1035/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1035/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στις εργασίες του αυτές ο πατέρας του ενάγοντος είχε βοηθό νομής τη σύζυγο του και ήδη χήρα του Μ. χήρα Ν. Γ., η οποία τοποθετούσε τα ζώα της οικογένειας στη σπηλιά, τα τάϊζε και συνέλεγε τους καρπούς των δέντρων του επιδίκου, για λογαριασμό του νομέα του ακινήτου, συζύγου της, και ποτέ για ίδιο λογαριασμό και δη διανοία κυρίας.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1035 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1035/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Μ. Μ. του Ι., 2) Α. Τ. του Φ. και 3) Ι. Τ. του Φ., κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρίνα Πανίδου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Γ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Παπαγεωργίου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13/2/2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 361/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 384/2011 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14/3/2012 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε την από 4/2/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Κατά τη διάταξη του άρθρου 556 παρ. 1 ΚΠολΔ, δικαίωμα αναίρεσης έχουν, πλην άλλων, εφόσον νικήθηκαν ολικά ή εν μέρει στη δίκη που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, και οι ειδικοί διάδοχοι, εφόσον απέκτησαν την ιδιότητα αυτή μετά την άσκηση της αγωγής. Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείουσες επικαλούνται το ...9.9.1999 συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Ηρακλείου Μαρίνας συζ. Εμμανουήλ Ανδρονά, που έχει νόμιμα μεταγραφεί, με το οποίο φέρεται η πρώτη απ' αυτές να έχει μεταβιβάσει με γονική παροχή την ψιλή κυριότητα του επίδικου ακινήτου στα τέκνα της - δεύτερη και τρίτη απ' αυτές - κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου σε καθεμιά. Συγχρόνως, φέρεται να έχει παρακρατήσει το δικαίωμα επικαρπίας για δώδεκα έτη με τη ρητή πρόβλεψη ότι αυτή - επικαρπία - θα περιέλθει, χωρίς τη μεσολάβηση άλλου εγγράφου, στη δεύτερη και τρίτη απ' αυτές - αναιρεσείουσες - . Ήδη - στις 9.9.2011 - έχει παρέλθει η δωδεκαετία και συνεπώς η δεύτερη και τρίτη από τις αναιρεσείουσες, ως ειδικοί διάδοχοι της ήδη πρώτης αναιρεσείουσας εναγομένης, νομιμοποιούνταν για την άσκηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
II. Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1710, 1712, 1716 επ., 1813 επ., 1193, 1195, 1198, 1199 και 1033 ΑΚ, συνάγεται ότι η κυρτότητα ακινήτου αποκτάται παραγώγως, με κληρονομική μεν διαδοχή, από το θάνατο του κληρονομουμένου, εφόσον ο κληρονόμος αποδεχθεί την κληρονομιά με δημόσιο έγγραφο και μεταγράψει την περί αποδοχής δήλωσή του, με συμφωνία δε, μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ' αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία, η οποία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο που υποβάλλεται σε μεταγραφή.
Για τη μεταβίβαση, με τους τρόπους αυτούς, της κυριότητας του ακινήτου, προϋπόθεση είναι ο αποβιώσας ή εκείνος που συμφώνησε τη μεταβίβαση της να ήταν κύριος του ακινήτου. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1045, 1051 ΑΚ, συνάγεται ότι, για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα, εκείνου που απέκτησε τη νομή αυτού με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του.
Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ' αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Τέλος, για την ίδρυση του από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης πρέπει από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, να μην προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα εξής: "Το επίδικο ακίνητο είναι ένα οικόπεδο, εντός του οποίου υφίστανται μία παράγκα με ελλενίτ, εμβαδού 8 τετ. μέτρων περίπου, τρεις συκιές, δύο λεμονιές και μία κρεββατίνα, έχει επιφάνεια 240 τετ. μέτρα, βρίσκεται επί της οδού …, στη θέση "..." της συνοικίας "..." του Ηρακλείου Κρήτης και συνορεύει βορείως με ιδιοκτησία κληρονόμων Α., επί πλευράς μήκους 14,50 μέτρων, ανατολικά με ιδιοκτησία Μ.
χήρας Ν. Γ., επί πλευράς μήκους 20,80 μέτρων, νότια με δρόμο (οδός …), επί πλευράς μήκους 8 μέτρων και δυτικά με ιδιοκτησία Α. Ν., επί πλευράς μήκους 22 μέτρων. Το ακίνητο αυτό νεμόταν διάνοια κυρίου από το 1963 συνεχώς και ανενόχλητα μέχρι το θάνατο του, ο πατέρας του ενάγοντος, Ν. Γ. του Ε., ο οποίος απεβίωσε χωρίς να αφήσει διαθήκη στο Ηράκλειο, στις 1.6.1989, κληρονομηθείς επί όλης της κινητής και ακινήτου περιουσίας του, από τον ενάγοντα υιό του κατά ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου, από τη θυγατέρα του Ε.
συζ. Ι. Μ. (μητέρα της εναγομένης), κατά το αυτό εξ αδιαιρέτου ποσοστό (3/8) και από, τη χήρα του, Μ. χήρα Ν. Γ. (γιαγιά της εναγομένης) κατά το λοιπό 2/8 εξ αδιαιρέτου ποσοστό. Συγκεκριμένα, αυτός για χρόνο μεγαλύτερο της εικοσαετίας (1963-1989), το επίδικο ακίνητο, το οποίο σήμερα είναι οικόπεδο, και παλαιότερα χωράφι, και στο οποίο υπήρχε μια σπηλιά, το επόπτευε και έβαζε σ' αυτό τα πρόβατα του και τα κουνέλια του, ενώ συνέλεγε τους καρπούς από φραγκοσυκιές, συκιές και τα λεμόνια από δύο λεμονιές, χωρίς ποτέ να ενοχληθεί από κανένα.
Στις εργασίες του αυτές ο πατέρας του ενάγοντος είχε βοηθό νομής τη σύζυγο του και ήδη χήρα του Μ. χήρα Ν. Γ., η οποία τοποθετούσε τα ζώα της οικογένειας στη σπηλιά, τα τάϊζε και συνέλεγε τους καρπούς των δέντρων του επιδίκου, για λογαριασμό του νομέα του ακινήτου, συζύγου της, και ποτέ για ίδιο λογαριασμό και δη διανοία κυρίας.
Η διανοία κυρίου διενέργεια διακατοχικών πράξεων στο επίδικο από τον πατέρα του ενάγοντος, ήταν συνεχής και ακώλυτη, έως το θάνατο του, όπως προεκτέθηκε, και συνεπώς δεν αποδείχθηκε ότι η νομή του διακόπηκε το έτος 1974, οπότε κατά τους ισχυρισμούς της εναγομένης της παραδόθηκε ατύπως η νομή αυτού από τη μητέρα του ενάγοντος και γιαγιά της.
Άλλωστε, παρεκτός του ότι αποδείχθηκε ότι ουδέποτε η γιαγιά της εναγομένης είχε ασκήσει οποτεδήποτε κάποια πράξη νομής διανοια κυρίας στο επίδικο, αβάσιμος αποδεικνύεται και ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι η ίδια η εναγομένη/από το έτος 1974 ,που κατά τους ισχυρισμούς της, της παραδόθηκε η νομή του επιδίκου, και για χρονικό διάστημα είκοσι ετών και πλέον, ασκούσε η ίδια εμφανείς πράξεις νομής.
Τούτο πολύ περισσότερο αφού, η εναγομένη, που είναι βιολόγος, το έτος 1974 ήταν μόνον 14 ετών, ως γεννηθείσα το έτος 1960 (βλ. προσκομιζόμενο με επίκληση ...9.9.1999 συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Ηρακλείου Μαρίνας συζ. Εμμανουήλ Ανδρονά, το γένος Μιχαήλ και Ελένης Κοντογιαννάκη) και συνεπώς, όταν φέρεται να της παραδόθηκε η νομή του επιδίκου ήταν ακόμη μαθήτρια, και πρόδηλο είναι ότι δεν ήταν σε θέση να ασχολείται με φύλαξη ζώων και συγκομιδή καρπών από το επίδικο, λαμβανομένου υπόψη ότι η ίδια δεν ισχυρίστηκε, ούτε από οποιοδήποτε αποδεικτικό μέσο που προσήχθη ή προσκομίσθηκε προέκυψε, ότι τις ισχυριζόμενες από αυτή πράξεις νομής, τις ενεργούσε δι' αντιπροσώπου ή βοηθού νομής.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η εναγομένη, ισχυρισθείσα ψευδώς στην από 7.9.1995 (αρ. εκθ. κατ. 6622/1995) αγωγή της, ότι κατέστη κυρία του επιδίκου με τά προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας ως νεμηθείσα αυτό από το έτος 1974 που ή νομή του της παραδόθηκε ατύπως από τη γιαγιά της και για είκοσι χρόνια συνεχώς και ότι η δικαιοπάροχος γιαγιά της, εναγομένη στην άνω αγωγή, αμφισβητούσε το πρωτοτύπως κτηθέν δικαίωμα κυριότητος της στο επίδικο, πέτυχε, την έκδοση ερήμην της εναγόμενης γιαγιάς της, της με αριθμό 360/1996 ήδη τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, με την οποία αναγνωρίσθηκε έναντι της εναγόμενης γιαγιάς της, κυρία του επιδίκου, μετά από λίγο δε κατέλαβε αυτό, ενώ το κατείχε κατά το χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής, ακολούθως δε, δυνάμει του με αριθμό ...9.9.1999 συμβολαίου γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Ηρακλείου Μαρίνας συζ.
Εμμανουήλ Ανδρονά, το γένος Μιχαήλ και Ελένης Κοντογιαννάκη, μεταβίβασε το επίδικο κατά δικαίωμα ψιλής κυριότητος στα τέκνα της, παρακρατήσασα την επικαρπία αυτού. Το δεδικασμένο που απέρρευσε από την παραπάνω τελεσίδικη απόφαση δεν επηρεάζει την παρούσα δίκη καθόσον δεν υφίσταται ταυτότητα διαδίκων των δύο δικών.
Αποδεικνύεται συνεπώς, ότι ο δικαιοπάροχος του ενάγοντος, πατέρας του, Ν. Γ. είχε καταστεί κύριος του επιδίκου με πρωτότυπο τρόπο και δη με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας και ότι ο ενάγων, εξ αδιαθέτου κληρονόμος του κατά ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου, που αποδέχθηκε το κληρονομικό του ποσοστό δυνάμει της με αριθμό ...8.3.2006 πράξης αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Ηρακλείου Κρήτης, Ιωάννας Σφίγγα, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ηρακλείου στον τόμο … με αύξοντα αριθμό ..., κατέστη από του χρόνου επαγωγής της κληρονομιάς σ' αυτόν (1986), κύριος με παράγωγο τρόπο του άνω εξ αδιαιρέτου ποσοστού επί του επιδίκου, ως αποκτήσας αυτό παρά αληθούς κυρίου.
Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου δεν αναιρείται από το γεγονός ότι η εναγομένη έχει περιλάβει το επίδικο ως ιδιοκτησία της στο ειδικό έντυπο της εφορίας (E9) του έτους 1997, καθώς και ότι έχει καταβάλει γι' αυτό στο Δήμο Ηρακλείου τον αναλογούντα ΤΑΠ, καθόσον οι ενέργειες αυτές δεν συνιστούν εμφανείς πράξεις νομής, ώστε δεν είναι από μόνες τους ή σε συνδυασμό με τις άλλες αποδείξεις ικανές να προσδώσουν δικαίωμα κυριότητος στην εναγομένη.
Η εκκαλουμένη που δέχθηκε τα αντίθετα και απέρριψε την αγωγή, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει κατά παραδοχή των λόγων εφέσεως και των προσθέτων λόγων αυτής, να εξαφανισθεί αυτή, να κρατηθεί η υπόθεση και να γίνει δεκτή η αγωγή ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη, να αναγνωρισθεί ο ενάγων κύριος κατά ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου του επίδικου ακινήτου και να υποχρεωθεί η εναγομένη να του αποδώσει τη συννομή του κατά το άνω εξ αδιαιρέτου ποσοστό".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, περιέλαβε στην απόφασή του πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία τόσο όσον αφορά την παραδοχή της αγωγής όσο και όσον αφορά την απόρριψη του άνω ισχυρισμού ιδίας κυριότητας της εναγομένης και ήδη πρώτης αναιρεσείουσας και συνεπώς ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο, από την επίκληση της πλημμέλειας αυτής, υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, "πράγματα", η λήψη ή μη υπόψη των οποίων ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή λόγω αναίρεσης, είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής) είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο, καθώς και τα προς θεμελίωση αυτών περιστατικά.
Ο λόγος, όμως, δεν ιδρύεται, πλην άλλων, και, όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει τον προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν. Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ. 8 περ.
β' ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την ένστασή τους από την ΑΚ 281, που είχε προβάλει νόμιμα η πρώτη από αυτές με τις πρωτόδικες προτάσεις της και την είχε επαναφέρει παραδεκτά ενώπιον του Εφετείου ως υπεράσπιση κατά της έφεσης του αντιδίκου της με τις προτάσεις της της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, χωρίς να λάβει υπόψη όλα τα συγκροτούντα την ένστασή της αυτή περιστατικά, τα οποία είχε, επίσης, αναφέρει με τις πρωτόδικες προτάσεις της και είχε επαναφέρει παραδεκτά με τις προτάσεις της στο Εφετείο, αφού "όπως - για τη στοιχειοθέτηση της ένστασης αυτής - εξέθεσε, νέμ(εται) και διακατέχ(ει) το παραπάνω ακίνητο ανενόχλητα και αδιατάρακτα υπό τα όμματα του αντιδίκου από το έτος 1974 ως κυρία μέχρι το έτος 1999 και ως επικαρπώτρια έκτοτε μέχρι σήμερα.
Ουδέποτε από τότε που ατύπως η γιαγιά (της) Μ. χήρα Ν. Γ. [στο σπίτι της οποίας μεγάλως(ε)] (της) δώρισε το ακίνητο αυτό, αμφισβήτησε ο αντίδικος το δικαίωμά (της), αντίθετα γνώριζε ότι αυτό (της) είχε παραχωρηθεί ατύπως, αποδέχετο την πραγματική αυτή κατάσταση και δικαιολογημένα δημιουργήθηκε σε (αυτήν) η πεποίθηση ότι ποτέ δεν θα προέλαβε αξιώσεις, με δεδομένη την επί 17 έτη αδράνειά του, όπως προκύπτει από την αγωγή του, από τότε δηλ.
που πέθανε ο δήθεν δικαιοπάροχός του στον οποίο δήθεν άνηκε αυτό. Είναι συνεπώς προφανές ότι η άσκηση της αγωγής αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, πράγμα που και αυτεπαγγέλτως ερευνάται και θα πρέπει και για το λόγο αυτό να απορριφθεί". Όμως, κατά τα προεκτεθέντα, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αντιμετώπισε την εν λόγω ένσταση - από την ΑΚ 281 - και, την απέρριψε εκ του πράγματος με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που κατά τα άνω η πρώτη αναιρεσείουσα είχε προβάλει και ειδικότερα των στην προηγούμενη σκέψη αναφερομένων.
Γι' αυτό ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
IV. Εξάλλου, από τη βεβαίωση του Εφετείου ότι λήφθηκαν υπόψη όλες "οι καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν με επιμέλεια των διαδίκων στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου", καθώς και από το σύνολο των σκέψεων αυτού, γίνεται φανερό και αναμφισβήτητο, ότι τούτο έλαβε υπόψη του και "την επ' ακροατηρίω πρωτόδικη κατάθεση της συζύγου του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου - την οποία οι αναιρεσείουσες ισχυρίζονται ότι η πρώτη απ' αυτές είχε επικαλεστεί νόμιμα με τις προτάσεις της στο Εφετείο - χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγησή της, και, συνεπώς, ο τρίτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.11 περ. γ' του ΚΠολΔ, με τον οποίο υπό την επίκληση της πλημμέλειας αυτής, υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14.3.2012 αίτηση των 1) Μ. Μ. του Ι. και της Ε. κ.ά. για αναίρεση της 384/2011 απόφασης του Εφετείου Κρήτης.
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Απριλίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 7η Μαΐου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ