Legislator Case Law & Legislation
1035/2020 AI generated

1035/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1035/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Λουκά Μόρφη, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου και Κωνσταντίνα Αλεβιζοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1035/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 582, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 και 144 Κ.Πολ.Δ. και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1035 / 2020 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1035/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Λουκά Μόρφη, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου και Κωνσταντίνα Αλεβιζοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 10 Δεκεμβρίου 2019, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Α. συζ. Ι. Κ., κατοίκου Ν.Μ. Α., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ν. Γ., με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία … και το διακριτικό τίτλο…, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Ληξουργιώτη, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 22/12/2006 (αρ. κατάθεσης 6301/2006), 16/12/2007 (αρ. κατάθεσης 6026/2007) και 16/12/2008 (αριθμός κατάθεσης 5918/2008) αγωγές της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1459/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 7166/2014 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης, όπως αυτή διορθώθηκε με την 905/2016 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28/12/2016 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 28.12.2016, με αριθμό καταθέσεως 7768/28.12.2016 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθ. 7166/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, όπως διορθώθηκε με την υπ' αριθ. 905/2016 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, που εκδόθηκε κατόπιν της από 16.7.2010 με αριθμό καταθέσεως 6239/2010 έφεσης κατά της υπ' αριθ. 1459/2010 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Με την προσβαλλομένη απόφαση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, έγινε δεκτή η ως άνω έφεση και εξαφανίστηκε κατ' άρθρ. 528 Κ.Πολ.Δ. η εν λόγω απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που εκδόθηκε ερήμην της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, με την οποία είχαν γίνει δεκτές ως βάσιμες στην ουσία τους οι συνεκδικασθείσες τρεις, από 22.12.2006, με αριθμ.

καταθέσεως 224239/2006 από 16.12.2007, με αριθμό καταθέσεως 273768/2007 και από 16.12.2008 με αριθμό καταθέσεως 231884/2008 αγωγές της ενάγουσας αναιρεσείουσας, που αφορούσαν αξιώσεις για μισθούς υπερημερίας, μετά επιδομάτων Πάσχα και Χριστουγέννων και αποδοχών αδείας από σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση, δέχθηκε κατά ένα μέρος ως βάσιμες στην ουσία τους, τις ως άνω αγωγές και επεδίκασε τα αναφερόμενα σ' αυτή μικρότερα ποσά.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 582, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 και 144 Κ.Πολ.Δ. και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649 και 653 ΑΚ, προκύπτει ότι ο μισθός, ως αντάλλαγμα για την παροχή της εργασίας του μισθωτού, διακρίνεται σε συμβατικό, που είναι αυτός που συμφωνείται με την ατομική σύμβαση εργασίας, νόμιμο που είναι αυτός που καθορίζεται από το νόμο ή από κανονιστική διάταξη ΣΣΕ ή Δ.Α ή κανονισμού νομοθετικής ισχύος ή υπουργικής αποφάσεως, κατ' εξουσιοδότηση νόμου και συνηθισμένο που οφείλεται όταν δεν έχει συμφωνηθεί με τη σύμβαση εργασίας και δεν προβλέπεται νόμιμος και είναι αυτός, που συνήθως καταβάλλουν άλλοι εργοδότες για την ίδια εργασία σε εργαζόμενους με την ίδια ειδικότητα, τα ίδια προσόντα και ηλικία στον ίδιο τόπο και με τις ίδιες συνθήκες.

Περαιτέρω από το συνδυασμό των άρθρων 3 παρ. 1, 7, 8 παρ. 2, 10 παρ. 2 και 11 παρ. 2 του Ν. 1876/1990 "ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις και άλλες διατάξεις" και του άρθρου 22 παρ. 2 του Συντάγματος συνάγεται ότι περιεχόμενο των συλλογικών συμβάσεων είναι η ρύθμιση των όρων, των συνθηκών και της αμοιβής της εργασίας των εργαζομένων.

Κατά τη σύναψη των ΣΣΕ, οι συνδικαλιστικές οργανώσεις ασκούν νομοθετική (κανονιστική) εξουσία κατά παραχώρηση του Κράτους. Ως εκ τούτου οι κανονιστικοί όροι των ΣΣΕ έχουν άμεση και αναγκαστική ισχύ ουσιαστικού νόμου και αν είναι ευνοϊκότεροι για τους εργαζόμενους, υπερισχύουν των τυπικών νόμων, εκτός αν πρόκειται για διατάξεις αναγκαστικού δικαίου με αμφιμερή ενέργεια.

Επίσης από τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 1, περ. β και γ Ν. 1876/1990 προκύπτει ότι οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας διακρίνονται σε α) εθνικές γενικές, που αφορούν εργαζόμενους όλης της χώρας, β) κλαδικές, που αφορούν τους εργαζόμενους περισσότερων ομοειδών ή συναφών εκμεταλλεύσεων ή επιχειρήσεων ορισμένης πόλης ή περιφέρειας ή και όλης της χώρας, γ) επιχειρηματικές, που αφορούν τους εργαζόμενους μίας εκμετάλλευσης ή επιχείρησης, δ) εθνικές ομοιοεπαγγελματικές που αφορούν τους εργαζόμενους ορισμένου επαγγέλματος και των συναφών προς το επάγγελμα αυτό ειδικοτήτων όλης της χώρας και ε) τοπικές ομοιοεπαγγελματικές που αφορούν τους εργαζόμενους ορισμένου επαγγέλματος ή και των συναφών ειδικοτήτων, ορισμένης πόλης ή περιφέρειας.

Η κατά τα ανωτέρω κανονιστική εξουσία, η οποία έχει παραχωρηθεί στις οργανώσεις των εργοδοτών και εργαζομένων, πρέπει να ασκείται από τις ίδιες, στο πλαίσιο της υφιστάμενης νομοθετικής εξουσιοδότησης. Ως εκ τούτου, οι οργανώσεις αυτές δεν έχουν τη δυνατότητα να εκχωρούν τη δοθείσα κανονιστική εξουσία σε τρίτους, πράγμα το οποίο συμβαίνει κατ' αποτέλεσμα όταν αντί να ρυθμίσουν αυτές οι ίδιες τους όρους απασχόλησης και αμοιβής που επιθυμούν να ισχύσουν στις εργασιακές σχέσεις των μελών τους, έστω και με παραπομπή σε άλλη ισχύουσα ΣΣΕ, αναθέτουν τη ρύθμιση αυτή σε άλλες οργανώσεις, με γενική και αόριστη παραπομπή στους όρους των ΣΣΕ που μελλοντικώς θα συνάπτουν εκείνες, εφόσον είναι ευμενέστεροι.

Τούτο, διότι η κατ' άρθρ. 361 ΑΚ αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, η οποία εφαρμόζεται στο ατομικό εργατικό δίκαιο, δεν εξικνείται μέχρι του σημείου της υπέρβασης της νομοθετικής εξουσιοδότησης των αρμόδιων φορέων, για την κανονιστική ρύθμιση των εργασιακών θεμάτων σε συλλογικό επίπεδο. Επομένως, η ρήτρα που περιλαμβάνεται σε επιχειρησιακή ΣΣΕ που προβλέπει ότι δυνάμει αυτής και μόνο θα έχουν εφαρμογή οι εκάστοτε, έστω και ευμενέστεροι, όροι απασχόλησης και αμοιβής που πρόκειται να συμπεριληφθούν σε άλλη ΣΣΕ, η οποία θα καταρτιστεί στο μέλλον, μεταξύ άλλων φορέων και θα ισχύσει για τους εργαζομένους συγκεκριμένου κλάδου, ο οποίος σε διαφορετική περίπτωση δεν θα μπορούσε να υπαχθεί, είναι άκυρη, διότι υπερβαίνει την προς κατάρτιση ΣΣΕ παρασχεθείσα νομοθετική εξουσιοδότηση (ΑΠ 692/2014, ΑΠ 1671/2002).

Εξάλλου, από τις ίδιες πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας ισχύουν μόνο έναντι των μελών των εργατικών και εργοδοτικών οργανώσεων που την έχουν συνάψει, εκτός εάν επεκτάθηκε με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, οπότε η ισχύς της επεκτείνεται και πέραν από τα πρόσωπα αυτά, δηλαδή πέραν από τους εργαζόμενους και εργοδότες του κλάδου ή του επαγγέλματος που η σύμβαση αυτή αφορά και οι οποίοι θα μπορούσαν με τις δραστηριότητές τους να είναι μέλη των οργανώσεων που μετείχαν στη σύναψή της. Είναι δυνατόν, όμως, στα πλαίσια της συμβατικής ελευθερίας εγκύρως να συμφωνηθεί με την ατομική σύμβαση εργασίας, ρητώς ή σιωπηρώς, ότι ο εργαζόμενος θα αμείβεται βάσει ισχύουσας ή μέλλουσας να ισχύσει συλλογικής συμβάσεως ή διαιτητικής αποφάσεως, η οποία δεν είναι δεσμευτική ως προς τα συμβαλλόμενα μέρη, υπό την έννοια ότι στην περίπτωση αυτή ο εργαζόμενος θα αμείβεται με τον μισθό που καθορίζουν οι κανονιστικές ρυθμίσεις, οι οποίες καλύπτουν άλλη κατηγορία εργαζομένων ή θέτουν προϋποθέσεις που δεν συγκεντρώνει ο συγκεκριμένος εργαζόμενος οπότε οι σχετικοί κανονιστικοί όροι ως συλλογικής συμβάσεως ή της διαιτητικής αποφάσεως ισχύουν ως συμβατικοί όροι (ΑΠ 493/2019, 874/2018, ΑΠ 1109/2017, ΑΠ 692/2014).

Τέλος, για να είναι ορισμένη κατ' άρθρ. 216 παρ.1 η αγωγή του απασχολούμενου με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου μισθωτού, με την οποία ζητούνται δεδουλευμένες αποδοχές ή άλλες οφειλόμενες από την εργασιακή σύμβαση αμοιβές ή προσαυξήσεις κλπ, είναι η σύμβαση, η σχέση εργασίας, ο συμβατικός ή νόμιμος μισθός και τα περιστατικά, από τα οποία προκύπτουν οι αντίστοιχες για τις παραπάνω αιτίες οφειλές του εργοδότη, επαρκώς προσδιορισμένες (ΑΠ 874/2018, ΑΠ 1561/2011).

Επειδή οι ΣΣΕ ως προς το κανονιστικό τους μέρος έχουν ισχύ ουσιαστικού νόμου, δεν απαιτείται να αναφέρονται ειδικά στο δικόγραφο, με το οποίο ζητείται η καταβολή ή συμπλήρωση των νομίμων αποδοχών του εργαζομένου οι εφαρμοστέες ΣΣΕ, ούτε ο χρόνος κατά τον οποίο κηρύχθηκαν εκτελεστές, διότι το δικαστήριο εφαρμόζει αυτεπαγγέλτως τις ΣΣΕ, που αρμόζουν στη συγκεκριμένη περίπτωση, με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά, όπως η υφιστάμενη μεταξύ των διαδίκων εργασιακή σχέση, το επάγγελμα ή ειδικότητα του εργαζομένου και ο χρόνος για τον οποίο αξιώνονται οι αποδοχές (ΑΠ 74/2009, ΑΠ 1558/2004, ΑΠ 1253/2002, ΑΠ 1371/2001).

Εξάλλου, σε περίπτωση που με την ατομική σύμβαση εργασίας συμφωνήθηκε ότι ο εργαζόμενος θα αμείβεται βάσει ισχύουσας ή μέλλουσας να ισχύσει ευμενέστερης συλλογικής συμβάσεως, οπότε οι σχετικοί κανονιστικοί όροι της συλλογικής συμβάσεως ισχύουν ως συμβατικοί όροι, ο μισθωτός πρέπει να επικαλείται στη σχετική αγωγή του ότι οι όροι της μεταγενέστερης και ευμενέστερης ΣΣΕ, κατέστησαν με κοινή συμφωνία τους όροι της ατομικής σύμβασης, αν πρόκειται να στηρίξει σ' αυτή την αγωγή του (ΑΠ 51/2017, ΑΠ 256/2016, ΑΠ 251/2012).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται όταν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού' ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν είχαν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή είτε ως κακή εφαρμογή, δηλαδή με σφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με την μορφή διατακτικού.

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφτηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφήρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφήρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 6/2019, ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 19/2017, ΑΠ 130/2016).

Επίσης κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος ο λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο 'Αρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του το δικαστήριο της ουσίας και καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των προβλεπομένων λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το δικόγραφο της αναίρεσης.

Η ανωτέρω διάταξη όμως αφορά τους "ισχυρισμούς" και όχι νομικούς κανόνες, με την επιφύλαξη ότι και στην περίπτωση αυτή ο διάδικος πρέπει να εκθέσει τα αναγκαία στοιχεία για την υπαγωγή των επικαλούμενων πραγματικών περιστατικών σε αυτούς (ΑΠ 362/2019, 133/2018, ΑΠ 318/2017, ΑΠ 2212/2013, ΑΠ 435/1994). Το γεγονός εξάλλου ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν τον νόμο, όμως, λόγος αναιρέσεως δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νομίμως από το διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 362/2019, ΑΠ 2073/2007, ΑΠ 2062/2007, ΑΠ 1663/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.) του δικογράφου των ένδικων αγωγών από 22.12.2016, 16.12.2007 και 16.12.2008 η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, ισχυρίστηκε ότι προσλήφθηκε από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας ως υπάλληλος, το έτος 1985, ότι με την ιδιότητα αυτή προσέφερε τις υπηρεσίες της μέχρι την 29.5.2000, οπότε η σύμβαση εργασίας της, που διεπόταν από τον κανονισμό εργασίας της εναγομένης, που αποτελούσε αναπόσπαστο τμήμα της ατομικής συμβάσεως εργασίας της, καταγγέλθηκε από την εναγομένη εγγράφως, για δήθεν σπουδαίους λόγους, οι οποίοι επέφεραν, κατά τους ισχυρισμούς της ανεπανόρθωτο κλονισμό της εμπιστοσύνης της προς το πρόσωπο της ενάγουσας, ότι η εν λόγω καταγγελία είναι άκυρη, προσχηματική, άλλως διότι δεν προηγήθηκε της απολύσεώς της η προβλεπόμενη από τον κανονισμό διαδικασία, αλλά και καταχρηστική, διότι έγινε αποκλειστικά από λόγους εμπάθειας και εκδικήσεως στο πρόσωπό της, εκκρεμεί δε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η από 27.6.2000 αγωγή της, για αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας της και επιδίκαση μισθών υπερημερίας χρονικού διαστήματος από 30.5.2000 μέχρι 28.2.2001, η συζήτηση της οποίας ανεστάλη κατ' άρθρ. 250 Κ.Πολ.Δ., με την αριθ. 1862/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Ζήτησε δε μετά ταύτα την επιδίκαση: α) με την από 22.12.2006 πρώτη αγωγή 1) μισθών υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 1.3.2001 μέχρι 31.12.2001, συνολικού ποσού 14.673,5 ευρώ υπολογιζομένων με βάση τις συμβατικές αποδοχές του χρονικού αυτού διαστήματος ύψους 1467,35 ευρώ μηνιαίως, όπως είχαν διαμορφωθεί κατόπιν των συμβατικών αυξήσεων, 2) δώρου Πάσχα και Χριστουγέννων, καθώς και επιδόματος αδείας, έτους 2001, συνολικού ποσού 2934,69 ευρώ, νομιμοτόκως, β) με την από1 6.12.2007 αγωγή μισθών υπερημερίας χρονικού διαστήματος από 1.1.2002 μέχρι 31.12.2002, συνολικού ποσού 18.000 ευρώ, υπολογιζομένων με βάση τις συμβατικές αποδοχές του χρονικού αυτού διαστήματος, ύψους 1500 ευρώ μηνιαίως, όπως είχαν διαμορφωθεί κατόπιν συμβατικών αυξήσεων και 2) δώρου Πάσχα και Χριστουγέννων, μετά του επιδόματος αδείας έτους 2002, συνολικού ποσού 3.000 ευρώ, νομιμοτόκως και γ) με την από 16.12.2008 αγωγή, μισθών υπερημερίας χρονικού διαστήματος από 1.1.2003 μέχρι 31.5.2009, συνολικού ποσού 29.846,21 ευρώ, υπολογιζομένων με βάση τις συμβατικές αποδοχές του χρονικού αυτού διαστήματος, ανερχόμενες στα αναφερόμενα ποσά μηνιαίως κατ' έτος, όπως διαμορφώθηκαν κατόπιν των συμβατικών αυξήσεων 10% ετησίως και δώρων Πάσχα και Χριστουγέννων καθώς και επιδόματος αδείας των ως άνω επιδίκων ετών, συνολικού ποσού 29.846,21 ευρώ, νομιμοτόκως.

Το Τριμελές Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως αυτή διορθώθηκε, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, που έχουν σχέση με τους ερευνώμενους αναιρετικούς λόγους: "... Η ενάγουσα προσλήφθηκε από την εταιρεία με την επωνυμία … στις 13.1.1985, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, ως υπάλληλος και από 5.8.1987 η εργασιακή της σχέση μεταβιβάσθηκε στην εναγόμενη εταιρεία, Από 15.2.1989 παρείχε τις υπηρεσίες της, ως Προϊσταμένη του Γραφείου Εισπράξεων Κεντρικού, του Τμήματος Ρευστοποίησης Ασφαλίστρων έως τις 8.7.1997 και ακολούθως ως Αναπληρώτρια Προϊστάμενη του Τμήματος Διαχείρισής Υλικών Μέσων έως τις 29.5. 2000.

Το ΔΣ της ασφαλιστικής εταιρείας, το έτος 1996, με αφορμή την παρατήρηση των Ορκωτών Ελεγκτών στο "Πιστοποιητικό Ελέγχου" της χρήσης 1995 για ύπαρξη διαφοράς στους λογαριασμούς χρεωστών ασφαλίστρων και δικαιούχων προμηθειών μεταξύ Γενικής Λογιστικής και Αναλυτικού Αρχείου, έδωσε εντολή στον ορκωτό ελεγκτή …, να ενεργήσει ειδικό έλεγχο αρχικά για την περίοδο 1994-1996 και στη συνέχεια για την περίοδο από τη σύσταση της εναγομένης εταιρείας (1987), έως το έτος 1993.

Από αυτόν προέκυψε ότι, συνεπεία πράξεων και παραλείψεων υπαλλήλων, υπηρετούντων στη Διεύθυνση Οικονομικών Υπηρεσιών της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας, υπέστη η τελευταία σημαντική ζημία. Ένεκα τούτου η εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία συγκρότησε από στελέχη της δύο Επιτροπές εσωτερικού ελέγχου καθώς και μία Ειδική Ανακριτική Επιτροπή, για τη διερεύνηση του θέματος, τον προσδιορισμό του ύψους της ζημίας και τον καταλογισμό ευθυνών.

Σύμφωνα με τα πορίσματα των Επιτροπών αυτών προέκυψαν απαιτήσεις της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας από μη εισπραχθέντα ασφάλιστρα ασφαλισμένων της και από προκαταβολές μετρητών σε συνεργάτες της ασφαλιστές, ύψους 155.807.636 ευρώ, οι οποίες (απαιτήσεις) διαγράφηκαν από τα βιβλία αυτής παράτυπα και παράνομα με ζημία της και ότι η ζημία αυτή συντελέστηκε με λογιστικά τεχνάσματα του Α..

Ι., Οικονομικού Διευθυντή, και με την άμεση συνέργεια των υπαλλήλων της Α. Κ. - ενάγουσας και Σ. Κ.. Με βάση τα πορίσματα αυτά και κατόπιν των από 16.7,1996 και 21.12.2000 μηνύσεων της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας, ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος μεν του Α. Ι. για υπεξαίρεση στην υπηρεσία, κατ' εξακολούθηση, σε βάρος νομικού προσώπου, με ιδιαίτερα τεχνάσματα, από τα οποία το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δραχμών (14.675,5 ευρώ), απιστία κατ' εξακολούθηση και υπεξαγωγή εγγράφων, σε βάρος δε των Α.

Κ. - ενάγουσας και Σ. Κ. για άμεση συνέργεια σε υπεξαίρεση. Ακολούθως η εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία προέβη στις 29.5.2000 στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας, με την ταυτόχρονη καταβολή σ' αυτήν της νόμιμης αποζημίωσης, επικαλούμενη τους εξής "σπουδαίους" λόγους καταγγελίας, οι οποίοι κλόνισαν, κατά τους ισχυρισμούς της, την εμπιστοσύνη της προς το πρόσωπο αυτής και συγκεκριμένα, ότι η ενάγουσα, με την προαναφερθείσα ιδιότητά της:

α) δεν εξέδωσε γραμμάτια είσπραξης για (3) τρεις επιταγές έκδοσης του ασφαλιστικού πράκτορα της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας, Δ. Α. και για είκοσι (20) επιταγές του ασφαλιστικού συνεργάτη αυτής Α. Σ., συνολικού ποσού 16.343.600 δραχμών, οι οποίες (επιταγές) είχαν σταλεί απ' αυτούς σε συγκεκριμένες ημεροχρονολογίες, για την εξόφληση συγκεκριμένων ασφαλίστρων και τις οποίες παρέλαβε η ενάγουσα, χωρίς να εκδώσει, όπως είχε υποχρέωση, γραμμάτια είσπραξης γι' αυτές στο όνομα του κομιστή τους, ώστε να αποδεικνύεται η είσοδός του στο ταμείο της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας, με αποτέλεσμα να μην εξοφληθούν τα ασφάλιστρα, για τα., οποία προορίζονταν οι εν λόγω επιταγές, αλλά να εξοφληθούν αυτά πλασματικά, με τη χρήση ειδικής λογιστικής συναλλαγής (ΕΕ).

Συγκεκριμένα με τις ως άνω επιταγές εξοφλήθηκαν ισόποσης αξίας ασφάλιστρα άλλων συνεργατών της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας, οι οποίοι, κατά τις αντίστοιχες ημεροχρονολογίες, είχαν καταθέσει στο Γραφείο Εισπράξεων Κεντρικού μετρητά για την εξόφλησή τους και έτσι οι ανωτέρω επιταγές αντικαταστάθηκαν με ισόποσα μετρητά, τα οποία αφαιρέθηκαν από το ταμείο της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας, β) δεν μερίμνησε για να εκδοθούν από το Τμήμα Ρευστοποιήσεων Ασφαλίστρων γραμμάτια είσπραξης για ήδη εισπραχθέντα ασφάλιστρα ύψους 10.930.381 δραχμών (ασφάλιστρα "καθ' οδόν" της 31.12.1996), γ) κατά τη σύνταξη των γραμματίων εισπράξεων μετρητών ή επιταγών που παρελάμβανε σε εξόφληση ασφαλίστρων, δεν διαχώριζε επ' αυτών τις επιταγές από τα μετρητά, ούτε προσδιόριζε σ' αυτά ποιος ήταν ο εκδότης των επιταγών και ποια συγκεκριμένα ασφάλιστρα εξοφλούντο κάθε φορά, με συνέπεια, με τον τρόπο αυτό, να διευκολύνεται η παράνομη αντικατάσταση των μετρητών με επιταγές, δ) δεν μερίμνησε για τη δημιουργία και την τήρηση πλήρους αρχείου με όλα τα παραστατικά έγγραφα για τις συναλλαγές που πραγματοποιούντο από το Γραφείο της και ε) με πράξεις και παραλείψεις της συνέβαλε στη διαμόρφωση διαφοράς μεταξύ των δεδομένων του Αναλυτικού Αρχείου και της Γενικής Λογιστικής.

Κατόπιν της από 27-6-2000 προγενέστερης αγωγής της ενάγουσας, εκδόθηκε η 479/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία, αφού συνεκδίκασε την ως άνω αγωγή με τρεις άλλες, την δέχθηκε εν μέρει, αναγνώρισε την ακυρότητα της από 29-5-2000 καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας της ενάγουσας και ότι η εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία της οφείλει το ποσό των 11.933,48 ευρώ για μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 1-6-2000 έως 29-2-2001 και υποχρέωσε την εναγόμενη να την επαναπροσλάβει και να αποδέχεται τις υπηρεσίες της με την απειλή χρηματικής ποινής 146,73 ευρώ για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσης.

Επί της εφέσεως που ασκήθηκε από την εναγόμενη κατά της ως άνω αποφάσεως εκδόθηκε τελεσίδικα η 4511/2012 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, η οποία αναγνώρισε ότι η ως άνω καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της ενάγουσας είναι άκυρη ως καταχρηστική και ότι η εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία οφείλει στην ενάγουσα το ποσό των 11.933,48 ευρώ για μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 1-6-2000 έως 29-2-2001, ενώ απέρριψε ως αόριστο το αίτημα της αγωγής να υποχρεωθεί η εναγόμενη να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες της και να την απασχολεί πραγματικά με απειλή χρηματικής ποινής.

Με την ως άνω τελεσίδικη απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, που έγινε αμετάκλητη μετά την έκδοση της 1115/2013 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, με την οποία απερρίφθη η ασκηθείσα κατ' αυτής από την εναγόμενη αναίρεση, κρίθηκαν, όσον αφορά την ενάγουσα, τα ακόλουθα: Όμως, δεν αποδείχθηκαν οι ισχυρισμοί της ασφαλιστικής εταιρείας, σχετικά με την, εκ δόλου, πρόκληση ζημίας σε βάρος της περιουσίας της από την Α.

Κ. - ενάγουσα, ούτε οι ανωτέρω επικαλούμενοι "σπουδαίοι λόγοι" καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας της, συνεπεία των οποίων επήλθε κλονισμός της εμπιστοσύνης της προς το πρόσωπό της. Ειδικότερα... Επομένως, η ένδικη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της ενάγουσας έγινε στην πραγματικότητα από λόγους εμπάθειας και εκδίκησης προς το πρόσωπό της από την εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία και συγκεκριμένα διότι είχε καταθέσει ως μάρτυρας ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά τη δικάσιμο της 22.10.1999 επί αγωγής του πρώην Οικονομικού Διευθυντή της εναγομένης, Ά.

Χ. κατ' αυτής καθώς και ενώπιον του Ανακριτή στις 17.6.1999 επί μηνύσεως του Ά. Χ. κατά των Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, Π. Λ. και Τ. Λ. αντίστοιχα. Με τα δεδομένα αυτά το παρόν Δικαστήριο κρίνει ότι η ένδικη καταγγελία της εργασιακής συμβάσεως της Α. Κ. από την ασφαλιστική εταιρεία που, έγινε χωρίς τους σπουδαίους λόγους που επικαλέσθηκε η τελευταία και χωρίς να τηρηθούν γι' αυτή οι προϋποθέσεις του κανονισμού της, οφειλόταν δε, αποκλειστικά, σε εμπάθειά και εκδικητικότητα, ήταν καταχρηστική (άρθρο 281 ΑΚ) και άκυρη.

Περαιτέρω, στην προκειμένη (υπό κρίση) υπόθεση, από την, κατά τα προεκτεθέντα, ακυρότητα της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας της Α. Κ., η ασφαλιστική εταιρεία κατέστη υπερήμερη ως προς την αποδοχή της εργασίας της και υποχρεούται να καταβάλει σ' αυτή τους μισθούς υπερημερίας εννέα μηνών, που εμπίπτουν στο επίδικο χρονικό διάστημα από 30.5.2000 έως 28.2.2001, ανερχόμενους στο ποσό των 11.933,84 ευρώ (1.325,94 ευρώ μηνιαίος μισθός X 9 μήνες).

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι από 1-1-2001 έως 31-5-2009, ήτοι το χρονικό διάστημα για το οποίο ζητούνται μισθοί υπερημερίας με τις ένδικες αγωγές, η εναγόμενη συνέχιζε να είναι υπερήμερη ως προς την αποδοχή των προσηκόντως προσφερομένων υπηρεσιών της ενάγουσας, τις οποίες εξακολουθούσε να μην αποδέχεται. Με την προαναφερόμενη απόφαση 4511/2012 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, που αναγνώρισε ότι είναι άκυρη η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της ενάγουσας, κρίθηκε τελεσίδικα ότι οι μηνιαίες τακτικές αποδοχές της ενάγουσας κατά τον τελευταίο, προ της απολύσεώς του, μήνα ανέρχονταν στο ποσό των 1.325,94 ευρώ, Η ενάγουσα ισχυρίζεται με τις ένδικες αγωγές ότι από το έτος 2002 και εντεύθεν οι μηνιαίες αποδοχές της θα αυξάνονταν συμβατικώς κατά 10% ετησίως.

Ο ισχυρισμός αυτός δεν αποδείχθηκε βάσιμος από τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία. Ο μάρτυρας αποδείξεως όλως αορίστως καταθέτει ότι από το έτος 2002 η νόμιμη αύξηση θα ήταν 10%, χωρίς να διευκρινίζει εάν υπήρχε συμφωνία των διαδίκων περί της ως άνω αυξήσεως και ποιοι οι όροι αυτής.

Συνεπώς η εναγόμενη οφείλει στην ενάγουσα: α) για το χρονικό διάστημα από 1-3-2001 έως 31-12-2001 για μισθούς υπερημερίας το ποσό των 13.259,4 ευρώ (1.325,94 ευρώ μηνιαίος μισθός X 10 μήνες), πλέον επιδόματος εορτών Πάσχα 2001 ποσού 662,97 ευρώ, επιδόματος αδείας 2001 ποσού 662,97 ευρώ και επιδόματος Χριστουγέννων 2001 ποσού 1.325,94 ευρώ, δηλαδή συνολικά το ποσό των 15.911,28 ευρώ και όχι το αιτούμενο με την από 22-42-2006 αγωγή ποσό των 17.608,19 ευρώ, β) για το χρονικό διάστημα από 1.1.2002 έως 31.12.2002 για μισθούς υπερημερίας το ποσό των 15.911,38 ευρώ (1325,94 ευρώ μηνιαίος μισθός X 12 μήνες), πλέον επιδόματος εορτών Πάσχα. 2002 ποσού 662,97 ευρώ, επιδόματος αδείας 2002 ποσού 662,97 ευρώ και επιδόματος Χριστουγέννων 2002 ποσού 1.325,94 ευρώ, δηλαδή συνολικά το ποσό των 18.563,16 ευρώ και όχι το αιτούμενο με την από 16-12-2007 αγωγή ποσό των 21.000 ευρώ, γ) για το χρονικό διάστημα από 1-1-2003 έως 31-12-2003 για μισθούς υπερημερίας το ποσό των 15.911,28 ευρώ (1.325,94 ευρώ μηνιαίας μισθός X 12 μήνες), πλέον επιδόματος εορτών Πάσχα 2003 ποσού 662,97 ευρώ, επιδόματος αδείας 2003 ποσού 662,97 ευρώ και επιδόματος Χριστουγέννων 2003 ποσού 1325,94 ευρώ, δηλαδή συνολικά το ποσό των 18563,16 και όχι το ποσό 26.400 ευρώ που ζητεί με την από 16-12-2008 αγωγή, δ) για το χρονικό διάστημα από 1-1-2004 έως 31-12-2004 για μισθούς υπερημερίας το ποσό των 15911,28 ευρώ (1.325,94 ευρώ μηνιαίος μισθός X 12 μήνες), πλέον επιδόματος εορτών Πάσχα 2004 ποσού 662,97 ευρώ, επιδόματος αδείας 2004 ποσού 662,97 ευρώ και επιδόματος Χριστουγέννων 2004 ποσού 1.325,94 ευρώ, δηλαδή συνολικά το ποσό των 18.563,16 ευρώ και όχι το ποσό των 29.040 ευρώ που ζητεί με την από 16-12-2008 αγωγή του, ε) για το χρονικό διάστημα από 1-1-2005 έως 31-12- 2005 για μισθούς υπερημερίας το ποσό των 15.911,28 ευρώ (1.325,94 ευρώ μηνιαίος μισθός X 12 μήνες), πλέον επιδόματος εορτών Πάσχα 2005 ποσού 662,97 ευρώ, επιδόματος αδείας 2005 ποσού 662,97ευρώ και επιδόματος Χριστουγέννων 2005 ποσού 1325,94 ευρώ, δηλαδή συνολικά το ποσό των 18563,16 ευρώ και όχι το ποσό των 31.944 ευρώ που ζητεί με την από 16-12-2008 αγωγή του, στ) για το χρονικό διάστημα από 1-1-2006 έως 31-12-2006 για μισθούς υπερημερίας το ποσό των 15.911,28 ευρώ (1325,94 ευρώ μηνιαίος μισθός X 12 μήνες), πλέον επιδόματος εορτών Πάσχα 2006 ποσού 662,97 ευρώ, επιδόματος αδείας 2006 ποσού 662,97 ευρώ και επιδόματος Χριστουγέννων 2006 ποσού 1325,94 ευρώ, δηλαδή συνολικά το ποσό των 18563,16 ευρώ και όχι το ποσό των 35.138,40 ευρώ που ζητεί με την από 16-12-2008 αγωγή του, ζ) για το χρονικό διάστημα από 1-1-2007 έως 31-12-2007 για μισθούς υπερημερίας το ποσό των 15.911,28 ευρώ (1.325,94 ευρώ μηνιαίος μισθός X 12 μήνες), πλέον επιδόματος εορτών Πάσχα 2007 ποσού 662,97 ευρώ, επιδόματος αδείας 2007 ποσού 662,97 ευρώ και επιδόματος Χριστουγέννων 2007 ποσού 1325,94 ευρώ, δηλαδή συνολικά τα πασά των 18.563,16 ευρώ και όχι το ποσό των 38.652 ευρώ που ζητεί με την από 16-12-2008 αγωγή του, η) για το χρονικό διάστημα από 1-1-2008 έως 31-12-2008 για μισθούς υπερημερίας το ποσό των 15.911,28 ευρώ (1325,94 ευρώ μηνιαίος μισθός X 12 μήνες), πλέον επιδόματος εορτών Πάσχα 2008 ποσού 662,97 ευρώ, επιδόματος αδείας 2008 ποσού 662,97 ευρώ και επιδόματος Χριστουγέννων 2008 ποσού 1.325,94 ευρώ, δηλαδή συνολικά το ποσό των 18.563,16 ευρώ και όχι το ποσό των 42.517,6 ευρώ που ζητεί με την από 16-12-2008 αγωγή του και θ) για το χρονικό διάστημα από 1-1-2009 έως 31-05-2009 για μισθούς υπερημερίας το ποσό των ευρώ 6.629,7 (1.325,94 ευρώ μηνιαίος μισθός X 5 μήνες), πλέον επιδόματος εορτών Πάσχα 2009 ποσού 662,97 ευρώ, δηλαδή συνολικά το ποσό των 7.292,676 ευρώ, και όχι το ποσό των 19.000 ευρώ που ζητεί με την από 16-12-2008 αγωγή. [...] Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να γίνουν εν μέρει δεκτές οι αγωγές ως κατ' ουσίαν βάσιμες..." Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με το μοναδικό λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτει στην προσβαλλομένη την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο με το να δεχθεί ότι δεν αποδείχθηκε συμφωνία των διαδίκων για ετήσια αύξηση του μισθού της κατά ποσοστό 10%, κατά το ένδικο χρονικό διάστημα και να υπολογίσει έτσι τις οφειλόμενες αποδοχές υπερημερίας, με βάση τις τακτικές αποδοχές της, όπως είχαν διαμορφωθεί κατά το χρόνο της απόλυσής της και όχι προσυμφωνημένες κατά το άνω ποσοστό, παραβίασε τις έχουσες ισχύ ουσιαστικού νόμου κανονιστικές διατάξεις των κλαδικών Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας των Ασφαλιστικών Επιχειρήσεων θυγατρικών Τραπεζών, τις οποίες δεν εφήρμοσε, αν και ήταν εφαρμοστέες ως προς την εξεύρεση του ύψους των αποδοχών της αυτεπαγγέλτως.

Ειδικότερα η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται κατ' εκτίμηση ότι ήταν εφαρμοστέες στην προκειμένη περίπτωση αυτεπαγγέλτως οι από 21.6.2002, 22.7.2004, 18.5.2006, 25.5.2007 και 29.7.2009 κλαδικές ΣΣΕ για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις ασφαλιστικές Επιχειρήσεις ολόκληρης της χώρας που είναι θυγατρικές τραπεζών και συνήφθησαν μεταξύ του εργοδοτικού επαγγελματικού σωματείου με την επωνυμία…, μέλος του οποίου ήταν η αναιρεσίβλητη και του εργατικού δευτεροβάθμιου σωματείου με την επωνυμία …, μέλος του οποίου ήταν το επιχειρησιακό σωματείο της αναιρεσίβλητης, καθόσον: 1) είχαν κηρυχθεί γενικώς υποχρεωτικές για όλους τους εργοδότες και εργαζόμενους των εν Ελλάδι ασφαλιστικών εταιρειών, 2) είχε προβλεφθεί η εφαρμογή τους με σχετικό όρο του έχοντος κανονιστικό χαρακτήρα κανονισμού της αναιρεσίβλητης, ο οποίος καθόριζε μεταξύ άλλων ότι για το μισθό των εργαζομένων στην Αγροτική ασφαλιστική θα ίσχυε κάθε μέλλουσα, ευνοϊκότερη για τους υπαλλήλους των τραπεζικών ασφαλιστικών επιχειρήσεων, Σ.Σ.Ε.

και 3) είχε προβλεφτεί η εφαρμογή τους με την αναφορά του ίδιου όρου στην από 1.11.1982 ειδική επιχειρησιακή σύμβαση εργασίας, που υπεγράφη μεταξύ της αναιρεσίβλητης και του Συλλόγου των εργαζομένων σ' αυτή. Ο ανωτέρω λόγος, εκτός του ότι η παραπομπή με την επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση αορίστως σε άλλη μέλλουσα να ισχύσει ΣΣΕ, ανεξάρτητα αν μπορούσαν να υπαχθούν σ' αυτή τα μέρη, είναι κατά τα ανωτέρω άκυρη, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, σύμφωνα με την παρατεθείσα διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., ως ερειδόμενος επί ισχυρισμού, ο οποίος δεν είχε προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας, ούτε υπάγεται στις προβλεπόμενες από τη διάταξη αυτή εξαιρέσεις.

Τούτο δε διότι με την αγωγή ζητούνται μισθοί υπερημερίας, υπολογιζόμενοι μόνο με βάση τις συμβατικές αποδοχές και τις συμφωνημένες ετήσιες αυξήσεις αυτής και όχι αποδοχές που προβλέπονται από το νόμο (Σ.Σ.Ε., κανονισμοί εργασίας με ισχύ ουσιαστικού νόμου κλπ), που είναι διακριτές και ανεξάρτητες της συμβατικής δέσμευσης και αποτελούν ξεχωριστή βάση της αγωγής.

Το γεγονός εξάλλου, ότι το Δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη αυτεπαγγέλτως τις εφαρμοστέες Σ.Σ.Ε. δεν έχει σημασία κατά τα προαναφερόμενα, αφού δεν είχε προταθεί νομίμως ισχυρισμός για καταβολή νόμιμων αποδοχών, οπότε το Δικαστήριο θα ήταν υποχρεωμένο να ερευνήσεις αυτεπαγγέλτως και να ανεύρει τις εφαρμοστέες Σ.Σ.Ε.

Σε κάθε δε περίπτωση, ουδόλως προεβλήθη ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας ότι ο κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας κανονιστικού χαρακτήρα κανονισμός της αναιρεσίβλητης, που αποτέλεσε τμήμα της ατομικής συμβάσεως εργασίας του, παρέπεμπε σε μέλλουσες να ισχύσουν ευμενέστερες κάθε φορά Σ.Σ.Ε., με βάση τις οποίες θα καθοριζόταν ο μισθός της.

Μετά από αυτά, αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το σχετικό αίτημα της τελευταίας (άρθρ. 176, 183, 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 28.12.2016 αίτηση της Α. συζύγου Ι.Κ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 7166/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, όπως διορθώθηκε με την υπ' αριθ. 905/2016 απόφασή του ίδιου Δικαστηρίου.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Μαρτίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Οκτωβρίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ