Supreme Court dismisses appeal on res judicata grounds despite new constitutional argument regarding property rights.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision, upholding the lower court's finding of res judicata. The appellant argued that a new constitutional provision regarding property rights should invalidate the previous judgment, but the court held that the prior decision definitively established that the relevant law had been repealed. Consequently, the court ruled that the existence of this binding precedent prevents the appellant from raising the new constitutional argument in this instance.
Legislator headnote
AI generatedArticle 1 of the First Protocol to the ECHR; Article 339 of the Code of Civil Procedure: A final judgment establishing that a specific law has been repealed creates res judicata that bars subsequent claims based on that law, even if the appellant later invokes a new constitutional provision regarding property rights.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1035 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1035/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη και Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Ιανουαρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. Β. - Χ., συζύγου Κ. Χ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βασιλική Σκορδάκη.
Του αναιρεσίβλητου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.), με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΓΕΩΡΓΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ (ΟΓΑ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον Θεόδωρο Ράπτη, πάρεδρο Ν.Σ.Κ. βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 §2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5 Δεκεμβρίου 2001 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1718/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 4575/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21 Φεβρουαρίου 2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Δαβίλλας, διάβασε την από 10-1-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών, που κυρώθηκε μαζί με τη σύμβαση με το Ν.Δ. 537/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος, αυξημένη τυπική ισχύ έναντι των κοινών νόμων "παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.
Ουδείς δύναται να στερηθεί της περιουσίας του ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπόμενους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα παντός κράτους, όπως θέση εν ισχύϊ νόμους, ους ήθελε κρίνει αναγκαίους προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών, συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων".
Στην έννοια της περιουσίας, που προστατεύεται από τις διατάξεις αυτές, περιλαμβάνονται όχι μόνο τα από το άρθρο 17 του Συντάγματος προστατευόμενα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα περιουσιακής φύσεως δικαιώματα και τα νομίμως κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα, άρα και τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα και δη οι περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφ' όσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία με βάση το τυχόν πριν από την προσφυγή στο δικαστήριο νομοθετικό καθεστώς ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά (Ολ.
ΑΠ 40/1998). Άρα, μεταξύ των προστατευομένων κατά τα άνω περιουσιακών δικαιωμάτων είναι και το γεννημένο δικαίωμα μισθολογικής προαγωγής υπαλλήλου. Σύμφωνα με τη ρύθμιση της παραπάνω διεθνούς συνθήκης ο κοινός νομοθέτης δεν έχει τη δυνατότητα να αποσβέσει περιουσιακά ενοχικά δικαιώματα, αν δεν συντρέχουν αποχρώντες προς τούτο λόγοι δημοσίου συμφέροντος ή ωφελείας, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων, αφού διαφορετικά ή έναντι του κοινού νομοθέτη προστασία των περιουσιακών αυτών δικαιωμάτων θα έμενε χωρίς πρακτικό αποτέλεσμα.
Εξάλλου, με το άρθρο 6 του Π. Δ/τος 304/1985 προστέθηκε παράγραφος 9 στο άρθρο 26 του Κ.Κ.Π./Ο.Γ.Α. - ο οποίος έχει ισχύ νόμου (εγκρίθηκε με την 17764/8720/1961 κοινή απόφαση των Υπ. Γεωργίας και Οικονομικών, κατ' εξουσιοδότηση του Ν. 4169/1961) -που ορίζει, ότι στους τακτικούς υπαλλήλους του Ο.Γ.Α., που έχουν συμπληρώσει το χρόνο για προαγωγή στον επόμενο βαθμό και κρίνονται προακτέοι, παρέχεται ο βασικός μισθός του επομένου βαθμού προσαυξημένος με όλα τα επιδόματα, ως εάν οι υπάλληλοι αυτού είχαν προαχθεί στο βαθμό αυτό.
Στους υπαλλήλους που συμπληρώνουν χρόνο για προαγωγή και στον μεθεπόμενο βαθμό και κρίνονται προακτέοι παρέχεται ο μισθός του βαθμού αυτού προσαυξημένος με όλα τα επιδόματα, ως εάν οι υπάλληλοι είχαν προαχθεί στο βαθμό αυτό, έστω και αν εν τω μεταξύ έχει μεσολαβήσει προαγωγή στον ενδιάμεσο βαθμό. Στη συνέχεια με το άρθρο μόνο του Π.Δ 277/1992 συστήθηκαν στον αναιρεσίβλητο δύο θέσεις Γενικών Διευθυντών και με το άρθρο 1 παρ. 1 του Π.Δ 146/1994 τροποποιήθηκε το άρθρο 1 του Κ.Κ.Π και μετά το βαθμό Α1 καθιερώθηκε ο βαθμός του Γενικού Διευθυντή ως καταληκτικός βαθμός.
Περαιτέρω, με το άρθρο 20 παρ.15 του Ν.2556/1997 "μέτρα κατά της εισφοροδιαφυγής, διασφάλιση εσόδων ΙΚΑ και άλλα θέματα" ορίσθηκε ότι "οι προβλεπόμενες από τις διατάξεις της παραγράφου 9 του άρθρου 26 του Κανονισμού Καταστάσεως Προσωπικού του Ο.Γ.Α. μισθολογικές προαγωγές των υπαλλήλων του Ο.Γ.Α. φθάνουν μέχρι το βασικό μισθό του βαθμού Α1.
Εκκρεμείς δίκες για μισθολογική προαγωγή στο βαθμό του γενικού διευθυντή καταργούνται. Τυχόν χορηγηθείσες μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου μισθολογικές προαγωγές βαθμού γενικού διευθυντή δεν θίγονται".Τέλος, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 322 παρ. 1 και 324 του Κ.Πολ.Δ. το δεδικασμένο αφορά το δικαίωμα, το οποίο είχε με την αγωγή προβληθεί, με βάση την επικληθείσα συγκεκριμένη ιστορική και τη συνακόλουθη νομική αιτία.
Δεν γεννάται δεδικασμένο ως προς άλλες ιστορικές βάσεις που θα ήταν δυνατόν να στηρίξουν το δικαίωμα και το ίδιο αγωγικό αίτημα, οι οποίες όμως δεν είχαν προβληθεί με την αγωγή και επί των οποίων επομένως το δικαστήριο δεν έκρινε. Ο ενάγων, ο οποίος είχε στηρίξει το αγωγικό αίτημα σε ορισμένη ιστορική αιτία, δεν κωλύεται, αν η αγωγή εκείνη απορρίφθηκε, να στηρίξει με νέα αγωγή του όμοιο αίτημα σε διάφορη ιστορική αιτία.
Η βάση όμως επί της οποίας το δικαστήριο έκρινε καθώς και ο λόγος της απόρριψης κρίνεται από την ίδια την απορριπτική απόφαση. Διότι αυτή αναγκαίως αξιολόγησε την αγωγή επί της οποίας έκρινε και αποφάνθηκε επί της ιστορικής αιτίας της, η δε επ' αυτής κρίση της παράγει δεδικασμένο, η έκταση του οποίου καθορίζεται από την αιτιολογία της απόρριψης.
Προκειμένου επομένως να εξετασθεί, αν υφίσταται από προηγηθείσα τελεσίδικη απόφαση δεδικασμένο, το οποίο κωλύει την έρευνα του ήδη με νέα αγωγή φερόμενου προς κρίση, βάσει ορισμένης ιστορικής αιτίας, αιτήματος, θα ληφθεί υπόψη η αιτιολογία της πρώτης απόφασης όσον αφορά την ιστορική αιτία επί της οποίας έκρινε και ο λόγος της απόρριψης (Ολ ΑΠ 15/1998).
Στην προκείμενη περίπτωση, από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα, προκύπτουν τα εξής: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα με προηγούμενη (από 20-9-1996) αγωγή της εξέθετε ότι εργαζόταν στον εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Ο.Γ.Α. με σχέση ιδιωτικού δικαίου εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, κατείχε από 1-1-1993 τον βαθμό Α2 του Κλάδου Διοικήσεως, έλαβε μισθολογική προαγωγή του βαθμού Α1, και ότι με βάση και τα λοιπά αναφερόμενα υπηρεσιακά προσόντα της είχε συμπληρώσει από 1-3-1996 τις προϋποθέσεις μισθολογικής προαγωγής της στον, ανώτερο του Α1, βαθμό του Γενικού Διευθυντή - σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ.9 του Κ.Κ.Π./Ο.Γ.Α, που είναι και ο καταληκτικός, αλλά το εναγόμενο παρανόμως αρνήθηκε να προβεί στη μισθολογική αυτή προαγωγή με πράξη της διοικήσεώς του.
Ζήτησε δε να της καταβάλει το αναιρεσίβλητο ως μισθολογική διαφορά αποδοχών μεταξύ του βαθμού Α2 και του βαθμού Γενικού Διευθυντή του Ο.Γ.Α. για το χρονικό διάστημα από1-1-1996 μέχρι 30-3-1997 με βάση τις σχετικές διατάξεις του Κ.Κ.Π./Ο.Γ.Α. Επί της αγωγής της αυτής τελικά εκδόθηκε η 5233/1998 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που αποφάνθηκε ως "καταργημένη" την εξ αυτής δίκη κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 20 παρ. 15 του Ν. 2556/1997.
Η απόφαση αυτή (5233/1998) επικυρώθηκε με την 564/2000 απόφαση του Αρείου Πάγου, που δέχθηκε ότι το Εφετείο, όπως έκρινε, ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 4 και 17 του Συντάγματος και το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ. Ακολούθως με την ένδικη από 5-12-2001 αγωγή η αναιρεσείουσα, αφού ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι η ως άνω διάταξη (άρθρου 20 παρ. 15 Ν. 2556/1997), με την οποία περιορίστηκε η μισθολογική προαγωγή των υπαλλήλων του Ο.Γ.Α.
μέχρι του βαθμού Α1, έστω και αν κατά τη δημοσίευση του νόμου αυτού (24-12-1997) είχαν αυτοί κεκτημένο δικαίωμα, βάσει του Κ.Κ.Π./Ο.Γ.Α. και του νόμου, προαγωγής στο βαθμό του Γενικού Διευθυντή, και καταργήθηκαν οι σχετικές δίκες, όπως παγίως πλέον γίνεται (από τη νομολογία) δεκτό, είναι άκυρη, ως αντικείμενη στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, ενόψει του ότι στην έννοια της περιουσίας, που προστατεύεται από τις διατάξεις αυτές, περιλαμβάνονται όχι μόνο τα από το άρθρο 17 του Συντάγματος προστατευόμενα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα περιουσιακής φύσεως δικαιώματα και τα νομίμως κεκτημένα περιουσιακά συμφέροντα, μεταξύ των οποίων και το γεννημένο δικαίωμα μισθολογικής προαγωγής υπαλλήλου και, συνεπώς, ακύρου ούσης της διατάξεως του άρθρου 20 παρ. 15 του Ν. 2556/1997, θεωρούνται ως μηδέποτε καταργηθείσες οι σχετικές με την μισθολογική προαγωγή στο βαθμό του Γενικού Διευθυντή διατάξεις του Κ.Κ.Π./Ο.Γ.Α., ζήτησε να της καταβάλει το αναιρεσίβλητο διαφορές των αποδοχών της για το από 1-4-1997 έως 11-2-2000 χρονικό διάστημα, με νομική βάση το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.
Οι ανωτέρω αξιώσεις όμως της αναιρεσείουσας στηρίζονται σαφώς στη διάταξη της παρ.9 του άρθρου 26 του ΚΚΠ/ΟΓΑ και όχι στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλο, το οποίο δεν θεμελιώνει περιουσιακά δικαιώματα, αλλ' απαγορεύει την κατάργηση των υφισταμένων δικαιωμάτων με νεότερο νόμο, αν δεν συντρέχουν οι αναφερόμενοι σ'αυτό ειδικοί λόγοι.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, άρα, το ζήτημα που τίθεται είναι αν η διάταξη της παρ.9 του άρθρου 26 του ΚΚΠ/ΟΓΑ εξακολουθεί να ισχύει για την αναιρεσείουσα- που πληρούσε τις προϋποθέσεις εφαρμογής της- και μετά την κατάργησή της με το άρθρο 20 παρ.15 του Ν.2556/1997 λόγω της αντιθέσεως αυτής με συνταγματικές ή άλλες υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις, όπως αυτή του άρθρου του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.
Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι η (νέα) ένδικη αγωγή καλύπτεται από το δεδικασμένο της προεκδοθείσας 5233/1998 αποφάσεως του ίδιου Εφετείου-που έγινε αμετάκλητη με την 864/2000 απόφαση του Αρείου Πάγου- αφού στηρίζεται στις ίδιες νομοθετικές διατάξεις με εκείνες που ίσχυαν στην προηγούμενη δίκη και όχι στο άρθρο 1 του πρώτου πρόσθετου Πρωτοκόλλου, με την επίκληση του οποίου δεν προβάλλεται διαφορετική νομική αιτία, αλλ'αποδίδεται απλώς σφάλμα στην άνω τελεσίδικη απόφαση.
Συνακόλουθα επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που έκρινε όμοια και απέρριψε την αγωγή. Έτσι κρίνοντας, το Εφετείο δεν δέχθηκε παρά το νόμο την ύπαρξη δεδικασμένου από την, απορριπτική της προηγούμενης αγωγής, απόφαση. Διότι, με την προσβαλλόμενη απόφασή του ορθώς δέχθηκε ότι υπάρχει δεδικασμένο, απορρέον από την ανωτέρω (5233/1998) απόφαση, με την οποία, ανεξάρτητα από την ορθότητά της, κρίθηκε αμετάκλητα ότι η ως άνω διάταξη του άρθρου 20 παρ. 15 του Ν. 2556/1997 δεν αντίκειται στα άρθρα 4 και 17 του Σ.
και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, και, συνεπώς, ότι η διάταξη του άρθρου μόνου του Π.Δ.277/1992 (παρ.9 του άρθρου 26 του ΚΚΠ/ΟΓΑ), στην οποία θεμελίωνε τις με την προηγούμενη αγωγή αξιώσεις της η αναιρεσείουσα, καταργήθηκε με την ανωτέρω διάταξη. Το δεδικασμένο που δημιουργήθηκε για το ζήτημα αυτό- για το ότι η αναιρεσείουσα δεν δικαιούται την προβλεπόμενη από την διάταξη του άρθρου 26 παρ.9 του ΚΚΠ/ΟΓΑ μισθολογική προαγωγή, λόγω καταργήσεως της διατάξεως αυτής, με την κριθείσα έγκυρη και ισχυρή διάταξη του άρθορυ 20 παρ.15 του Ν.2556/1997 - δεν παύει να υπάρχει με την επίκληση της αντιθέσεως της τελευταίας αυτής διατάξεως και σε άλλες συνταγματικές ή υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις από εκείνες που προτάθηκαν στην προηγούμενη δίκη όπως αυτή του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, αφού με την διάταξη αυτή δεν μεταβάλλονται οι νομοθετικές διατάξεις που στήριξαν τις αγωγικές αξιώσεις στην προηγούμενη δίκη.
Αλλά τίθεται μόνο θέμα ανισχύρου της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 20 παρ.15 του Ν.2556/97 που κρίθηκε αμετάκλητα ότι ισχύει. Συνακόλουθα ο πρώτος, από το άρθρο 559 αριθ. 16 Κ.Πολ.Δ., λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Εξάλλου, το Εφετείο δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του άνω Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, αφού δεν εφήρμοσε, ούτε παρέλειψε να εφαρμόσει τη διάταξη αυτή, λόγω του δεδικασμένου, που δέχθηκε ότι υπάρχει για την ένδικη υπόθεση από την προαναφερόμενη απόφαση του ίδιου Εφετείου.
Επομένως και ο δεύτερος, από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., λόγος της αναιρέσεως είναι επίσης αβάσιμος και απορριπτέος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-2-2005 αίτηση της Α. Β. - Χ., για αναίρεση της 4575/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που ορίζει σε τριακόσια (300) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Μαρτίου 2006.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 23 Μαίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ