Legislator Case Law & Legislation
1035/2019 AI generated

Supreme Court partially overturned appeal judgment on back pay and bonuses, remanding case for retrial.

Case Number 1035/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially annulled the First Instance Court of Appeal's decision rejecting the plaintiff's claims for back pay and bonuses. The plaintiff argued that his employment contract was invalidly terminated, while the defendant contended the termination was lawful. The court ruled that the appeal request regarding these specific monetary claims must be accepted, but the case is remanded for further trial before a different judge.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 580 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may annul a judgment partially and remit the case for retrial when the appeal grounds are valid only for specific claims, leaving other issues for subsequent examination.

Keywords

AI generated
partial annulment remittal for retrial back pay claims employment contract termination Code of Civil Procedure judicial expenses different judge composition

Cited Legislation

AI generated
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1035 / 2019 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1035/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Λουκά Μόρφη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 27 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Σ. Π. του Α., κατοίκου ..., για τον οποίο παραστάθηκε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Θεόδωρος Συμεωνίδη και διόρισε πληρεξούσια δικηγόρο του την Αναστασία - Ασημίνα Παπαγεωργίου, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "...", το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Παρασκευή Τσιώλη, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/2/2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 571/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 2247/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25/1/2018 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθεμία δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, με την υπό κρίση από 25ης Ιανουαρίου 2018 αίτηση διώκεται η αναίρεση της υπ' αριθμόν 2247/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Αρχικώς ο αναιρεσείων άσκησε κατά του αναιρεσιβλήτου την από 26ης Φεβρουαρίου 2010 αγωγή, με την οποία, επικαλούμενος ότι προσελήφθη από το αναιρεσίβλητο νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου - φιλανθρωπικό σωματείο - την 27η Νοεμβρίου 1980 υπό σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, απασχοληθείς έκτοτε ως λογιστής μέχρι της 3ης Νοεμβρίου 2005, οπότε το αναιρεσίβλητο προέβη σε καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αυτού, ότι με την υπ' αριθμόν 1177/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ανεγνωρίσθη η ακυρότης της εν λόγω καταγγελίας και ότι εν συνεχεία το αναιρεσίβλητο την 2α Δεκεμβρίου 2009 κατήγγειλε εκ νέου την σύμβαση εργασίας, εζήτησε να αναγνωρισθεί η ακυρότης της νέας καταγγελίας και να επιδικασθούν υπέρ αυτού μισθοί υπερημερίας του διαστήματος από 1ης Ιανουαρίου 2007 μέχρι της 28ης Φεβρουαρίου 2010 ως και επιδόματα εορτών, αδείας και ισολογισμού των ετών 2006 - 2009.

Η εν λόγω αγωγή απερρίφθη με την υπ' αριθμόν 571/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά της οποίας ο αναιρεσείων άσκησε την από 29ης Ιουλίου 2013 έφεση, εξεδόθη δε αντιμωλία των διαδίκων η προαναφερομένη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απερρίφθη η έφεση. Εν συνεχεία ο αναιρεσείων άσκησε την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, με την οποία προσβάλλεται η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση μόνον καθ' ο μέρος αφορά τα κεφάλαια των μισθών υπερημερίας από της 1ης Ιανουαρίου 2007 μέχρι της 2ας Δεκεμβρίου 2009, ημερομηνίας της νέας καταγγελίας, και των επιδομάτων εορτών, αδείας και ισολογισμού των ετών 2006 - 2009.

Η εν λόγω αίτηση έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 552, 553, 556, 558, 564, 566 και 569 ΚΠολΔ και πρέπει κατά την διάταξη του άρθρου 577 παρ. 3 ιδίου Κώδικος να εξετασθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.

Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 9 ΚΠολΔ, αναίρεση συγχωρείται εάν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση νοείται πάσα αυτοτελής αίτηση παροχής δικαστικής προστασίας, η οποία δημιουργεί ιδιαίτερο κεφάλαιο δίκης και εντεύθεν και εκκρεμοδικία. Προκειμένου να θεμελιώνεται ο εν λόγω λόγος, απαιτείται να υπάρχει παντελής σιωπή του δικαστηρίου της ουσίας επί αυτοτελούς αιτήσεως τόσον στο αιτιολογικό όσον και στο διατακτικό της αποφάσεως, ως εκ τούτου, εάν από το διατακτικό προκύπτει ότι η αίτηση δικαστικής προστασίας έχει απορριφθεί εν όλω, δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος, έστω και εάν δεν υφίσταται αιτιολογία ως προς όλα τα αιτήματα αυτής.

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από το διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Μονομελές Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, το οποίο είχε απορρίψει εν όλω την αγωγή αυτού, χωρίς διάκριση ή επιφύλαξη αναφορικώς με τα αυτοτελή αγωγικά αιτήματα περί επιδικάσεως υπέρ του αναιρεσείοντος των μισθών υπερημερίας του διαστήματος από 1ης Ιανουαρίου 2007 μέχρι της 2ας Δεκεμβρίου 2009 ως και των επιδομάτων εορτών, αδείας και ισολογισμού των ετών 2006 - 2009.

Συνεπώς, το Μονομελές Εφετείο δεν άφησε αδίκαστα τα εν λόγω αιτήματα και ο πρώτος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, δια του οποίου προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 9 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση συγχωρείται εάν η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως και ιδίως εάν στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες επί ζητήματος ασκούντος ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Τούτο συμβαίνει όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται παντελώς πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, τα οποία απαιτούνται προς εφαρμογή της εφαρμοσθείσης διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου, ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους.

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Μονομελές Εφετείο προέβη στην απόρριψη των προαναφερομένων αγωγικών αιτημάτων περί επιδικάσεως υπέρ του αναιρεσείοντος των μισθών υπερημερίας του διαστήματος από 1ης Ιανουαρίου 2007 μέχρι της 2ας Δεκεμβρίου 2009 ως και των επιδομάτων εορτών, αδείας και ισολογισμού των ετών 2006 - 2009, χωρίς να διαλάβει παντελώς αιτιολογία.

Συνεπώς, ο επικουρικώς ασκούμενος, δεύτερος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δια του οποίου προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση η αιτίαση της παντελούς ελλείψεως αιτιολογίας αναφορικώς με την απόρριψη των ως άνω αγωγικών αιτημάτων, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.

Επειδή, η αναίρεση αφορά τα προσβληθέντα κεφάλαια αλλά και τα τελούντα σε σχέση ουσιαστικής συναφείας προς αυτά κατά τρόπον ώστε να μην είναι δυνατό να αποχωρισθούν, όπως είναι το κεφάλαιο περί δικαστικών εξόδων, το οποίο έχει παρακολουθηματικό χαρακτήρα, οπότε συναναιρούνται και αυτά. Εάν η αίτηση αναιρέσεως γίνεται δεκτή και δια της παραδοχής ενός λόγου εξαφανίζεται η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση κατά το μέρος, κατά το οποίο προσβάλλεται, δεν εξετάζονται οι τυχόν περιλαμβανόμενοι άλλοι λόγοι, εκτός εάν δικαιολογείται σχετικώς ειδικό έννομο συμφέρον.

Εάν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση εξ οιουδήποτε άλλου λόγου εκτός της υπερβάσεως δικαιοδοσίας και της παραβιάσεως των περί αρμοδιότητος διατάξεων, δύναται συμφώνως προς τις διατάξεις του άρθρου 580 παρ. 1 - 3 ΚΠολΔ, να κρατήσει την υπόθεση και να επιληφθεί της εκδικάσεως αυτής, εάν κατά την κρίση του η υπόθεση δεν χρήζει περαιτέρω διευκρινίσεως, άλλως παραπέμπει την υπόθεση, προκειμένου να συζητηθεί σε νέα δικάσιμο, και προκειμένου περί των υπ' αριθμ. 1, 2, 3, 6 έως 17, 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγων, δύναται να παραπέμψει την υπόθεση ενώπιον άλλου δικαστηρίου ισοβάθμου και ομοειδούς προς το εκδώσαν την αναιρεθείσα απόφαση ή ενώπιον του ιδίου, εάν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός των εκδωσάντων την αναιρεθείσα απόφαση.

Εν προκειμένω, εν όψει του κατά τα ανωτέρω δεκτού γενομένου δευτέρου λόγου της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, μόνον καθ' ο μέρος αφορά την απόρριψη των αιτημάτων επιδικάσεως υπέρ του αναιρεσείοντος των μισθών υπερημερίας του διαστήματος από 1ης Ιανουαρίου 2007 μέχρι της 2ας Δεκεμβρίου 2009 και των επιδομάτων εορτών, αδείας και ισολογισμού των ετών 2006 - 2009 ως και το κεφάλαιο των δικαστικών εξόδων, και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλον Δικαστή εκτός του εκδώσαντος την εν λόγω απόφαση, ενώ παρέλκει κατά τα προαναφερθέντα η εξέταση του τρίτου και τελευταίου λόγου της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, αφορώντος αιτίαση περί παραβιάσεως των περί δεδικασμένου διατάξεων αναφορικώς με την απόρριψη των προαναφερομένων αιτημάτων, καθ' όσον η γενομένη την 3η Νοεμβρίου 2005 καταγγελία έχει αναγνωρισθεί τελεσιδίκως ως άκυρη, αφού ως προς τα εν λόγω αιτήματα η απόφαση έχει κατά τα ανωτέρω αναιρεθεί δυνάμει του δευτέρου λόγου.

Επειδή, συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ πρέπει να καταδικασθεί το αναιρεσίβλητο ως ηττώμενο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος αυτού, ως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμόν 2247/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, καθ' ο μέρος αναφέρεται στο σκεπτικό.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου, συντιθεμένου από άλλον Δικαστή εκτός του εκδώσαντος την εν λόγω απόφαση. Και

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος ποσού χιλίων πεντακοσίων (1500) ευρώ.-

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 31 Μαΐου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 19 Αυγούστου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ