Legislator Case Law & Legislation
1036/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for vague evidence arguments and omitted incidental claim.

Case Number 1036/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision. The appellant argued the lower court erred regarding evidence rules and failed to rule on an incidental tort claim, but the court found these arguments procedurally flawed. The appeal was rejected because the evidence argument lacked specific details required by law, and the incidental claim was not properly challenged during the appeal phase.

Legislator headnote

AI generated

Articles 552, 559, 576, 1005 of the Code of Civil Procedure; An appeal must precisely identify the evidence and the specific error, and incidental claims not challenged in the appeal are not subject to review.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure procedural defect evidence admissibility incidental claim omitted appeal appellate review legal pleading

Cited Legislation

AI generated
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 576 of the Code of Civil Procedure
Article 1005 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Case 354/1999
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1036 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1036/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας:... , η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηρακλή Γεωργίου, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. ...., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, και 2. .... κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Βυρίνη, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23 Ιανουαρίου 1998 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5297/1999 του ιδίου Δικαστηρίου και 3817/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5 Μαΐου 2006 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γεωργέλλης, ανέγνωσε την από 7 Μαρτίου 2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως ο πληρεξούσιος του δεύτερου των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Νόμιμα με την από 20-3-2008 κλήση της αναιρεσείουσας φέρεται σε συζήτηση η από 5-5-2006 αίτηση αναιρέσεως ύστερα από τη ματαίωση της συζήτησης κατά την δικάσιμο που είχε αρχικά ορισθεί.

Όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη με αριθμό .... έκθεση επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθήνας .... με τις κάτω από αυτή με την ίδια ημερομηνία δύο βεβαιώσεις του ίδιου Δικαστικού Επιμελητή, ακριβές αντίγραφο της από 20-3-2008 κλήση με την οποία φέρεται σε συζήτηση η ένδικη αναίρεση με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον πρώτο καθού η κλήση και πρώτο αναιρεσίβλητο.... Στο ίδιο είχε επιδοθεί και αντίγραφο της αναίρεσης όπως τούτο προκύπτει από την με αριθ. ... έκθεση επίδοσης με τις κάτω από αυτή δύο βεβαιώσεις του ίδιου ως άνω δικαστικού επιμελητή. Ο αναιρεσίβλητος αυτός κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου δεν εκπροσωπήθηκε ούτε κατέθεσε δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. Επομένως πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν ο διάδικος αυτός παρών (άρθρ. 576 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).

Επειδή, κατά το άρθρο 1005 §1 ΚΠολΔ: "από τη στιγμή που ο υπερθεματιστής καταβάλει το εκπλειστηρίασμα, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού του δίνει περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης. Με την κατακύρωση, και αφότου μεταγραφεί η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης, ο υπερθεματιστής αποκτά το δικαίωμα που είχε εκείνος κατά τον οποίον έγινε η εκτέλεση".

Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται ρητώς η αρχή ότι ο πλειστηριασμός αποτελεί αιτία παραγώγου τρόπου κτήσεως της κυριότητος και ότι, συνεπώς, ο υπερθεματιστής θεωρείται ειδικός διάδοχος του καθού η εκτέλεση, τον οποίο και διαδέχεται στο δικαίωμα. Ειδικότερα, ο υπερθεματιστής αποκτά το δικαίωμα "δυνάμει συμβάσεως", όπως είναι η εκποίηση με αναγκαστικό πλειστηριασμό, που αποτελεί, όπως προκύπτει από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 1005 §1 ΚΠολΔ., σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 1017§2 ιδίου κώδικος και 199, 513, 1192 και 1198 ΑΚ, ιδιόρρυθμη σύμβαση πωλήσεως, η οποία ενεργεί υπό το κύρος της αρχής και τελειώνεται με την κατακύρωση, δια της οποίας γίνεται δεκτή η τελευταία προσφορά του υπερθεματιστού.

Στην ιδιόρρυθμη αυτή σύμβαση ως πωλητής λογίζεται ο επισπεύδων δανειστής (ΟλΑΠ 117/1984, ΑΠ 242/2000). Εξάλλου, από το άρθρο 1017§2 ΚΠολΔ., με το οποίο αντικαταστάθηκε το υπό της διατάξεως του άρθρου 53 του Εισ.Ν ΚΠολΔ. καταργηθέν άρθρο 521 ΑΚ, στο οποίο ορίζεται ότι "σε πλειστηριασμό πράγματος κινητού ή ακινήτου δεν υπάρχει ευθύνη για πραγματικά ελαττώματα.

Για τα νομικά ελαττώματα υπάρχει ευθύνη μόνο εκείνου που επισπεύδει τον πλειστηριασμό και μόνο αν αυτός γνώριζε κατά το χρόνο του πλειστηριασμού την ύπαρξη του νομικού ελαττώματος..." προκύπτει ότι επί υπάρξεως νομικών ελαττωμάτων, όχι δε και επί πραγματικών ελαττωμάτων, επί του εκπλειστηριασθέντος πράγματος, κατά τον χρόνο του πλειστηριασμού, υφίσταται ευθύνη μόνο του επισπεύδοντος τον πλειστηριασμό, κατ' αποκλεισμό του καθού η εκτέλεση οφειλέτου, και υπό την προϋπόθεση ότι ο επισπεύδων τον πλειστηριασμό, κατά τον ίδιο χρόνο της διενεργείας του, εγνώριζε την ύπαρξη του νομικού ελαττώματος.

Η ευθύνη επομένως εκείνου που επισπεύδει τον πλειστηριασμό έναντι του υπερθεματιστού, ο οποίος λογίζεται ως αγοραστής του πράγματος που εκπλειστηριάσθηκε, περιορίζεται μόνο στην ύπαρξη νομικού ελαττώματος που γνώριζε, ενώ αποκλείεται κάθε άλλη ευθύνη του για πραγματικά ελαττώματα κατά την ρητή διάταξη του άρθρου 1017 §2 εδ.

Α' ΚΠολΔ. Ως προς την έλλειψη συμφωνημένων ιδιοτήτων το άρθρο 1017 ΚΠολΔ δεν περιλαμβάνει ειδική διάταξη, πλην όμως από το λόγο για τον οποίο αποκλείσθηκε η ευθύνη για πραγματικά ελαττώματα στον αναγκαστικό πλειστηριασμό, ήτοι το ασυμβίβαστο της ευθύνης αυτής προς τη φύση και τον τρόπο διενεργείας του πλειστηριασμού στον οποίο, εκείνος που τον επισπεύδει, δεν μπορεί να θεωρηθεί συμβαλλόμενος, αλλά και για την ταυτότητα του νομικού λόγου αποκλείεται η ευθύνη στον αναγκαστικό πλειστηριασμό για έλλειψη συμφωνημένων ιδιοτήτων.

Ο αποκλεισμός της τελευταίας αυτής ευθύνης δικαιολογείται και από το γεγονός ότι η σύνταξη της εκθέσεως κατασχέσεως και του προγράμματος πλειστηριασμού γίνεται από δημόσιο όργανο που ασκεί δημόσια εξουσία σύμφωνα με το νόμο, χωρίς να υποχρεούται να ακολουθεί ή να λαμβάνει υπόψη οδηγίες ή εντολές εκείνου που επισπεύδει την αναγκαστική εκτέλεση.

Ως νομικό δε ελάττωμα, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 1017§2 εδ. β'. ΚΠολΔ. και εκείνης του άρθρου 514ΑΚ, για την ύπαρξη του οποίου ευθύνεται κατά τα ανωτέρω εκείνος που επισπεύδει τον πλειστηριασμό, νοείται οποιοδήποτε δικαίωμα τρίτου στο πράγμα που εκπλειστηριάσθηκε, εφόσον τούτο μπορεί να αντιταχθεί κατά του υπερθεματιστού και διακωλύει την ελεύθερη μεταβίβαση της κυριότητος του πράγματος σ' αυτόν ή την άσκηση των εξουσιών που απορρέουν από την κυριότητα, ανεξάρτητα αν το δικαίωμα αυτό έχει εμπράγματο ή ενοχικό χαρακτήρα (ΟλΑΠ 1688/1983, ΑΠ 872/1973, ΑΠ 884/1974).

Τέτοιο ελάττωμα υφίσταται και όταν ο κύριος του πράγματος που εκπλειστηριάσθηκε ή του τμήματος αυτού δεν είναι εκείνος κατά του οποίου επισπεύδεται ο αναγκαστικός πλειστηριασμός, αλλά τρίτος. Εάν δε το εκπλειστηριασθέν ακίνητο δεν έχει την έκταση που αναφέρεται στην έκθεση της κατασχέσεως και το πρόγραμμα του αναγκαστικού πλειστηριασμού, αλλά με βάση την περιγραφή του είναι μικροτέρας εκτάσεως, τότε δεν υφίσταται νομικό ελάττωμα, ήτοι έλλειψη κυριότητος σε μέρος του εκπλειστηριασθέντος ακινήτου, αλλά έλλειψη συμφωνημένης ιδιότητος, όπως ρητώς θεσπίζεται από ην διάταξη του άρθρου 559 §1 του ΑΚ.

Στην περίπτωση αυτή το ακίνητο που εκπλειστηριάσθηκε και έχει μικρότερη έκταση από τη στην κατασχετήρια έκθεση και το πρόγραμμα του αναγκαστικού πλειστηριασμού, μεταβιβάζεται στον υπερθεματιστή χωρίς νομικό ελάττωμα, αφού αντικείμενο του πλειστηριασμού είναι, στην πραγματικότητα, η μικρότερη αυτή έκταση, η οποία και μεταβιβάζεται κατά κυριότητα στον υπερθεματιστή.

Η επί πλέον έκταση που μνημονεύεται στο πρόγραμμα του πλειστηριασμού είναι ανύπαρκτη, με αποτέλεσμα να μην είναι αντικείμενο του πλειστηριασμού, ώστε να μπορεί να γίνει λόγος για έλλειψη κυριότητος του καθού η εκτέλεση σε τμήμα του εκπλειστηριασθέντος ακινήτου. Συντρεχόντων των προδιαληφθέντων όρων ευθύνης του επισπεύδοντος τον πλειστηριασμό, ο υπερθεματιστής έχει εναντίον του τις εκ των διατάξεων των άρθρων 514 και 516 του ΑΚ προβλεπόμενες αξιώσεις για τον αγοραστή κατά του πωλητού σε περίπτωση υπερημερίας ή υπαίτιας αδυναμίας του προς εκπλήρωση της παροχής.

Πρέπει δε να επικαλεσθεί και, σε περίπτωση αμφισβητήσεως, αποδείξει α) την ύπαρξη του νομικού ελαττώματος επί του εκπλειστηριασθέντος πράγματος κατά τον χρόνο του πλειστηριασμού, υπάρχοντος εξ αντικειμένου, εάν τούτο στερείται φυσικής υποστάσεως, β) την υπό του επισπεύδοντος δανειστού γνώση του νομικού ελαττώματος κατά τον χρόνο του πλειστηριασμού.

Περαιτέρω, κατά την έννοια του εδαφίου 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου έγκειται στην ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή αυτού, η οποία (τελευταία) υπάρχει όταν εφαρμόζεται κανόνας δικαίου, ενώ δεν υφίστανται οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή, αντιστρόφως, όταν δεν εφαρμόζεται κανόνας δικαίου, ενώ υφίστανται οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, και κατά την έννοια του εδαφίου 19 του ιδίου άρθρου, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε, ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς και αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 12-13/95).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, μετ' εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Η εκκαλούσα υπερθεμάτισε σε αναγκαστικό πλειστηριασμό, που έγινε ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Ειρήνης Βούρβαχη και εκδόθηκε υπέρ αυτής η ...

κατακυρωτική έκθεση, όπως η κατακύρωση αποδεικνύεται από την ομολογία των εφεσίβλητων, και τούτο διότι η εκκαλούσα ουδέν απολύτως αποδεικτικό μέσο επικαλείται, ούτε προσκομίζει, σημειωτέον δε ότι ούτε μάρτυρα εξέτασε. Δεν προσκομίζει ούτε την κατακυρωτική έκθεση. Περαιτέρω, το ακίνητο που εκπλειστηριάστηκε βρίσκεται, κατά την αγωγή, στη θέση ...

της κτηματικής περιφέρειας... συνορεύει γύρω-γύρω με ιδιοκτησίες ...και έχει εμβαδόν επτά (7) περίπου στρεμμάτων. Στη θέση, όμως, αυτή ο ..., πατέρας του πρώτου των εφεσίβλητων, που αποβίωσε στις 29-2-1984, φέρεται ότι είχε κτήμα 7 στρεμμάτων. Ο αποβιώσας, στην από... ιδιόγραφη διαθήκη του, που δημοσιεύθηκε με τα υπ' αριθ. 3755/1986 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και κηρύχθηκε κυρία με την 1531/1986 απόφαση αυτού, κατέλιπε το ακίνητο αυτό στον πρώτο εφεσίβλητο, το περιγράφει δε ως κείμενο "στη θέση ...

έκτασης περίπου 7 στρεμμάτων που συνορεύει με κτήμα ...". Ο ανωτέρω εφεσίβλητος αποδέχθηκε την επαχθείσα κληρονομιά με την ...πράξη της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Πριμηκυρίου, που μεταγράφηκε στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου ... στον τόμο ... και αριθμό ... Στην πράξη της αποδοχής το ακίνητο περιγράφεται όπως και στη διαθήκη και επιπλέον ότι βρίσκεται "μέσα στην κτηματική περιφέρεια της Κοινότητας ...".

Με την τελευταία πληρέστερη περιγραφή αναφέρεται το ακίνητο στην 1554/1989 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία παρασχέθηκε η άδεια στον δεύτερο των εφεσίβλητων να εγγράψει προσημείωση υποθήκης για την εξασφάλιση απαιτήσεως του κατά του πρώτου, ποσού 1.200.000 δραχμών, την ύπαρξη της οποίας ο τελευταίος είχε ομολογήσει.

Στην υπ' αριθ. ... έκθεση αναγκαστικής κατασχέσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., δυνάμει της οποία έγινε ο πλειστηριασμός, με επισπεύδοντα τον δεύτερο εφεσίβλητο, η περιγραφή του ακινήτου είναι όμοια με εκείνη που γίνεται στην ανωτέρω πράξη αποδοχής της κληρονομιάς και την προλαβούσα απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αυτό δε το ακίνητο εκπλειστηριάσθηκε.

Με τα δεδομένα, λοιπόν, αυτά το εκπλειστηριασθέν ακίνητο υπάρχει, ως πράγμα, διάφορο δε είναι το ζήτημα αν δεν μπορεί να εντοπισθεί, αδυναμία από την οποία, ως φαίνεται, ανέκυψε η ανησυχία της εκκαλούσας και εντεύθεν η προκείμενη διαφορά. Η ίδια η εκκαλούσα, άλλωστε, εκθέτει στην αγωγή της ότι με την συνδρομή κάποιου ..., προέδρου συνεταιρισμού, προφανώς της περιοχής, και του τοπογράφου μηχανικού ....

της υποδείχθηκε η ακριβής θέση του ακινήτου, το οποίο, όμως, ήταν περίπου 4 στρέμματα, αλλά και αυτό κατεχόταν από τους ... και ..., επιπλέον δε διαχωριζόταν με δρόμο. Αυτοί που φέρονται ως κάτοχοι, ισχυρίζεται η εκκαλούσα, της υπέδειξαν να εκχερσώσουν, για λογαριασμό της, παρακείμενη έκταση, προφανώς σε αντικατάσταση του κατεχόμενου τμήματος, πρόταση που αυτή δεν δέχθηκε.

Ώστε και με τη θέση αυτή της εκκαλούσας προκύπτει ότι το πλειστηριασθέν ακίνητο δεν είναι ανύπαρκτο, όπως αντιφατικά εκθέτει στην αγωγή της. Αλλά αν το ακίνητο που εκπλειστηριάσθηκε είναι μικρότερης έκτασης από εκείνη που αναφέρεται στην έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ή διαχωρίζεται με δρόμο, δεν γεννάται ευθύνη του επισπεύδοντος τον πλειστηριασμό προς αποζημίωση της;

διότι η πρώτη έλλειψη συνιστά έλλειψη ιδιότητας και όχι νομικό ελάττωμα, ενώ η με δρόμο διακοπή της συνέχειας του κτήματος αποτελεί πραγματικό ελάττωμα, για το οποίο, επίσης, δεν υφίσταται ευθύνη του επισπεύδοντος, ευθύνη δε του οφειλέτη-καθού η εκτέλεση δεν υφίσταται ούτε επί υπάρξεως νομικού ελαττώματος, κατά τα αναπτυχθέντα στη μείζονα σκέψη.

Ανεξάρτητα από αυτά, από το ανωτέρω από 20-5-1996 τοπογραφικό διάγραμμα του ..., αγρονόμου-τοπογράφου μηχανικού, που υπάρχει στη δικογραφία, προκύπτει το ακίνητο της εκκαλούσας, ως ευρισκόμενο στη θέση ... του ... διαχωριζόμενο σε δύο τμήματα από τον ασφαλτοστρωμένο δρόμο ..., και εμφαινόμενο υπό τα αλφαβητικά στοιχεία ΑΒΓΘΑ, εμβαδού 5.200,00 τετραγωνικών μέτρων, και ΔΕΖΗΑ, εμβαδού 2.527,00 τετραγωνικών μέτρων, ήτοι συνολικού εμβαδού 7.727,00τμ.".

Ακολούθως το Εφετείο, κατ' επικύρωση της πρωτοδίκου αποφάσεως έκρινε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την ένδικη αγωγή της αναιρεσειούσης με αίτημα, κατά την κύρια αυτής βάση, την επιδίκαση αποζημιώσεως κατά το άρθρο 516 ΑΚ, επειδή το εκπλειστηριασθέν ακίνητο εστερείτο φυσικής υποστάσεως και επομένως ο πρώτος αναιρεσίβλητος, καθού η εκτέλεση, δεν είχε επ' αυτού δικαίωμα κυριότητος.

Έτσι, όπως έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις προδιαλαμβανόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, ούτε στέρησε την απόφαση νομίμου βάσεως λόγω, δήθεν, αντιφατικών και ανεπαρκών αιτιολογιών, αφού εξέθεσε στην απόφασή του, χωρίς αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια το από τις αποδείξεις πόρισμα, στο οποίο οδηγήθηκε και τα πραγματικά γεγονότα που ήσαν αναγκαία για την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, τις οποίες και εφήρμοσε.

Ειδικότερα, με σαφή και πλήρη αιτιολογία εδέχθη την φυσική υπόσταση του εκπλειστηριασθέντος ακινήτου, πραγματικώς ταυτιζομένου προς το στην κατασχετήρια έκθεση και την έκθεση του αναγκαστικού πλειστηριασμού περιγραφομένου, σαφώς οριοθετουμένου και αποτυπωμένου σε τοπογραφικό σχεδιάγραμμα, περιελθόντος στον πρώτο αναιρεσίβλητο δια καθολικής διαδοχής, δυνάμει δημοσίας διαθήκης, αποδοχής της κληρονομίας με συμβολαιογραφική πράξη και μεταγραφής της τελευταίας, απορρίψαν ως αβάσιμο τον περί ανυπαρξίας αγωγικό ισχυρισμό, θεμελιούντα, αποκλειστικώς, την ιστορική βάση της ενδίκου αγωγής.

Το αναφερόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση ότι στο εκπλειστηριασθέν ακίνητο "υπάρχει μεν ως πράγμα και ότι διάφορο είναι το ζήτημα ότι δεν μπορεί να εντοπισθεί, αδυναμία από την οποία, ως φαίνεται, ανέκυψε η ανησυχία της εκκαλούσης και εντεύθεν η προκειμένη διαφορά", δεν εμπεριέχει στοιχείο αντιφατικότητος στις αιτιολογίες της.

Από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, όπως εκτιμάται, εκλαμβανόμενο ως ενιαία λογική ενότητα και όχι αποσπασματικώς, δια της ανωτέρω φραστικής διατυπώσεως υποδηλούται η εκ μέρους της αναιρεσειούσης δυσχέρεια προς εντοπισμό των ακριβών ορίων του εις αυτήν δια του πλειστηριασμού περιελθόντος κατά κυριότητα ακινήτου, και όχι η ανυπαρξία του ακινήτου ως πράγματος, ώστε να ανακύπτει η υπό της αναιρεσειούσης επικαλουμένη αντίφαση με την παραδοχή, κατά τον σχετικό αναιρετικό λόγο, δύο αντιφατικών αιτιολογιών επί του ιδίου πραγματικού ζητήματος.

Τέτοια αντίφαση δεν εμπεριέχει και η αναφορά του Εφετείου στην ύπαρξη επί του εκπλειστηριασθέντος ακινήτου δρόμου που το χωρίζει σε δύο τμήματα, αφού η αναφορά αυτή γίνεται στα πλαίσια της ακριβούς περιγραφής του και της όλης πραγματικής επιχειρηματολογίας του προς στήριξη της ουσιαστικής του κρίσεως περί της φυσικής υποστάσεως του ακινήτου.

Επομένως οι πρώτος, κατά το πρώτο και δεύτερο μέρος, δεύτερος και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ήτοι για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων, είναι αβάσιμοι. Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, κατά το τρίτο μέρος, προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ήτοι για ευθεία παραβίαση των προαναφερθεισών διατάξεων και εκείνης του άρθρου 534 ΑΚ, συνισταμένη στο ότι καίτοι εδέχθη ότι το Ελληνικό Δημόσιο έχει εμπράγματο δικαίωμα κυριότητος επί μέρους της εκπλειστηριασθείσης εκτάσεως, λόγω του επ' αυτής υπάρχοντος δρόμου, που αποτελεί, κατά τον αναιρετικό αυτό λόγο, νομικό ελάττωμα, δεν εφήρμοσε τις ανωτέρω ουσιαστικές διατάξεις.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος, ερειδόμενος επί εσφαλμένης ουσιαστικής προϋποθέσεις, γιατί, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο όπως ελέχθη, έκανε αναφορά στην ύπαρξη του ανωτέρω δρόμου επί του εκπλειστηριασθέντος ακινήτου στα πλαίσια και μόνο της περιγραφής του, χωρίς να ασχοληθεί με την ύπαρξη εμπραγμάτων δικαιωμάτων του Ελληνικού Δημοσίου με βάση της περί κοινοχρήστων πραγμάτων διατάξεις των άρθρων 967 και 968 ΑΚ, με τις οποίες δεν ασχολήθηκε, αφού η ύπαρξη τέτοιων δικαιωμάτων βρίσκεται εκτός των ορίων του αντικειμένου της δια της ενδίκου αγωγής ανοιχθείσης δίκης.

Με τον έκτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ήτοι για εκ πλαγίου παραβίαση των ιδίων ως άνω ουσιαστικών διατάξεων, συνισταμένη στο ότι, καίτοι το Εφετείο εδέχθη ότι "στο επίδικο εμφανίσθηκαν τρίτα πρόσωπα, που ισχυρίσθηκαν ότι βάσει νομίμων τίτλων είναι κύριοι του υποδειχθέντος ακινήτου", δεν εφήρμοσε τις προαναφερόμενες ουσιαστικές διατάξεις.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος, ερειδόμενος επί εσφαλμένης ουσιαστικής προϋποθέσεως. Όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο, διηγηματικώς και στα πλαίσια της πραγματικής επιχειρηματολογίας του περί της υπάρξεως του εκπλειστηριασθέντος ακινήτου, και αντλώντας σχετικό επιχείρημα από το περιεχόμενο της αγωγής έκανε μνεία ότι κάποιοι τρίτοι κατείχαν το επίδικο, χωρίς όμως να ασχοληθεί με την ύπαρξη απ' αυτούς συγκεκριμένων εμπραγμάτων ή ενοχικών δικαιωμάτων πάνω στο επίδικο κατά τον χρόνο του πλειστηριασμού, αφού η ενασχόλησή του με το νομικό τούτο ζήτημα ήταν εκτός του νομικού αντικειμένου της δίκης, μη περιεχομένου σχετικού ισχυρισμού στην ένδικη αγωγή.

Επειδή, ως "πράγματα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 8 του ΚΠολΔ, η λήψη ή μη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον υπό της διατάξεως αυτής προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά η πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 11/96) ή αναφορές των διαδίκων που υπάρχουν στα διαδικαστικά έγγραφα, που το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη προς σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος.

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.10 ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, συνάγεται ότι ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τους αριθμούς 8 και 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο α) προς σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος ότι το ακίνητο που εκπλειστηριάσθηκε κατά τον χρόνο του πλειστηριασμού ήταν υπαρκτό, έλαβε υπόψη ισχυρισμό της αναιρεσειούσης, ως δήθεν διαλαμβανόμενο στην αγωγή της, ενώ δεν υφίσταται τέτοιος ισχυρισμός, β) χωρίς αποδείξεις έκρινε ως αβάσιμη την αγωγή.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως κατά το υπό στοιχείο α' μέρος είναι απαράδεκτος γιατί ο προαναφερόμενος ισχυρισμός όπως μνημονεύεται στο αναιρετήριο, δεν συνιστά "πράγμα" κατά την προαναφερομένη έννοια, κατά δε το υπό στοιχείο β' μέρος είναι αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση μνημονεύονται σ' αυτή όλα τα αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες, έγγραφα) που το Εφετείο έλαβε υπόψη για την συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος.

Επειδή, ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ.12 του ΚΠολΔ, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη αποδείξεως μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που, δεσμευτικά γι' αυτό, καθορίζει ο νόμος και δε στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 ΚΠολΔ), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, που κατά νόμο έχουν ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα άλλα αυτά.

Για να είναι, όμως, ορισμένος και άρα παραδεκτός ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως (αριθ. 12 αρθρ. 559 ΚΠολΔ), πρέπει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566§1 και 577§3 ΚΠολΔ, στην αίτηση αναιρέσεως: α) να προσδιορίζεται επακριβώς το αποδεικτικό μέσο, β) να αναφέρεται η αποδεικτική δύναμη, την οποία το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε στο αποδεικτικό αυτό μέσο, γ) να αναγράφεται ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου προσκομίσθηκε το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο δ) το σχετικό σφάλμα της προσβαλλομένης αποφάσεως (ΑΠ 354/99 Ελλ.Δνη 40.1519).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πράγματι, όμως, από τον αριθμό 12 του ιδίου άρθρου κατ' ορθή υπαγωγή τού στον λόγο αυτό αναφερομένου πραγματικού, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδείξεων.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, στον οποίο δεν αναφέρονται τα προαναφερόμενα στοιχεία, είναι αόριστος. Επειδή, κατά το άρθρο 552 του ΚΠολΔ με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι επί αγωγής που έχει ένα αίτημα στηριζόμενο επί περισσοτέρων βάσεων, εάν δια της εφέσεως και των προσθέτων αυτής λόγων υποβάλλεται παράπονο μόνο ως προς μία των σωρευθεισών βάσεων της αγωγής και επιδιώκεται η μεταρρύθμιση της πρωτοδίκου αποφάσεως που εκδόθηκε επ' αυτής, μόνο ως προς αυτή μεταβιβάζεται η υπόθεση στο Εφετείο, όχι όμως και ως προς εκείνες για τις οποίες οι διατάξεις της εκκληθείσης αποφάσεως δεν προσεβλήθηκαν με την έφεση.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της εφέσεως, η ενάγουσα αναιρεσείουσα με την έφεσή της κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως, δια της οποίας απερρίφθη η αγωγή της στηριζόμενη τόσο στις διατάξεις των άρθρων 1017§2 ΚΠολΔ και 514, 516 ΑΚ (κύρια βάση) όσον και στις περί αδικοπραξίας διατάξεις των άρθρων 914 επ.

ΑΚ (επικουρική βάση), παραπονέθηκε μόνο για την κατ' ουσίαν απόρριψη της κυρίας βάσεως, χωρίς στην έφεση να διαλάβει ειδικό λόγο που να πλήττει την κατ' ουσίαν απόρριψη της αγωγής της και ως προς την επικουρική βάση. Επομένως, η υπόθεση με την άσκηση της εφέσεως δεν μεταβιβάσθηκε στο Εφετείο και ως προς την επικουρική βάση, το οποίο με το να παραλείψει να αποφανθεί και επί του αγωγικού αιτήματος, στηριζομένου στις περί αδικοπραξίας διατάξεις, δεν υπέπεσε στην υπό του άρθρου 559 αριθμό 9 του ΚΠολΔ προβλεπομένη αναιρετική πλημμέλεια με το να αφήσει αίτηση αδίκαστη, γι' αυτό και ο περί του αντιθέτου έβδομος (τελευταίος) λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ όχι όμως και από τους αριθμούς 1 και 19 του ιδίου άρθρου, κατ' ορθή υπαγωγή του στον λόγο αυτό αναφερομένου πραγματικού, είναι αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5 Μαΐου 2006 αίτηση της ... για αναίρεση της υπ' αριθ. 3817/2003 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του δεύτερου αναιρεσιβλήτου ... τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαρτίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Μαΐου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ