Legislator Case Law & Legislation
1035/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on property rights, upholding lower court's factual assessment of land use.

Case Number 1035/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's rejection of her claim for recognition of a servitude and ownership over a specific property. The appellant argued that the lower court erred in factually assessing the land's historical use and the validity of the servitude, while the respondent contended the evidence supported the original decision. The court ruled that the lower court's findings on factual matters regarding land usage and evidence evaluation are beyond appellate review and therefore unchallengeable.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 561 of the Code of Civil Procedure; An appeal against a judgment is inadmissible if it challenges the court's evaluation of evidence or factual findings, as such assessments are unreviewable on appeal.

Keywords

AI generated
appeal admissibility factual assessment review evidence evaluation property rights servitude unreviewable findings

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Articles 246, 573, 569 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 14 of the Code of Civil Procedure
Articles 422, 424 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 280/2010

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1035 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1035/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη, Μαρία Κουφούδη, Σοφία Πολύζου-Θεοχαρίδη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 17 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Α. Π. του Δ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Καλαβρό και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Π. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παύλο Μιχαλόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-2-2017 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Νάξου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 79/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 101/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4-11-2020 αίτηση και τους από 8-10-2021 προσθέτους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 4-11-2020 αίτηση αναίρεσης και τους από 8-10-2021 πρόσθετους λόγους αυτής, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, με αριθμό 101/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου, που απέρριψε την έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της 79/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Νάξου, με την οποία είχε απορριφθεί αναγνωριστική δικαιώματος πραγματικής δουλείας διόδου και κυριότητας ακινήτου αγωγή της αναιρεσείουσας. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ.1 ΚΠολΔικ). Παραδεκτοί εξάλλου, είναι και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, οι οποίοι ασκήθηκαν εμπρόθεσμα με ιδιαίτερο δικόγραφο, που επιδόθηκε νόμιμα στον αναιρεσίβλητο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ . Πρέπει, επομένως, τα ανωτέρω δικόγραφα της αναίρεσης και των πρόσθετων αυτής λόγων να συνεκδικαστούν (άρθρα 246, 573 παρ. 1, 569 ΚΠολΔ) και να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 559 αριθ.14 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και σε περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο. Τον ως άνω λόγο ιδρύει και η εσφαλμένη κήρυξη ή μη κήρυξη ως απαράδεκτου κάποιου αποδεικτικού στοιχείου, όπως της ένορκης βεβαίωσης, ή αποδεικτικού ισχυρισμού (ΑΠ 280/2010). Περαιτέρω, κατά τα άρθρα 422 § 1 και 424 ΚΠολΔ, τα οποία (άρθρα) εισήχθησαν με την παρ. 3 του άρθρου δεύτερου του άρθρου 1 Ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α' 87/23.7.2015) και, κατά την παρ. 4 του άρθρου ένατου του άρθρου 1 του ως άνω νόμου, η ισχύς τους αρχίζει από 1.1.2016, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά σε επιμέρους διατάξεις, "(422 § 1:) ο διάδικος που επιδιώκει τη λήψη ένορκης βεβαίωσης, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο προηγούμενο άρθρο, επιδίδει δύο (2) τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από την βεβαίωση στον αντίδικο κλήση, η οποία αναφέρει την αγωγή, το ένδικο βοήθημα ή μέσο, που αφορά η βεβαίωση, τόπο, ημέρα και ώρα που θα δοθεί, το ονοματεπώνυμο, το επάγγελμα και τη διεύθυνση της κατοικίας του μάρτυρα".

Και (424:) "ένορκη βεβαίωση, που δίδεται κατά παράβαση των προηγούμενων διατάξεων, δεν λαμβάνεται καθόλου υπόψη στο πλαίσιο της δίκης για την οποία δόθηκε, ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων". Επομένως, μετά την ισχύ των άρθρων 422 § 1 και 424 ΚΠολΔ με το Ν. 4335/2015 (από 1.1.2016), το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη του κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, μόνο αν ο διάδικος που επιδιώκει τη λήψη ένορκης βεβαίωσης, επιδώσει δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση στον αντίδικο κλήση, η οποία αναφέρει, μεταξύ άλλων και το επάγγελμα του μάρτυρα.

Την τήρηση των αναγκαίων αυτών προϋποθέσεων έχει υποχρέωση το δικαστήριο της ουσίας να ερευνήσει όχι μόνο κατ' ένσταση αλλά και αυτεπαγγέλτως, διότι η έλλειψή τους έχει ως συνέπεια ότι η ένορκη βεβαίωση δεν είναι απλώς άκυρη, αλλά ανύπαρκτη ως αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 977/2020, ΑΠ 1208/2019, ΑΠ 1175/2019). Υπό το νυν ισχύον δίκαιο η δυνατότητα λήψης ένορκης βεβαίωσης, κατόπιν νομότυπης κλήτευσης του αντιδίκου, ενώπιον συμβολαιογράφου εγκατεστημένου στην αλλοδαπή και δη στον τόπο της κατοικίας του ενόρκως βεβαιούντος, γίνεται δεκτή, υπό τον όρο πάντως ότι τέτοια διαδικασία είναι νομοθετημένη και ρυθμισμένη και στο δίκαιο του κράτους, όπου πρόκειται να διενεργηθεί η σχετική διαδικαστική πράξη (lex loci actus), με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή έγκυρη λήψη τέτοιας ένορκης βεβαίωσης, αν η τελευταία αποτελεί θεσμό άγνωστο στο αλλοδαπό δικονομικό σύστημα.

Κατά γενική, όμως, αρχή, το παραδεκτό των αποδεικτικών μέσων, άρα και των ενόρκων βεβαιώσεων ως δικονομικό ζήτημα, κρίνεται κατά το δικονομικό δίκαιο της χώρας του δικάζοντος δικαστή (lex fori) (ΑΠ 1127/2020, ΑΠ 1494/2012) και επομένως μπορούν να ληφθούν υπόψη από το δικαστήριο και ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων που εξετάστηκαν ενώπιον αλλοδαπού συμβολαιογράφου, εφόσον, όμως, είναι ένορκες και έγιναν ύστερα από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες, με αναγραφή στη σχετική κλήση και του επαγγέλματος του μάρτυρα.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο του κυρίως δικογράφου της αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων, από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα προσάπτει στη προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, ότι, κατά παράβαση άγραφου κανόνα του Ελληνικού ιδιωτικού διεθνούς δικαίου, εσφαλμένα κήρυξε απαράδεκτο το αποδεικτικό μέσο που επικαλέστηκε και προσκόμισε ενώπιον του Εφετείου, ήτοι την ληφθείσα κατά το Αυστριακό δίκαιο, από 23-5-2017 "υπεύθυνη δήλωση άνευ όρκου" του μάρτυρα Ι.

Κ., η οποία επέχει θέση ένορκης βεβαίωσης, το γνήσιο της υπογραφής του οποίου βεβαιώθηκε από τον αντικαταστάτη του συμβολαιογράφου Βιέννης Μαg Reinhard Wittmann, καθώς και την σχετική κλήτευση του αντιδίκου-αναιρεσίβλητου, με το διαλαμβανόμενο στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση σκεπτικό, και ειδικότερα ότι ο ως άνω μάρτυρας δεν έδωσε ένορκη βεβαίωση, όπως απαιτεί το άρθρο 421 ΚΠολΔ, αλλά την από 23-5-2017 υπεύθυνη δήλωση άνευ όρκου, το γνήσιο της υπογραφής του οποίου βεβαιώθηκε από εκπρόσωπο του προαναφερόμενου συμβολαιογράφου Βιέννης, η δε από 15-5-2017 κλήση για εξέτασή του, που επιδόθηκε στον εναγόμενο εμπρόθεσμα, δεν περιέχει το επάγγελμα του μάρτυρα που επρόκειτο να εξεταστεί.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης, είναι αβάσιμος, αφού, κατά τα προαναφερθέντα και σύμφωνα με το εφαρμοζόμενο στη προκειμένη περίπτωση λόγω της δικονομικής φύσης του ζητήματος ημεδαπό δίκαιο (lex fori) η ως άνω υπεύθυνη δήλωση που συντάχθηκε ενώπιον του αλλοδαπού συμβολαιογράφου, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη ως ένορκη βεβαίωση, δεδομένου ότι δεν είναι ένορκη, ενώ, εξάλλου , στη σχετική κλήση για εξέταση του ως άνω μάρτυρα που επιδόθηκε στον αναιρεσίβλητο, δεν αναγράφεται το επάγγελμα αυτού, με αποτέλεσμα οι ελλείψεις αυτές να καθιστούν ανυπόστατο το ως άνω αποδεικτικό μέσο.

Περαιτέρω, ο ίδιος λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι με τη μη λήψη υπόψη από το Εφετείο της πιο πάνω κατάθεσης του μάρτυρα παραβιάστηκε το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, διότι οι διαδικασίες στο σύνολό τους, συμπεριλαμβανομένου και του τρόπου σύμφωνα με τον οποίο επιτρέπονται οι αποδείξεις, πρέπει να είναι δίκαιες, ήτοι θα πρέπει η διαδικασία στο σύνολό της να μην καταλήγει εν τέλει σε δυσανάλογο περιορισμό του δικαιώματος ακρόασης και απόδειξης, είναι απαράδεκτος.

Τούτο δε διότι, εν προκειμένω, η αποδιδόμενη στην προσβαλλομένη με τον ως άνω λόγο αναίρεσης πλημμέλεια, αναφέρεται στον αρ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. και όχι σε εκείνον του αριθ.1 εδ.α του ίδιου άρθρου, με τον οποίο ελέγχεται η παράβαση της διάταξης του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, η οποία είναι διάταξη ουσιαστικού δικαίου (ΟΛ.ΑΠ 2/2008, ΑΠ1169/2013).

Σε κάθε δε περίπτωση, ο ίδιος λόγος είναι αβάσιμος, επειδή η θέσπιση δικονομικών κανόνων για το παραδεκτό των αποδεικτικών μέσων ουδόλως αποκλείεται από την ΕΣΔΑ και δεν αντίκειται στο άρθρ. 6 παρ. 1 αυτής, με το οποίο θεσπίζεται μόνο ότι οι υποθέσεις δικάζονται από αμερόληπτα, ανεξάρτητα και νόμιμα λειτουργούντα δικαστήρια:

α) δίκαια, β) δημόσια και γ) εντός λογικής προθεσμίας.

Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του κατάλληλου κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων.

Περαιτέρω, η εκ μέρους του δικαστηρίου της ουσίας παραβίαση των περιεχομένων στα άρθρα 173 και 200 Α.Κ. ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών μπορεί να γίνει ευθέως ή εκ πλαγίου, οπότε δημιουργούνται, αντιστοίχως, οι αναιρετικοί λόγοι των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ευθεία παραβίαση υπάρχει και όταν:

α) το δικαστήριο της ουσίας, ενώ διαπιστώνει ρητώς ή εμμέσως, κατά τη μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο κρίση του, την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία ως προς την έννοια της δηλώσεως βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει στις γενικές ερμηνευτικές αρχές των άρθρων 173 και 200 Α.Κ προς διακρίβωση του νοήματος της δηλώσεως βουλήσεως ή να παραθέσει στην απόφαση του τα πραγματικά εκείνα στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των κανόνων αυτών, β) προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών του διαπιστώσεων στους εν λόγω κανόνες και ιδίως στα αξιολογικά κριτήρια της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών.

Εκ πλαγίου παραβίαση συντρέχει και όταν το δικαστήριο εφάρμοσε τους εν λόγω κανόνες, χωρίς στην απόφασή του να διαλαμβάνεται, έστω και εμμέσως, η διαπίστωση περί υπάρξεως κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία, καθώς και όταν στην απόφαση του δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των ως άνω κανόνων και ειδικότερα ως προς τη σωστή ή μη εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών (Ολ.

Α.Π. 7/2006, ΑΠ 269/2016). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ.10 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός στηρίζεται στην παράβαση του καθιερωμένου με το άρθρο 106 ΚΠολΔ συστήματος συζητήσεως, κατά το οποίο ο δικαστής αποφασίζει με βάση εκείνα που έχουν προταθεί και αποδειχθεί.

Ειδικότερα, ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχθηκε "πράγματα", ήτοι αυτοτελείς ισχυρισμούς που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει έστω και γενικά από ποια μέσα άντλησε την απόδειξη αυτή.

Δεν απαιτείται να αξιολογεί η απόφαση τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξατομικεύει τα έγγραφα, ούτε να αναφέρει ποια έγγραφα λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη (ΑΠ 1139/2020, ΑΠ 31/2019, ΑΠ 1473/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα ακόλουθα που ενδιαφέρουν τον αναιρετικό έλεγχο: "Σύμφωνα με το με αριθ. .../28.12.1977 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Θήρας Αθανασίου Γεωργ. Καραθανάση, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θήρας (τομ. ..., αριθ. 14239), περιήλθε κατά κυριότητα στην ενάγουσα λόγω πώλησης από τους συγκυρίους, κατά ποσοστό εξ αδιαιρέτου 1/2 του καθένα, Μ.

Ν. Π. και Χ. Ν. Π., μία ερειπωμένη από τους σεισμούς οικία, αποτελούμενη από δύο ορόφους ανομοιόμορφους μετά του δώματος και του δικαιώματος του υψούν πάνω από αυτήν, τμήμα της οποίας είναι και ημιυπόσκαφο, καταλαμβάνουσα έκταση 130 τμ, ευρισκόμενη εντός του οικισμού Μεσσαριάς της ομώνυμης (τότε) Κοινότητας της νήσου Θήρας των Κυκλάδων, εμφαινόμενη στο συνημμένο στο συμβόλαιο τούτο από Δεκέμβριο 1977 τοπογραφικό διάγραμμα της τεχνικής ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "...".

Περιήλθε επίσης σ' αυτήν με το ίδιο πωλητήριο συμβόλαιο, λόγω πώλησης από τον ιδιοκτήτη Μ. Ν. Π., το πάνω από την ερειπωμένη οικία και συνεχόμενο (του δώματος) οικόπεδο - αγροτεμάχιο με το όνομα "...", έκτασης 300 τ.μ., ήτοι, συνολικής έκτασης των δύο ιδιοκτησιών 430 τ.μ., εμφαινόμενο επίσης στο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα, οι δύο δε αυτές συνεχόμενες ιδιοκτησίες εμφαίνονται στο εν λόγω διάγραμμα περιμετρικά με τα στοιχεία Α, Β, Γ, Δ, (...) Ξ, Ο, Π, Α, και συνορεύουν κατά το ίδιο διάγραμμα και το πωλητήριο συμβόλαιο ως εξής:

α) η μεν οικία βόρεια με τον συνεχόμενο και πωληθέντα στην ενάγουσα με το αυτό συμβόλαιο αγρό, νότια με δημόσιο δρόμο, ανατολικά με ιδιοκτησία Φ. Π. και δυτικά με ιδιοκτησία Ι. Σ. και β) ο συνεχόμενος ανρός βόρεια, επί πλευράς μήκους 12,10 μ., με ιδιοκτησία του πωλητή Μ. Π., νότια, επί πλευράς μήκους 12,10 μ., με την πωληθείσα στην ενάγουσα με το συμβόλαιο αυτό οικία, ανατολικά, επί πλευράς μήκους 24,80 μ., με ιδιοκτησία του πωλητή Μ.

Π. και δυτικά, επί πλευράς μήκους 24,80 μ., με ιδιοκτησία του ίδιου πωλητή. Από τις ιδιοκτησίες αυτές, 1) η μεν οικία είχε περιέλθει κατά το 1/2 ιδανικό μερίδιο σε καθένα των πωλητών από κληρονομιά εξ αδιαθέτου του αποβιώσαντος στις 19.1.1962 πατέρα τους Νικολάου Μ. Π., την οποία αποδέχθηκαν νόμιμα με την με αριθ. 1611/28.12.1977 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον του ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών (τόμ. ..., αριθ. 14237), στον δε τελευταίο είχε περιέλθει με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, καθώς με διάνοια κυρίου τη νεμόταν για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τριάντα ετών έως το θάνατο του και 2) ο δε συνεχόμενος αγρός είχε περιέλθει στον πωλητή Μ.

Π. από κληρονομιά από την με αριθ. .../27.5.1968 δημόσια διαθήκη ενώπιον του συμβολαιογράφου Θήρας Εμμανουήλ Μακαρίου Μητροπία, που δημοσιεύθηκε νόμιμα με το με αριθ. 32/14.2.1975 πρακτικό του Πρωτοδικείου Σύρου, της αποβιώσασας στις 15.12.1974 μητέρας του Μ. χήρας Ν. Π., που αποδέχθηκε νόμιμα με την με αριθ. .../28.12.1977 πράξη αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον του συμβολαιογράφου Θήρας Αθανασίου Γεωργ.

Καραθανάση, νόμιμα μεταγραμμένη στα οικεία βιβλία μεταγραφών (τόμ. ..., αριθ. ...), ως τμήμα του ευρύτερου αγρού με το όνομα "...", κειμένου στην ίδια περιοχή της Μεσσαριάς νήσου Θήρας, και έχοντος έκταση 1,5 ζευγαριάς ή 4,5 στρεμμάτων, που είχε περιέλθει σ' αυτόν με την ως άνω δημόσια διαθήκη της μητέρας του. Πριν την άσκηση της υπό κρίση αγωγής και συγκεκριμένα στις 8.11.2015 ο πωλητής του δεύτερου ακινήτου και ιδιοκτήτης της όμορης βόρεια, ανατολικά και δυτικά τούτου ιδιοκτησίας Μηνάς Νικ.

Πελεκάνος απεβίωσε, η δε όμορη ιδιοκτησία του περιήλθε κατά κυριότητα στον εναγόμενο, που τυγχάνει ανιψιός του (γιος του αδελφού του Χριστόφορου Νικ. Πελακάνου), δυνάμει της με αριθ. 962/9.4.2015 δημόσιας διαθήκης του ενώπιον της συμβολαιογράφου Θήρας Χριστίνας Γεωργ. Βισβίκη, που δημοσιεύθηκε νόμιμα με το με αριθ. 45/15.12.2015 πρακτικό δημοσίευσης της Ειρηνοδίκης Θήρας, σύμφωνα με την οποία (δημόσια διαθήκη) εμβαδόν το κληρονομούμενου ακινήτου ανέρχεται σε 3.717,50 τ.μ.

Μια δεκαετία μετά την απόκτηση των ως άνω ιδιοκτησιών και τις σχετικές ενέργειες της ενάγουσας εκδόθηκε η με αριθ. .../1988 άδεια αναπαλαίωσης της διώροφης οικίας από το Πολεοδομικό Γραφείο Θήρας και η ενάγουσα προέβη στην αναπαλαίωσή της, που διήρκεσε έως τα τέλη Αυγούστου 1996 (βεβαίωση περαίωσης των εργασιών στην ως άνω άδεια 21.8.1996), παράλληλα δε προέβη και στην κατασκευή κολυμβητικής δεξαμενής στο συνεχόμενο προς βορρά της οικίας αγροτεμάχιο, που απέκτησε από τον δικαιοπάροχο του εναγομένου Μ.

Π.. Για την αναπαλαίωση της διώροφης οικίας της η ενάγουσα, η οποία είναι αρχιτέκτων μηχανικός, εκπόνησε η ίδια το από τον Απρίλιο 1987 τοπογραφικό διάγραμμα με θέμα την αναπαλαίωση αυτής, στο οποίο αποτύπωσε το συνολικό εμβαδόν της οικίας της σε 134,50 τ.μ. και το εμβαδόν του συνεχόμενου "μικρού αγρού" σε 300 τ.μ.

και το συνολικό εμβαδόν του όλου ακινήτου (οικίας και συνεχόμενου αγροτεμαχίου) σε 434,50 τ.μ., ενώ προσδιόρισε το πλάτος του δρόμου με τον οποίο συνορεύει προς νότο η οικία της σε 1,70 μ. Με την αγωγή της, στην οποία έχει προσαρτήσει το από 7/2015 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Νικολάου Ι. Μ., ισχυρίζεται ότι, σύμφωνα με το διάγραμμα αυτό, το οικόπεδο 1, ήτοι εκείνο επί του οποίου υφίσταται η διώροφη οικία της, που φαίνεται περιμετρικά με τους αριθμούς 1.., έχει συνολικό εμβαδόν 256,80 τ.μ., το συνεχόμενο οικόπεδο 2, στο οποίο υφίσταται η κολυμβητική δεξαμενή, εμβαδού 22,11 τ.μ., που φαίνεται περιμετρικά με τους αριθμούς ... ..., ..., ......, έχει εμβαδόν 300 τ.μ.

και το οικόπεδο …, ήτοι η όμορη προς βορρά του οικοπέδου 2 ιδιοκτησία του εναγομένου (ήτοι ο ευρύτερος αγρός με το όνομα "...", τμήμα του οποίου αποτελούσε το οικόπεδο 2 που πωλήθηκε στην ενάγουσα), που εμφαίνεται περιμετρικά με τους αριθμούς ..., ..., ..., …, έχει εμβαδόν 3.724,88 τ.μ. Επί του τελευταίου τούτου ακινήτου έχει αποκτήσει, κατά τους ισχυρισμούς της, δικαίωμα δουλείας διόδου με έκτακτη χρησικτησία σε λωρίδα γης μη ευθεία, που διασχίζει το όμορο τούτο ακίνητο του εναγομένου (οικόπεδο 3) περίπου στο μέσον του και καταλήγει στο βορειοδυτικό άκρο του, όπου συναντά τον διερχόμενο δημόσιο δρόμο, όπως εμφαίνεται στο εν λόγω (προσαρτημένο στην αγωγή) τοπογραφικό διάγραμμα περιμετρικά με τους αριθμούς ..., ..., ...

και έχει εμβαδόν 241,82 τ.μ., ενόψει του ότι, κατά την κατάρτιση του πωλητηρίου συμβολαίου των ανωτέρω δύο ακινήτων (ερειπωμένης οικίας και συνεχόμενου αγροτεμαχίου), συμφωνήθηκε ρητά με τον δικαιοπάροχο του εναγομένου ότι της παραχωρείται το δικαίωμα να διέρχεται τόσον η ίδια όσο και οι επισκέπτες της από τη δίοδο αυτή με αυτοκίνητο, όπως και τα αυτοκίνητα ανεφοδιασμού ιδίως υδροφόρες έως το 2002 που συνδέθηκε η οικία της με το δίκτυο της ΔΕΥΑΘ), και ότι εκείνη από τότε και μέχρι το 2012 που ο εναγόμενος την απέβαλε, καταστρέφοντας το τσιμεντένιο οδόστρωμα που είχε διαμορφώσει και θέτοντας αλυσίδα στην είσοδο αυτής, διερχόταν πάντοτε με αυτοκίνητο από την επίδικη δίοδο με διάνοια δουλειούχου για χρονικό διάστημα πλέον των είκοσι ετών (εγγίζον τα 35 έτη), όπως διέρχονταν και οι επισκέπτες της, καθώς και τα φορτηγά οχήματα για την μεταφορά των οικοδομικών υλικών κατά την περίοδο της αναπαλαίωσης της οικίας της.

Επίσης ισχυρίζεται ότι στο οικόπεδο 2 (το συνεχόμενο της οικίας της αγροτεμάχιο) το συνεχόμενο της οικίας τμήμα, εμβαδού 200 τ.μ., στο οποίο έχει κατασκευάσει κολυμβητική δεξαμενή και δύο κηπάρια, είναι περιφραγμένο με πέτρινη περίφραξη, διακοπτόμενη από δίφυλλη σιδερένια πόρτα προς το υπόλοιπο τμήμα, εμβαδού 100 τ.μ.

περίπου, το δε τελευταίο, που είναι ακάλυπτο, συνορεύει με την ιδιοκτησία του εναγομένου και είχε οριοθετήσει με πασσάλους και συρματόπλεγμα, καλυμμένο με πράσινο πλαστικό δικτυωτό πλέγμα και με άνοιγμα στο προς βορρά όριο με την εν λόγω ιδιοκτησία, χρησιμοποιούσε για τη στάθμευση του αυτοκινήτου της και των αυτοκινήτων των επισκεπτών της, που διέρχονταν από την ανωτέρω δίοδο, πλην όμως ο εναγόμενος το φθινόπωρο του 2015, ενώ εκείνη απουσίαζε στο εξωτερικό, κατέστρεψε την περίφραξη από πασσάλους και συρματόπλεγμα και με σκαπτικό μηχάνημα όργωσε όλη την επιφάνεια του τμήματος των 100 τ.μ., κατέβασε τη στάθμη του εδάφους περί τα είκοσι εκατοστά (0,20 μ.) και το ενσωμάτωσε στην δική του όμορη ιδιοκτησία και ότι, στη συνέχεια, στις αρχές Απριλίου 2016, ενώ είχε επισκευάσει την περίφραξη του εν λόγω τμήματος της ιδιοκτησίας της, ο εναγόμενος την κατέστρεψε εκ νέου και το ενσωμάτωσε και πάλι στην δική του ιδιοκτησία.

Ωστόσο, από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα δεν προκύπτει ότι το επίδικο εδαφικό τμήμα ανήκει στην κυριότητα της ενάγουσας. Τούτο δε διότι η συνολική έκταση των δύο συνεχόμενων ακινήτων που περιήλθαν στην κυριότητά της με το με αριθ. .../1977 πωλητήριο συμβόλαιο ανερχόταν κατά τον τίτλο αυτό κτήσης σε 430 τ.μ. και με βάση το τοπογραφικό διάγραμμα που εκπόνησε η ίδια το 1987 ανερχόταν σε 434,50 τ.μ., ενώ στο προσαρτώμενο στην αγωγή τοπογραφικό διάγραμμα εμφανίζεται να είναι 556,80 τ.μ., δηλαδή υπάρχει διαφορά κατά 122,30 τ.μ., καθώς το εμβαδόν της οικίας μετά του οικοπέδου της ανέρχεται κατά το διάγραμμα αυτό σε 256,80 τ.μ. (556,80 - 256,80), που δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από τον ισχυρισμό της ενάγουσας ότι στο τελευταίο διάγραμμα έγινε αποτύπωση και του οικοπέδου της ερειπωμένης οικίας που αγόρασε το 1977, δεδομένης της αποτύπωσης του πωληθέντος ακινήτου σε τοπογραφικό διάγραμμα που προσαρτήθηκε στο πωλητήριο συμβόλαιο, αλλά και του γεγονότος ότι το τοπογραφικό διάγραμμα που εκπόνησε η ίδια, ούσα αρχιτέκτων μηχανικός, μια δεκαετία αργότερα είχε απόκλιση μόλις κατά 4,50 τ.μ.

από το προηγούμενο, έτσι ώστε, με την γενόμενη αποτύπωση στο συνημμένο στην αγωγή διάγραμμα επέρχεται μετατόπιση του συνεχόμενου αγρού - οικοπέδου 2 της αγωγής κατά το επίδικο τμήμα των 100 τ.μ. περίπου εντός της όμορης ιδιοκτησίας του εναγομένου. Αξίζει δε να επισημανθεί ότι το επίδικο τούτο τμήμα η ενάγουσα δεν το περιέλαβε εντός της πέτρινης, μεγάλου ύψους, περίφραξης της ιδιοκτησίας της, που συνορεύει με την ιδιοκτησία του εναγομένου, χωρίς να παρέχει οποιαδήποτε εξήγηση γι' αυτό, αλλά, πολύ μεταγενέστερα το περιέφραξε με πασσάλους και συρματόπλεγμα, που αφαίρεσε στη συνέχεια ο εναγόμενος.

Περαιτέρω, από τα αυτά ως άνω αποδεικτικά μέσα δεν προκύπτει και το Δικαστήριο δεν σχημάτισε την δικανική πεποίθηση ότι η ενάγουσα απέκτησε το εμπράγματο δικαίωμα της δουλείας διόδου στην επίδικη εδαφική λωρίδα με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. Ειδικότερα, δεν προέκυψε ρητή συμφωνία της με τον δικαιοπάροχο της ίδιας και του εναγομένου Μ.

Ν. Π.υ κατά την σύναψη της πώλησης το 1977 για παραχώρηση σ' αυτήν του δικαιώματος να διέρχεται από την επίδικη εδαφική λωρίδα, καθώς, αν είχε γίνει συμφωνία, κατά την κοινή πείρα θα αναφερόταν στο πωλητήριο συμβόλαιο, άλλωστε, υπήρχε ήδη πρόσβαση της πωληθείσας οικίας στον δημόσιο δρόμο του παραδοσιακού οικισμού της ... (μη προσβάσιμη σε αυτοκίνητο όπως είναι σύνηθες σε παραδοσιακούς οικισμούς) και, ως εκ τούτου, και του συνεχόμενου πωληθέντος αγρού του Μ.

Ν. Π.υ με τον οποίο ενώθηκε η οικία σε μια ενιαία ιδιοκτησία και δεν ετίθετο επομένως ζήτημα περίκλειστου ακινήτου, ενώ μια τέτοια συμφωνία θα μείωνε την αγοραστική αξία της όμορης ιδιοκτησίας του τελευταίου, καθώς η επίδικη λωρίδα γης την τέμνει σε δύο τμήματα, εμποδίζοντας την περαιτέρω κατάτμηση και συνακόλουθη αξιοποίησή της.

Ακολούθως και για μια δεκαετία, δηλαδή, έως την έναρξη των εργασιών αναπαλαίωσης - ανακαίνισης της ερειπωμένης οικίας της ενάγουσας το 1987, δεν υφίστατο ανάγκη διέλευσης με αυτοκίνητο, αφού η ερειπωμένη οικία δεν κατοικείτο και δεν είχαν αρχίσει οι οικοδομικές εργασίες που θα την καθιστούσαν κατοικήσιμη.

Στη συνέχεια, κατά την περίοδο της αναπαλαίωσης - ανακαίνισης αυτής, που διήρκεσε από το 1987 έως το 1996, κατά την οποία επίσης κατασκευάστηκε η κολυμβητική δεξαμενή, διαμορφώθηκαν τα κηπάρια και τοποθετήθηκε η πέτρινη περίφραξη που διαχώριζε την ιδιοκτησία του δικαιοπαρόχου του εναγομένου από εκείνη της ενάγουσας, χρησιμοποιήθηκε, κατόπιν παραχώρησης αυτού (Μ.

Ν. Π.υ), για την διέλευση των φορτηγών οχημάτων, προς διευκόλυνση εκτέλεσης των οικοδομικών εργασιών, στο πλαίσιο της καλής γειτονίας των διαδίκων αυτών. Με το ίδιο πνεύμα ο ανωτέρω είχε επιτρέψει και σε άλλους ιδιοκτήτες να διέρχονται από την όμορη ιδιοκτησία του για την μεταφορά υλικών κατά την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών στις δικές τους ιδιοκτησίες.

Εξάλλου, η επίδικη εδαφική λωρίδα δεν είχε καθ' όλο το επικαλούμενο από την ενάγουσα χρονικό διάστημα το πλάτος και το συνολικό εμβαδόν που ισχυρίζεται με την υπό κρίση αγωγή, καθώς παλαιότερα είχε τη μορφή περισσότερο μονοπατιού και μετά το 2006 διαπλατύνθηκε από τη χρήση της ενάγουσας. Η από Νοέμβριο 2016 έκθεση φωτοερμηνείας του τοπογράφου μηχανικού Φ.

Κ., που επικαλείται και προσκομίζει και έχει εκπονηθεί με βάση δύο αεροφωτογραφίες έτους 1983, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι υφίστατο μονοπάτι, μέσου πλάτους 0,80 μ., διερχόμενο από τα σημεία 2, 5 και 6, που αντιστοιχούν κατά προσέγγιση στην επίδικη εδαφική λωρίδα, με την παρατήρηση ότι η ιδιοκτησία από την οποία διέρχεται δεν φαίνεται να καλλιεργείται, τούτο όμως δεν είναι ασφαλές συμπέρασμα για όλο' το χρονικό διάστημα που ενδιαφέρει, διότι η ιδιοκτησία αυτή εκκαλιεργείτο συστηματικά και η διαμόρφωση μονοπατιού από την διέλευση περιοίκων ήταν παροδική.

Επομένως, η όποια χρήση από την ενάγουσα της επίδικης εδαφικής λωρίδας για την διέλευσή της με αυτοκίνητο, με διάνοια δουλειούχου, δεν ήταν συνεχής και αδιάλειπτη από το 1977 έως το 2012, όπως ισχυρίζεται, ενόψει, πέραν των ανωτέρω, και του ότι διέθετε είσοδο για την ενιαία ιδιοκτησία της, όπως την διαμόρφωσε, και από τον δημόσιο δρόμο του οικισμού της ...

με τον οποίο συνορεύει προς νότο η ιδιοκτησία της αυτή. Με τα δεδομένα αυτά, η υπό κρίση αγωγή είναι αβάσιμη κατ' ουσίαν και πρέπει να απορριφθεί. Επομένως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν έσφαλε που έκρινε τα ίδια, έστω και με εν μέρει διάφορη αιτιολογία και απέρριψε κατ' ουσίαν την αγωγή. Γι' αυτό πρέπει να αντικατασταθεί η διάφορη αιτιολογία της εκκαλουμένης κατά τα διαλαμβανόμενα στο σκεπτικό της παρούσας, να απορριφθούν οι υπό κρίση λόγοι έφεσης ως αβάσιμοι".

Στη συνέχεια το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, απορρίπτοντας ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση της ηττηθείσας πρωτοδίκως ενάγουσας. Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με το δεύτερο λόγο του κυρίως δικογράφου της αναίρεσης και τον δεύτερο πρόσθετο λόγο αυτής, προσάπτει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 19 και 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που συνίστανται στο ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, παραβιάζοντας εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, διότι με ελλιπείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες ερμήνευσε εσφαλμένα τη βούληση των διαδίκων, όπως αυτή κατά νόμο έπρεπε να εκληφθεί αμοιβαία αναφορικά με την χρήση εκ μέρους της αναιρεσείουσας του επίδικου δρόμου από του έτους 1977 έως το έτος 2012.

Ειδικότερα δε η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο, με ασαφή και αντιφατική αιτιολογία άλλως χωρίς αιτιολογία και απόδειξη δέχθηκε α) ότι η αναιρεσείουσα δεν χρησιμοποιούσε την οικία της μέχρι να την αναπαλαιώσει, ούτε έκανε χρήση της επίδικης διόδου και ότι δεν συμπληρώθηκε ο κατά νόμο απαιτούμενος χρόνος χρήσης της ως άνω διόδου προκειμένου αυτή να αποκτήσει λόγω χρησικτησίας το αντίστοιχο εμπράγματο δικαίωμα, δεχόμενη ως αληθινό ουσιώδη ισχυρισμό του αναιρεσίβλητου, χωρίς να αιτιολογεί από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη, διότι από κανένα προσαχθέν αποδεικτικό μέσο δεν αποδεικνύεται ο αντίστοιχος ισχυρισμός του αναιρεσίβλητου, β) ότι η συγκατάθεση του αναιρεσίβλητου προς την αναιρεσείουσα σχετικά με την χρήση της διόδου κατά τη διάρκεια των εργασιών αναπαλαίωσης δεν είχε μόνιμο χαρακτήρα, χωρίς να αιτιολογεί από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη για το θέμα αυτό και χωρίς να αναφέρει συγκεκριμένα σε ποιους άλλους ιδιοκτήτες, για ποιο χρονικό διάστημα και για ποιες εργασίες είχε επιτρέψει ο αναιρεσίβλητος τη διέλευση οχημάτων και πεζών από το ακίνητό του, παραδοχή, η οποία είναι αντιφατική με προηγούμενη, σύμφωνα με την οποία δεν υπήρχε ανάγκη να συναφθεί μεταξύ των διαδίκων συμφωνία παραχώρησης δουλείας διόδου ή να διέρχεται η αναιρεσείουσα από το ακίνητο του αναιρεσίβλητου, διότι τα ακίνητά της είχαν ανέκαθεν πρόσβαση στο δημόσιο δρόμο, γ) ότι ενώ η αναιρεσιβαλλόμενη δέχεται ότι το έτος 2006 η επίδικη εδαφική λωρίδα που αντιστοιχούσε στη δουλεία διόδου, διαπλατύνθηκε από τη χρήση της αναιρεσείουσας, δεν εξηγεί για ποιο λόγο ο δικαιοπάροχος του αναιρεσίβλητου δεν διαμαρτυρήθηκε ή δεν εναντιώθηκε καθ' οιονδήποτε τρόπο στη διαπλάτυνση και συνακόλουθα στη χρήση της διόδου από την ίδια το έτος 2006, δεδομένου ότι οι εργασίες αναπαλαίωσης είχαν περατωθεί ήδη από το έτος 1996 και δ) ότι δεν αιτιολογεί για ποιο λόγο απορρίπτει τα τεχνικά και επιστημονικά συμπεράσματα της από Νοέμβριο 2016 έκθεση φωτοερμηνείας του τοπογράφου μηχανικού Φ.

Κ. και καταλήγει στο εκ διαμέτρου αντίθετο συμπέρασμα, ότι δηλαδή το δεύτερο ακίνητο που απέκτησε η αναιρεσείουσα καλλιεργείτο συστηματικά, παρότι δέχεται ότι υπάρχει ήδη το 1983 διαμόρφωση μονοπατιού από τη διέλευση των περιοίκων, την οποία, αυθαιρέτως, χαρακτηρίζει ως παροδική. Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι αβάσιμοι, διότι, όσον αφορά εκείνον του αριθμ. 19 του άρθρου 559, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από την πληττόμενη απόφαση, το Εφετείο δεν διαπίστωσε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ούτε έμμεσα, ότι σχετικά με την βούληση των διαδίκων, αναφορικά με την χρήση εκ μέρους της αναιρεσείουσας του επίδικου δρόμου, υπάρχει κενό ή ασάφεια, ενόψει και του ότι αυτή (βούληση) δεν ήταν δικαιοπρακτική και, έτσι, δεν παραβίασε εκ πλαγίου, τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, σύμφωνα και με όσα παρατέθηκαν στην αρχή της παρούσας σκέψης, ενώ, όσον αφορά αυτόν του αριθμ. 10 του ίδιου άρθρου, από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι, το αποδεικτικό πόρισμα αυτής διαμορφώθηκε με βάση τις προσκομισθείσες από τους διαδίκους αποδείξεις (έγγραφα), μη δυνάμενη να θεμελιώσει τον προβαλλόμενο ως άνω αναιρετικό λόγο (ούτε), η μετ' εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και εσφαλμένη, δικαστική κρίση, αφού η τελευταία, ως αναφερομένη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (πραγμάτων) είναι ανέλεγκτη αναιρετικά, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ο δε λόγος αυτός ερείδεται επί αιτιάσεων που στο σύνολό τους αφορούν εκτίμηση πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας.

Επομένως και εφόσον δεν υφίσταται προς έρευνα άλλος λόγος, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι επ' αυτής λόγοι, πρέπει να απορριφθούν, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρ. 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις ενώπιον του δικαστηρίου τούτου (άρθρα 176 , 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4-11-2020 αίτηση και τους πρόσθετους επ' αυτής λόγους, της Αγνής Παπαβασιλείου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 101/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Μαρτίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ