Legislator Case Law & Legislation
1036/2008 AI generated

Supreme Court partially allows appeal on debt allocation and bonus claims, dismissing inadmissibility objection.

Case Number 1036/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision. The Court found the lower court erred in allocating the debt repayment and rejected the objection that the appellant's withdrawal constituted acceptance of the judgment. Consequently, the case was remitted for further proceedings on the specific grounds of error.

Legislator headnote

AI generated

Articles 297, 298, 299, 573(1) and 577(1) of the Code of Civil Procedure; Article 423(1) of the Civil Code; Article 559(1)(3) and 559(8) of the Code of Civil Procedure: A withdrawal from a specific ground of appeal does not constitute acceptance of the judgment, and debt allocation must follow the creditor's order unless agreed otherwise.

Keywords

AI generated
admissibility objection withdrawal from appeal debt allocation interest calculation bonus claims remittal for retrial judicial costs

Cited Legislation

AI generated
Articles 297, 298, 299, 573(1) and 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 570(1) of the Code of Civil Procedure
Articles 294, 296 and 297 of the Code of Civil Procedure
Article 423(1) of the Civil Code
Article 559(1)(3) of the Code of Civil Procedure
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1036 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1036/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Μαρτίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: .........., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρος και με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πέτρο Σπεντζόπουλο. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Παναγιώτα Πετσούλα - Βικάτου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 25-11-1996 και 25-5-1997 αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 31/1999 και 162/1999 του ίδιου Δικαστηρίου και 2768/2001 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17-12-2003 αίτησή του, ενώ με την από 27-11-2006 δήλωση παραίτησης, που κατέθεσε στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου, παραιτείται από το δεύτερο μέρος του τέταρτου λόγου αναιρέσεως της ως άνω αιτήσεώς του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αλέξανδρος Νικάκης, διάβασε την από 18-12-2005 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Εμμανουήλ Καλούδη, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο τρίτος, κατά το τρίτο μέρος του και ο τέταρτος και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο αναιρεσείων δήλωσε ότι παραιτείται από το δεύτερο μέρος του τέταρτου λόγου της αιτήσεώς του και τόσο αυτός, όσο και ο πληρεξούσιός του, ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 297,298,299,573 παρ. 1 και 577 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι είναι απαράδεκτη η αίτηση αναιρέσεως εναντίον αποφάσεως την οποία έχει αποδεχθεί ο αναιρεσείων όχι μόνο ρητά, αλλά και σιωπηρά, με πράξεις από τις οποίες συνάγεται η πρόθεση αποδοχής. Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσίβλητη με τις προτάσεις της, που κατέθεσε σύμφωνα με το άρθρο 570 παρ. 1 ΚΠολΔ είκοσι (20) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο, προβάλλει ένσταση απαραδέκτου της αίτησης αναιρέσεως εκ του λόγου ότι ο αναιρεσείων με την από 5-4-2005 δήλωση του ενώπιον του Εφετείου Αθηνών παραιτήθηκε του δικογράφου της αναίρεσης κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως. Η ένσταση αυτή είναι αβάσιμη και πρέπει ν' απορριφθεί, διότι η ανωτέρω παραίτηση δεν αποτελεί πράξη αποδοχής της αποφάσεως.

Από τις διατάξεις των άρθρων 294,296 και 297 ΚΠολΔ του ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ. 1 του ιδίου κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση προκύπτει ότι η παραίτηση ολική ή μερική από το δικόγραφο του ενδίκου μέσου που έχει ασκηθεί όπως είναι και η αναίρεση ( άρθρ 495 παρ. 1 ΚΠολΔ), γίνεται η με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου. Με τις διατάξεις αυτές ορίζονται αποκλειστικώς οι τρόποι με τους οποίους μπορεί να γίνει η παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής η από το δικαίωμα που ασκήθηκε με αυτή ( Ολ.ΑΠ 1187/1981).

Συνεπώς η παραίτηση του αναιρεσείοντος από το δικόγραφο του τετάρτου λόγου της αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος αυτού, με το από 27-6-2006 δικόγραφο, το οποίο κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, χωρίς να προκύπτει η επίδοση του στην αναιρεσίβλητη, είναι ανίσχυρη και δεν συνεπάγεται έννομο αποτέλεσμα.

Επειδή κατά το άρθρο 281 ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται εάν αυτή υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή εκ του κοινωνικού ή οικονομικού σκοπού του δικαιώματος. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα :

Ο αναιρεσείων - ενάγων προσελήφθη από την αναιρεσίβλητη - εναγομένη ως δικηγόρος με σύμβαση έμμισθης εντολής και προσέφερε σ' αυτή τις υπηρεσίες του από 31-10-1969 μέχρι την 9-8-1990, οπότε η αναιρεσίβλητη έπαυσε να τις αποδέχεται. 'Ότι με την 11758/1995 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κρίθηκε τελεσιδίκως ως άκυρη η λύση της συμβάσεως έμμισθης εντολής του αναιρεσείοντος και η αναιρεσίβλητη υποχρεούται να του καταβάλει μισθούς υπερημερίας από 1-1-1992 - 31-12-1996.

Περαιτέρω το Εφετείο δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη, κατά τη διάρκεια της υπερημερίας της, κατέβαλε στον αναιρεσείοντα ως αμοιβή για υποθέσεις που ανέθεσε σ' αυτόν 17.654.700 δρχ και ειδικότερα 13.080.00 δρχ για το χρονικό διάστημα από 1-1-1992 - 31-12-1993 και 4.574.710 δρχ από 1-1-1994 - 31-12-1996 και ότι η αξίωση αυτού για τη καταβολή μισθών υπερημερίας για τις ως άνω χρονικές περιόδους, αντίκειται στην καλή πίστη, διότι ο αναιρεσείων για τις ίδιες αυτές υποθέσεις είχε υποχρέωση από τη σύμβαση της έμμισθης εντολής να υπερασπιστεί την αναιρεσίβλητη, χωρίς ιδιαίτερη αμοιβή.

Ενόψει αυτών το Εφετείο, κατά παραδοχή της ενστάσεως που προέβαλε η αναιρεσίβλητη από τα άρθρα 281 και 288 ΑΚ, έκρινε ότι έχει αποσβεσθεί η αξίωση του αναιρεσείοντος να λάβει τις αποδοχές των ως άνω χρονικών περιόδων, κατά το μέρος που αυτές καλύπτονται με τις εν λόγω καταβολές και απέρριψε τις συνεκδικασθείσες από 25-10-1996 και 23-5-1997 αγωγές κατά το ποσό των 17.654.700 δρχ.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 566 και 118 αριθμ. 4 του ιδίου Κώδικα, για την πληρότητα του λόγου αυτού της αναίρεσης πρέπει το αναιρετήριο να περιέχει ποια ήταν τα πράγματα που παρά το νόμο το δικαστήριο της ουσίας προτάθηκαν παραδεκτά και ποια επίδραση ασκούσαν στην έκβαση της δίκης.

Με το δεύτερο λόγο της αναιρεσέως, κατά το πρώτο μέρος της, αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, που προτάθηκαν με αντένσταση κατά της από το άρθρο 281 ΑΚ ενστάσεως της αναιρεσίβλητης, δηλαδή " τους λόγους που ήταν επιβεβλημένη η ανάθεση σ' αυτόν ως ελεύθερου δικηγόρου από την αναιρεσίβλητη των υποθέσεων της για το χειρισμό των οποίων που κατέβαλε ως αμοιβή τα ποσά των 18.080.000 και 4.574.710 δρχ".

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αόριστος, αφού δεν εξειδικεύονται στο αναιρετήριο οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που προτάθηκαν και ποία επίδραση ασκούσαν στην έκβαση της δίκης. Περαιτέρω ο ίδιος λόγος, κατά το δεύτερο μέρος του, από το άρθρο 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την ομολογία της αναιρεσίβλητης στα δικόγραφα των εφέσεων και των προτάσεών της, ότι κατέβαλε στον αναιρεσείοντα εκούσια και ανεπιφύλακτα, έναντι των αξιώσεων του από μισθούς υπερημερίας το συνολικό ποσό των 47.433.718 δρχ.

είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από την επισκόπηση των ανωτέρω διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι η αναιρεσίβλητη ισχυρίστηκε, ότι κατέβαλε το ποσό των 47.433.718 δρχ στον αναιρεσείοντα όχι εκούσια και ανεπιφύλακτα, αλλά ύστερα από την έκδοση τελεσίδικης αποφάσεως, η οποία αναγνώρισε την ακυρότητα της καταγγελίας της συμβάσεως έμμισθης εντολής, με την πεποίθηση ότι εκείνος θα επιστρέψει το ποσό αυτό, αν γίνει δεκτή η αναίρεση που άσκησε κατά της αποφάσεως του Εφετείου.

Κατά το άρθρο 423 ΑΚ "αν το χρέος αποτελείται από κεφάλαιο, τόκους και έξοδα η παροχή καταλογίζεται πρώτα στα έξοδα, έπειτα στους τόκους και τελευταία στο κεφάλαιο. Ο δανειστής μπορεί να αρνηθεί την αποδοχή της παροχής αν ο οφειλέτης όρισε αλλιώς τον καταλογισμό". Από τις διατάξεις αυτές, οι οποίες θεσπίσθηκαν κατά την αντίληψη του συναλλακτικού βίου και των συναλλακτικών ηθών και είναι ενδοτικού δικαίου, προκύπτει α) μπορούν οι συμβαλλόμενοι να συμφωνήσουν διαφορετικό καταλογισμό και β) αν δεν υπάρξει τέτοια σύμβαση μόνον αν ο οφειλέτης ορίσει άλλη σειρά διαφορετική από την οριζόμενη στην παρ. 1, του άρθρου αυτού και ο δανειστής έλαβε και κράτησε την παροχή, όπως, όρισε τον καταλογισμό της ο οφειλέτης, είναι υποχρεωμένος ο δανειστής να την καταλογίσει σύμφωνα με τη θέληση του οφειλέτη.

Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν υπάρξει συμφωνία και ο οφειλέτης καταβάλει χωρίς να ορίσει σειρά διαφορετική από την οριζόμενη στην παρ. 1, θα ισχύει η τελευταία. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ότι οι αξιώσεις του αναιρεσείοντος από αποδοχές υπερημερίας του έτους 1992, μαζί με τους τόκους, ανέρχονταν σε 13.691.703 δρχ. 'Εναντι του χρέους αυτού η αναιρεσίβλητη κατέβαλε στον αναιρεσείοντα στις 20-5-1997 , 15.000.000 δρχ, τις οποίες κατελόγισε α) 13.691.703 δρχ στο κεφάλαιο και στους τόκους των αξιώσεων του αναιρεσείοντος του έτους 1992, β) 1,038.297 δρχ στους τόκους των αξιώσεων του έτους 1993, από τους οποίους απέμεινε υπόλοιπο 340.168 δρχ.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο παραβίασε την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 423 ΑΚ, κατά το βάσιμο από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ τρίτο λόγο της αναιρέσεως, κατά το τρίτο μέρος του. Διότι, εφόσον η αναιρεσίβλητη δεν επικαλέστηκε συμφωνία διαφορετικού καταλογισμού ή ορισμό απ' αυτή άλλης σειράς, διαφορετικής από την οριζόμενη στο άρθρο 423 παρ. 1 ΑΚ και λήψη της παροχής από τον αναιρεσείοντα, σύμφωνα με την ορισθείσα από τον οφειλέτη σειρά, έπρεπε να γίνει ο καταλογισμός κατά τη σειρά που ορίζει το άρθρο 423 ΑΚ και αφαιρεθεί το ποσό των 15.000.000 δρχ πρώτα από τους τόκους επί του κεφαλαίου των μισθών υπερημερίας του έτους 1992.

Ο λόγος αναιρέσεως του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος. Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση του δικογράφου της από 25-5-1997 αγωγής του αναιρεσείοντος προκύπτει ότι αυτός ζήτησε, όπως υπολογισθούν στις τακτικές του αποδοχές τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, αδείας και το επίδομα ισολογισμού. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε το αίτημα αυτό της αγωγής, υπολαμβάνοντας εσφαλμένα ότι δεν περιλαμβάνονταν στο σχετικό της κεφάλαιο. Με την κρίση του αυτή υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, κατά το βάσιμο τέταρτο λόγο της αναιρέσεως. Επομένως πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, προς περαιτέρω συζήτηση στο ίδιο Εφετείο με άλλη σύνθεση ( άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Καταργεί τη δίκη ως προς τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως κατά το δεύτερο μέρος του.

Αναιρεί εν μέρει την 2768/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό μέρη της.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά τα αναιρούμενα μέρη της, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο με άλλη σύνθεση. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείβλητη σε μέρος της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσείοντος, την οποία καθορίζει σε επτακόσια (700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2-4-2008.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Μαΐου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ