποίος με δυσχέρεια μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια, αφού ως πνευματική ασθένεια δεν νοείται μόνο η πάθηση της νόησης του πνεύματος, αλλά γενικά κάθε ψυχική διαταραχή.

Ως ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης του διαθέτη νοείται, ειδικότερα, κάθε διαταραχή που μειώνει σημαντικά την ικανότητα για αντικειμενικό έλεγχο της πραγματικότητας, όταν, δηλαδή, εξαιτίας της διαταραχής αυτής αποκλείεται, κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης, ο ελεύθερος προσδιορισμός της βούλησης του διαθέτη με λογικούς υπολογισμούς, καθόσον ο τελευταίος κυριαρχείται από παραστάσεις, αισθήματα, ορμές ή επιρροές τρίτων.

Οι ασθένειες που μπορούν να οδηγήσουν στην πιο πάνω διαταραχή είναι οι ίδιες, οι οποίες, σύμφωνα με τη ρύθμιση της προϊσχύσασας διάταξης του άρθρου 1719 αριθμ. 4 ΑΚ, προκαλούσαν έλλειψη της χρήσης του λογικού λόγω πνευματικής ασθένειας, δηλαδή, οι γνήσιες ψυχώσεις, όπως λ.χ. η μανιοκατάθλιψη, η σχιζοφρένεια, οι παράνοιες, αλλά και οργανικοψυχικές παθήσεις, όπως λ.χ.

η γεροντική άνοια, όταν απ' αυτήν προκαλείται μόνιμη διαταραχή της λειτουργίας του νου, σε βαθμό που αποκλείει την ύπαρξη λογικής κρίσης, η ολιγοφρένεια κ.ά.. Η διακρίβωση πότε σε συγκεκριμένη περίπτωση αποκλείεται ο ελεύθερος προσδιορισμός της βούλησης του διαθέτη με λογικούς υπολογισμούς, είναι έργο ιδιαίτερα λεπτό και δυσχερές, ενόψει και του ότι μια εξελικτική οργανική ασθένεια του εγκέφαλου καθιστά, κατά την εξέλιξή της, ανίκανο τον πάσχοντα για σύνταξη διαθήκης.

Παρέπεται ότι δεν αποκλείεται κατά νόμο η συνύπαρξη στο πρόσωπο του διαθέτη και των δύο περιπτώσεων ανικανότητας, που προβλέπονται στη διάταξη του άρθρου 1719 αριθμ. 3 ΑΚ, δηλαδή, τόσο της έλλειψης συνείδησης των πράξεών του, όσο και της ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής του που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του.

Τέλος, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 1719 αριθμ. 3 ΑΚ, προς σύνταξη έγκυρης διαθήκης ο διαθέτης πρέπει να έχει ικανότητα προς τούτο, υπάρχουσα κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης και καθόλη τη διάρκειά της, ενώ η μεταγενέστερη επέλευση της ή η ύπαρξή της σε προγενέστερο χρόνο δεν ασκεί επιρροή (ΑΠ 405/2019, ΑΠ 489/2018).

Σε περίπτωση, ειδικά, έλλειψης συνείδησης των πράξεων, η απόδειξη της έλλειψης αυτής πρέπει να αναφέρεται ακριβώς στο χρόνο σύνταξης της διαθήκης, ενώ αντίθετα στην περίπτωση που ο διαθέτης πάσχει από ψυχική ή διανοητική διαταραχή, αν μεν πρόκειται για πάθηση περιοδικού ή παροδικού χαρακτήρα, απαιτείται και πάλι να αποδειχθεί η ψυχική ή διανοητική διαταραχή του διαθέτη κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης, αν όμως πρόκειται για πάθηση μη ιάσιμη ή βαριά ψυχική διαταραχή, τότε δεν είναι ανάγκη η απόδειξή της κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης, αφού τεκμαίρεται αυτή λόγω της διάρκειάς της (ΑΠ 943/2022, ΑΠ 120/2022, ΑΠ 360/2021).

Διαθήκη που συντάσσεται από τέτοιο ανίκανο προς σύνταξη διαθήκης πρόσωπο είναι αυτοδικαίως άκυρη και θεωρείται εξ αρχής μη γενομένη (άρθρα 1718, 180 ΑΚ), και καθένας, που έχει έννομο συμφέρον, και τέτοιο έχει ο εξ αδιαθέτου κληρονόμος του διαθέτη, στον οποίο λόγω της ακυρότητας της διαθήκης περιέρχεται η κληρονομιά του, μπορεί να ζητήσει με αγωγή να αναγνωριστεί ότι η εν λόγω διαθήκη είναι άκυρη.

Η ικανότητα προς σύνταξη διαθήκης, κατά τεκμήριο υφίσταται και, συνεπώς αυτός, που επικαλείται το αντίθετο του τεκμηρίου βαρύνεται με την απόδειξή του (ΑΠ 120/2022, ΑΠ 1745/2022, ΑΠ 415/2019). [2] Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, και η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2022, ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 2/2019).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης, πρέπει να καθορίζεται ενάριθμα η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα, δηλαδή πού εντοπίζεται ακριβώς η παραβίαση κατά την ερμηνεία ή την εφαρμογή του συγκεκριμένου ουσιαστικού νόμου.

Αν το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να εκτίθενται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1444/2022, ΑΠ 1314/2022). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.

Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 6/2006, ΟλΑΠ 26/2004).

Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 34/2021).

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 34/2021). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 34/2021, ΑΠ 15/2021, ΑΠ 50/2020).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η έλλειψη νόμιμης βάσης (άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ) πρέπει να αναφέρονται ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου σε σχέση με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης (ΑΠ 1346/2022, ΑΠ 1109/2022, ΑΠ 357/2018), ο ισχυρισμός ως προς τον οποίο παρουσιάζεται η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών (ΑΠ 608/2007), γ) τα στοιχεία, από τα οποία προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας, δ) οι κρίσιμες πραγματικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης πλήρως και όχι αποσπασματικά και επιλεκτικά (ΑΠ 1554/2022, ΑΠ 1109/2022, ΑΠ 887/2019).

II. [1] Στην προκείμενη περίπτωση, ο, από τον αρ. 1α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα, πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση, επικαλούμενη παραβίαση με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 1719 παρ. 3, 1718 ΑΚ κατά τη διαμόρφωση του καταληκτικού πορίσματος της αγωγής, με το οποίο έκρινε ότι ο διαθέτης - σύζυγος της αναιρεσείουσας, κατά το χρόνο σύνταξης της αναφερόμενης δημόσιας διαθήκης ήταν ανίκανος, λόγω ψυχωσικής συνδρομής, να συντάξει την ένδικη δημόσια διαθήκη, με βάση την επίκληση κάποιων στοιχείων που συμπερασματικά οδηγούν στην εκτίμησή του Δικαστηρίου, σε συνδυασμό με την, εκ μέρους του, επίκληση και αναφορά ως νομολογίας απόφασης ΑΠ 1337/2015, η οποία, όμως, έχει δεχθεί ακριβώς τα αντίθετα από αυτά, περί ανικανότητας, που η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται και, συνεπώς, είναι απολύτως λανθασμένη η κρίση αυτής, αφού δέχθηκε ότι συνέτρεχαν στο πρόσωπο του διαθέτη οι προϋποθέσεις για τον χαρακτηρισμό της διαθήκης του ως άκυρης, είναι απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, η οποία καθιστά, εν προκειμένω, ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, διότι για τη θεμελίωσή του δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, ενόψει του ότι η υπόθεση κρίθηκε κατ' ουσίαν, με πληρότητα και σαφήνεια, όπως είναι αναγκαίο, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες νομικές σκέψεις της παρούσας, οι κρίσιμες παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, στις οποίες το Εφετείο στήριξε την κρίση του, ενώ δεν αρκεί μόνο η αναφορά του καταληκτικού πορίσματος αυτής.

Περαιτέρω, ο, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, έκτος και πέμπτος (και όχι από τον αρ. 17) λόγος, κατά το οικείο σκέλος αυτού, με τους οποίους η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, επικαλούμενη έλλειψη νόμιμη βάσης αυτής, και ειδικότερα: με τον έκτο λόγο : ότι 1) στερείται οποιασδήποτε άλλως επαρκούς αιτιολογίας, προκειμένου να στηρίξει την παραδοχή και το καταληκτικό πόρισμα αυτής ότι ο διαθέτης ήταν ανίκανος κατά το χρόνο σύνταξης της δημόσιας διαθήκης, παρά μόνο στηρίζεται στον αόριστο και αναπόδεικτο ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης ότι κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης δεν είχε την απαιτούμενη δικαιοπρακτική ικανότητα, 2) δεν προβάλλεται οποιαδήποτε αιτιολογία που να δικαιολογεί αυτήν την εκτίμηση, η οποία βασίζεται στον αόριστο και αναπόδεικτο ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης ότι ο διαθέτης, κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης δεν είχε την απαιτούμενη δικαιοπρακτική ικανότητα, 3) το δικαστήριο δεν αιτιολόγησε την παραδοχή της αγωγής παρά το γεγονός ότι ο ισχυρισμός της αναιρεσίβλητης ήταν και παρέμενε αναπόδεικτος, 4) δεν αιτιολογείται η κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης σχετικά με το χαρακτηρισμό της ως άκυρης και ανίσχυρης, αφού από το σύνολο των εγγράφων και αποδεικτικών στοιχείων δεν προέκυψε οποιαδήποτε ανικανότητα προς τούτο του διαθέτη, 5) δεν αιτιολογείται που στηρίζεται το τελείως αυθαίρετο συμπέρασμα και η τελική κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης, όταν δεν αναφέρει κανένα συγκεκριμένο έγγραφο αποδεικτικό στοιχείο, εκτός από αυθαίρετες εκτιμήσεις και πιθανολογήσεις, 6) δεν διαλαμβάνεται με ποιο κριτήριο και ποια αιτιολογία τα μη νόμιμα αποδεικτικά στοιχεία της αναιρεσίβλητης, όπως άκυρες και ανίσχυρες ένορκες βεβαιώσεις, τα προχρονολογημένα ή μεταχρονολογημένα ιατρικά έγγραφα αποτελούν πλήρη απόδειξη των ισχυρισμών της αναιρεσίβλητης, χωρίς καμία αναφορά αξιοπιστίας τους και με ποια αιτιολογία και βάση τα όσα προσκόμισε και επικαλέστηκε η αναιρεσείουσα δεν έγιναν αποδεκτά, παρά το γεγονός ότι όλα ήταν συντεταγμένα νομότυπα, αναφέρονται στην κατάσταση της υγείας του διαθέτη, στον ένδικο χρόνο σύνταξης της διαθήκης, και προέρχονται από αξιόπιστες πηγές, 7) δεν διαλαμβάνει αιτιολογεί για τη συγκεκριμένη κρίση "...ότι ουδεμία επιρροή ασκείται από το γεγονός ότι ο αποβιώσας Κ.

Τ. συμμετείχε ως συμβαλλόμενο μέρος σε διάφορες δικαιοπραξίες, συμβολαιογραφικές πράξεις και τραπεζικές συναλλαγές ... που πραγματοποιήθηκαν τα έτη 1998 ... έως το έτος 2014 ..." δηλαδή "... η φερόμενη συμμετοχή του ... δεν δύναται να οδηγήσει σε αντίθετο αποτέλεσμα ως προς την κατάσταση της υγείας του κατά το χρόνο της σύνταξης της διαθήκης ..." όταν η ίδια η προσβαλλόμενη υποστηρίζει ότι "...

υφίσταται μια διαδοχική και συνεχής τεκμηρίωση της ψυχικής νόσου που αντιμετώπιζε ο κληρονομούμενος, από τις απαρχές της εκδήλωσής της ως το τέλος της ζωής του με αποτέλεσμα την βεβαρημένη κατάσταση της υγείας του...", 8) οδηγήθηκε σε εσφαλμένη κρίση και αυθαίρετα συμπεράσματα, διότι δεν έκρινε και δεν αξιολόγησε τα στοιχεία που τέθηκαν υπόψη της και υπερτίμησε τα έωλα στοιχεία της αναιρεσίβλητης, ενώ υποτίμησε τα όσα στοιχεία προσκόμισε και επικαλέστηκε η αναιρεσείουσα τα οποία απέρριψε σιγή και χωρίς αιτιολογία, 9) ενώ υπεραμύνεται της νομιμότητας των αποδεικτικών στοιχείων της αναιρεσίβλητης και συγκεκριμένα των ένορκων βεβαιώσεων, δεν κάνει (θετική ή αρνητική) κρίση ή μνεία για τις ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων της αναιρεσείουσας, που ήταν φίλοι και γείτονες και ζούσαν κοντά τους, όλα τα χρόνια που ήταν σε γάμο με τον διαθέτη, τον έβλεπαν καθημερινά και ήταν και μάρτυρες στη διαθήκη, 10) δεν αιτιολογείται το αυθαίρετο συμπέρασμα της προσβαλλόμενης ότι η ένδικη διαθήκη είναι πρόδηλα άκυρη και ανίσχυρη εκ μόνου του λόγου ότι ο διαθέτης άφησε όλη την περιουσία του στην επί εικοσαετία σύζυγό του - αναιρεσείουσα, αποκλείοντας "...

τοιουτοτρόπως την ίδια (ενάγουσα) ως νόμιμη κληρονόμο", ωσάν να επρόκειτο για νόμιμη μεριδούχο, 11) δεν αιτιολογείται για ποιο λόγο απέρριψε τις ενστάσεις της, χωρίς να καθόλου να αναφερθεί και να εκτιμήσει τις ενστάσεις της και τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας που όλοι ήταν τεκμηριωμένοι, με σειρά αποδεικτικών στοιχείων, 12) δεν αιτιολογείται και είναι αυθαίρετο το συμπέρασμα της προσβαλλόμενης απόφασης "...

αποκλειόταν ο ελεύθερος προσδιορισμός της βούλησής του κατά το χρόνο σύνταξης της επίμαχης διαθήκης, αφ' ης στιγμής κυριευόταν κατά το κρίσιμο εκείνο χρονικό σημείο από επιρροές τρίτων ... " και όταν μάλιστα δεν γίνεται καμία επίκληση οποιουδήποτε αποδεικτικού στοιχείου με το οποίο να εκτιμάται και να αξιολογείται το "κρίσιμο χρονικό σημείο", όταν οι μοναδικοί που θα μπορούσαν να έχουν και είχαν άποψη και την εξέφρασαν, όπως είναι η συμβ/φος, οι ως μάρτυρες παρασταθείσες στη σύνταξη της διαθήκης και οι ενόρκως βεβαιώσαντες την κατάσταση της υγείας του διαθέτη, που αναιτιολόγητα δεν λήφθηκαν υπόψη από την προσβαλλόμενη απόφαση, και 13) δεν αιτιολογείται και είναι αυθαίρετο το συμπέρασμα της προσβαλλόμενης "..

ότι από κανένα αποδεικτικό μέσο που προσκόμισε η εναγομένη δεν κλονίζεται η κρίση της αξιοπιστίας και αποδεικτικής δύναμης που παράγουν τα αποδεικτικά μέσα της ενάγουσας, ως προς την απόδειξη του κρίσιμου γεγονότος, δηλαδή η κατάσταση της υγείας του κληρονομούμενου κατά το κρίσιμο χρονικό σημείο της σύνταξης της διαθήκης ...", επειδή η αναιρεσίβλητη δεν προσκόμισε κανένα αποδεικτικό στοιχείο για το συγκεκριμένο "κρίσιμο χρονικό σημείο" αλλά μόνο προγενέστερες ή μεταγενέστερες αόριστες και αυθαίρετες εκτιμήσεις, που δεν μπορούν να θέσουν σε αμφισβήτηση τη χρονική και ουσιαστική αξιοπιστία των αποδεικτικών μέσων, που η ίδια επικαλέστηκε και προσκόμισε, και με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, κατά το οικείο σκέλος : 1) η προσβαλλόμενη περιέχει σειρά αντιφάσεων και αντιφατικών διατάξεων και είναι προφανές ότι εσφαλμένα εκτίμησε τα πραγματικά στοιχεία και την ουσιαστική διερεύνηση της διαφοράς, 2) η προσβαλλόμενη ενώ δεν επικαλείται κανένα στοιχείο, από το οποίο να προκύπτει ότι ο διαθέτης, κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης βρισκόταν σε κατάσταση ανικανότητας προς σύνταξη αυτής, εντούτοις θεωρεί τη διαθήκη άκυρη, με μόνο σκεπτικό την αόριστη αναφορά "...υφίσταται μία συνεχής τεκμηρίωση της ψυχικής νόσου από την οποία έπασχε ο κληρονομούμενος, με αποτέλεσμα την βεβαιούμενη κατάσταση της υγείας του και την συνακόλουθη έκπτωση των διανοητικών του λειτουργιών..", ενώ αντίθετα η συμβολαιογράφος που συνέταξε τη διαθήκη βεβαιώνει το ακριβώς αντίθετο, είναι απαράδεκτοι: 1) λόγω αοριστίας, διότι δεν αναφέρονται οι κρίσιμες πραγματικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης πλήρως και όχι αποσπασματικά και επιλεκτικά κατά το δοκούν, όπως με τις ανωτέρω με στοιχείο 7, 10, 12, 13 επιμέρους αιτιάσεις, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος και να διαπιστωθεί αν θεμελιούται η επικαλούμενη αιτίαση, 2) διότι δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, αφού οι επικαλούμενες αιτιάσεις είτε ανάγονται μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων, είτε αποτελούν πραγματικά επιχειρήματα της αναιρεσείουσας, που συνέχονται με την, κατά την άποψή της, ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, είτε σε παράπονο μη ανάλυσης ιδιαιτέρως ή διεξοδικά των επιχειρημάτων της αναιρεσείουσας, και υπό την επίφαση του ανωτέρω αναιρετικού λόγου πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1097/2021, ΑΠ 732/2021).

Σε κάθε περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο με αυτά που δέχθηκε και έτσι έκρινε δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον εξέθεσε με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις, το από τις αποδείξεις πόρισμα στο οποίο κατέληξε και τα πραγματικά γεγονότα που δέχθηκε και τα οποία ήταν αναγκαία για την εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 1719 παρ. 3 και 1718 ΑΚ, διαλαμβάνοντας, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ότι στις 29-10-2014, χρόνο σύνταξης της με αριθμ. 79/29-10-2014 δημόσιας διαθήκης, ενώπιον της συμβ/φου Ε.

Β. Ζ., ο κληρονομούμενος, Κ. Τ., έπασχε από ψυχωσική συνδρομή, μόνιμη βαριά ψυχική πάθηση, και παρουσίαζε έκπτωση της διανοητικής του λειτουργίας, η οποία μείωνε σημαντικά την ικανότητά του, για αντικειμενικό έλεγχο της πραγματικότητας, αποκλείοντας τον ελεύθερο προσδιορισμό της βούλησής του, με λογικούς υπολογισμούς, με αποτέλεσμα να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, και, επομένως, οι, παραπάνω λόγοι, αναίρεσης είναι και αβάσιμοι. [2] Με τη διάταξη του αρ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρο 110 παρ. 2 ΚΠολΔ), ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδρασή στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται, με την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 14/2021).

Δεν αποτελούν πράγματα οι αρνήσεις (αιτιολογημένοι ή μη) ή οι ισχυρισμοί, που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, και προβάλλονται προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, ούτε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επιρροή στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 41/2021, ΑΠ 1028/2021), ούτε αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 1092/2021, ΑΠ 463/2021, ΑΠ 291/2021), ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 455/2021), ούτε τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 883/2021, ΑΠ 514/2021, ΑΠ 989/2018), τα έγγραφα και το περιεχόμενό τους (ΑΠ 226/2016).

Ο ισχυρισμός που στηρίζει αυτό το λόγο αναίρεσης πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, και να αναφέρεται ο τρόπος και ο χρόνος πρότασης ή επαναφοράς του στο εφετείο, ώστε να μπορεί να κριθεί από το αναιρετήριο αν αυτός ήταν νόμιμος και παραδεκτός και αν το δικαστήριο εξέτασε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο και οι κρίσιμες παραδοχές υπό τις οποίες έγινε η επικαλούμενη παραβίαση (ΑΠ 816/2021, ΑΠ 370/2021, ΑΠ 1020/2019).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ γ του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτά επικαλέστηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη, εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο).

Ωστόσο, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 1186/2021, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 1349/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, ο από τον αρ. 8α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα νομότυπα και έγκυρα αποδεικτικά έγγραφα, που αποδείκνυαν τη συνεχή προσωπική και επαγγελματική δραστηριότητα του διαθέτη, από το έτος 1983 έως και το έτος 2014, όταν συνέταξε την ένδικη διαθήκη, με συμμετοχή του, ως συμβαλλόμενος, σε ολόκληρη και συνεχή σειρά πράξεων, οι περισσότερες με συμβολαιογραφικά έγγραφα, τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αξιολόγησε, όταν στους συμβαλλόμενους συμπεριλαμβάνεται και η αναιρεσίβλητη, διότι, έτσι, κρίνεται ο αποβιώσας σύζυγος της αναιρεσείουσας ικανός να αγοράζει ακίνητα, να δημοσιεύει διαθήκες, να αποδέχεται κληρονομίες και ανίκανος για σύνταξη διαθήκης, όταν μ' αυτήν εγκαθιστά ως μοναδική κληρονόμο του, την επί είκοσι (20) έτη σύζυγο - αναιρεσείουσα, με παράλειψη ως κληρονόμου της αδελφής του αναιρεσίβλητης, με την οποία αποδεδειγμένα δεν είχε, επί σειρά ετών, οποιαδήποτε επαφή, και ούτε είχε εκδηλώσει αδελφικά αισθήματα και ενδιαφέρον, το οποίο εκδήλωσε για πρώτη φορά για να τον "βγάλει" ανίκανο προς σύνταξη διαθήκης, είναι απαράδεκτος, διότι δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, επειδή τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων, δεν αποτελούν πράγματα με την έννοια του παραπάνω αναιρετικού λόγου.

Σε κάθε περίπτωση, από την επισκόπηση, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, της προσβαλλόμενης προκύπτει ότι αντιμετώπισε τους αποδεικνυόμενους με τα επικαλούμενα αποδεικτικά μέσα παραπάνω ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας και απέρριψε αυτούς κατ' ουσίαν είτε ρητώς είτε με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τους συγκροτούν.

Περαιτέρω, αν ήθελε γίνει δεκτό ότι η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση από τον αρ. 11 γ του 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενη ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα αυτά παραπάνω αποδεικτικά μέσα, που αυτή επικαλέστηκε και προσκόμισε νόμιμα ενώπιον του, ως έχοντα ουσιώδη επιρροή στη δίκη, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, διότι δεν αναφέρονται ονομαστικά και κατά τα είδος τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρεται από την αναιρεσείουσα ότι αγνόησε η προσβαλλόμενη απόφαση.

Σε κάθε περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, από τη βεβαίωση, του Εφετείου, που περιέχεται στην απόφασή του, ότι ελήφθησαν υπόψη, μεταξύ άλλων, όλα τα αποδεικτικά μέσα που νομότυπα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και χωρίς να γίνεται μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, ενώ δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και τα από τον αναιρεσείοντα επικαλούμενα ως αγνοηθέντα, αποδεικτικά μέσα, και, συνεπώς, ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ, είναι και αβάσιμος.

[3] Κατά τη διάταξη από τον αριθμό 11α του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, εφόσον το δικαστήριο, κατά την έρευνα της ουσίας της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή άλλης επιτευκτικής διαδικαστικής πράξης, έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που ο νόμος δεν επιτρέπει (ΑΠ 991/2021, ΑΠ 1078/2020, ΑΠ 885/2021). Από το συνδυασμό των άρθρων 421 και 424 ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν κατά τον κρίσιμο χρόνο και πριν την τροποποίησή τους από τα άρθρα 21 και 120 ν. 4842/2021 (ΦΕΚ Α 190 ν. 4842/2021), λόγω του χρόνου λήψης τους, αφού, άλλωστε δεν καταλαμβάνονται από τη μεταβατική διάταξη του άρθ. 116 παρ. 1 περ.

β' του ως άνω νόμου, όπως διορθώθηκε με τη διάταξη του άρθ. 65 του ν. 4871/2021, διότι είχε εκδοθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, και δεν ήταν εκκρεμής στο δικαστήριο ουσίας, με τις οποίες οριζόταν ότι "οι διάδικοι μπορούν να προσάγουν προαποδεικτικώς ένορκες βεβαιώσεις, εφόσον αυτές λαμβάνονται ενώπιον του ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου της έδρας του δικαστηρίου ή της κατοικίας ή της διαμονής του μάρτυρα ή ενώπιον του προξένου της κατοικίας ή της διαμονής του μάρτυρα κατά τη διαδικασία των επόμενων άρθρων", "ένορκη βεβαίωση, που δίδεται κατά παράβαση των προηγούμενων διατάξεων, δεν λαμβάνεται καθόλου υπόψη στο πλαίσιο της δίκης για την οποία δόθηκε, ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων", αντίστοιχα, συνάγεται ότι η ένορκη βεβαίωση πρέπει να λαμβάνεται ενώπιον ειρηνοδίκη, συμβολαιογράφου ή προξένου με συγκεκριμένη τοπική αρμοδιότητα (αυτή της έδρας του Δικαστηρίου, κατοικίας ή διαμονής του μάρτυρα), προκειμένου να αποτραπούν παρατηρηθείσες στο παρελθόν καταχρηστικές κλητεύσεις σε απομακρυσμένα ειρηνοδικεία ή συμβολαιογράφους άσχετους με τη δίκη ή τον μάρτυρα, προκειμένου να δυσχερανθεί η άσκηση του δικαιώματος του κλητευθέντος να παρασταθεί στη διαδικασία με αποτέλεσμα να φαίνεται ότι το άρθρο 424 ΚΠολΔ επιβάλλει το ανυπόστατο και στις ένορκες βεβαιώσεις που ελήφθησαν ενώπιον αναρμόδιου λειτουργικά και τοπικά ειρηνοδίκη, συμβολαιογράφου ή προξένου.

Ωστόσο, το ανυπόστατο, με συσταλτική ερμηνεία της διάταξης αναφέρεται μόνο στη λειτουργική αναρμοδιότητα ενώ η τοπική αναρμοδιότητα να αντιμετωπίζεται τελολογικά με την κήρυξη ακυρότητάς τους, στην περίπτωση απόδειξης δικονομικής βλάβης (159 § 3 ΚΠολΔ). Επομένως, στην περίπτωση που η ένορκη βεβαίωση λαμβάνεται, υπό το προϊσχύον δίκαιο, ενώπιον τοπικά αναρμόδιου οργάνου, ειρηνοδίκη, συμβολαιογράφου, δεν είναι αυτοδικαίως ανυπόστατες, αλλά κηρύσσονται άκυρες με δικαστική απόφαση κατόπιν απόδειξης δικονομικής του κλητευόμενου αντιδίκου βλάβης (άρθρ. 159 αρ. 3 ΚΠολΔ).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του αρ. 12 του ίδιου ως άνω άρθρου του ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης στοιχειοθετεί η παραβίαση από το δικαστήριο της ουσίας των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας κατά κανόνα ισχύει το σύστημα της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων (άρθρο 340) και εξαιρετικά μόνο προσδίδεται σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα αυξημένη αποδεικτική δύναμη, όπως η δικαστική ομολογία (άρθρο 352) και τα έγγραφα που παράγουν πλήρη απόδειξη (άρθρα 438 επ., 441, 445).

Για τα αποδεικτικά μέσα που κατά το νόμο είναι ισοδύναμα εναπόκειται στο δικαστήριο να κρίνει την αποδεικτική βαρύτητα του καθενός, αφού αυτά, κατ' άρθρο 340 ΚΠολΔ, εκτιμηθούν "ελεύθερα". Ο παραπάνω λόγος ιδρύεται μόνο αν το δικαστήριο προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη, που δεν την είχε κατά νόμο και όχι αν απέδωσε μεγαλύτερη ή μικρότερη αξιοπιστία σε ένα από τα ισοδύναμα αυτά αποδεικτικά μέσα, αφού τούτο ανήκει στην ανέλεγκτη ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων κρίση του (ΑΠ 1381/2022, ΑΠ 2/2022, ΑΠ 47/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο από τον αρ. 11α (και όχι 12) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, επικαλούμενη ότι έλαβε υπόψη τις με αριθμ. ... ένορκες βεβαιώσεις, ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, μαρτύρων, που προσκόμισε και επικαλέστηκε η αναιρεσίβλητη, ως νομότυπες και ισχυρές αν και δεν δόθηκαν στον κατά τόπον αρμόδιο Ειρηνοδίκη Χαλανδρίου, στον οποίο ανήκει η περιοχή του Ν.

Ψυχικού, ως τόπου κατοικίας των ανωτέρω μαρτύρων, είναι απαράδεκτος, διότι η αναιρεσείουσα δεν επικαλέστηκε στο αναιρετήριο ότι πρότεινε στο δικαστήριο ουσίας ότι υπέστη, από την παραβίαση αυτή, δικονομική βλάβη, ενόψει ότι το ανυπόστατο αναφέρεται στη λειτουργική αρμοδιότητα και, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι υπάρχει βεβαίωση σ' αυτήν ότι η αναιρεσείουσα δεν υπέστη βλάβη από την εξέταση των μαρτύρων σε απομακρυσμένο Ειρηνοδικείο από την κατοικία τους, διότι το Ειρηνοδικείο Αθηνών και αυτό του Χαλανδρίου ανήκουν στο Ν.

Αττικής. Περαιτέρω, ο από τον αρ. 12 (και όχι 13) του άρθρου 559 ΚΠολΔ τέταρτος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος αυτού, με τον οποίο η αναιρεσείουσα επικαλείται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση απέδωσε μεγαλύτερη αποδεικτική δύναμη, αναφέροντας στην απόφαση ως ενισχυτικό της κρίσης του, περί ανικανότητας του διαθέτη, το με ημερομηνία 23-01-2017 πιστοποιητικό του καθηγητή ψυχιατρικής Ι.

Μ., δηλαδή έξι (6) και πλέον μήνες από το θάνατο του διαθέτη, με το οποίο βεβαιώνεται μία κατάσταση, σχετικά με την υγεία του "... παρακολουθήσει το έτος 1983 - 84 ως νοσηλευόμενο και μέχρι το 2011 ως εξωτερικό ασθενή", είναι απαράδεκτος, διότι ο παραπάνω λόγος ιδρύεται μόνο αν το δικαστήριο προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη, η οποία και εξαιρετικά μόνο προσδίδεται σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, όπως η δικαστική ομολογία (άρθρο 352) και τα έγγραφα που παράγουν πλήρη απόδειξη (άρθρα 438 επ., 441, 445), και όχι αν απέδωσε μεγαλύτερη ή μικρότερη αξιοπιστία σε ένα από τα ισοδύναμα αποδεικτικά μέσα, αφού τούτο ανήκει στην ανέλεγκτη ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων κρίση του, η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικά. [4] Κατά το άρθρο 559 αρ. 13 και ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου, αναφορικά με το ρυθμιζόμενο στη διάταξη του άρθρου 338 ΚΠολΔ βάρος της απόδειξης, σύμφωνα με την οποία (διάταξη) κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του.

Το βάρος της απόδειξης διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό προσδιορίζει τον διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο πρέπει να επιβάλλει με την περί απόδειξης απόφασή του την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό της πλήρους δικανικής πεποίθησης των θεμελιωτικών της αξίωσής του πραγματικών γεγονότων.

Το πεδίο εφαρμογής του υποκειμενικού βάρους απόδειξης έχει περιορισθεί σημαντικά μετά την κατάργηση με το ν. 2915/2001 της παρεμπίπτουσας (προδικαστικής) περί απόδειξης απόφασης, με συνέπεια ο από τον αριθμό 13 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης, που αφορά στην εσφαλμένη κατανομή του βάρους απόδειξης (άρθρο 338 παρ.1 του ΚΠολΔ) να μην ιδρύεται, όταν δεν έχει εκδοθεί παρεμπίπτουσα (προδικαστική) περί απόδειξης απόφαση, γιατί η κατανομή του υποκειμενικού βάρους απόδειξης γίνεται με την προδικαστική απόφαση (ΑΠ 699/2012).

Αντίθετα, αντικειμενικό βάρος απόδειξης είναι ο κίνδυνος που διατρέχει ο διάδικος στην περίπτωση αμφιβολίας του δικαστή ως προς την συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γέννησης της επίδικης έννομης συνέπειας. Επομένως η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους απόδειξης, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού του διαδίκου του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων για τη γέννηση της επίδικης έννομης συνέπειας, ιδρύει τον προβλεπόμενο από τον αρ. 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης (ΑΠ 1343/2022, ΑΠ 284/2021, ΑΠ 563/2020).

Για να είναι ορισμένος και, συνεπώς, παραδεκτός ο λόγος αυτός, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο α) ποιος είναι ο ουσιώδης ισχυρισμός, ως προς τον οποίο εφαρμόστηκαν εσφαλμένα οι ορισμοί του νόμου περί του βάρους απόδειξης, β) ποία η παράβαση στην οποία υπέπεσε το δικαστήριο της ουσίας και β) ποιο το θέμα απόδειξης που επέβαλε το δικαστήριο (ΑΠ 1454/2017, 898/2017, ΑΠ 286/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση ο, από τον αρ. 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, τέταρτος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο σκέλος αυτού, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, εκθέτοντας η αναιρεσείουσα ότι το Εφετείο αντέστρεψε το βάρος απόδειξης της ιστορικής βάσης της αγωγής, και ειδικότερα, ότι αν και η αναιρεσίβλητη όφειλε να αποδείξει τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την ανικανότητα του διαθέτη, κατά το χρόνο σύνταξης της ένδικης διαθήκης, η προσβαλλόμενη απόφαση συνάγει τα συμπεράσματά της, για την ανικανότητα του διαθέτη, κατά τη σύνταξη της διαθήκης, στις 29-10-2014,: 1) από την από 06-04-2017 ένορκη βεβαίωση του ιατρού Ν.

Τ., στην οποία αναφέρεται ότι από το έτος 2005 σταμάτησε να τον παρακολουθεί και τον ξαναείδε τον Φεβρουάριο του έτους 2016, όταν έχει επιβαρυνθεί η υγεία του από την προσβολή του από τη νόσο του PARKINSON και 2) από την από 02-04-2016 ιατρική βεβαίωση της ιατρού αιματολόγου Έ. Σ., δύο χρόνια μετά τη σύνταξη της διαθήκης, είναι απαράδεκτος, ως αλυσιτελής, διότι με τα επικαλούμενα δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, για το παραδεκτό του οποίου έπρεπε να καθορίζεται στο αναιρετήριο, εκτός από τον ουσιώδη ισχυρισμό, α) ποία η παράβαση στην οποία υπέπεσε το δικαστήριο της ουσίας και γ) ποιο το θέμα απόδειξης που επέβαλε το δικαστήριο σε βάρος της εναγόμενης - αναιρεσείουσας.

Σε κάθε περίπτωση, ο παραπάνω λόγος αναίρεσης είναι και αβάσιμος. Και, τούτο, διότι, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, διαλαμβάνεται σαφής θετική κρίση ότι ο κληρονομούμενος, κατά το χρόνο σύνταξης της ένδικης διαθήκης, ήταν ανίκανος να συντάξει την ένδικη διαθήκη, διότι βρίσκονταν σε ψυχική διαταραχή, επειδή έπασχε από ψυχωσική συνδρομή, μόνιμη βαριά ψυχική πάθηση και παρουσίαζε έκπτωση της διανοητικής του λειτουργίας, η οποία μείωνε σημαντικά την ικανότητά του, για αντικειμενικό έλεγχο της πραγματικότητας, περιορίζοντας αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του, ενώ διαλαμβάνεται και πλήρης αιτιολογία απόρριψης των ισχυρισμών της αναιρεσείουσας, που συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής. [5] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 17 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση έχει αντιφατικές διατάξεις.

Για την ίδρυση του λόγου αυτού απαιτείται να εντοπίζεται η αντίφαση των διατάξεων στο διατακτικό της απόφασης και δεν αρκεί η ύπαρξη αντιφάσεων μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού, εκτός αν η αντίφαση έχει την μορφή ανεπαρκών αιτιολογιών, οπότε στην περίπτωση αυτή ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 1101/2022, 998/2017).

Η αντίφαση μεταξύ των διατάξεων πρέπει να εντοπίζεται στο διατακτικό της ίδιας απόφασης και δεν αρκεί η ύπαρξη αντίφασης στο αιτιολογικό της απόφασης αυτής ή μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού της. Ειδικότερα, η αντίφαση στο διατακτικό δημιουργεί τον προαναφερόμενο λόγο αναίρεσης όταν προκαλείται τέτοια αοριστία ώστε να εμποδίζεται η δημιουργία εκτελεστότητας της απόφασης ή η πρόκληση της σκοπούμενης διάπλασης ή η ύπαρξη βεβαιότητας στις σχέσεις των διαδίκων με το δεδικασμένο (ΟλΑΠ 13/1995, ΑΠ 842/2022, ΑΠ 123/2022).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο οι αντιφάσεις του διατακτικού, εξαιτίας των οποίων εμποδίζεται η εκτελεστότητα ή η πρόκληση της σκοπούμενης διάπλασης (Α.Π. 854/2019, ΑΠ 537/2016). Στην προκείμενη περίπτωση, ο, από τον αρ. 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πέμπτος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος αυτού, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, επικαλούμενη η αναιρεσείουσα ότι η προσβαλλόμενη απόφαση : 1) περιέχει σειρά αντιφάσεων και αντιφατικών διατάξεων και είναι προφανές ότι εσφαλμένα εκτίμησε τα πραγματικά στοιχεία και την ουσιαστική διερεύνηση της διαφοράς, 2) δεν επικαλείται κανένα στοιχείο, από το οποίο να προκύπτει ότι ο διαθέτης, κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης βρισκόταν σε κατάσταση ανικανότητας προς σύνταξη αυτής, αντίθετα η συμβολαιογράφος που συνέταξε τη διαθήκη βεβαιώνει το ακριβώς αντίθετο, είναι απαράδεκτος, ως αλυσιτελής, διότι δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, αφού δεν αφορά αντιφάσεις του διατακτικού της απόφασης, εξαιτίας των οποίων εμποδίζεται εμποδίζεται η εκτελεστότητα ή η πρόκληση της σκοπούμενης διάπλασης.

[6] Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, και όχι και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, και όχι όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ 4/2011, ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1273/2022).

Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον έβδομο λόγο αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την, από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο των παρακάτω αποδεικτικών εγγράφων : α) του από 10-11-2011 πιστοποιητικού του ψυχιάτρου Κ. Κ., β) της από 02-04-2016 βεβαίωσης της ιατρού Έ.

Σ., γ) του από 23-01-2017 πιστοποιητικού του καθηγητή ψυχιατρικής Ι. Μ., και δ) της από 06-04-2017 ένορκης βεβαίωσης του ιατρού Ν. Τ., τα οποία ερμηνεύονται, εκτιμώνται και αξιολογούνται από την προσβαλλόμενη απόφαση ως επιβεβαιωτικά της ανικανότητας του διαθέτη - συζύγου της αναιρεσείουσας να συντάξει δημόσια διαθήκη, αν και το με στοιχείο -α- έγγραφο συντάχθηκε το έτος 2011 για να βεβαιώσει νοσηλεία του διαθέτη από 09-09-1983 έως 03-02-1984, το με στοιχείο -β- στις 02-04-2016, δύο χρόνια μετά τη σύνταξη της διαθήκης, και τρείς μήνες πριν το θάνατο του διαθέτη, και το με στοιχείο -γ- έξι μήνες μετά το θάνατο του διαθέτη, και βεβαιώνει ότι ο συγκεκριμένος γιατρός είχε να τον δει από το έτος 2005, και το με στοιχείο -δ- δόθηκε μετά το θάνατο του διαθέτη, και αναφέρει ότι είχε παύσει να τον παρακολουθεί ως ασθενή από το έτος 2005 και τον ξαναείδε το έτος 2006, με αποτέλεσμα να γίνει δεκτή η αγωγή.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, αφού η αναιρεσείουσα αποδίδει στο Εφετείο, όχι εσφαλμένη ανάγνωση του περιεχομένου των παραπάνω αποδεικτικών εγγράφων, δεχόμενο πραγματικά περιστατικά, διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται σ` αυτό, αλλά εσφαλμένη κρίση ως προς την εκτίμηση και αξιολόγηση του περιεχομένου και τη μη συναγωγή του ορθού, κατ` αυτήν, αποδεικτικού πορίσματος, για την απόρριψη της αγωγής, επειδή ήταν, κατά την άποψή της, ικανός για σύνταξη της ένδικης δημόσιας διαθήκης.

Η αποδιδόμενη, εσφαλμένη, όμως, εκτίμηση, ως προς τα συναγόμενα με την εκτίμηση του περιεχομένου των ανωτέρω εγγράφων πραγματικά περιστατικά, δεν ιδρύει τον από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο. Σε κάθε περίπτωση, ο παραπάνω λόγος αναίρεσης είναι και αβάσιμος, διότι από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, το Εφετείο, για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κυρίως στα ως άνω συγκεκριμένα έγγραφα, αλλά στο σύνολο των αποδεικτικών μέσων που οι διάδικοι προσκόμισαν και επικαλέστηκαν, στο δικαστήριο.

Κατόπιν αυτών, και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, και να διαταχθεί η εισαγωγή του προκαταβληθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο, λόγω της ήττας τους (άρθρ. 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχήν του αιτήματος αυτής, πρέπει να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της (άρθρ. 176, 183, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ) όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30-12-2020 αίτηση αναίρεσης της Ε. Τ. του Φ. χήρας Κ. Τ., κατά της με αριθμ. 18/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Ιουλίου 2023.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ