1036/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Απριλίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1036/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η απόφαση του δικαστηρίου αναιρείται α) για ανεπαρκείς αιτιολογίες, όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν επαρκώς τα πραγματικά περιστατικά, που είναι αναγκαία για την εφαρμογή της διάταξης του ουσιαστικού δικαίου, την οποία το δικαστήριο εφάρμοσε, όχι δε και όταν οι αποδιδόμενες ελλείψεις ανάγονται στην ανάλυση ή στάθμιση των αποδείξεων ή την αιτιολόγηση του σαφούς αποδεικτικού πορίσματος (Ολομ.
Full text
Απόφαση 1036 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1036/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Χαράλαμπο Παπαηλιού, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Απριλίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "...... ΟΕ", που εδρεύει στα ...... και τελεί υπό εκκαθάριση και εκπροσωπείται νόμιμα από τους δικαστικούς εκκαθαριστές α)....... και β)........ Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Κωνσταντινίδη.
Του αναιρεσιβλήτου: Φ1, ατομικά και ως ομόρρυθμο μέλος της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "....... ΟΕ", που εδρεύει στα ......., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Αγγελόπουλο, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-4-1995 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Γιαννιτσών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 29/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 1949/2005 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17 Οκτωβρίου 2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Διονύσιος Γιαννακόπουλος ανέγνωσε την από 30 Μαρτίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 περ. α΄ του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (Ολ. ΑΠ 36/1988). Εξάλλου, από τη διάταξη του αυτού άρθρου 559 αρ. 19 του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι, λογικώς, η έλλειψη νόμιμης βάσης σημαίνει την αδυναμία αναιρετικού ελέγχου της δικανικής κρίσης ως προς την εφαρμογή διάταξης ουσιαστικού νόμου, ιδίως λόγω έλλειψης ή ανεπάρκειας ή αντιφατικότητας αιτιολογιών (ως τοιούτων νοουμένων μόνο των ουσιαστικών παραδοχών του δικαστηρίου της ουσίας για ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η απόφαση του δικαστηρίου αναιρείται α) για ανεπαρκείς αιτιολογίες, όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν επαρκώς τα πραγματικά περιστατικά, που είναι αναγκαία για την εφαρμογή της διάταξης του ουσιαστικού δικαίου, την οποία το δικαστήριο εφάρμοσε, όχι δε και όταν οι αποδιδόμενες ελλείψεις ανάγονται στην ανάλυση ή στάθμιση των αποδείξεων ή την αιτιολόγηση του σαφούς αποδεικτικού πορίσματος (Ολομ.
Α.Π. 24/1992), β) για έλλειψη αιτιολογιών, όταν η ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν περιέχει καθόλου πραγματικά περιστατικά, που δικαιολογούν τη παραδοχή ή την απόρριψη της αγωγής ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτώντας, βάσει του πραγματικού κανόνα δικαίου, για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειες και γ) για αντιφατικές αιτιολογίες, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν το αιτιολογικό της αποφάσεως, αλληλοσυγκρούονται και αντιτίθενται μεταξύ τους (ολομ. 1/1999).
Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 765, 777, 781, 782 Α.Κ, οι οποίες εφαρμόζονται και επί της, κατά το άρθρο 22 ΕμπΝ, ομόρρυθμης εταιρίας, κατά το άρθρο 18 αυτού, προκύπτει, ότι μετά τη λύση της ακολουθεί η εκκαθάριση, η οποία σκοπό έχει την ενέργεια των πράξεων εκείνων που είναι αναγκαίες για να επιτευχθεί ο προσδιορισμός του ενεργητικού της εταιρικής περιουσίας, ώστε να προπαρασκευαστεί η διανομή του μεταξύ των εταίρων είτε εξωδίκως, είτε με την έγερση της περί διανομής αγωγής, ειδικότερα δε ο σκοπός της εκκαθαρίσεως έγκειται στη ρευστοποίηση του ενεργητικού, τη διαπίστωση και εξόφληση των χρεών της εταιρίας και στην συνέχεια στην απόδοση των εισφορών και τη διανομή του τυχόν υπολοίπου μεταξύ των εταίρων.
Κατά τη διάρκεια του σταδίου της εκκαθαρίσεως η ομόρρυθμη εταιρία λογίζεται υφισταμένη για τις ανάγκες της εκκαθαρίσεως, για την ενάσκηση δε των εν γένει αξιώσεών της, όπως π.χ. από αδικοπραξία, νομιμοποιείται μόνο η ίδια και όχι οι εταίροι της. Αυτοί μόνον μετά το πέρας της εκκαθαρίσεως μπορούν να ασκήσουν τις αξιώσεις τους κατά της εταιρίας ή κατά των συνεταίρων τους, από την εταιρική σχέση, μεταξύ δε αυτών περιλαμβάνονται α] η αξίωση καταβολής μεριδίου από τα πραγματοποιηθέντα κέρδη της εταιρίας κατά την διάρκεια της λειτουργίας της β] η αξίωση από καταβολές που έκαναν με δικά τους χρήματα για λογαριασμό της εταιρίας ή για την εξόφληση χρεών αυτής.
Τούτο δε επειδή οι παραπάνω αξιώσεις των εταίρων, πριν από το πέρας της εκκαθάρισης, πρέπει να αποτελέσουν κονδύλια του λογαριασμού της, από τα αποτελέσματα δε αυτής θα κριθεί, αν και ποιο ποσό δικαιούται να λάβει ο κάθε εταίρος, πράγμα που είναι αβέβαιο και άγνωστο όσο διαρκεί η εκκαθάριση. Εξ άλλου, το στάδιο της εκκαθάρισης ομόρρυθμης εταιρίας δεν παύει πριν εξοφληθούν όλες οι υποχρεώσεις αυτής και, εάν μετά τη λήξη των εργασιών της εκκαθάρισης, διαπιστωθεί η ύπαρξη εταιρικής απαίτησης ή εταιρικού χρέους, τότε επαναλαμβάνονται οι εργασίες εκκαθάρισης και συνεχίζεται η εκπροσώπηση της εταιρίας από τον εκκαθαριστή.
Τέλος, κύριος των κερδών που πραγματοποιούνται κατά τη διάρκεια της λειτουργίας της εταιρίας, είναι το νομικό πρόσωπο αυτής και, επομένως, μόνο κατ' αυτού νομιμοποιείται παθητικά να στραφεί ο εταίρος για την καταβολή των κερδών που του αναλογούν. Επίσης, το νομικό πρόσωπο της εταιρίας νομιμοποιείται παθητικά για την απόδοση των χρηματικών εισφορών προς τους εταίρους, καθόσον από τις παραπάνω διατάξεις, και ιδίως από εκείνη του άρθρου 780 εδ.
α' του ΑΚ, συνάγεται, ότι, κατά την εκκαθάριση, πρώτα εξοφλούνται τα κοινά χρέη των εταίρων απέναντι σε τρίτους, καθώς και όσα υπάρχουν μεταξύ των εταίρων και κατόπιν επιστρέφονται οι εισφορές προς αυτούς. Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα ομόρρυθμη εταιρία, που εκπροσωπείται από τους εκκαθαριστές αυτής, με την από 11-4-1995 αγωγή της, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη, καθώς και η προηγηθείσα αυτής με αριθμό 48/1996 προδικαστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, είχε ισχυρισθεί, ότι μεταξύ του Ψ1 και του αναιρεσίβλητου Φ1, είχε συσταθεί το έτος 1975, με ιδιωτικό συμφωνητικό που δημοσιεύθηκε νόμιμα στα βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου Εδέσσης, ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "........
Ο.Ε.", με έδρα την πόλη των Γιαννιτσών και αντικείμενο της εμπορικής της δραστηριότητας, την εισαγωγή από την αλλοδαπή και την εμπορία μεταχειρισμένων αυτοκινήτων, με αρχικό κεφάλαιο 30.000 δρχ και με αναλογία συμμετοχής σ' αυτό, αλλά και στις κερδοζημίες, σε ποσοστό 2/3 ο Ψ1 και 1/3 ο εναγόμενος. Ότι η εταιρία αυτή λύθηκε την 1/10/1981 με καταγγελία εκ μέρους του Ψ1 και έκτοτε τέθηκε υπό εκκαθάριση, οι εργασίες της οποίας έχουν ήδη περατωθεί με την κατάθεση, στη γραμματεία του Πρωτοδικείου Γιαννιτσών, του από 31-1-1991 πρακτικού εκκαθάρισης.
Ότι, σύμφωνα με αυτό, το σύνολο της καταβληθείσας, τμηματικά, χρηματικής εισφοράς, εκ μέρους του Ψ1, σε εκπλήρωση εταιρικής υποχρεώσεώς του, ανήλθε στο συνολικό ποσό του 1.570.000 δρχ. και ότι η αναιρεσείουσα εταιρία, κατά το χρονικό διάστημα της λειτουργίας της, ήτοι μέχρι την 1-10-1981, που αυτή λύθηκε με καταγγελία εκ μέρους του Ψ1, είχε πωλήσει σε τρίτους, πελάτες αυτής, τα λεπτομερώς αναφερόμενα στην αγωγή, 71 αυτοκίνητα διαφόρων εργοστασίων κατασκευής, αποκομίζοντας καθαρό κέρδος, που ανήλθε συνολικά στο ποσό των 4.250.000 δρχ, και το οποίο καρπώθηκε αποκλειστικά ο αναιρεσίβλητος ως διαχειριστής της εταιρίας, που πραγματοποίησε τις εν λόγω πωλήσεις.
Ισχυρίστηκε, επίσης, ότι τα πωληθέντα πιο πάνω αυτοκίνητα, είχαν αγορασθεί από την τότε Δυτ. Γερμανία, όπου διέμενε ο Ψ1, έναντι συνολικού τιμήματος 484.852,58 ΓΜ, που καλύφθηκε κατά ένα μέρος του, ήτοι κατά το ποσό των 214.239,2 ΓΜ από τον προδιαληφθέντα εταίρο (οποίος κατέβαλε επί πλέον και το ποσό των 5.352 ΓΜ για έξοδα τραπεζών και μεταβίβασης) και κατά το υπόλοιπο από τον αναιρεσίβλητο με βάση τα εκδοθέντα προτιμολόγια, καθώς και ότι ο ίδιος κατέβαλε εξ ιδίων το συνολικό ποσό των 33.789 ΓΜ, για να καλύψει τις δαπάνες μεταφοράς τους, για την αγορά ανταλλακτικών κλπ, όπως αναλυτικά αναφέρονται στην αγωγή.
Ενόψει αυτών, είχε ζητήσει με αυτήν να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει α) το ποσό των 2.833.050 δρχ., που αντιστοιχεί στα 2/3 των κερδών ,που αποκόμισε ο εναγόμενος από τις πωλήσεις των παραπάνω αυτοκινήτων [4.250.000 Χ 2/3], β) μετά νόμιμο περιορισμό, το ποσό του 1.350.000 δρχ., που αποτελεί το σύνολο της καταβληθείσας από αυτόν εισφοράς προς την εταιρία, ήτοι συνολικά το ποσό των 4.183.050 δρχ, από τις δύο πιο πάνω αιτίες και γ) το ισάξιο σε δραχμές κατά το χρόνο πληρωμής του ποσού των 238.501 ΓΜ, με το νόμιμο τόκο, για όλα τα παραπάνω ποσά, από 1/10/1981, όταν οχλήθηκε το πρώτος ο εναγόμενος, άλλως από της επιδόσεως [4-2-83], της προηγηθείσας αγωγής του Ψ1, άλλως από της επιδόσεως της ένδικης αγωγής.
Είχε ζητήσει, επίσης, να απαγγελθεί κατά του εναγόμενου και προσωπική κράτηση διαρκείας 12 μηνών. Ενόψει ανωτέρω, το Εφετείο δέχθηκε, ότι η ένδικη αγωγή ήταν απορριπτέα για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποιήσεως της ενάγουσας, αλλά και για έλλειψη παθητικής νομιμοποιήσεως του εναγομένου. Και τούτο, διότι δικαιούχος των αγωγικών αξιώσεων είναι μόνον ο εταίρος, Ψ1 και όχι το νομικό πρόσωπο της εταιρίας, με βάση το επικαλούμενο αποτέλεσμα της διενεργηθείσας και περατωθείσας εκκαθαρίσεως, ο οποίος, συνεπώς, νομιμοποιείται ενεργητικά να τις ασκήσει κατά του νομικού προσώπου της εταιρίας, που, ως υπόχρεος πληρωμής αυτών προς τον ανωτέρω δικαιούχο, νομιμοποιείται παθητικά.
Με τη κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 765, 777, 781, 782 Α. Κ. και 18 και 22 του ΕμπΝ και διέλαβε στη προσβαλλόμενη απόφασή του αιτιολογίες, που είναι σαφείς, επαρκείς και όχι αντιφατικές για ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο.
Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος συναφείς λόγοι αναιρέσεως από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Εν συνεχεία, πρέπει να απορριφθεί, ως αόριστος, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, υπό την αιτίαση παραβάσεως των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία των ανωτέρω ουσιαστικών διατάξεων, αφού δεν εκτίθενται ποία είναι τα φερόμενα ως παραβιασθέντα διδάγματα της κοινής πείρας.
Τέλος, απορριπτέος ως απαράδεκτος είναι και ο τέταρτος (και τελευταίος) λόγος αναιρέσεως με αιτίαση εκ του αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τον οποίον το Εφετείο παραμόρφωσε το από 31.1.1991 πρακτικό εκκαθάρισης της προαναφερθείσας Ο.Ε. των εκεί αναφερομένων εκκαθαριστών. Και τούτο, διότι δεν εκτίθενται στο αναιρετήριο, πέραν μιας αποσπασματικής αναφοράς, το περιεχόμενο του φερομένου ως παραμορφωθέντος εγγράφου.
Ενόψει όλων αυτών, πρέπει και η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί στο σύνολό της.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -
Απορρίπτει την από 17.10.2005 αίτηση της ομόρρυθμης εταιρείας, με την επωνυμία "...... Ο.Ε." για αναίρεση τής 1949/2005 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου την οποία καθορίζει σε εξακόσια πενήντα (650) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Μαΐου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Μαΐου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ