Appeal dismissed because it targets a co-defendant rather than the winning defendant regarding the plaintiff's claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by X1 against the second defendant, KATOIKIA A.E., ruling that the appeal was inadmissible. The court held that an appeal must be directed against the winning defendant, not a co-defendant, as there was no legal interest in challenging a decision that did not adversely affect the appellant. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the legal costs of both defendants.
Legislator headnote
AI generatedArticles 69, 574, and 576 of the Code of Civil Procedure; An appeal must be filed against the winning defendant, not a co-defendant, as an appeal against a co-defendant is inadmissible due to lack of legal interest when the decision does not contain provisions adverse to the appellant.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1036 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1036/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1΄ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη και Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Κουτσολάμπρο.
Των αναιρεσίβλητων: 1) Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία «ΤΕΧΝΙΚΟ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (Τ.Ε.Ε.)», που εδρεύει στην Αθήνα, ως υποκατάστατου του Αρχιτέκτονος Μηχανικού Ψ1, που εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη Ματσούκα, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις. 2) Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «ΚΑΤΟΙΚΙΑ Α.Ε.», που εδρεύει στον Άλιμο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λουκά Αποστολίδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2 Δεκεμβρίου 1999 αγωγή του ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 298/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 1507/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17 Σεπτεμβρίου 2003 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Δαβίλλας, διάβασε την από 20-12-2004 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του τρίτου και την απόρριψη των λοιπών λόγων της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 69, 574 και 576 Κ.Πολ.Δ., συνάγεται ότι η αίτηση αναιρέσεως απευθύνεται κατά του νικητή αντιδίκου του αναιρεσείοντος, όχι δε και κατά του ομοδίκου του αναιρεσείοντος, ως προς τον οποίο είναι απαράδεκτη για έλλειψη εννόμου συμφέροντος, εφόσον η απόφαση δεν περιέλαβε διάταξη υπέρ αυτού που βλάπτει τον αναιρεσείοντα (Ολ. ΑΠ 15/1996). Στην προκειμένη περίπτωση το πρώτο των αναιρεσιβλήτων (ΤΕΕ), ως υποκατάστατο του αρχιτέκτονα μηχανικού Ψ1, άσκησε κατά της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων και του αναιρεσείοντος την ένδικη αγωγή, την οποία το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, μετ' εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης που έκρινε αντίθετα, δέχθηκε στην ουσία και υποχρέωσε τους εναγομένους, εις ολόκληρο έκαστο, να καταβάλουν εις το ενάγον 5.683,58 ευρώ. Επομένως, η αναίρεση, καθόσον στρέφεται κατά της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «ΚΑΤΟΙΚΙΑ Α.Ε.», που δεν είναι νικήσας διάδικος αλλά ομόδικος του αναιρεσείοντος ως προς την οποία η προσβαλλομένη απόφαση δεν διέλαβε διάταξη υπέρ αυτής έναντι του ομοδίκου της αναιρεσείοντος, αλλά και οι δύο υποχρεώθηκαν να καταβάλουν στο ενάγον, με την ιδιότητα που παρίσταται, το οφειλόμενο ποσό αμοιβής, πρέπει, σύμφωνα με τα παραπάνω, να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
2. Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στις αιτιολογίες της που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε.
Αντιθέτως η απόφαση δεν στερείται από νόμιμη βάση όταν οι ανωτέρω ελλείψεις αφορούν στα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου ή ανάγονται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρ. 561 παρ. 1Κ.Πολ.Δ.) και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς.
Στην προκειμένη υπόθεση το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε και τα εξής: Η πρώτη των εναγομένων «ΚΑΤΟΙΚΙΑ Α.Ε.», προκειμένου να ανεγείρει διώροφη οικοδομή με υπόγειο, σε οικόπεδο ιδιοκτησίας της, επί της οδού ..... ανέθεσε, προφορικά, δια του εκπροσώπου της ...., στον Ψ1, πολιτικό μηχανικό, υποκαθιστάμενο από το, ενάγον και ήδη α΄ αναιρεσίβλητο, ΤΕΕ την εκπόνηση στατικής μελέτης της πιο πάνω οικοδομής, επί αρχιτεκτονικής μελέτης του αρχιτέκτονα μηχανικού .....
Ο τελευταίος εξεπόνησε την ανατεθείσα σ' αυτόν μελέτη την οποία παρέδωσε στον ανωτέρω νόμιμο εκπρόσωπο της α΄ εναγομένης τον Φεβρουάριο 1996 και εκδόθηκε η ..... οικοδομική άδεια της Πολεοδομίας ...... Τον Ιούνιο 1997 ο ίδιος ως άνω εκπρόσωπός της ανέθεσε, και πάλι προφορικά, στον υποκαθιστάμενο μηχανικό Ψ1 την ανασύνταξη της στατικής μελέτης για να προβλεφθεί στην εν λόγω οικοδομή κατασκευή δευτέρου υπογείου, πισίνας στο υπόγειο και μετατόπιση ή αφαίρεση ορισμένων κατακόρυφων φερόντων στοιχείων.
Πράγματι η μελέτη εκπονήθηκε από τον μηχανικό, παραδόθηκε στις 12—6-1997 στον νόμιμο εκπρόσωπο αυτής .... και εκδόθηκε η .... αναθεωρητική άδεια, καταβλήθηκε δε, για τις παραπάνω μελέτες, η νόμιμη αμοιβή του. Κατά Οκτώβριο 1997, ο ίδιος νόμιμος εκπρόσωπος της Α.Ε., ανέθεσε στον β΄ εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα Χ1, αρχιτέκτονα μηχανικό, την ανασύνταξη της αρχικής αρχιτεκτονικής μελέτης και, παράλληλα, του ανέθεσε καθήκοντα γενικού μελετητή, υπεγράφη δε προς τούτο το από 20-10-1997 «ιδιωτικό συμφωνητικό – εργολαβικό».
Αυτός (αναιρεσείων) εκπόνησε νέα αρχιτεκτονική μελέτη και τον Ιανουάριο του 1998, ενεργώντας ατομικά και κατόπιν συνεννοήσεως με το νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρίας «ΚΑΤΟΙΚΙΑ Α.Ε.», ανέθεσε, προφορικά, στον υποκαθιστάμενο μηχανικό Ψ1, τη σύνταξη νέας στατικής μελέτης, επί της νέας αρχιτεκτονικής που είχε εκπονήσει ο ίδιος (αναιρεσείων) και είχε εγκρίνει ο νόμιμος εκπρόσωπος της Α.Ε..
Ο Ψ1 εκπόνησε τη στατική μελέτη και την παρέδωσε στις 26 Ιανουαρίου 1998 στον αναιρεσείοντα, προκειμένου να υποβληθεί αρμοδίως για την έκδοση δεύτερης αναθεώρησης της οικοδομικής αδείας. Το Μάιο του 1998, ο νόμιμος εκπρόσωπος της Α.Ε., γνωστοποίησε στους μηχανικούς, ότι δεν είναι δυνατή η αναθεώρηση της οικοδομικής αδείας, επειδή δεν ήταν συμβατή με τις προδιαγραφές της Πολιτικής Αεροπορίας, διότι το υπό ανέγερση ακίνητο ήταν πλησίον του αεροδρομίου και το ύψος των οικοδομών είναι περιορισμένο.
Συγκεκριμένα έπρεπε να καταργηθεί τμήμα του πρώτου ορόφου της οικοδομής. Κατόπιν τούτου δόθηκε, από το νόμιμο εκπρόσωπο της Α.Ε., εντολή ανασυντάξεως της αρχιτεκτονικής και της στατικής μελέτης, τη σύνταξη δε της τελευταίας ανέλαβε, κατόπιν συμφωνίας, ο υποκαθιστάμενος μηχανικός Ψ1. Πράγματι ο τελευταίος συνέταξε τη στατική μελέτη, την παρέδωσε εντός εβδομάδος και έτσι εκδόθηκε η ....
αναθεωρημένη άδεια. Περαιτέρω δέχθηκε το Εφετείο ότι η εντολή την οποία έλαβε ο αναιρεσείων, επί τη βάσει του προαναφερθέντος (ιδιωτικού) συμφωνητικού περιελάμβανε την ανασύνταξη της αρχιτεκτονικής μελέτης εξωτερικού και εσωτερικού χώρου, κατά τα ειδικώς αναφερόμενα στην απόφαση, ως περιγραφόμενα στο συμφωνητικό αυτό, επί μέρους έργα, και ότι παρόλο που τούτο (συμφωνητικό) επιγράφεται και ως «εργολαβικό» δεν προκύπτει ότι ο αναιρεσείων ανέλαβε ως εργολάβος και την ανέγερση της οικοδομής, σύμφωνα με τις περί εργολαβίας διατάξεις του Α.Κ., και επομένως η ευθύνη για τυχόν οικονομικές διαφορές, τρίτων, που εμπλέκονται στη διαδικασία της ανεγέρσεως της οικοδομής, βαρύνει τόσο τον κύριο του ακινήτου (οικοπεδούχο), όσο και τον αναλαβόντα, βάσει του ιδιωτικού συμφωνητικού, μηχανικό, τα εις αυτό περιγραφόμενα έργα, εφόσον βεβαίως ο τελευταίος προσέλαβε τον δια λογαριασμό του εργασθέντα (Ψ1).
Πιο συγκεκριμένα δε, όπως από τα προεκτεθέντα προκύπτει, ο αναιρεσείων ανέλαβε την εργασία κατόπιν εντολής της εταιρίας «ΚΑΤΟΙΚΙΑ Α.Ε. » με σύμβαση έργου, με συγκεκριμένες εντολές, οι οποίες αναφέρονται ειδικά στο εν λόγω ιδιωτικό συμφωνητικό. Επίσης, πέραν πάσης αμφιβολίας, αποδεικνύεται – συνεχίζει το Εφετείο – ότι ο υποκαθιστάμενος μηχανικός Ψ1 έλαβε εντολή να εκπονήσει τις εν λόγω μελέτες από τον αναιρεσείοντα, με συμφωνία όμως του νομίμου εκπροσώπου της «ΚΑΤΟΙΚΙΑ Α.Ε.».
Σε σχετική δε ερώτηση του Ψ1 περί του ποίος θα πληρώσει την αμοιβή του, ο αναιρεσείων τον διαβεβαίωσε ότι αναλαμβάνει την ευθύνη αλληλεγγύως με το νόμιμο εκπρόσωπο της Α.Ε.. Και τούτο είναι αληθές, δεδομένου ότι η εταιρία αυτή (Α.Ε.) είχε σχέση με την πρώτη εργασία του Ψ1, ο οποίος έτσι πείστηκε να προχωρήσει στη σύνταξη και άλλης μελέτης, αφού οι εντεύθεν απαιτήσεις του ήσαν ασφαλισμένες από δύο εμπλεκόμενα μέρη.
Βάσει αυτών των παραδοχών, το Εφετείο έκρινε ότι για την καταβολή της αμοιβής του Ψ1, ανερχόμενης, για δύο μελέτες που συνέταξε και τις παρέδωσε στις 26-1-1998 και 16-5-1998 αντιστοίχως, συνολικά στο ποσό των 1.936.680 δραχμών ή 5.683,80 ευρώ, είναι εις ολόκληρο υπόχρεοι αμφότεροι οι εναγόμενοι. Μετά παραδοχή δε των αντιθέτων εφέσεων, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που έκρινε διαφορετικά, δέχθηκε στην ουσία την αγωγή.
Έτσι κρίνοντας το Εφετείο, δεν παραβίασε εκ πλαγίου (με αιτιολογίες ασαφείς και αντιφατικές) τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 681 επ. , 694, 481 Α.Κ., 2 του Π.Δ. 48/1994, Π.Δ. 694 /1974, όπως αντικαταστάθηκε με το Π.Δ. 515/1989, 1 επ. , 8, 12 παρ. 1 και 2α, 28, 29, 32 Ν. 1642/1986 και 1 Ν. 1676/1986, που υπό τις παραπάνω παραδοχές εφαρμόζονται στη συγκεκριμένη υπόθεση.
Διέλαβε δε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες στο ουσιώδες ζήτημα ότι ο αναιρεσείων έδωσε εντολή στον υποκαθιστάμενο μηχανικό Ψ1 να εκπονήσει τις ως άνω μελέτες – τις οποίες με το ως άνω από 20-10-1997 συμφωνητικό είχε αναλάβει ο ίδιος προσωπικά - με την διαβεβαίωση ότι αναλαμβάνει την ευθύνη, αλληλεγγύως με το νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρίας «ΚΑΤΟΙΚΙΑ Α.Ε.», να καταβάλει, ως εντολέας του, την αμοιβή του, και έτσι καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής των ως άνω διατάξεων.
Επομένως, ο σχετικός, αντίθετος, τρίτος λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος. 3. Επειδή, πλημμέλεια, που δημιουργεί το λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δ., αποτελεί η μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων των οποίων έγινε επίκληση και προσαγωγή. Τέτοια αποδεικτικά μέσα νοούνται εκείνα των οποίων έγινε επίκληση για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμού που προτάθηκε νόμιμα και ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Αυτά τα οποία αποτελούν στοιχεία του λόγου της αναιρέσεως πρέπει να εκτίθενται στο αναιρετήριο κατά τρόπο σαφή και ορισμένο.
Εν προκειμένω, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη επικληθέν και προσαχθέν αποδεικτικό μέσο, ήτοι την υπ' αριθμ. 302/2000 απόφαση του Πειθαρχικού Συμβουλίου του ΤΕΕ, με την οποία ο αναιρεσείων απαλλάχθηκε αμετακλήτως από την κατηγορία της μη καταβολής της αμοιβής στον υποκαθιστάμενο υπ' αυτού (ΤΕΕ) μηχανικό Ψ1, που έχει ιδιαίτερη σημασία και συνιστά εξώδικη ομολογία του ΤΕΕ, αφού έγινε από αρμόδιο όργανο αυτού, ως ενάγοντος – αναιρεσίβλητου, ότι δεν οφείλει (ο αναιρεσείων) κανένα ποσό στον Ψ1, αλλά μοναδική υπόχρεη προς πληρωμή της αμοιβής του είναι η πρώτη εναγομένη «ΚΑΤΟΙΚΙΑ Α.Ε.». Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αφού η ευνοϊκή για τον αναιρεσείοντα απόφαση του Πειθαρχικού Συμβουλίου του ΤΕΕ δεν συνιστά εξώδικη ομολογία του πραγματικού ενάγοντος μηχανικού, που υποκαθιστά απλώς στη δίκη το ΤΕΕ και μπορούσε μόνο να χρησιμεύσει ως επιχείρημα υπέρ των απόψεων του αναιρεσείοντος.
4. Επειδή, πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι, παραδεκτώς προτεινόμενοι, στηρίζουν κατά το νόμο αυτοτελή αίτηση ή ανταίτηση των διαδίκων (αγωγή, ένσταση, ανακοπή, ένδικο μέσο), όχι δε και εκείνοι που συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση των ισχυρισμών ή αιτήσεων του αντιδίκου ή επιχειρήματα προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων.
Με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον , προταθέντα και με ίδιο λόγο εφέσεως, ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποιήσεως του ενάγοντος ΤΕΕ προς άσκηση της ένδικης αγωγής, εφόσον τούτο είχε κρίνει ήδη δια του αρμόδιου Πειθαρχικού Συμβουλίου του ότι ο αναιρεσείων, δεν όφειλε κανένα ποσό στον υποκαθιστάμενο από το ΤΕΕ μηχανικό.
Η κρίση όμως του ανωτέρω Πειθαρχικού Συμβουλίου αφορούσε μόνο την πειθαρχική ευθύνη του αναιρεσείοντος και δεν επηρεάζε, όπως εκτέθηκε ήδη, την ένδικη απαίτηση του υποκαθιστάμενου από το ΤΕ μηχανικού και πολύ περισσότερο την ενεργητική νομιμοποίηση του ΤΕΕ για την άσκηση της σχετικής αξιώσεως ενώπιον των μόνων αρμοδίων να αποφανθούν για την βασιμότητα των πολιτικών δικαστηρίων και συνεπώς ο παραπάνω ισχυρισμός δεν ήταν νόμιμος και δεν ασκούσε γι' αυτό επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Επομένως το Εφετείο, που δεν τον έλαβε υπόψη δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρθ. 8 του ΚΠολΔ και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος ο πιο πάνω λόγος της αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17 Σεπτεμβρίου 2003 αίτηση του Χ1, για αναίρεση της 1507/2003 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του πρώτου των αναιρεσιβλήτων, που ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων, που ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 28 Μαρτίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 23 Μαΐου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ