Legislator Case Law & Legislation
1036/2010 AI generated

Appeal partially allowed; appellate court remanded sale vs. contractus aestimatorious issue for retrial.

Case Number 1036/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against the appellate court's decision regarding a contract dispute. The appellant argued the lower court mischaracterized a transaction as a sale rather than a contractus aestimatorious, but the court found this claim inadmissible as it challenged a factual finding. Consequently, the appeal was allowed only regarding the appellant's claim of full payment via four promissory notes, which the lower court had rejected. The case was remanded to the appellate court for further proceedings on this specific issue.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1), 559(20), 561(1), 580(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court held that an appeal challenging a factual finding on the nature of a contract is inadmissible unless it alleges a violation of substantive law, and remanded the case for retrial on specific payment claims.

Keywords

AI generated
contractus aestimatorious sale contract distinction admissibility of appeal factual findings review remand for retrial payment by promissory notes appellate procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(20) of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OLAP 7/2006
OLAP 4/2005

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1036 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1036/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γιαννούλη, Γεώργιο Χρυσικό, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 10ην Μαΐου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παπαϊωάννου.

Της αναιρεσιβλήτου: της υπό εκκαθάριση τελούσης ετερόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "... ", η οποία εδρεύει στην περιοχή ... και εκπροσωπείται νόμιμα από τον ..., που ενεργεί ως προσωρινός ειδικός εκκαθαριστής, διορισθείς δυνάμει της υπ' αριθ. 1084/2007 αποφάσεως Ασφαλιστικών Μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Κουρούκλη, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23 Ιανουαρίου 2006 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καστοριάς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 19/2007 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 195/2008 του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12 Ιανουαρίου 2009 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός, ανέγνωσε την από 1 Απριλίου 2010 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 12-1-2009 αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσι-βλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005) Εξάλλου, επί της σύμβασης μεταπρασίας ή σύμβασης επί διατιμήσει ή διατίμησης επί πράσει (contractus aestimatorious) ο ένας από τους συμβαλλομένους δίνει στον άλλο για να πουληθεί ένα πράγμα, συνήθως κινητό, αντί ορισμένου τιμήματος, με τον όρο να αποδοθεί διαζευκτικώς είτε η διατίμηση είτε το ίδιο το πράγμα, μέσα σε ορισμένη προθεσμία.

Η σύμβαση αυτή δεν ρυθμίζεται ειδικώς από τον ΑΚ, γίνεται όμως γενικώς δεκτό ότι κρίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις των συγγενών με αυτή άλλων συμβάσεων (εντολή, μεσιτεία, πώληση, παραγγελία, μίσθωση εργασίας ή έργου, εταιρία), ανάλογα με την πρόθεση των συμβαλλομένων. Η κυριότητα των παραδιδομένων, μέχρι το χρόνο της πώλησης ή επιστροφής, δεν μεταβιβάζεται στο μεταπράτη, ο οποίος ευθύνεται για κάθε πταίσμα κατά τις γενικές διατάξεις (ΑΚ 330 και 336).

Η οφειλόμενη διατίμηση είναι ορισμένη, δεν εμποδίζεται όμως ο μεταπράτης να πουλήσει το πράγμα σε οποιαδήποτε τιμή, οπότε το υπερβάλλον είναι το κέρδος του. Στην ορισμένη προθεσμία ο μεταπράτης, έχοντας αυτός τη σχετική διαζευκτική ευχέρεια, οφείλει να πληρώσει τη διατίμηση ή να επιστρέψει το πράγμα.

Ειδικότερα, δεδομένου ότι το συμφέρον του είναι η πώληση του πράγματος, αφού μόνον έτσι έχει πιθανότητα ν' αποκομίσει κέρδος, αυτός οφείλει μόνο τη διατίμηση. Μπορεί όμως να απαλλαγεί από την υποχρέωση του αυτή επιστρέφοντας το πράγμα.

Συνεπώς, μόνο τη διατίμηση δικαιούται κατ' αρχή να ζητήσει ο δότης, ενώ στην περίπτωση που ο μεταπράτης αρνηθεί να επιστρέψει τα παραδοθέντα σ' αυτόν ή το τίμημα τους εάν τα επώλησε, ευθύνεται και από τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες σε αποζημίωση του δότη, για την σε βάρος του τελεσθείσα αδικοπρακτική συμπεριφορά της υπεξαίρεσης των παραδοθέντων πραγμάτων.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία Ολ.

ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997).

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφα-τικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 465/1988).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1967/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 195/2008 απόφαση του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας έγινα δεκτά τα ακόλουθα, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "Αποδείχθηκε, ότι μεταξύ της ενάγουσας, που έχει ως αντικείμενο εμπορικής δραστηριότητας την επεξεργασία, μεταποίηση και πώληση δερμάτων γούνας, και του εναγομένου, που είναι έμπορος δερμάτων γούνας, συνήφθη προφορική σύμβαση τον Ιανουάριο του 2003, με την οποία συμφωνήθηκε να παραδίδει η πρώτη στον τελευταίο, έτοιμα ενδύματα γούνας, προκειμένου να τα δειγματίζει και να πωλεί για λογαριασμό της σε τρίτους και να της αποδίδει έως το τέλος κάθε περιόδου (Φεβρουάριο επομένου έτους) την καθοριζόμενη κάθε φορά κατά την παράδοση των ενδυμάτων τιμή, παρακρατώντας ο ίδιος ως κέρδος το πέραν της ως άνω διατιμηθείσης αξίας μεγαλύτερο τίμημα που θα πετύχαινε, ενώ στην περίπτωση μη πωλήσεως αυτών θα υποχρεούτο σε επιστροφή τους (σύμβαση) μεταπρασίας ή επί διατιμήσει).

Στα πλαίσια της ως άνω σύμβασης λειτούργησε η συνεργασία τους για τις περιόδους 2003 και 2004 και η ενάγουσα απέστειλε στον εναγόμενο με τα εις την αγωγή αναφερόμενα δελτία αποστολής τα αναφερόμενα σε αυτά γούνινα ενδύματα, των οποίων η καθορισθείσα τιμή (διατίμηση) ανήλθε συνολικά για την πρώτη περίοδο σε 335.088 Ευρώ και 30.600 δολάρια ΗΠΑ και για την δεύτερη σε 27.300 Ευρώ και 4.730 δολάρια ΗΠΑ.

Τα ανωτέρω προκύπτουν από την σαφή κατάθεση της μάρτυρος αποδείξεως που, έχοντας ιδία αντίληψη, ως εργαζόμενη κατά το επίδικο διάστημα στην επιχείρηση της ενάγουσας, κατέθεσε ότι κατά την παράδοση καθόριζαν μία τιμή, την οποία όφειλε να επιστρέψει ο εναγόμενος στο τέλος κάθε σαιζόν, έχοντας το δικαίωμα να τα πωλεί σε όποιο μεγαλύτερο τίμημα ήθελε ο ίδιος ή να επιστρέψει τα ενδύματα εντός της αυτής προθεσμίας, σε αντίθεση με την κατάθεση του μάρτυρα ανταποδείξεως, ο οποίος εδήλωσε πλήρη άγνοια για την μεταξύ των διαδίκων συνεργασία.

Τα προσκομιζόμενα από τον εναγόμενο τιμολόγια με την αναγραφή "για πώληση αγαθών" που αφορούν μέρος των παραδοθέντων εμπορευμάτων και δη μη θεωρημένα νομίμως από την αρμόδια Δ. Ο. Υ, κρίνεται ότι εκδόθηκαν προς το σκοπό νομιμοποίησης της μεταφοράς των εμπορευμάτων και μόνον, και όχι προς υποδήλωση της αληθούς βούλησης των συμβαλλομένων.

Η κρίση δε αυτή ενισχύεται και από το γεγονός ότι τα επίσης προσκομιζόμενα δελτία αποστολής, ως επί το πλείστον αναγράφουν την ένδειξη "δειγματισμός" ή "πιθανή πώληση" δηλωτικά της αληθούς σχέσης που υφίστατο μεταξύ των διαδίκων. Ενισχύεται επίσης και από το γεγονός ότι ο εναγόμενος ουδέποτε επικαλέσθηκε, καθ' όλη τη διάρκεια της αντιδικίας τους, ότι είχαν καταρτιστεί συμβάσεις πώλησης που αφορούσαν τα επίδικα εμπορεύ-ματα, τόσον ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου στο ακροατήριο αυτού ή με τις κατατεθείσες προτάσεις του, με τις οποίες αντίθετα, συνομολογώντας την μεταξύ τους λειτουργήσασα σχέση αμφισβήτησε μόνον το ύψος της οφειλής, όσο και με της εξώδικες δηλώσεις που επέδωσε στην ενάγουσα, αλλά και κατά την διάρκεια της ποινικής προδικασίας με τα κατατεθέντα απολογητικά του υπομνήματα, στα οποία κάνει αναφορά στην ύπαρξη συνεργασία την οποία ήθελε να διακόψει λόγω του ασύμφορου αυτής.

Εξ' άλλου και ο προβαλλόμενος το πρώτον με τις προτάσεις στη δευτεροβάθμια δίκη ισχυρισμός ότι μέρος των δελτίων αποστολής αφορούν αμοιβή, από εργασία ραφής (φασόν), πέραν του απαραδέκτου της προβολή μόνον με τις προτάσεις, καταδεικνύει το αντιφατικό του περί πωλήσεως ισχυρισμού του.

Συνεπώς, μη αποδεικνυομένου από τον φέροντα το βάρος απόδειξης εναγόμενο του αναληθούς της ομολογίας του, που αποτελεί προϋπόθεση για την ανάκληση αυτής, ο ως άνω λόγος της έφεσης είναι απορριπτέος και αβάσιμος.

Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι η συνολική αξία των παραδοθέντων για την προαναφερθείσα αιτία εμπορευμάτων ανήλθε στα ποσά που αναφέρονται πιο πάνω και μετά τις γενόμενες επιστροφές ενδυμάτων από τον εναγόμενο συνολικής αξίας 55.770 Ευρώ και 18.941 δολαρίων ΗΠΑ και την καταβολή 122.762,47 Ευρώ, η συνολική οφειλή διαμορφώθηκε στο ποσό των 191.302,68 Ευρώ και 16.389 δολαρίων ΗΠΑ, τα οποία συνομολόγησε ο εναγόμενος τόσον εξωδίκως όσο και στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και έγιναν δεκτά από αυτό, και για τα οποία κονδύλια, δεν υπάρχει αιτίαση με την υπό κρίσιν έφεση.

Πέραν όμως των ανωτέρω, ο εναγόμενος είχε παραλάβει για δειγματισμό, με τη υποχρέωση να τα επιστρέψει στην ενάγουσα, έτοιμα ενδύματα συνολικής αξίας 8.100 ευρώ. Τα ανωτέρω ενδύματα, παρά τα συμφωνηθέντα για επιστροφή, επώλησε σε τρίτους χωρίς να αποδώσει την ορισθείσα από την ενάγουσα αξία τους, την οποία ιδιοποιήθηκε παράνομα.

Ειδικότερα, τα ανωτέρω ενδύματα είναι εξής: α) έξι ζακέτες δερμάτινες καστορίνο με το αριθ. 2519/16-9-200 δελτίο αποστολής, αξίας 600 ευρώ η κάθε μία και συνολικής αξίας 3.600 ευρώ, β) δύο ζακέτες από ολόσωμα δέρματα γατών, βαμμένες με το με αριθ. 2766/13-9-2003 δελτίο αποστολής, αξίας 1.500 ευρώ η κάθε μία και συνολικής αξίας 3,000 ευρώ και γ)μία ζακέτα από ολόσωμα δέρματα βιζόν θηλυκά, χρώματος μαύρου, αξίας 1.501 ευρώ, τα οποία δεν δόθηκαν σε αυτόν λόγω δωρεάς, όπως αναληθώς ισχυρίστηκε πρωτοδίκως ο ίδιος.

Επιπλέον, αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος για σειρά επιταγών εκδόσεώς τους σε ευρώ προέβη στην πληρωμή τους σε δολάρια ΗΠΑ, με αποτέλεσμα η ενάγουσα ομόρρυθμος εταιρία να ζημιωθεί, συνέπειά της διαφοράς της συναλλαγματικής ισοτιμίας ευρώ και δολαρίων ΗΠΑ κατά την ημέρα πληρωμής. Ειδικότερα, στις 12-6-2003 κατέβαλε για επιταγή με ημερομηνία 30-6-2003 ποσού 12.000 Ευρώ, το ποσό των 12.000 δολαρίων ΗΠΑ, το οποίο κατά την επίσημη ισοτιμία την ανωτέρω ημερομηνία (1 € = 1,1734$) αντιστοιχούσε με 10.226,69 ευρώ με προκύπτουσα συναλλαγματική διαφορά ποσού 1.773,30 ευρώ, Εξάλλου, για επιταγή με ημερομηνία 30-8-2003, ποσού 30.000 ευρώ κατέβαλλε προς εξόφληση της πέραν των άλλων ποσών σε ευρώ συνολικού ύψους 13.700 ευρώ και τα ακόλουθα ποσά σε δολάρια ΗΠΑ: 1) στις 23-8-2003 το ποσό των 11.000 δολαρίων ΗΠΑ, το οποίο κατά την επίσημη ισοτιμία σε ευρώ κατά την ανωτέρω ημερομηνία (1 € = 1,0894 $) αντιστοιχούσε με 10.097,30 Ευρώ με προκύπτουσα συναλλαγματική διαφορά ποσού 902.69 Ευρώ, 2)στις 25-8-2003 το ποσό των 1.100 δολαρίων ΗΠΑ, το οποίο κατά την επίσημη ισοτιμία σε Ευρώ κατά την ανωτέρω ημερομηνία (1€ Φ 1,0894 $) αντιστοιχούσε με 1009,73 Ευρώ με προκύπτουσα συναλλαγματική διαφορά ποσού 90,27 Ευρώ, 3) στις 28-8-2003 το ποσό των 2.500 δολαρίων ΗΠΑ, το οποίο κατά την επίσημη ισοτιμία σε Ευρώ κατά την ανωτέρω ημερομηνία (1€ = 1,0828 $) αντιστοιχούσε με 2.208,83 Ευρώ με προκύπτουσα συναλλαγματική διαφορά ποσού 191,17 Ευρώ.

Κατά παρόμοιο τρόπο, Ι) στις 13-9-2003 κατέβαλε για επιταγή του με ημερομηνία 30-9-2003, ποσού 18.000 Ευρώ, το ποσό των 18.000 δολαρίων ΗΠΑ, το οποίο κατά την επίσημη ισοτιμία σε Ευρώ κατά την ανωτέρω ημερομηνία (1€ = 1,128$) αντιστοιχούσε με 15.957,45 Ευρώ, με προκύπτουσα συναλλαγματική διαφορά ποσού 2.042,5 Ευρώ, II) στις 3-11-2003 κατέβαλε για επιταγή του με ημερομηνία 30-10-2003, ποσού 25.000 Ευρώ, το ποσό των 25.000 δολαρίων ΗΠΑ, το οποίο κατά την επίσημη, ισοτιμία σε Ευρώ κατά την ανωτέρω ημερομηνία (1€ = 1,589$) αντιστοιχούσε με 21.572,18 Ευρώ με προκύπτουσα συναλλαγματική διαφορά 3.427,82 Ευρώ, III) στις 24-11-2003 κατέβαλε για επιταγή του με ημερομηνία 31-10-2003, ποσού 18.000 Ευρώ, το ποσό των 18.000 δολαρίων ΗΠΑ, το οποίο κατά την επίσημη ισοτιμία κατά την ανωτέρω ημερομηνία σε ευρώ (1€ =1,899$) αντιστοιχούσε σε 15.127,32 Ευρώ με προκύπτουσα Συναλλαγματική διαφορά ποσού 2.872,67 Ευρώ και τέλος IV) στις 8-12-2003 κατέλαβε για επιταγή του με ημερομηνία 30-11-2003, ποσού 17.550 Ευρώ, το ποσό των 18.000 δολαρίων ΗΠΑ, το οποίο κατά την επίσημη ισοτιμία κατά την ανωτέρω ημερομηνία σε Ευρώ 1€ = 1,2087$) αντιστοιχούσε με 14.892,03 Ευρώ και προκύπτουσα συναλλαγματική διαφορά ποσού 2.657,97 Ευρώ.

Συνεπεία των ανωτέρω καταβολών του εναγομένου σε δολάρια ΗΠΑ αντί σε Ευρώ, η ενάγουσα ομόρρυθμος εταιρία ζημιώθηκε κατά το ποσό της διαφοράς της συναλλαγματικής ισοτιμίας, ύψους 15.646,51 Ευρώ (120.550 Ευρώ οι επιταγές-104.891,53 Ευρώ οι καταβολές =15.646,51 Ευρώ), (βλ. για τα ανωτέρω κατάθεση μάρτυρος απόδειξης, καθώς και πίνακες αναφορικά με τις συναλλαγματικές διαφορές μεταξύ ευρώ και δολαρίων ΗΠΑ κατά το χρόνο πληρωμής των επιταγών σε δολάρια ΗΠΑ αντί Ευρώ, οι οποίες μη πληρώντας τους όρους του νόμου, ελλείψει υπογραφής, λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο και συνεκτιμώνται ως δικαστικά τεκμήρια).

Ο εναγόμενος δεν απέδειξε τον ισχυρισμό πι το ανωτέρω ποσόν δεν έπρεπε να προστεθεί στην οφειλή, αφού τέτοια συμφωνία δεν προέκυψε. Το σύνολό της κατά τα ανωτέρω οφειλής, ανήλθε στις 1-3-2005, που έληξε η μεταξύ τους συνεργασία, σε, 215.049,19 Ευρώ (191.302,68+ 8.100+ 15.646.51) και 16.389 δολάρια ΗΠΑ (που με βάση την επίσημη ισοτιμία κατά τον άνω χρόνο αντιστοιχεί σε 12.350,41 Ευρώ), ήτοι συνολικά σε 227.400 Ευρώ.

Έναντι αυτής κατεβλήθη από τον εναγόμενο το ποσό των 20.000 Ευρώ στις 1-6-2003, εις εξόφληση της από 31-5-2005 με αριθμό ... επιταγής της Τράπεζας Πειραιώς, καθώς και στις 31-1-2006 το ποσόν των 91.515,08 Ευρώ για επιδικασθέν κεφάλαιο με την υπ' αριθ. 97/2005 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς, όπως ομολογείται και από την ενάγουσα, ενώ, όπως δέχθηκε και η εκκαλουμένη, επεστράφησαν από τον εναγόμενο, πέραν των εις την αγωγή αναφερομένων και άλλα ενδύματα γούνας αξίας 15.000 Ευρώ, κρίση για την οποία δεν πλήττεται με αντίθετη έφεση, διαμορφωθείσας της οφειλής σε 100.884,92 Ευρώ.

Άλλη καταβολή από πλευράς του εναγομένου δεν αποδείχθηκε. Ειδικότερα, όσον αφορά τις υπ' αριθ. ... από 31-7-2004 και ... από 30-11-2004 επιταγές της Τράπεζας Πειραιώς, καθώς και δύο συναλλαγματικές λήξεως 30-8-2004 και 15-12-2004 συνολικής αξίας 95.000 Ευρώ, που είχανε δοθεί στην ενάγουσα από τον εναγόμενο προς εξασφάλιση της απαίτησής της, δεν επεστράφησαν σ' αυτόν, λόγω εξοφλήσεως, όπως ο ίδιος ισχυρίζεται, αλλά προς διευκόλυνσή του για τις συναλλαγές του με τις Τράπεζες και με την συμφωνία υπογραφής, από αυτόν εγγράφου αναγνώρισης της οφειλής του έναντι της ενάγουσας εταιρείας.

Τα ανωτέρω προκύπτουν τόσο από την ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου αποδεικτική διαδικασία, όσο και από την ποινική διαδικασία στην προανάκριση και στην κύρια ανάκριση. Από την κατάθεση κυρίως της μάρτυρος αποδείξεως που έχει ιδίαν αντίληψη, προκύπτει ότι, αφού έλαβε τα εν λόγω αξιόγραφα από τον εκπρόσωπο της ενάγουσας για τον ανωτέρω σκοπό, κατά την μετάβασή του στα γραφεία της τελευταίας στις 2-3-2005 αρνήθηκε να υπογράψει το έγγραφο αναγνώρισης που κατά τον ίδιο χρόνο είχε συνταχθεί, αλλά και να επιστρέψει τα αξιόγραφα.

Βάσει αυτών, η ένσταση εξοφλήσεως που προέβαλε ο εναγόμενος πρωτοδίκως και επαναφέρει με τους τρίτο και τέταρτο λόγος της έφεσης, με τους οποίους ισχυρίζεται ότι κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων δέχθηκε η εκκαλούμενη ότι παρανόμως ιδιοποιήθηκε το ποσό των 100.884,92 Ευρώ, επικαλούμενος εξόφλησή του, κατ' αυτόν, μικρότερου ποσού της οφειλής, με την πληρωμή των εν λόγω αξιογράφων, είναι απορριπτέα ως ουσία αβάσιμη".

Α) Το Εφετείο με το να απορρίψει με τις ανωτέρω σκέψεις τον αντίστοιχο λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος, κατά της ομοίως κρινάσης πρωτόδικης απόφασης, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή που είχε ασκήσει η αναιρεσίβλητη κατά την επικουρική της βάση από την αδικοπρακτική ευθύνη του αναιρεσείοντος, λόγω παράνομης ιδιοποίησης εκ μέρους του, του ένδικου αγωγικού ποσού, παρά την υποχρέωσή του για απόδοση στην αναιρεσίβλητη για λογαριασμό της οποίας το εισέπραξε από την πώληση των ενδυμάτων γούνας που του παρέδωσε για το σκοπό αυτό, στο πλαίσιο σύμβασης μετατραπρασίας, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε, τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 914, 297, 298, 330 του ΑΚ, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούν το πραγματικό των νομικών εννοιών της σύμβασης μεταπρασίας και της υπεξαίρεσης του τιμήματος των παραδοθέντων στον αναιρεσείοντα προς πώληση πραγμάτων και δικαιολογούν την παραδοχή της αγωγής της αναιρεσίβλητης.

Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με το τρίτο λόγο του αναιρετηρίου, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλ-λόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης.

Β) Εξάλλου, ο ίδιος τρίτος λόγος της αναίρεσης κατά την σ' αυτόν κατά το άλλο μέρος του περιλαμβανόμενη αιτίαση από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 19 και 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ, ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν το ίδιο πιο πάνω κρίσιμο ζήτημα της κατάρτισης μεταξύ των διαδίκων της ένδικης σύμβασης μεταπρασίας και όχι εκείνης της πώλησης και τα αντίστοιχα επιχειρήματα της αναιρεσίβλητης, και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα του αναιρεσείοντος, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο και βρίσκονται κατά τον αναιρεσείοντα σε αντίθεση με το ότι μεταξύ των διαδίκων καταρτίσθηκε σύμβαση πώλησης και όχι μεταπρασίας είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα σε σχέση με το χαρακτήρα της μεταξύ των διαδίκων συμβατικής σχέσης εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τον ίδιο δε λόγο κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου των οποίων δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του αρθρ. 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερόμενων επιχειρημάτων του αναιρεσείοντος, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Εξάλλου, με τις πιο πάνω παραδοχές του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης απόφασής του, με τις οποίες το Εφετείο απέρριψε τους τρίτο και τέταρτο λόγους της έφεσης του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή της αναιρεσίβλητης και είχαν σχέση με την εξόφληση του ποσού των 95.000 ευρώ, αποδεικνυόμενη με την κατοχή από τον αναιρεσείοντα των προαναφερθέντων τεσσάρων αξιογράφων παραβίασε εκ πλαγίου τις πιο πάνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 416 του Α.Κ., 39 του Ν. 5325/1932 και 34 του Ν. 5960/1933 με αιτιολογίες ασαφείς, ελλιπείς και ανεπαρκείς, ώστε να στερείται η προσβαλλόμενη στο κεφάλαιό της αυτό της αναγκαίας νόμιμης βάσης, και να μη καθίσταται εφικτός ο έλεγχος από το Δικαστήριο τούτο ως προς το εάν εφαρμόστηκαν ορθά οι πιο πάνω διατάξεις.

Ειδικότερα, με τις προαναφερθείσες επί της ουσίας παραδοχές της προσβαλλόμενης, δέχθηκε το Εφετείο ότι αν: "προαναφερόμενες δύο τραπεζικές επιταγές και δύο συναλλαγματικές, έκδοσης οι πρώτες και αποδοχής του αναιρεσείοντος οι δεύτερες, συνολικού ποσού 95.000 ευρώ δεν επιστράφηκαν στον αναιρεσείοντα λόγω εξόφλησης της οφειλής τους, αλλά προς διευκόλυνσή του για τις συναλλαγές του με τις τράπεζες και με τη συμφωνία υπογραφής από αυτόν εγγράφου αναγνώρισης της οφειλής του έναντι της αναιρεσίβλητης ενάγουσας, και ότι αφού έλαβε στην κατοχή του τα εν λόγω αξιόγραφα από τον εκπρόσωπο της αναιρεσίβλητης, κατά τη μετάβασή του στα γραφεία της τελευταίας στις 2-3-2005, αρνήθηκε να υπογράψει το έγγραφο αναγνώρισης που είχε ήδη συνταχθεί".

Δεν διευκρινίζεται όμως στην προσβαλλόμενη απόφαση: α) ποιες ήταν οι συναλλαγές του αναιρεσίβλητου με τις Τράπεζες στις οποίες θα διευκολυνόταν με τα επιστραφέντα αξιόγραφα έκδοσης και αποδοχής του ίδιου, και ποιες ήταν οι τράπεζες αυτές, β) για ποιό λόγο, ενώ κατά τη συνάντηση στα γραφεία της αναιρεσίβλητης, είχε συμφωνηθεί σε προγενέστερο χρόνο η υπογραφή εκ μέρους του αναιρεσείοντος έγγραφης αναγνώρισης του χρέους του, το δε έγγραφο ήταν ήδη συντεταγμένο, προηγήθηκε εκ μέρους της αναιρεσίβλητης η επιστροφή των ένδικων αξιογράφων, καίτοι δεν είχε προηγηθεί η υπογραφή εκ μέρους του αναιρεσείοντος της συμφωνημένης αναγνώρισης χρέους, που κατά τη συμφωνία αποτελούσε αναγκαία προϋπόθεση της επιστροφής των αξιογράφων, γ) εάν μετά την επιστροφή των αξιογράφων στον αναιρεσείοντα ζητήθηκε από αυτόν, μετά την άρνηση υπογραφής της πράξης αναγνώρισης, η επιστροφή των αξιογράφων και με ποιές συνθήκες αποχώρησε από το γραφείο της αναιρεσίβλητης ο αναιρεσείων σκοποκομίζοντας τα αξιόγραφα, που δεν είχε εξοφλήσει.

Επομένως, τα όσα ισχυρίζεται, ο αναιρεσείων με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται βάσιμα και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη κατά το αντίστοιχο κεφάλαιό της, που έχει σχέση με την εξόφληση του ποσού των 95.000 ευρώ με την επιστροφή των τεσσάρων αξιογράφων.

ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 335, και 338 έως 341 Κ.Πολ.Δ συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.

Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.

Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο της αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (Ολ, ΑΠ 14/2005 και 2/2008) Με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 περ.

γ' του Κ.Πολ.Δ ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του και δεν εκτίμησε για την απόδειξη αρνητικού ισχυρισμού του αναιρεσείοντος για την κατάρτιση μεταξύ των διαδίκων σύμβασης πώλησης και όχι σύμβασης μεταπρασίας και για την εξόφληση των ένδικων αγωγικών υποχρεώσεων του το έγγραφο της αναιρεσίβλητης που αναφέρεται σε "εκκαθάριση υπολοίπου οφειλής για το έτος 2000" το αποδεικτικό δε αυτό στοιχείο είχε νόμιμα επικαλεσθεί και προσκομίσει με τις προτάσεις της στο Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρεσίβλητη και το επικαλέσθηκε και ο αναιρεσείων.

Από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή βεβαίωση του Εφετείου, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που του είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει νομίμως οι διάδικοι, και από το όλο περιεχόμενο εκείνης της απόφασης, με την οποία απορρίφθηκε ρητά ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος για τη κατάρτιση μεταξύ των διαδίκων σύμβασης πώλησης καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις, και το πιο πάνω έγγραφο (του οποίου το περιεχόμενο, όπως καθορίζεται στο αναιρετήριο αποκρούεται από το Εφετείο με την συνεκτίμηση των λοιπών αποδεικτικών στοιχείων), για να καταλήξει στο απορριπτικό αποδεικτικό του πόρισμα, ο δε σχετικός λόγος αναίρεσης κρίνεται αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Από τη διατύπωση της η διάταξη αυτή αφορά μόνο έγγραφο από όσα προβλέπονται από τα άρθρα 339 και 432 επ του ΚΠολΔ.

Για να δημιουργηθεί ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να έχει γίνει επίκληση του εγγράφου στην κατ' έφεση δίκη, διαφορετικά ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος. Περαιτέρω, ως παραμόρ-φωση του περιεχομένου εγγράφου που ιδρύει τον ίδιο λόγο αναίρεσης, και η οποία πρέπει να είναι προφανής, υπάρχει όταν το Δικαστήριο από εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενο του κάτι το διαφορετικό από το πραγματικό. (Ολ.ΑΠ 1/1999) Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, θα πρέπει το Δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη αποδεικτικού γεγονότος (ΑΠ 442/1993).

Από δε το συνδυασμό της πιο πάνω διάταξης με εκείνη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι δεν περιλαμβάνει ο λόγος αυτός αναίρεσης και την περίπτωση, κατά την οποία, από την αποδεικτική αξιολόγηση του περιεχομένου του εγγράφου, κατέληξε το δικαστήριο με την συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών μέσων σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί δεν είναι εφικτή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του εγγράφου, παρά μόνο με την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που συνεκτιμήθηκαν με αυτό, η οποία δεν υπόκειται σε έλεγχο του Αρείου Πάγου, και ο αναιρετικός λόγος απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 413/1993).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, για να καταλήξει στην κρίση ότι μεταξύ των διαδίκων συνήφθη σύμβαση μεταπρασίας με την έννοια που προαναφέρθηκε στην πρώτη παράγραφο της παρούσας και να απορρίψει τον σχετικό αρνητικό ισχυρισμό του αναιρεσείοντος και τον αντίστοιχο λόγο της έφεσής του, στηρίχθηκε σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή στις ένορκες καταθέσεις των εκατέρωθεν εξετασθέντων μαρτύρων, και σε όλα τα έγγραφα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι με τι έγγραφες προτάσεις τους, μεταξύ των οποίων και τα δελτία αποστολής και τα τιμολόγια της αναιρεσίβλητης και το έγγραφο της τελευταίας που επιγράφεται "εκκαθάριση υπολοίπου οφειλής για το έτος 2003".

Προβάλλει ειδικά δε ως προς τα πιο πάνω αποδεικτικά μέσα ο αναιρεσείων ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενό τους, με το να δεχθεί ότι δεν καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων σύμβαση πώλησης αλλά μεταπρασίας. Υπ' αυτά, όμως τα δεδομένα, και καθ' όσον αφορά τα πιο πάνω φερόμενα ως παραμορφωθέντα έγγραφα ούτε ο αναιρεσείων ισχυρίζεται, ούτε και προκύπτει από το σύνολο αυτών που ιστορεί στην αίτησή του ή και κυρίως από αυτή την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στα παραπάνω έγγραφα για να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμά της, ύστερα από τη συνεκτίμηση και όλων των άλλων στοιχείων, ότι "μεταξύ των διαδίκων καταρτίσθηκε σύμβαση μεταπρασίας και όχι πώλησης, και ότι τα προσκομιζόμενα από τον αναιρεσείοντα τιμολόγια για "πώληση αγαθών" εκδόθηκαν προς το σκοπό νομιμοποίησης της μεταφοράς των εμπορευμάτων και μόνο και όχι προς υποδήλωση της αληθούς βούλησης των συμβαλλόμενων".

Επομένως ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 20 του Κ.Πολ.Δ πρώτος λόγος αναίρεσης, είναι από την αιτία αυτή προεχόντως απορριπτέος ως απαράδεκτος. Κατά τα λοιπά δε, ο ίδιος πιο πάνω λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 20 του αρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ είναι επίσης απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί όπως από το περιεχόμενό του προκύπτει, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι καταρτίσθηκε πράγματι μεταξύ των διαδίκων σύμβαση πώλησης, πλήττοντας πλέον την αντίθετη ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου, που ανάγεται σε πράγματα, και σαν τέτοια, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ).

IV. Μετά τα παραπάνω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο κατά το κεφάλαιό της που απέρριψε τους τρίτο και τέταρτο λόγους της έφεσης του αναιρεσείοντος που αφορούν την ένσταση εξόφλησης με την απόδοση των τεσσάρων αξιογράφων του ποσού των 95.000 ευρώ και το εν συνεχεία απορριπτικό για τους ίδιους λόγους διατακτικό της προσβαλλόμενης και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος και για τις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε (άρθ. 176 και 183 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 195/2008 απόφαση του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, κατά το εις το διατακτικό κεφάλαιό της και τις αντίστοιχες διατάξεις του διατακτικού της.

Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση μόνο κατά το αναιρούμενο μέρος της στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος που ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Μαίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 1 Ιουνίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ