Supreme Court dismisses appeal against labor court ruling rejecting illegal employment claims by former employees.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by five former employees against the Athens Court of Appeal's decision to reject their claim for mandatory employment. The employees argued that the employer's refusal to hire them violated their rights, while the employer contended it possessed the autonomy to manage its organization without legal obligation to accept their services. The court ruled that the lower court correctly applied substantive law by finding the employer's refusal not abusive, thereby rejecting the appeal on all substantive grounds.
Legislator headnote
AI generatedArticles 94 § 1, 96 § 3, 104 of the Code of Civil Procedure; The employer's statutory right to organize and manage its business does not impose a legal obligation to accept specific job offers from former employees, and a refusal to hire does not constitute an abuse of rights unless proven otherwise.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1036 / 2020 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1036/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο - Εισηγητή και Πελαγία Ακάσογλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 25 Φεβρουαρίου 2020, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)Σ. Α. του Σ., 2)Χ. Γ. του Π., 3)Α. Τ. του Γ., 4)Ε. Α. του Ν. και 5)Α. Φ. του Θ., κατοίκων … . Οι 1η και 3η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Καμπίτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις και οι λοιποί 2ος, 4η και 5η δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΓΕΩΡΓΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ (Ε.Λ.Γ.Α.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αναστασία Κουτσαύτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που κατέθεσε προτάσεις.
Κοινοποιούμενης της αίτησης αναίρεσης στο σωματείο με την επωνυμία "Πανελλήνια Ένωση Ανέργων και Συμβασιούχων Γεωπόνων", (ΠΕΑΣΓΕ) που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/11/2004 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1762/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 2349/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24/4/2015 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Θεόδωρος Μαντούβαλος ανέγνωσε την από 27/3/2019 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 94 § 1 ΚΠολΔ, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν την υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά το άρθρο 96 § 3, κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου η πληρεξουσιότητα δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση και ειδικά, για τις εργατικές διαφορές η πληρεξουσιότητα μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή, κατά δε το άρθρο 104 ΚΠολΔ, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως την συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα, και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.
Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων και εκείνων των άρθρων 105, 226 § 4, 576 § 1 & 577 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, εάν ο αναιρεσείων είναι εκείνος που επισπεύδει τη συζήτηση και απουσιάζει ο ίδιος ή παρίσταται αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, και υπό την προϋπόθεση ότι είναι έγκυρη η συζήτηση της αναίρεσης, όπως όταν ο αναιρεσείων παραστάθηκε κατά την αναβλητική δικάσιμο, οπότε, κατά το άρθρο 226 § 4 ΚΠολΔ, η αναγραφή από τον γραμματέα της υπόθεσης στο πινάκιο της μετ' αναβολή δικασίμου ισχύει ως κλήτευση για όλους τους διαδίκους, που παραστάθηκαν κατά την αναβλητική δικάσιμο και δεν εναντιώθηκαν ως προς τη νόμιμη παράστασή τους, αυτός θεωρείται δικονομικά απών και κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση της οποίας εμφανίζεται ως επιμελούμενος (ΟλομΑΠ 39/2005, ΟλομΑΠ 9/2003, ΑΠ 119/2019, ΑΠ 334/2017).
Αν οι αναιρεσείοντες είναι περισσότεροι και ο δικηγόρος που επισπεύδει τη συζήτηση και εμφανίζεται γι' αυτούς δεν έχει την πληρεξουσιότητα μερικών, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΚΠολΔ 576 § 3).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, εισάγεται προς συζήτηση η από 24-4-2015 και με αριθμ. καταθ. 450/2015 αίτηση αναιρέσεως κατά της 2349/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών. Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης και φωτοαντίγραφα των οικείων σελίδων του πινακίου προκύπτει ότι τη συζήτηση της αιτήσεως επισπεύδουν όλοι οι αναιρεσείοντες, και η παρούσα δικάσιμος είναι μετ' αναβολή από την αρχική δικάσιμο της 9-4-2019, την οποία (αναβολή) ζήτησαν όλοι οι αναιρεσείοντες δια του παρασταθέντος κατά τη δικάσιμο εκείνη δικηγόρου τους Δημητρίου Βαλαβάνη και εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο, για συζήτηση κατά την παρούσα δικάσιμο.
Από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά τη δικάσιμο αυτή που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης (25-2-2020) παραστάθηκαν οι πρώτη και τρίτη των αναιρεσειόντων δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, ενώ οι 2ος (Χ. Γ.), 4η (Ε. Α.) και 5η (Α. Φ.) εξ αυτών δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Επομένως, εφόσον τη συζήτηση της αναίρεσης επισπεύδουν οι απόντες αναιρεσείοντες (ομού με τις δύο παρούσες), οι οποίοι παραστάθηκαν στη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση, η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει παρά την απουσία τους, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 § 1 ΚΠολΔ. Εφόσον, όμως, δεν αποδεικνύεται ότι ο φερόμενος κατά τη δικάσιμο της αναβολής ως εκπροσωπών αυτούς δικηγόρος ήταν εφοδιασμένος με ρητή πληρεξουσιότητα για τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, πρέπει η συζήτηση να κηρυχθεί απαράδεκτη ως προς αυτούς, οι οποίοι είναι απλοί ομόδικοι των λοιπών, αφού έγινε χωρίς τη συνδρομή της κατά νόμο απαιτούμενης πληρεξουσιότητας.
Μεταξύ των 1ης και 3ης αναιρεσειουσών και του αναιρεσίβλητου, η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 94, 96, 552, 553, 556, 558, 564 § 3, 566 § 1, 144). Είναι συνεπώς παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 § 1) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (ΚΠολΔ 577 § 3). Σημειώνεται ότι έχει κληθεί στην παρούσα συζήτηση και το σωματείο που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση υπέρ των εναγόντων ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου με την επωνυμία "ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΕΝΩΣΗ ΑΝΕΡΓΩΝ ΚΑΙ ΣΥΜΒΑΣΙΟΥΧΩΝ ΓΕΩΠΟΝΩΝ" (βλ. 1521Β/20-12-2019 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Κοσμά Μήτση που προσκομίζουν οι αναιρεσείουσες), το οποίο είναι απόν.
Όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων: Με την από 29-4-2004 αγωγή τους, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών, κατά του εναγομένου -αναιρεσίβλητου ΝΠΙΔ ΕΛΓΑ, οι ενάγοντες-αναιρεσείοντες, ισχυρίστηκαν ότι απασχολήθηκαν στο εναγόμενο με διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου.
Ότι στην πραγματικότητα απασχολούντο με συμβάσεις αορίστου χρόνου γιατί κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου. Και ότι με τη λήξη της τελευταίας συμβάσεώς τους το εναγόμενο τους απέλυσε παράνομα χωρίς καταγγελία. Ζήτησαν δε α) να αναγνωριστεί ότι συνδέονται με το εναγόμενο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και να αναγνωριστεί η ακυρότητα της απολύσεώς τους και β) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους.
Η αγωγή έγινε πρωτοδίκως δεκτή και κατ' έφεση του εναγομένου εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση 2349/2012 του Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και κατά το μέρος που ενδιαφέρει την παρούσα αναιρετική δίκη (βάλλεται με τους λόγους αναίρεσης), απέρριψε ως μη νόμιμα (i) το υπό στοιχ.
α' αίτημα ως προς τους δεύτερο και τέταρτη των εναγόντων -αναιρεσειόντων (προσλήφθηκαν μετά τις 16-9-2002) και (ii) το υπό στοιχ. β' αίτημα ως προς όλους τους ενάγοντες -αναιρεσείοντες.
Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 533 § 2, 535 § 1 και 536 ΚΠολΔ, εάν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κρίνοντας βάσιμο κάποιο λόγο έφεσης, εξαφανίσει την πρωτόδικη απόφαση και προβεί στην εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης, υποχρεούται, να εφαρμόσει για τη διάγνωση της νομικής και ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο δημοσίευσης της απόφασής του είτε έχει αναδρομική δύναμη, είτε δεν έχει αναδρομική δύναμη, εφόσον όμως στην τελευταία περίπτωση ο νόμος αυτός καταλαμβάνει χρονικά την επίδικη έννομη σχέση (ΟλΑΠ 16/2017, ΟλΑΠ 7/2011).
Με τη διάταξη του άρθρου 656 ΑΚ, όπως ίσχυε κατά το χρόνο δημοσίευσης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης (έτος 2012), δηλαδή πριν την αντικατάστασή της με το άρθρου 61 του ν. 4139/2013, ορίζετο ότι: "Αν ο εργοδότης έγινε υπερήμερος ως προς την αποδοχή της εργασίας ή αν η αποδοχή της εργασίας είναι αδύνατη από λόγους που τον αφορούν και δεν οφείλονται σε ανώτερη βία, ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα ν' απαιτήσει το μισθό, χωρίς να είναι υποχρεωμένος να παράσχει την εργασία του σε άλλο χρόνο.
Ο εργοδότης όμως έχει δικαίωμα να αφαιρέσει από το μισθό καθετί που ο εργαζόμενος ωφελήθηκε από τη ματαίωση της εργασίας του ή από την παροχή της αλλού". Κατά την ερμηνεία της διάταξης αυτής σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 648, 652, 653 & 361 ΑΚ, γίνεται παγίως νομολογιακά δεκτό, χωρίς τούτο να αντίκειται στις συνταγματικές διατάξεις της προστασίας της εργασίας, της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας και του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου των άρθρων 22, 5 & 2 του Συντάγματος, ότι ο εργοδότης, διαθέτοντας με βάση το διευθυντικό του δικαίωμα, την εξουσία να ρυθμίζει όλα τα θέματα που ανάγονται στην οργάνωση και λειτουργία της επιχειρήσεώς του για την επίτευξη των σκοπών της δεν έχει καταρχήν, εκτός από αντίθετη συμφωνία, υποχρέωση να απασχολεί το μισθωτό και η μη αποδοχή εκ μέρους του των προσφερομένων υπηρεσιών αυτού δεν έχει κατά τις εν λόγω διατάξεις άλλες συνέπειες εκτός από εκείνες που επέρχονται από την υπερημερία του.
Η κατ’αρχήν όμως νόμιμη άρνηση του εργοδότη να αποδεχθεί την εργασία του μισθωτού καθίσταται παράνομη όταν υπερβαίνει προφανώς τα κριτήρια που θέτει το άρθρο 281 ΑΚ και αποβαίνει έτσι καταχρηστική, όπως όταν θίγει υλικά ή ηθικά συμφέροντα του εργαζομένου ή επιφέρει χωρίς λόγο προσβολή της προσωπικότητάς του κατά τα άρθρα 59, 914 & 932 ΑΚ, οπότε παρέχεται σ' αυτόν αξίωση για την άρση της προσβολής και την παράλειψή της στο μέλλον, καθώς και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, περιστατικά, τα οποία πρέπει να κρίνονται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση (ΟλΑΠ 9/2011).
Περαιτέρω, η διάταξη του άρθρου 23 § 2 του ν. 1264/1982 που επιβάλλει στον εργοδότη, με απειλή ποινικών κυρώσεων, την υποχρέωση για πραγματική απασχόληση του μισθωτού, αναφέρεται στην εξαιρετική περίπτωση που ο εργαζόμενος απολύθηκε και η απόλυσή του κρίθηκε άκυρη με δικαστική απόφαση. Ωστόσο, και στη περίπτωση αυτή, η υποχρέωση του εργοδότη για αποδοχή των υπηρεσιών του εργαζομένου δεν ανακύπτει ως αυτόματη συνέπεια της αναγνώρισης της ακυρότητας της καταγγελίας, αλλά με την συνδρομή των παραπάνω περιστάσεων. Σημειώνεται ότι, μετά την αντικατάσταση του άρθρου 656 ΑΚ με το άρθρο 61 του ν. 4139/2013, του οποίου η νέα διάταξη, όπως προειπώθηκε δεν εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση, αφού η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε υπό το προηγούμενο νομικό καθεστώς, σε περίπτωση υπερημερίας του εργοδότη ως προς την αποδοχή της εργασίας υπό ορισμένη έννομη σχέση, όπως είναι η δικαστικώς αναγνωρισθείσα σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, το δικαστήριο, εφόσον υποβλήθηκε σχετικό αίτημα, διατάσσει την πραγματική απασχόληση του μισθωτού στη θέση αυτή (ΑΠ 952/2019).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνηση της.
Στη προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε ότι "... το αγωγικό αίτημα των εναγόντων να υποχρεωθεί το εναγόμενο νομικό πρόσωπο, να τους απασχολεί με απειλή χρηματικής ποινής και προσωπικής κράτησης δεν είναι νόμιμο, καθότι το τελευταίο, διαθέτοντας, με βάση το διευθυντικό του δικαίωμα, την εξουσία να ρυθμίζει όλα τα θέματα που ανάγονται στην οργάνωση και λειτουργία της επιχειρήσεώς του για την επίτευξη των σκοπών της, δεν έχει, κατ' αρχήν, υποχρέωση να απασχολεί τους ενάγοντες και η μη αποδοχή εκ μέρους του των προσφερόμενων από αυτούς υπηρεσιών τους δεν έχει κατά τις εν λόγω διατάξεις άλλες συνέπειες εκτός από εκείνες που επέρχονται από την υπερημερία του, δεδομένου ότι οι ενάγοντες δεν ισχυρίζονται με το δικόγραφο της αγωγής τους ότι το εναγόμενο ασκεί καταχρηστικά το ως άνω δικαίωμά του".
Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση δεν παραβίασε ευθέως τις ανωτέρω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου του ΑΚ και του Συντάγματος, τις οποίες ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθώς και ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος αναίρεσης υπό στοιχ. 1, με τον οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια εκ του αρ. 1 α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Για την ίδια παραδοχή, οι αναιρεσείουσες, με τον ίδιο λόγο αναίρεσης υπό στοιχ. 2 ισχυρίζονται ότι έσφαλε το Εφετείο απορρίπτοντας τον αγωγικό τους αυτό αίτημα ως μη νόμιμο αντί για αόριστο εκ της μη επικλήσεως ότι με την άρνηση του εργοδότη τους να τους απασχολεί θίχθηκαν υλικά τους συμφέροντα ή προσβλήθηκε η προσωπικότητά τους και βάλλουν κατ' αυτής για πλημμέλειες εκ των αρ. 8 & 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Το δεύτερο αυτό σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης ερείδεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως και είναι απορριπτέο, αφού η μη προβολή των επικαλουμένων περιστάσεων δεν καθιστούν το αγωγικό αίτημα αόριστο, αλλά συνιστούν πρόσθετα περιστατικά, τα οποία στη συγκεκριμένη υπόθεση καθιστούν την άρνηση του εργοδότη ν' αποδεχθεί την εργασία του μισθωτού καταχρηστική ή προσβλητική της προσωπικότητας του μισθωτού.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του.
Ο δεύτερος λόγος αναίρεσης αφορά τους δεύτερο και τέταρτη των αναιρεσειόντων, για τους οποίους κρίθηκε απαράδεκτη η συζήτηση και επομένως δεν ερευνάται.
Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικαστούν οι παρούσες αναιρεσείουσες λόγω της ήττας τους στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου ΝΠΙΔ, το οποίο κατέθεσε προτάσεις και αιτείται την καταδίκη αυτή (ΚΠολΔ 176, 183, 189 § 1, 191 § 2), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 24-4-2015 αιτήσεως για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2349/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών ως προς τους δεύτερο (Χ. Γ.), τέταρτη (Ε. Α.) και πέμπτη (Α. Φ.) των αναιρεσειόντων.
Απορρίπτει την αίτηση αυτή μεταξύ των λοιπών αναιρεσειουσών (ήτοι της πρώτης και της τρίτης των αναιρεσειουσών) και του αναιρεσιβλήτου. Και
Καταδικάζει τις παρούσες αναιρεσείουσες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Ιουνίου 2020.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Οκτωβρίου 2020.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ