1036/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣύμφωνα με το άρθρο 23Α του ν. 2190/1920 "περί ανωνύμων εταιρειών", όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 33 του ν. 3604/2007 και εφαρμόζεται στην περίπτωση αυτή ως εκ του χρόνου καταρτίσεως των συμβάσεων για τις οποίες πρόκειται, "Δάνεια της εταιρείας προς ιδρυτάς, μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου, Γενικούς Διευθυντάς ή Διευθυντάς αυτής, συγγενείς αυτών μέχρι και του τρίτου βαθμού εξ αίματος ή αγχιστείας συμπεριλαμβανομένου, ή συζύγους των ανωτέρω, ως και παροχή πιστώσεων προς αυτούς καθ' οιονδήποτε τρόπον ή παροχή εγγυήσεων υπέρ αυτών προς τρίτους απαγορεύονται απολύτως και είναι άκυρα" (παρ.1), ενώ "Οιαιδήποτε άλλαι συμβάσεις της εταιρείας μετά των άνω προσώπων είναι άκυροι άνευ προηγουμένης ειδικής εγκρίσεως αυτών υπό της γενικής συνελεύσεως των μετόχων.
Legislator headnote
AI generated1036/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η έγκρισις δεν παρέχεται αν εις την απόφασιν αντεντάχθησαν μέτοχοι εκπροσωπούντες τουλάχιστον το 1/3 του εν τη συνελεύσει εκπροσωπουμένου μετοχικού κεφαλαίου. Η απαγόρευσις αύτη δεν ισχύει προκειμένου περί συμβάσεως μη εξερχομένης των ορίων της τρεχούσης συναλλαγής της εταιρείας μετά των πελατών της" (παρ. 2).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1036 / 2017 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1036/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1 Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Σοφία Καρυστηναίου και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 21η Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "GE Power Services Ελλάς ΑΕ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, με την ιδιότητά της ως καθολικής διαδόχου της διασπασθείσας "Alstom Power Ελλάς ΑΕ", που εδρεύει στην Αγία Παρασκευή Αττικής και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Κελεμένη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. 2) Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ανώνυμη Εταιρεία Συντήρησης Ενεργειακών Μονάδων Αλιβέρι", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, με την ιδιότητά της ως καθολικής διαδόχου της διασπασθείσας "Alstom Power Ελλάς ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Νικολάου Χριστοφορίδη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. 3) Κ. Α. του Β., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Κελεμένη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Α., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Παναγιώτη Αθανασόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-5-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 2160/2014 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως αντιθέτων εφέσεων, η 1620/ 2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 4-10-2016 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Εισηγητής ορίσθηκε ο Αρεοπαγίτης Χριστόφορος Κοσμίδης.
Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Σύμφωνα με το άρθρο 23Α του ν. 2190/1920 "περί ανωνύμων εταιρειών", όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 33 του ν. 3604/2007 και εφαρμόζεται στην περίπτωση αυτή ως εκ του χρόνου καταρτίσεως των συμβάσεων για τις οποίες πρόκειται, "Δάνεια της εταιρείας προς ιδρυτάς, μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου, Γενικούς Διευθυντάς ή Διευθυντάς αυτής, συγγενείς αυτών μέχρι και του τρίτου βαθμού εξ αίματος ή αγχιστείας συμπεριλαμβανομένου, ή συζύγους των ανωτέρω, ως και παροχή πιστώσεων προς αυτούς καθ' οιονδήποτε τρόπον ή παροχή εγγυήσεων υπέρ αυτών προς τρίτους απαγορεύονται απολύτως και είναι άκυρα" (παρ.1), ενώ "Οιαιδήποτε άλλαι συμβάσεις της εταιρείας μετά των άνω προσώπων είναι άκυροι άνευ προηγουμένης ειδικής εγκρίσεως αυτών υπό της γενικής συνελεύσεως των μετόχων.
Η έγκρισις δεν παρέχεται αν εις την απόφασιν αντεντάχθησαν μέτοχοι εκπροσωπούντες τουλάχιστον το 1/3 του εν τη συνελεύσει εκπροσωπουμένου μετοχικού κεφαλαίου. Η απαγόρευσις αύτη δεν ισχύει προκειμένου περί συμβάσεως μη εξερχομένης των ορίων της τρεχούσης συναλλαγής της εταιρείας μετά των πελατών της" (παρ. 2).
Οι διατάξεις αυτές θεσπίσθηκαν για την πρόληψη ενδεχόμενων καταχρήσεων εκ μέρους προσώπων, τα οποία ασκούν τον έλεγχο της ανώνυμης εταιρείας και διαχειρίζονται την περιουσία αυτής. Στην κατηγορία των "άλλων συμβάσεων" της παρ.2 περιλαμβάνεται και η σύμβαση με την οποία ανατίθεται σε κάποιο από τα πρόσωπα της παρ.1 η άσκηση καθηκόντων γενικού διευθυντή, διότι μια τέτοια συμφωνία, λόγω της φύσης και της σπουδαιότητάς της, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι βρίσκεται "μέσα στα όρια των τρεχουσών συναλλαγών της εταιρίας με τους πελάτες της".
Επομένως, για την έγκυρη κατάρτιση μιας τέτοιας σύμβασης, απαιτείται προηγούμενη, ειδική άδεια (κατ' ακριβολογία: "συναίνεση" και όχι "έγκριση") της γενικής συνελεύσεως, που πρέπει να είναι ρητή.
2. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, διερευνώντας τον ισχυρισμό των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων περί του ότι ήταν άκυρος ο όρος της από 16-12-2003 συμβάσεως παροχής εξαρτημένης εργασίας, με την οποία είχαν ανατεθεί στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο καθήκοντα γενικού διευθυντή της πρώτης εξ αυτών ανώνυμης εταιρίας, σύμφωνα με τον οποίο (τον όρο) σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως η οφειλόμενη αποζημίωση θα έπρεπε να υπολογισθεί αφού ληφθεί υπ' όψη και η με οποιαδήποτε σχέση ή σε οποιαδήποτε θέση προϋπηρεσία του ενάγοντος στην ίδια ή σε διάφορες άλλες εταιρίες του αυτού ομίλου επιχειρήσεων, διότι αν και ο ενάγων είχε την ιδιότητα μέλους του διοικητικού συμβουλίου, ο επίμαχος όρος δεν είχε τύχει της "προηγουμένης εγκρίσεως" της γενικής συνελεύσεως των μετόχων της εταιρίας, δέχθηκε τα εξής ουσιώδη:
Ότι ο ενάγων, με σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, που καταρτίσθηκε την 16-12-2003 με την ανώνυμη εταιρία "Alstom Infrastructure Hellas Ανώνυμη Τεχνική και Εμπορική Εταιρία", προσλήφθηκε για να προσφέρει σ' αυτήν υπηρεσίες ως γενικός διευθυντής για το εφεξής χρονικό διάστημα μέχρι την 30-6-2006. Ότι η εν λόγω εταιρία απορροφήθηκε στη συνέχεια από την ανώνυμη εταιρία "Alstom Ελλάς ΑΕ" (πρώτη από τους εναγόμενους, της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος ήταν ο δεύτερος από αυτούς), η οποία αργότερα μετονομάσθηκε σε "Alstom Power Ελλάς ΑΕ" (και ήδη έχει διασπασθεί στις ανώνυμες εταιρίες που αναφέρονται στο προοίμιο της παρούσας και συνεχίζουν την αναιρετική δίκη, χωρίς επί του ζητήματος αυτού να τίθεται αμφισβήτηση εκ μέρους των διαδίκων).
Ότι (όπως προέκυπτε από το συναφή ισχυρισμό των εναγομένων, που ενσωματώνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση και δεν αποκρούεται ως προς το παρακάτω περιεχόμενο από τις λοιπές παραδοχές της) ο ενάγων είχε ήδη την ιδιότητα μέλους του διοικητικού συμβουλίου της εταιρίας που τον προσέλαβε και για το λόγο αυτό προηγήθηκε άδεια του διοικητικού της συμβουλίου για την πρόσληψή του, η οποία, όμως, δεν κάλυπτε δύο από τους "ουσιώδεις" (κατά την άποψη των εναγομένων) όρους της συμβάσεως και συγκεκριμένα αυτούς που προέβλεπαν α) αιτιολογημένη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας και β) καταβολή αποζημιώσεως σε περίπτωση καταγγελίας με συνυπολογισμό χρόνου προϋπηρεσίας από την 20-1-1983.
Ότι κατά την ημερομηνία που έληγε η ως άνω σύμβαση εργασίας γενικού διευθυντή, η γενική συνέλευση των μετόχων της "Alstom Power Ελλάς ΑΕ", με την από 30-6-2006 απόφασή της, έδωσε την προηγούμενη άδεια για παράταση της συμβάσεως από 1-7-2006 και εφεξής ως συμβάσεως αορίστου χρόνου, με αναφορά στην αρχική σύμβαση και με ρητή τροποποίηση του όρου που αναφερόταν στη λύση της συμβάσεως, ως προς την οποία προβλέφθηκε ότι μπορεί να επέλθει σε οποιοδήποτε χρόνο με πρωτοβουλία του εργοδότη, αλλά με την καταβολή αποζημιώσεως που θα έπρεπε να υπολογισθεί αφού ληφθεί υπ' όψη και η από 20-1-1983, με οποιαδήποτε σχέση ή σε οποιαδήποτε θέση, προϋπηρεσία του ενάγοντος στην ίδια ή σε διάφορες άλλες εταιρίες του αυτού ομίλου επιχειρήσεων.
Ότι μετά την εν λόγω άδεια, καταρτίσθηκε η από 1-7-2006 σύμβαση εργασίας, σε εκτέλεση της οποίας ο ενάγων συνέχισε να προσφέρει τις υπηρεσίες του γενικού διευθυντή, μέχρι την 15-3-2011, οπότε η εργοδότρια εταιρία κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας και του κατέβαλε ως αποζημίωση το ποσό των 46.816 ευρώ, το οποίο ήταν πολύ μικρότερο από εκείνο που πράγματι δικαιούταν σύμφωνα με την προϋπηρεσία που έπρεπε να ληφθεί υπόψη και ανερχόταν (κατά τους υπολογισμούς της προσβαλλόμενης απόφασης) στο ποσό των 222.028,90 ευρώ.
Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το δικαστήριο της ουσίας έκρινε ότι η σύμβαση εργασίας γενικού διευθυντή, που είχε λειτουργήσει μεταξύ των διαδίκων για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των επτά ετών, ήταν έγκυρη, διότι τόσο πριν από την κατάρτισή της (16-12-2003) όσο και πριν από την παράταση και τροποποίησή της (1-7-2006) είχε προηγηθεί άδεια της γενικής συνελεύσεως των μετόχων της ανώνυμης εταιρίας.
Και ότι ο ιδιαίτερος όρος συνεκτιμήσεως της μακράς προϋπηρεσίας του ενάγοντος κατά τον υπολογισμό της αποζημιώσεως λόγω καταγγελίας της συμβάσεως, ακόμη και αν ήταν άκυρος κατά την αρχική κατάρτιση της συμβάσεως ως μη καλυπτόμενος από την τότε χορηγηθείσα άδεια, είχε επαναληφθεί εγκύρως κατά την παράταση και τροποποίηση εκείνης, καλυπτόμενος ρητώς από τη νέα άδεια, που και πάλι προηγήθηκε.
Κατόπιν αυτού, έκρινε ότι η γενομένη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας ήταν άκυρη λόγω μη καταβολής της προσηκούσης αποζημιώσεως και απέρριψε την έφεση των εναγομένων, επικυρώνοντας την τότε εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που είχε κρίνει ομοίως. Με την κρίση αυτή, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών εφάρμοσε σωστά τις προαναφερθείσες διατάξεις του άρθρου 23Α του ν. 2190/1920 και υπήγαγε προσηκόντως σ' αυτές τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ως αποδεδειγμένα.
Διότι εμμέσως, πλην σαφώς, δέχθηκε ότι οι όροι της αρχικής συμβάσεως, οι οποίοι και μόνο δεν είχαν καλυφθεί από την τότε χορηγηθείσα άδεια της γενικής συνελεύσεως, αν και ακύρως συνομολογηθέντες, δεν ήσαν "ουσιώδεις" και δεν μπορούσαν να συνεπιφέρουν (ΑΚ 181) την ακυρότητα ολόκληρης της σύμβασης. Και τούτο είναι αληθές, διότι η μεν ανάγκη αιτιολόγησης της καταγγελίας ενυπάρχει σε κάθε σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου (ΑΚ 669 παρ.1 και 672 εδ.
α'), όπως ήταν η αρχική, η δε προσμέτρηση της προϋπηρεσίας του εργαζομένου για τον υπολογισμό της αποζημιώσεως σε περίπτωση καταγγελίας γίνεται εκ του νόμου πάντοτε, όταν συντρέχει διαδοχή στο πρόσωπο του εργοδότη (άρθρο 6 παρ.1 του ν. 2112/1920). Επομένως, όλοι οι λόγοι της αιτήσεως, με τους οποίους συλλήβδην υποστηρίζεται το αντίθετο και δη προεχόντως η ακυρότητα της συμβάσεως εργασίας ή, σε κάθε περίπτωση, η ακυρότητα του όρου για συνυπολογισμό της προϋπηρεσίας, λόγω ελλείψεως προηγούμενης άδειας της γενικής συνελεύσεως για την κατάρτισή της, είναι αβάσιμοι.
3. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4-10-2016 αίτηση περί αναιρέσεως της 1620/ 2016 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 3η Μαΐου 2017.
Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 16η Ιουνίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ