Legislator Case Law & Legislation
1035/2018 AI generated

1035/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1035/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου, Χρήστο Βρυνιώτη και Γεώργιο Χοϊμέ, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1035/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ανεπάρκεια και ασάφεια αιτιολογιών υπάρχει, όταν, από το αιτιολογικό δεν προκύπτουν τα πραγματικά περιστατικά, που είναι αναγκαία, για τη δικαιολόγηση της εφαρμοσθείσας διάταξης ουσιαστικού δικαίου, καθιστώντας ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο.

Keywords

AI generated
road safety concerns traffic violation road traffic accidents overtaking maneuver motorcycle road accident driving whilst disqualified
AI generated
1012/2013
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-1-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:473/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3926/2009 προδικαστική και 5291/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19-5-2012 αίτησή της.
1746/2007
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Απριλίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 22-4-2002, 10-6-2002, 10-2-2003 και 30-9-2003 αγωγές, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 759/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8341/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28 Απριλίου 2006 αίτησή τους και τους από 26 Μαρτίου 2007 πρόσθετους λόγους αυτής.
878/2015
Επειδή, πριν την άσκηση της υπό κρίση αναιρέσεως απεβίωσε η εκ των αναιρεσιβλήτων Α.
746/2006
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Μαρτίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Α. Του αναιρεσείοντος: Ν. Κ. Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Δαούτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
533/2012
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 633/26-7-2002 αγωγή των 1ου και 2ου ήδη αναιρεσιβλήτων, και την 256/13-3-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Αφού συνεκδικάσθηκαν οι αγωγές, εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 466/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 892/2006 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 5-5-2009 αίτησή τους.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1035 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1035/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου, Χρήστο Βρυνιώτη και Γεώργιο Χοϊμέ, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Απριλίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ε. Μ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Παντελίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου Δ. Δ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σιντόρη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-11-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ηγουμενίτσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 13/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 60/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8-7-2017 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Χρήστο Βρυνιώτη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη, από 8.7.2017 και με αριθμ. κατάθεσης 2/2017 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 60/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας η οποία εκδόθηκε, συνεπεία ασκήσεως εφέσεως, εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου - εναγομένου κατά του αναιρεσείοντος - ενάγοντος, κατά της υπ' αριθμ. 13/2015 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Ηγουμενίτσας, το οποίο δίκασε την από 27.11.2013 αγωγή του αναιρεσείοντος-ενάγοντος κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφάλισής του (άρθρ. 666, 667, 670-676 και 681Α' του ΚΠολΔ) ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Συνεπώς είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των προβαλλομένων λόγων της. Ο αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ιδρύεται, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παράβαση εκδηλώνεται με ψευδή ερμηνεία ή με κακή εφαρμογή.

Περαιτέρω, ο, από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της απόφασης τα περιστατικά που είναι αναγκαία, για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των όρων και προϋποθέσεων για την εφαρμογή της εφαρμοσθείσης διάταξης, όπως, επίσης, η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, σε ότι αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε και όταν πρόκειται για ελλείψεις που ανάγονται σε εκτίμηση των αποδείξεων (ανάλυση - στάθμιση - αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος).

Ανεπάρκεια και ασάφεια αιτιολογιών υπάρχει, όταν, από το αιτιολογικό δεν προκύπτουν τα πραγματικά περιστατικά, που είναι αναγκαία, για τη δικαιολόγηση της εφαρμοσθείσας διάταξης ουσιαστικού δικαίου, καθιστώντας ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο.

Από τις διατάξεις των άρθρων 10 του Ν. ΓΠΝ/1911, 297, 298, 300, 330, 914 και 932 ΑΚ, συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υποχρέου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υποχρέου σε αποζημίωση, έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας, μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση, εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή από τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνομένου προσώπου, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Με την ένδικη αίτηση αναίρεσης πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας για πλημμέλειες των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559, διότι με τις ασαφείς, ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες που περιέλαβε, κατέστησε αδύνατο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 297, 298, 330 και 914 ΑΚ, σχετικά με την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της συμπεριφοράς της οδηγού του υπ' αριθμ. …. ΙΧΕ αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας του αναιρεσείοντος - ενάγοντος και του επελθόντος αποτελέσματος, ήτοι την σύγκρουση του προαναφερομένου οχήματος με την οδηγούμενη από τον εναγόμενο (αναιρεσίβλητο) υπ' αριθμ. ….2 δίκυκλη μοτοσικλέτα ιδιοκτησίας του, τον τραυματισμό αυτού και του συνεπιβάτη του, και εντεύθεν την έλλειψη κάθε υπαιτιότητας της πρώτης, παραπάνω οδηγού (με την προσβαλλόμενη απόφαση κρίθηκε αποκλειστικά υπαίτια του ενδίκου ατυχήματος η παραπάνω οδηγός του …7 ΙΧΕ αυτοκινήτου και απερρίφθη η ένδικη αγωγή).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας, δικάσαν, ως, Εφετείο, μετ' αξιολόγηση όλων των κατ' είδος αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του τα ακόλουθα: "Την 31.7.2013 και περί ώρα 13.45 ο εκκαλών-εναγόμενος, οδηγώντας την υπό στοιχεία κυκλοφορίας …2 δίκυκλη μοτοσικλέτα ιδιοκτησίας του κινούνταν στο 6ο χιλ.

της Εγνατίας οδού, με κατεύθυνση από Ηγουμενίτσα προς Ιωάννινα, ευρισκόμενος στο άκρο δεξιό της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας (η Εγνατία οδός έχει δύο λωρίδες κίνησης των οχημάτων ανά κατεύθυνση), με ταχύτητα περί τα 100 χλμ/ώρα. Στην μοτοσικλέτα επέβαινε και ο εξάδερφός του Χ. Κ.. Έμπροσθεν αυτού και στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας κινούνταν το υπό στοιχεία κυκλοφορίας ..7 ΙΧΕ αυτοκίνητο, οδηγούμενο από την Χ.

Γ. του Σ., ιδιοκτησίας του εφεσίβλητου και ασφαλισμένο για τον κρίσιμο χρόνο για ζημίες σε τρίτους από την ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "…..". Τότε, έξαφνα, απροειδοποίητα και αιφνίδια, σε χρόνο που τα ως άνω οχήματα βρισκόταν σε μικρή απόσταση το ένα από το άλλο, η ως άνω οδηγός άλλαξε λωρίδα κυκλοφορίας, εισερχόμενη από την αριστερή στην δεξιά λωρίδα, με αποτέλεσμα να παρεισφρήσει στην πορεία του δικύκλου, την ύπαρξη του οποίου, προφανώς, δεν είχε αντιληφθεί, το οποίο επέπεσε με σφοδρότητα με το μπροστινό μέρος της μηχανής στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου, παρά τον αποφευκτικό, της σύγκρουσης, ελιγμό που διενήργησε ο μοτοσυκλετιστής με τροχοπέδηση, με αποτέλεσμα, μετά τη σύγκρουση, οι επιβαίνοντες στο δίκυκλο να εκτιναχθούν σε μεγάλη απόσταση, με συνέπεια της σύγκρουσης τον βαρύ τραυματισμό τους, το δε δίκυκλο να σταματήσει 45 μέτρα μετά από το σημείο της σύγκρουσης, η δε οδηγός του αυτοκινήτου σταμάτησε σε απόσταση 200 μ.

από το ίδιο σημείο. Αποδεικνύεται δηλαδή, ότι αποκλειστικώς υπαίτια της σύγκρουσης τυγχάνει η ως άνω οδηγός του αυτοκινήτου, η οποία παραβίασε επιτακτικούς και απαγορευτικούς κανόνες του ΚΟΚ και ειδικότερα τη διάταξη του άρθρου 12 του ΚΟΚ, από την οποία επιβάλλεται η κίνηση των οδηγών στις οδούς με προσοχή, ώστε να μην θέτουν σε κίνδυνο άλλους χρήστες της οδού, του άρθρου 16 παρ. 3, που επιβάλλει την κίνηση σε δρόμους που έχουν περισσότερες της μίας λωρίδας στα όρια της λωρίδας τους και στο μέσον αυτής και του άρθρου 21 παρ. 1, που επιβάλλει την έγκαιρη προειδοποίηση των άλλων χρηστών της οδού σε περίπτωση αλλαγής λωρίδας κίνησης, όπως και της παρ. 3 αυτού για την χρήση του δείκτη αλλαγής κατεύθυνσης (φλας) σε όλη την διάρκεια της κίνησης και λίγο μετά την ολοκλήρωσή της, ώστε να σημαίνεται έγκαιρα και αδιαμφισβήτητα η κίνηση αυτή.

Τοιουτοτρόπως η ως άνω οδηγός, παράνομα, και απροειδοποίητα άλλαξε λωρίδα κατεύθυνσης από αριστερά στα δεξιά, αποφράσσοντας την κίνηση του εναγομένου, ευθεία στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, προφανώς γιατί δεν αντιλήφθηκε την παρουσία της μοτοσικλέτας επί της οδού, όπως ομολογεί στην κατάθεση που έδωσε μετά το ατύχημα στην αρμόδια Δ/νση Τροχαίας Κίνησης Ηγουμενίτσας, με αποτέλεσμα εξ αιτίας αυτής και μόνης της αιτίας να παραχθεί η σύγκρουση των οχημάτων.

Μάλιστα δε, στην παραγωγή του ένδικου τροχαίου, ο εναγόμενος δεν ευθύνεται, αφού δεν είχε περιθώρια αντίδρασης, πέραν της γενόμενης από αυτόν τροχοπέδησης, λόγω της αιφνίδιας κίνησης της οδηγού του ΙΧΕ, αλλά και της μικρής απόστασης που χώριζε το ΙΧΕ από το δίκυκλο την ώρα της εισόδου της οδηγού στην λωρίδα του εναγομένου.

Έσφαλε, συνεπώς, η εκκαλουμένη, ως προς την απόδοση υπαιτιότητας στον εναγόμενο οδηγό του δικύκλου, καθώς στερείται επαρκούς αιτιολογίας. Ειδικότερα, η εκκαλουμένη διαλαμβάνει ότι "ο οδηγός της δίκυκλης μοτοσυκλέτας (εναγόμενος) εκινείτο στο ίδιο ρεύμα πορείας και την ίδια κατεύθυνση με το αυτοκίνητο του ενάγοντος και μάλιστα πίσω από το αυτοκίνητο του τελευταίου.

Ο εν λόγω οδηγός... από αμέλεια... δεν είχε ρυθμίσει την ταχύτητά του ανάλογα με τις επικρατούσες συνθήκες και δεν τηρούσε αρκετή απόσταση από το προπορευόμενο όχημα, με αποτέλεσμα να χάσει τον έλεγχο του οχήματός του και να συγκρουστεί με πολύ μεγάλη ταχύτητα στο οπίσθιο τμήμα του προπορευόμενου οχήματος του ενάγοντος.

Ποία, όμως, η αιτία της απώλειας του ελέγχου του οχήματος δεν αναφέρεται. Πώς είναι δυνατό, από τα διδάγματα της κοινής πείρας και τη λογική να κινείται η μοτοσυκλέτα μεγάλου κυβισμού στην Εγνατία Οδό, με άπλετο χώρο και δυνατότητα ανάπτυξης ταχύτητας, όπισθεν ΙΧΕ αυτοκινήτου στην αριστερή λωρίδα, με το υπόλοιπο ρεύμα της οδού εντελώς ελεύθερο, αντί να πορεύεται στην ελεύθερη από οχήματα δεξιά λωρίδα, η αιτιολογία δεν αναφέρει.

Επομένως, γενομένου δεκτού του σχετικού λόγου έφεσης και παρελκομένης της εξέτασης των λοιπών λόγων, πρέπει να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη, να κρατηθεί η υπόθεση και να δικασθεί από το παρόν Δικαστήριο και να απορριφθεί η αγωγή ως ουσία αβάσιμη...". Έτσι που έκρινε το, ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 10 του ν.

ΓΠΝ/1911, 12, 16 παρ. 3 και 21 παρ. 1 και 3 του ΚΟΚ, 297, 298, 330 και 914 του ΑΚ. Παράλληλα, από τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να απαιτείτο οποιαδήποτε άλλη παραδοχή το πραγματικό των εφαρμοστέων κανόνων του ουσιαστικού δικαίου και δη περί της ταχύτητας του ΙΧΕ αυτοκινήτου και της ακριβούς απόστασης μεταξύ των δύο οχημάτων κατά το χρόνο που το ΙΧΕ αυτοκίνητο κινήθηκε προς τη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας.

Έλαβε υπόψη το δικαστήριο όλους τους προσδιοριστικούς παράγοντες του ατυχήματος και κατέληξε σε σαφές πόρισμα αναφορικά με το ζήτημα της αποκλειστικής υπαιτιότητος της οδηγού του υπ' αριθμ. …7 ΙΧΕ αυτοκινήτου της ιδιοκτησίας του αναιρεσείοντος. Ειδικότερα κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η οδηγός του ΙΧΕ αυτοκινήτου είναι αποκλειστικώς υπαίτια της σύγκρουσης, διότι παραβίασε τους επιτακτικούς και απαγορευτικούς κανόνες του ΚΟΚ και ειδικότερα τη διάταξη του άρθρου 12 του ΚΟΚ, από την οποία επιβάλλεται η κίνηση των οδηγών στις οδούς με προσοχή, ώστε να μη θέτουν σε κίνδυνο άλλους χρήστες που κινούνται σ' αυτή, του άρθρου 16 παρ. 3 του ΚΟΚ, που επιτάσσει την κίνηση σε δρόμους που έχουν περισσότερες της μίας λωρίδας να κινούνται στα όρια της λωρίδας τους και στο μέσον αυτής και του άρθρου 21 παρ. 1, που επιτάσσει την έγκαιρη προειδοποίηση των άλλων χρηστών της οδού, σε περίπτωση αλλαγής λωρίδας κίνησης όπως και της παρ. 3 αυτού, για την χρήση του δείκτη αλλαγής κατεύθυνσης (φλας) σε όλη τη διάρκεια της κίνησης και λίγο, μετά την ολοκλήρωσή της, ώστε να σημαίνεται έγκαιρα και αδιαμφισβήτητα η κίνηση αυτή.

Έτσι, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η άνω οδηγός, παράνομα, αιφνίδια και απροειδοποίητα άλλαξε λωρίδα κατεύθυνσης από αριστερά προς τα δεξιά, αποφράσσοντας την κίνηση του εναγομένου, ευθεία στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, γιατί δεν αντιλήφθηκε την παρουσία της μοτοσικλέτας επί της οδού, όπως ομολογεί στην κατάθεση που έδωσε μετά το ατύχημα στην αρμόδια Διεύθυνση Τροχαίας Κίνησης Ηγουμενίτσας, με αποτέλεσμα, εξαιτίας αυτής και μόνης αιτίας να προκληθεί η σύγκρουση των οχημάτων.

Μάλιστα δε στην παραγωγή του ενδίκου τροχαίου, ο εναγόμενος δεν ευθύνεται, αφού δεν είχε περιθώρια αντίδρασης, πέραν της γενόμενης από αυτόν τροχοπέδησης, λόγω της αιφνίδιας κίνησης της οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου και της μικρής απόστασης που χώριζε το ΙΧΕ αυτοκίνητο από τη δίκυκλη μοτοσικλέτα, την ώρα της εισόδου της οδηγού στην λωρίδα του εναγομένου.

Τα ως άνω περιστατικά που δέχθηκε, ανελέγκτως, το δικαστήριο της ουσίας ως αποδειχθέντα, καθεαυτά, αντικειμενικώς και βάσει των διδαγμάτων της κοινής πείρας συγκροτούν την έννοια της υπαιτιότητας (και εντεύθεν την έλλειψη κάθε συνυπαιτιότητας του οδηγού της δίκυκλης μοτοσικλέτας) και θεμελιώνουν την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ αυτής (αποκλειστικής υπαιτιότητας της οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου) και του ζημιογόνου αποτελέσματος.

Έτσι, το δικαστήριο της ουσίας δεν στέρησε την εν λόγω απόφασή του από νόμιμη βάση και ορθώς υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, στους κανόνες ουσιαστικού δικαίου που παραπάνω αναφέρθηκαν, εφόσον με τις σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την εφαρμογή των άνω διατάξεων και ορθά δεν υπήγαγε τα περιστατικά αυτά, όσον αφορά την οδηγική συμπεριφορά του εναγομένου στους κανόνες δικαίου των άρθρων 12, 17, 19 και 20 παρ. 1 του ΚΟΚ, τους οποίους επίσης ορθά δεν εφάρμοσε, όπως αντιθέτως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης.

Κατόπιν αυτών οι σχετικοί πρώτος, τρίτος και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παραβάσεως του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Περαιτέρω, ο αναιρεσείων με τον δεύτερο (2ο) λόγο της αναίρεσής του προβάλλει την αιτίαση, κατά την αληθή νοηματική της έννοια, από τον αριθμ. 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και συγκεκριμένα ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του ομολογία του αντιδίκου του (αναιρεσιβλήτου), εμπεριεχομένη στις προτάσεις του τελευταίου, ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου, την οποία και προφορικά προέβαλε στο ακροατήριο του προαναφερομένου δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία, και τα δύο οχήματα κινούνταν στην ίδια λωρίδα κυκλοφορίας (τη δεξιά), το μεν αυτοκίνητο στο αριστερό μέρος της, η δε μηχανή στο δεξιό μέρος της και το δικαστήριο δέχθηκε ότι τα εν λόγω οχήματα εκινούντο σε διαφορετικές λωρίδες κυκλοφορίας και συγκεκριμένα ότι το αυτοκίνητο εκινείτο στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας και η μοτοσικλέτα στη δεξιά.

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, καθόσον η αναφορά των περιστατικών αυτών, στις έγγραφες προτάσεις του αναιρεσιβλήτου και η προβολή τους στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου δεν αποτελεί δικαστική ομολογία αυτού, αλλά τα περιστατικά αυτά προβλήθηκαν στα πλαίσια της άρνησης των συνθηκών τελέσεως του ενδίκου ατυχήματος.

Σε κάθε περίπτωση, δεν υφίσταται ομολογία από την παραπάνω παραδοχή ως προς την υπαιτιότητα του αναιρεσιβλήτου, αφού αναφέρει στις προτάσεις του και στη δήλωση που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, ότι η οδηγός του αυτοκινήτου "χωρίς να βγάλει φλας και εντελώς ξαφνικά έστριψε δεξιά και κατέλαβε τη δεξιά λωρίδα που εκινείτο ο Δ., με αποτέλεσμα να επιπέσει σε αυτούς".

Οι λοιπές επιμέρους αιτιάσεις, με τα οποίες πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη, από το δικαστήριο της ουσίας, εκτίμηση των αποδείξεων, αναφορικά με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα της προσβαλλόμενης είναι απορριπτέες, ως απαράδεκτες.

Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα, στο Δημόσιο Ταμείο. Δικαστικά έξοδα δεν πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος και υπέρ του αναιρεσιβλήτου που νίκησε στη δίκη, ελλείψει σχετικού προς τούτο αιτήματος του τελευταίου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8.7.2017 και με αριθμ. καταθ. 2/2017 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 60/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας. Και Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Μαΐου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Ιουνίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ