Supreme Court allows appeal against appeal dismissal, remanding case due to new evidence of exclusive ownership.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court accepted the appeal against the Third Instance Court's dismissal of the appellant's appeal. The appellant argued that the lower court failed to consider specific documents proving his exclusive ownership and notification of the co-owners. The court found these arguments valid because the documents were not properly evaluated regarding the claim of exclusive ownership, necessitating a remand for further examination.
Legislator headnote
AI generatedArticles 286, 287, 290, 291, 292 of the Code of Civil Procedure; Articles 1846, 1847 of the Civil Code: The death of a party during the appeal period does not automatically bar the appeal if the deceased's legal representatives or successors are properly represented, and the court must evaluate all evidence, including new documents, to determine exclusive ownership claims.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1034 / 2025 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1034/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αγαθή Δερέ-Εισηγήτρια, Μερόπη Τζουγκαράκη, Ιφιγένεια Ματσούκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 3 Απριλίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Θ. Γ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Μοσχοβάκη, και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. Μ. του Σ. και της Α., 2) Δ. Μ. του Σ. και της Α., 3) Α. χήρας Σ. Μ., το γένος Π. Π., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Ηλιόπουλο, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-8-2000 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 167/2001, 148/2011 μη οριστικές, 16/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 32/2022 του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15-12-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με την κρινόμενη από 15-12-2022 αίτηση προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα, με αριθμ. 32/2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας, με την οποία απορρίφθηκε η από 15-06-2016 έφεση της δικαιοπαρόχου του αναιρεσείοντος, Π. συζ. Σ. Μ., το γένος Θ. Γ., κατά της εκκαλούμενης, με αριθμ. 16/2016, απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, με την οποία είχε γίνει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη η 04-08-2000 αγωγή των αναιρεσιβλήτων - εναγόντων διανομής των επίκοινων ακινήτων και διέταξε την εκποίηση αυτών δια πλειστηριασμού. Η παραπάνω αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, διότι από την από 23-11-2022 επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης στον αναιρεσείοντα μέχρι την κατάθεση, στις 19-12-2022, στη Γραμματεία του Εφετείου Καλαμάτας, της αίτησης αναίρεσης δεν παρήλθε η 30νθήμερη προθεσμία, και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΙΙ. [1] Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 287, 290, 291 και 292 του ΚΠολΔ που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 524 παρ.1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την έφεση, συνδυαζόμενες με εκείνες των άρθρων 1846 και 1847 του ΑΚ, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται, αν μετά την άσκηση της έφεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.
Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου διακοπής με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξης από εκείνον που έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον, που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος.
Ως διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του). Η γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής αποτελεί προϋπόθεση της επέλευσης της διακοπής της δίκης και είναι αναγκαία και για την επανάληψη αυτής, η παράλειψη, όμως, της γνωστοποίησης του λόγου της από τον υπέρ του οποίου η διακοπή της δίκης, δεν εμποδίζει τον αντίδικό του, που έλαβε γνώση, καθ` οιονδήποτε τρόπο, του λόγου της διακοπής να μην επικαλεστεί την έλλειψη της γνωστοποίησης και, αφού θεώρησε τη δίκη διακοπείσα, να επισπεύσει την αναγκαστική επανάληψή της, τηρώντας τη διαδικασία του άρθρου 291 ΚΠολΔ, ήτοι κοινοποιώντας μετά από προηγούμενη κατάθεσή του στη γραμματεία του δικαστηρίου, όπου είναι εκκρεμής η διακοπείσα δίκη, δικόγραφο "περί επανάληψης" της βιαίως διακοπείσας δίκης προς τον υπέρ του οποίου η διακοπή διάδικο.
Τέτοιο δικόγραφο μπορεί να είναι και η, περιέχουσα πρόσκληση του τελευταίου (κληρονόμου) προς επανάληψη της δίκης, κλήση προς συζήτηση της υπόθεσης προς τους αρχικούς διαδίκους και, τους κληρονόμους του θανόντος η οποία δεν μπορεί να επιτευχθεί πριν από την πάροδο της προθεσμίας του άρθρου 1847 ΑΚ περί αποποίησης της κληρονομίας (ΑΠ 1499/2023, ΑΠ 1283/2022, ΑΠ 110/2020).
Πέραν της παρόδου της προθεσμίας αποποίησης της κληρονομίας, για την αναγκαστική συνέχιση επανάληψη της δίκης, με βάση τις διατάξεις των άρθρων 291 - 292 ΚΠολΔ, δεν απαιτείται δήλωση αποδοχής κληρονομίας από τον κληρονόμο και μεταγραφή αυτής, αφού με τη δίκη που επαναλαμβάνεται, αναγκαστικώς, άγεται σε κρίση το δικαίωμα του αποβιώσαντος στο οποίο υπεισέρχεται αυτοδικαίως και συνεχίζει τη δίκη ο κληρονόμος (ΑΠ 1514/2022, ΑΠ 171/2017, ΑΠ 1106/1988).
Στην ανωτέρω περίπτωση χωρεί αυτοδίκαιη επανάληψη της δίκης τριάντα ημέρες μετά την κοινοποίηση της πρόσκλησης ή κλήσης προς συζήτηση της υπόθεσης, όπου επιτρεπτώς χωρεί, δηλαδή χωρίς να απαιτείται απόφαση που να κηρύσσει επαναληφθείσα τη δίκη ή άλλη δήλωση διαδίκου. Με την παρέλευση των τριάντα ημερών, το δικαστήριο προχωρεί στην περαιτέρω συζήτηση της υπόθεσης της ήδη αυτοδικαίως επαναληφθείσας συζήτησης και μόνο αν προκύψουν δυσχέρειες ή αμφισβητήσεις της ιδιότητας του κληρονόμου ως προσκαλούμενου, δικάζεται το παρεμπίπτον αυτό ζήτημα, αφού δεν υφίσταται δέσμευση του προσκαλούμενου για αμφισβήτηση της ιδιότητάς του αυτής, έστω και αν σιώπησε και δεν αντέλεξε μέσα στο άνω χρονικό διάστημα από την κοινοποίηση της πρόσκλησης ή κλήσης.
Το δικαστήριο αποφαίνεται για το παρεμπίπτον αυτό ζήτημα, κατ' ελεύθερη εκτίμηση του υφιστάμενου αποδεικτικού υλικού αλλά μπορεί να διατάξει προς τούτο αποδείξεις, οπότε κηρύσσεται η δίκη ως επαναληφθείσα ή απορρίπτεται η πρόσκληση προς επανάληψης αυτής. [2] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 του ΚΠολΔ "Αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο".
Υπό τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, αυτό, δηλαδή, που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διάταξης (ΑΠ 1012/2023, ΑΠ 400/2022), με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (ΑΠ 126/2024, ΑΠ 1074/2023, ΑΠ 1608/2022). Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το απαράδεκτο αφορά μόνο στις "επιτευκτικές " διαδικαστικές πράξεις, δηλαδή εκείνες που τείνουν στη δημιουργία των αναγκαίων όρων για την έκδοση συγκεκριμένης απόφασης, ώστε η κατ' αποτέλεσμα ενέργειά τους να εκδηλώνεται με την απόφαση και μόνο δυνάμει αυτής (ΑΠ 1188/2024, ΑΠ 503/2024).
Έτσι, με τον ανωτέρω, από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, αναιρετικό λόγο ελέγχονται, πλην άλλων, το παραδεκτό των εισαγωγικών της δίκης δικογράφων, άσκησης ενδίκων μέσων, των προσθέτων λόγων έφεσης, της αντέφεσης, καθώς και το παραδεκτό της προβολής των ισχυρισμών (ΑΠ 1508/2023, 1348/2022, ΑΠ 1206/2019) ή δημιουργούνται κατά την ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας διαδικασία (Ολ ΑΠ 1/2019, ΑΠ 324/2024, ΑΠ 1222/2022).
Αντιθέτως, το απαράδεκτο της ως άνω διάταξης δεν αφορά αρνητικούς της αγωγής ή της ένστασης ισχυρισμούς, οι οποίοι δεν επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 1187/2024, ΑΠ 558/2023) [3] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1α ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, και η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση ουσιαστικού κανόνα κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2022, ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 2/2019). [4] Από τη διάταξη του άρθρο 478 ΚΠολΔ με την οποία ορίζεται ότι η αγωγή διανομής στρέφεται κατά όλων των κοινωνών, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 798 ΑΚ, 479, 480 παρ. 3, 481, παρ. 2, 482 παρ. 1, 483 και 489 ΚΠολΔ, η αγωγή περί διανομής δεν είναι μόνο διαπλαστική, επειδή διώκεται η διάπλαση νέας έννομης σχέσης για κάθε κοινωνό με τη λύση της κοινωνίας, αλλά είναι και διπλού χαρακτήρα, με την έννοια ότι δημιουργεί δίκη, στην οποία, εκ προοιμίου και ανεξάρτητα από την εξέλιξή της στη συγκεκριμένη περίπτωση ο ενάγων είναι συγχρόνως και εναγόμενος, όπως και κάθε εναγόμενος ή κυρίως παρεμβαίνων είναι συγχρόνως αντίδικος των λοιπών διαδίκων, αφού υφίσταται η δυνατότητα σε οποιονδήποτε από τους αντιδίκους του ενάγοντος να υποβάλει αίτηση με βάση πραγματικό διάφορο εκείνου της αγωγής ως προς το επίκοινο δικαίωμα και τη διάπλαση αυτού, ενώ η δίκη περί διανομής που έχει αρχίσει, είναι επίσης διπλή σε όλη την πορεία της (ΑΠ 1822/2017, ΑΠ 386/2014), και, επομένως, και επί διακοπής της δίκης ως προς ένα συγκύριο επίκοινου ακινήτου, η οποία μπορεί να συνεχιστεί μόνο με τη συμμετοχή όλων των (συγ)κυρίων.
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης, προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι ενάγοντες - αναιρεσίβλητοι, με την αγωγή τους, στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας, εξέθεταν ότι τυγχάνουν (συγ)κύριοι, κατά ποσοστό 13/64 εξ αδιαιρέτου καθένας από την πρώτη και τον δεύτερο των εναγόντων και κατά ποσοστό 6/24 η τρίτη ενάγουσα, με παράγωγο τρόπο, και δη με τις αναφερόμενες μεταγραφείσες νόμιμα με αριθμ. 6713/2000 δηλώσεις αποδοχής κληρονομίας του αποβιώσαντος, στις 01-02-1979, κληρονομούμενου πατέρα των δύο πρώτων εναγόντων - αναιρεσιβλήτων και συζύγου της τρίτης ενάγουσας - αναιρεσίβλητης, και επιπλέον οι δύο πρώτοι ενάγοντες - αναιρεσίβλητοι της αποβιώσασας, στις 10-02-1985, κληρονομούμενης γιαγιάς τους, Χ.
χήρας Δ. Μ., μετά της εναγόμενης Π. συζ. Σ. Μ., (συγ)κυρίας κατά ποσοστό 32/64 με παράγωγο τρόπο, και δη με το αναφερόμενο, μεταγραφέν νόμιμα, με αριθμ. .../1990 συμβόλαιο δωρεάς και αγοραπωλησίας, : α) μίας ανώγειας οικίας με τον προαύλιο χώρο της, τα παραρτήματα και παρακολουθήματά της, κείμενη εντός του χωρίου Ε. (Νεοχωρίου) του Δήμου Ε., Ν.
Μεσσηνίας, συνορευομένης γύρωθεν με κήπο κληρονόμων Π. Σ., οικία ιερέα Δ. Μ. και δρόμους, β) μίας σταφιδάμπελου (5 στρεμμάτων) μετά της συνεχόμενης (3 στρεμμάτων) αμπέλου και του εν αυτοίς φρέατος, κειμένων στη θέση "Παληάμπελα" του αυτού ορίου και Δήμου, έκτασης 8 στρεμμάτων περίπου και συνορευομένης γύρωθεν με κτήματα κληρονόμων Γ.
Κ., Γ. Α. και Γ. Κ. και γ) ενός ελαιοπερίβολου κείμενου στη θέση "Αγ. Ταξιάρχης", έκτασης 1,5 στρέμματος περίπου, συνορευομένου γύρωθεν με κτήματα Θ. Χ., Θ. Λ. και Γ. Κ. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησαν 1) να αναγνωριστεί η (συγ)κυριότητα των εναγόντων επί των επίκοινων ακινήτων, να διαταχθεί η απόδοση αυτών κατά τα ποσοστά (συγ)κυριότητάς τους στους ενάγοντες - αναιρεσίβλητους και 2) να διαταχθεί η λύση της υφιστάμενης μεταξύ τους κοινωνίας δικαιώματος και η διανομή των επίκοινων ακινήτων, αυτούσια για το αστικό ακίνητο με σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας άλλως η πώληση όλων με την πώληση αυτών με πλειστηριασμό.
Η εναγόμενη, με τις προτάσεις της στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο αμφισβήτησε τη (συγ)κυριότητα των άμεσων δικαιοπαρόχων και απώτερου δικαιοπαρόχου των εναγόντων. Οι ενάγοντες, με τις προτάσεις της πρώτης συζήτησης και την προσθήκη - αντίκρουση, συμπλήρωσαν τα αναφερόμενα στην αγωγή ως προς τον τρόπο κτήσης της (συγ)κυριότητας των άμεσων δικαιοπαρόχων και απώτερου δικαιοπαρόχων τους (Σ.
Μ. του Δ., Χ. συζ. Δ. Μ.) και απώτερου δικαιοπαρόχου τους (Δ. Μ. του Σ.), επικαλούμενοι ότι ασκούσαν επί των επίκοινων ακινήτων πράξεις (συν)νομής, κατ' ισομοιρίαν, μετά του απώτερου δικαιοπαρόχου της εναγόμενης (Π. Μ.), με χρήση, επιμέλεια και φροντίδα των επίκοινων, από το έτος 1914, ήτοι κτήση κυριότητας και με έκτακτη χρησικτησία, πέραν της αναφερόμενης στην αγωγή κτήσης κυριότητας απ' αυτούς με τον αναφερόμενο διαδοχικό, από το έτος 1914, παράγωγο τρόπο.
Επί της αγωγής εκδόθηκε αρχικά η 167/2001 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, κατά την τακτική διαδικασία, με την οποία απορρίφθηκε η σωρευόμενη διεκδικητική αγωγή ως αόριστη, με το αιτιολογικό ότι δεν μνημονεύεται στο δικόγραφο αυτής ότι η εναγόμενη βρίσκεται στη νομή των επίδικων, κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, ακινήτων, απορρίφθηκαν οι προταθείσες από την εναγόμενη ενστάσεις ως μη νόμιμες, και η ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, με το αιτιολογικό ότι η ενιστάμενη - εναγόμενη δεν υπέβαλε αίτημα απόρριψης της αγωγής λόγω καταχρηστικής άσκησης, αντίστοιχα, κρίθηκαν ως νόμιμες οι προταθείσες από την εναγόμενη ενστάσεις τακτικής και έκτακτης χρησικτησίας, αναβλήθηκε η έκδοση οριστικής απόφασης ως προς την αγωγή διανομής, και διατάχθηκε η διεξαγωγή αποδείξεων ως προς το προδικαστικό ζήτημα της (συγ)κυριότητας των διαδίκων επί των επίδικων ακινήτων.
Μετά το πέρας της διεξαγωγής των μαρτυρικών αποδείξεων και την επαναφορά της αγωγής προς συζήτηση, εκδόθηκε η με αριθμ. 148/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, με την οποία, αφού απορρίφθηκε η προβαλλόμενη από την εναγόμενη ένσταση ίδιας αποκλειστικής κυριότητας με παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο (τακτικής και έκτακτης χρησικτησίας), κρίθηκε ότι οι διάδικοι είναι (συγ)κύριοι των επίδικων ακινήτων, κατά τα αναφερόμενα ποσοστά (συγ)κυριότητας, απορρίφθηκε, λόγω αοριστίας, ως απαράδεκτος, κατ' άρθρ. 520 παρ. 1 ΚΠολΔ, ο έβδομος λόγος έφεσης με τον οποίο επαναφέρθηκε η ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, και διατάχθηκε η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης περί του εφικτού ή μη της αυτούσιας διανομής και, στη συνέχεια, μετά την επαναφορά της υπόθεσης προς εκδίκαση, εκδόθηκε η με αριθμ. 16/2016 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, με την οποία, αφού, έκρινε ότι είναι προδήλως ασύμφορη η αυτούσια διανομή, διέταξε την πώληση με πλειστηριασμό των επίκοινων ακινήτων.
Τις ανωτέρω αποφάσεις προσέβαλε η ηττηθείσα εναγόμενη, Π. συζ. Σ. Π., με την, από 15-06-2016, έφεση, για την οποία ορίστηκε δικάσιμος η 18-09-2017, και μετά από αναβολή η 15-01-2018, κατά την οποία γνωστοποιήθηκε από τον μέχρι τότε πληρεξούσιο δικηγόρο της εκκαλούσας ο, μετά την άσκηση της έφεσης, επισυμβάς, στις 03-07-2017, θάνατος αυτής, και, έτσι, διακόπηκε βιαίως η δίκη.
Στη συνέχεια, οι αναιρεσίβλητοι - ενάγοντες, με την, από 08-04-2021, κλήση τους, έφεραν προς αναγκαστική επανάληψη τη συζήτηση της ανωτέρω έφεσης, για την ορισθείσα δικάσιμο της 18-10-2021, καλώντας προς τούτο τον Θ. Γ. του Α., ως εκ διαθήκης κληρονόμο της εκκαλούσας - εναγόμενης, Π. συζ. Σ. Π., επικαλούμενοι ότι, με τη με αριθμ. ...-2015 δημόσια διαθήκη της τελευταίας, που συντάχθηκε από τη συμβ/φο Παμίσου Μ. - Β.
Σ., και δημοσιεύθηκε με τα με αριθμ. 458/16-05-2019 πρακτικά του Ειρηνοδικείου Καλαμάτας, προσκομίζοντας και το με αριθμ. 4362/15-10-2021 πιστοποιητικό του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Καλαμάτας, κατά το οποίο δεν δημοσιεύτηκε άλλη διαθήκη πλην της προαναφερθείσας, κατέστη εκ διαθήκης κληρονόμος, επί των επίκοινων ακινήτων, ως επί δήλων ακινήτων, λόγω παρόδου της νόμιμης προθεσμίας προς αποποίηση, όπως προκύπτει από το με αριθμ. 1287/15-10-2021 πιστοποιητικό μη αποποίησης κληρονομίας από τον ανωτέρω κληρονόμο.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της ανωτέρω κλήσης προς αναγκαστική επανάληψη της δίκης, της ανωτέρω δημόσιας διαθήκης, και των ανωτέρω πρακτικών του Ειρηνοδικείου Καλαμάτας δημοσίευσης αυτής, προκύπτει ότι με την κλήση τους οι καλούντες - εφεσίβλητοι και ήδη αναιρεσίβλητοι με την οποία επικαλούνται ότι ο προαναφερθείς καλούμενος και ήδη αναιρεσείων, εγκαταστάθηκε ως κληρονόμος της αποβιώσασας, μετά την άσκηση της έφεσης, στα επίδικα ακίνητα, ως τετιμημένος στα δήλα αυτά ακίνητα.
Ωστόσο, από τα συνοδεύοντα την κλήση έγγραφα της δημόσιας διαθήκης και των πρακτικών δημοσίευσης αυτής προκύπτει ότι ο καλούμενος εγκαταστάθηκε, ως εκ διαθήκης, στα με στοιχεία -α- και -γ- επίδικα ακίνητα καθώς και σε ελαιοπερίβολο που βρίσκεται στη θέση "Στενά" της κτηματικής περιφέρειας της ΤΚ Ε. της Δ.Ε.
Ανδρούσας του Δήμου Μεσσήνης Μεσσηνίας, ενώ στην κλήση προς αναγκαστική επανάληψη της συζήτησης οι καλούντες ήδη αναιρεσίβλητοι δεν επικαλούνται είτε ότι το με στοιχείο -β- επίδικο επίκοινο ακίνητο, δηλαδή μία σταφιδάμπελος μετά της συνεχόμενης αμπέλου και του εν αυτοίς φρέατος, κειμένων στη θέση "Παληάμπελα" του αυτού ορίου και Δήμου, έκτασης 8 στρεμμάτων περίπου και συνορευομένης γύρωθεν με κτήματα κληρονόμων Γ.
Κ., Γ. Α. και Γ. Κ., ταυτοποιείται με το προαναφερθέν ελαιοπερίβολο στη θέση "Στενά" και τους λόγους ταυτοποίησης, είτε ότι ο καλούμενος ήδη αναιρεσείων τυγχάνει εξ αδιαθέτου κληρονόμος ως μόνος πλησιέστερος συγγενής της κληρονομούμενης επί του ανωτέρω με στοιχείο -β- επίδικου επίκοινου ακινήτου ώστε να νομιμοποιείται, στη συνέχιση της δίκης διανομής του ανωτέρω επίκοινου ακινήτου, είτε ως εκ διαθήκης είτε ως εξ αδιαθέτου, αντίστοιχα, κληρονόμος της αρχικώς εκκαλούσας - εναγόμενης επί του επίδικου με στοιχείο -β- ακινήτου.
Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, κρίνοντας παραδεκτή την κλήση προς αναγκαστική επανάληψη και συζήτηση της από 15-06-2016 έφεσης, 1) παρά το νόμο, παρέλειψε να κηρύξει απαράδεκτη την κλήση του Θ. Γ. προς αναγκαστική συνέχιση της δίκης προς συζήτηση της έφεσης ως προς το ανωτέρω με στοιχείο -β- επίδικο ακίνητο, και 2) δεν παρέλειψε, παρά το νόμο, να κηρύξει απαράδεκτη την ανωτέρω κλήση προς αναγκαστική συνέχιση προς συζήτηση της έφεσης ως προς τα ανωτέρω με στοιχεία -α- και -γ- ακίνητα, στα οποία ο καλούμενος εγκαταστάθηκε ως εκ διαθήκης κληρονόμος στα δήλα αυτά ακίνητα.
Επομένως, ο από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για την, παρά το νόμο, μη κήρυξη απαράδεκτης της κλήσης προς συζήτηση της έφεσης ως προς το ακίνητο με στοιχείο -β- είναι βάσιμος και ως προς τα ακίνητα με στοιχεία -α- και -γ- είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν, καθίσταται αλυσιτελής η εξέταση του πρώτου λόγου καθώς και όλων των λοιπών λόγων αναίρεσης κατά το μέρος που αφορούν το παραπάνω ένδικο ακίνητο, με στοιχείο -β-, ήτοι μίας σταφιδάμπελου μετά της συνεχόμενης αμπέλου, και του εν αυτοίς φρέατος, κειμένων στη θέση "Παληάμπελα", επειδή καταλαμβάνονται από την αναιρετική εμβέλεια του παραπάνω δεκτού γενόμενου λόγου αναίρεσης.
Περαιτέρω, ο αναιρεσείων με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, για πλημμέλεια από τον αρ. 1α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κρίνοντας, παρεμπιπτόντως, ότι νομίμως κλήθηκε από τους αναιρεσίβλητους με το δικόγραφο της κλήσης προς (αναγκαστική) επανάληψη συζήτησης της έφεσης, ο παρασταθείς κατά τη συζήτηση αυτής, Θ.
Γ. του Α., ήδη αναιρεσείων, ως εκ διαθήκης κληρονόμος των λοιπών επικοίνων ακινήτων (-α- και -γ-), με ευθεία παράβαση των διατάξεων των άρθρων 1710 παρ. 1, 1193, 1195, 1198 και 1199 ΑΚ, αν και ως καλούμενος προς αναγκαστική επανάληψη της δίκης δεν αποδέχθηκε την επαχθείσα σ' αυτόν κληρονομία της αποβιώσασας εκκαλούσας, με δημόσιο έγγραφο νομίμως μεταγεγραμμένο.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, λόγω αλυσιτέλειας. Και, τούτο, διότι, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, προκειμένου να χωρήσει κλήση προς αναγκαστική επανάληψη της δίκης και συνέχιση της ένδικης δίκης διανομής, κατά τις διατάξεις των άρθρων 291 - 292 ΑΚ, δεν απαιτείται μεταγραφή δημόσιου εγγράφου αποδοχής κληρονομίας ή κληρονομητηρίου αφού δεν κρίνεται το δικαίωμα του κληθέντος εκ διαθήκης κληρονόμου αλλά η συνέχιση της δίκης του δικαιώματος της αποβιωσάσης, και, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της κληρονομούμενης Π.
συζ. Σ. Π., η δίκη της οποίας, με το θάνατο αυτής, διακόπηκε βιαίως, και συνεχίζεται, ως προς τα ανωτέρω με στοιχεία -α- και -γ- επίδικα ακίνητα από τον καλούμενο Θ. Γ. του Α., με την ιδιότητά του ως εκ διαθήκης κληρονόμου στα δήλα αυτά ακίνητα.
ΙΙΙ. [1] Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1033, 369, 1192, 1194 και 1119 του ΑΚ, για τη μεταβίβαση κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που αποκτά, ότι μετατίθεται σ' αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Για τη μεταβίβαση, με τον παράγωγο αυτό τρόπο της κυριότητας ακινήτου, αποτελεί προϋπόθεση το να ήταν κύριος εκείνος που συμφώνησε τη μεταβίβασή της.
Από τις διατάξεις των άρθρων 1710 1846, 1193, 1195, 1198 και 1199 του ΑΚ προκύπτει ότι παράγωγο τρόπο μεταβίβασης ακινήτου αποτελεί και η καθολική διαδοχή, από διαθήκη ή εξ αδιαθέτου, εφόσον ο κληρονομούμενος ήταν κύριος του ακινήτου κατά τον χρόνο του θανάτου του και ο κληρονόμος αποδέχθηκε την επαχθείσα σ' αυτόν κληρονομία, με συμβολαιογραφικό έγγραφο, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών, με τη μεταγραφή δε θεωρείται ότι περιήλθε στον κληρονόμο ή κληροδόχο η κυριότητα από το χρόνο θανάτου του κληρονομούμενου, ενώ η αναδρομική ενέργεια της μεταγραφής της πράξης αποδοχής της κληρονομίας δεν συνεπάγεται και την κατάλυση των δικαιωμάτων τρίτων στα κληρονομιαία ακίνητα, αποκτηθέντων νομίμως μετά τον θάνατο του κληρονομουμένου, όπως η κυριότητα που αποκτήθηκε πρωτοτύπως με χρησικτησία, συμπληρωθείσα μέχρι το χρόνο της μεταγραφής (ΑΠ 392/2023, ΑΠ 1032/2023, ΑΠ 571/2023). [2] Κατά το άρθρο 1045 ΑΚ για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί μία εικοσαετία.
Από τις διατάξεις των άρθρων 1041, 1042, 1043 και 1044 ΑΚ προκύπτει ότι για να αποκτηθεί κυριότητα σε ακίνητο με τακτική χρησικτησία, απαιτούνται φυσική εξουσίαση του ακινήτου με διάνοια κυρίου (νομή), νόμιμος τίτλος, ο οποίος πρέπει να υποβληθεί σε μεταγραφή, καλή πίστη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο που αποκτάται η νομή, ακίνητο δεκτικό χρησικτησίας και παρέλευση δεκαετίας στην, κατά τα παραπάνω, νομή του πράγματος.
Αναγκαίο στοιχείο για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με τακτική χρησικτησία είναι και ο νόμιμος ή νομιζόμενος τίτλος. Νόμιμος τίτλος είναι οποιοσδήποτε τρόπος κτήσης κυριότητος, είτε πρωτότυπος είτε παράγωγος, ο οποίος έχει εξωτερικώς όλα τα στοιχεία του έγκυρου τίτλου, έστω και αν φέρει ελάττωμα που εμποδίζει κατά νόμο (1033 ΑΚ) την κτήση κυριότητος με βάση τον τίτλο.
Τέτοιο ελάττωμα, που εμποδίζει την κτήση με τον τίτλο και καλύπτεται από την χρησικτησία, είναι και η έλλειψη κυριότητος (ολική ή μερική) εκείνου που μεταβιβάζει κάποιο ακίνητο (ΑΠ 2073/2022, ΑΠ 917/2015, ΑΠ 1361/2007). Ως προς το στοιχείο της καλής πίστης, αυτό συντρέχει, όταν ο νομέας, με βάση τα εκάστοτε συντρέχοντα περιστατικά, έχει κατά την κτήση της νομής την πεποίθηση, η οποία δεν οφείλεται σε βαριά αμέλεια, ότι απέκτησε την κυριότητα (ΑΠ 1288/2023, ΑΠ 2073/2022).
Ο νομέας θεωρείται κακής πίστης μόνο αν γνωρίζει ότι δεν έγινε κύριος ή αγνοεί τούτο από βαριά αμέλεια (ΑΠ 1029/2021, ΑΠ 547/2018). Το δικαστήριο της ουσίας πρέπει να εξειδικεύει στην απόφασή του τα περιστατικά που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν την έννοια της καλής πίστης, χωρίς να αρκεί η απλή χρήση του όρου αυτού (ΑΠ 793/2024, ΑΠ 1647/2022).
Αν όμως περιορισθεί στην απλή χρήση του όρου αυτού δεν παραβιάζει ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 1041 και 1042 ΑΚ αλλά υποπίπτει, ενδεχομένως, στην πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκείας της απαιτούμενης κατά τις περιστάσεις αιτιολογίας, ως προς την συνδρομή του όρου της καλής πίστης για την εφαρμογή των εν λόγω ουσιαστικών διατάξεων (ΑΠ 569/2016, ΑΠ 1154/2003). [3] Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 785, 795, 798, 799, 1113 ΑΚ, 480, 481, 484 ΚΠολΔ προκύπτει ότι μεταξύ των στοιχείων που πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο ενάγων στην αγωγή διανομής ακινήτου, είτε με αυτή ζητείται η αυτούσια διανομή είτε η πώληση με πλειστηριασμό του διανεμητέου ακινήτου, είναι πλην άλλων, η ύπαρξη δικαιώματος (συγ)κυριότητας των διαδίκων επί του ακινήτου, χωρίς να απαιτείται η επίκληση και των παραγωγικών του εν λόγω δικαιώματος πραγματικών γεγονότων.
Μόνο σε περίπτωση ειδικής αμφισβήτησης αυτού του δικαιώματος από τον εναγόμενο, ο ενάγων φέρει το δικονομικό βάρος να θεραπεύσει την επιγενόμενη αοριστία του αγωγικού δικογράφου, προσδιορίζοντας, παραδεκτώς με τις πρωτόδικες προτάσεις του (άρθρο 224 εδ. β` ΚΠολΔ), τον τρόπο κτήσης της (συγ)κυριότητας των διαδίκων επί του διανεμητέου ακινήτου.
Αν πρόκειται για παράγωγη κτήση του δικαιώματος (συγ)κυριότητας, όπως με σύμβαση ή κληρονομική διαδοχή και ο εναγόμενος αμφισβητήσει το δικαίωμα του δικαιοπαρόχου του ενάγοντος, τότε θα πρέπει, επιπλέον, να προσδιορίσει ο ενάγων με τις προτάσεις της πρώτης συζήτησης τον τρόπο κτήσης της κυριότητας του άμεσου δικαιοπαρόχου του, ενδεχομένως δε ανάλογα με την έκταση της αμφισβήτησης και των απώτερων δικαιοπαρόχων του, μέχρι την κτήση κυριότητας με πρωτότυπο τρόπο (ΑΠ 1874/2023, ΑΠ 1935/2022, ΑΠ 191/2019, ΑΠ 1539/2018). [4] Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 785, 787, 980, 981, 982, 994, 1113 και 1884 ΑΚ, σαφώς συνάγεται ότι ο (συγ)κοινωνός αν κατέχει ολόκληρο το κοινό πράγμα, θεωρείται ότι κατέχει αυτό στο όνομα και για λογαριασμό και των λοιπών συγκοινωνών, κατά την ανήκουσα σε αυτούς ιδανική μερίδα και δεν μπορεί να αντιτάξει κατ' αυτών αποσβεστική ή κτητική παραγραφή προτού τους καταστήσει γνωστό ότι νέμεται ποσοστό μεγαλύτερο από τη μερίδα του ή ολόκληρο το κοινό αποκλειστικά για δικό του λογαριασμό ως κύριος (ΑΠ 271/2024, ΑΠ 1033/2023).
Η παραπάνω γνωστοποίηση δεν απαιτείται όταν οι λοιποί (συγ)κοινωνοί έχουν λάβει γνώση με οποιοδήποτε τρόπο της απόφασης που εκδήλωσε ο κοινωνός ότι κατέχει ολόκληρο το κοινό και νέμεται αυτό αποκλειστικώς για τον εαυτό του (ΑΠ 669/2024, ΑΠ 303/2018). [5] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας" ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 987/2022, ΑΠ 354/2022). [6] Το Εφετείο, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο ουσίας, δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο Δ.
Μ. του Σ. (παππούς των δύο πρώτων εναγόντων και πεθερός της 3ης ενάγουσας, ήδη αναιρεσιβλήτων), μαζί με τις δύο αδελφές του Σ. σύζυγο Γ. Κ., το γένος Σ. Μ. και Μ. Μ. του Σ., με το με αριθμό ...-1914 συμβόλαιο διανομής πατρικού κλήρου, νομίμως μεταγεγραμμένο, προέβησαν στη διανομή της κληρονομιαίας περιουσίας του αποβιώσαντος πατρός τους Σ.
Μ., κατά τρόπο ώστε ο Δ. Μ. και ο μη συμβαλλόμενος στο συμβόλαιο αδελφός τους Π. Μ. του Σ. (πεθερός της εναγόμενης, ήδη δικαιοπάροχος του συνεχίζοντος τη δίκη ως προς τα με στοιχεία -α- και -γ- ακίνητα) να λάβουν κατά το ήμισυ (1/2 εξ αδιαιρέτου) ο καθένας τα παρακάτω ακίνητα: α) μία ανώγεια οικία με τον προαύλιο χώρο της, τα παραρτήματα και παρακολουθήματά της, κείμενη εντός του χωρίου Ε. (Νεοχωρίου) του Δήμου Ε., Ν.
Μεσσηνίας, συνορευομένης γύρωθεν με κήπο κληρονόμων Π. Σ., οικία ιερέα Δ. Μ. και δρόμους, β) μια σταφιδάμπελο μετά της συνεχόμενης αμπέλου και του εν αυτοίς φρέατος, κειμένων στη θέση "Παληάμπελα" του αυτού ορίου και Δήμου, έκτασης 8 στρεμμάτων περίπου και συνορευομένης γύρωθεν με κτήματα κληρονόμων Γ. Κ., Γ.
Α. και Γ. Κ. και γ) ένα ελαιοπερίβολο κείμενο στη θέση "Αγ. Ταξιάρχης", έκτασης 1,5 στρέμματος περίπου, συνορευομένου γύρωθεν με κτήματα Θ. Χ., Θ. Λ. και Γ. Κ.. Σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στο άνω συμβόλαιο, σε περίπτωση που ακυρωνόταν το συμβόλαιο λόγω μη αποδοχής των ανωτέρω από το μη συμβληθέντα αδελφό τους Π.
Μ., τότε θα επανέρχονταν τα πράγματα στην προτέρα κατάσταση, θεωρούμενης της διανομής ως μη γενομένης. Από κανένα ωστόσο αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε μη αποδοχή της γενόμενης ως άνω διανομής από τον μη συμβληθέντα Π. Μ. του Σ. και επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, οπότε μεταξύ των συγκληρονόμων δύο αδελφών Δ.
Μ. και Π. Μ. επήλθε μία άτυπη διανομή κατά τα διαλαμβανόμενα στο άνω διανεμητήριο συμβόλαιο, σύμφωνα με την οποία έκαστος αδελφός ελάμβανε το 1/2 άλλως 32/64 εξ αδιαιρέτου των ανωτέρων αναφερόμενων τριών ακινήτων. Ούτε εξάλλου αποδείχθηκε ότι ο Π. Μ. απέκτησε τα άνω ακίνητα από άτυπη δωρεά από τον πατέρα Σ. Μ.
προ του έτους 1914, σε συνδυασμό με το με αριθμό .../1928 πωλητήριο συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Ε. Π. Ν., νομίμως μεταγεγραμμένου όσον αφορά στο αγροτικό ακίνητο στη θέση "Αγ. Ταξιάρχης", όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εναγομένη, καθόσον από το συμβόλαιο δεν προκύπτει η πλήρης ταύτιση των δύο ακινήτων, ενώ αν είχε γίνει πράγματι άτυπη δωρεά από τον πατέρα του, τότε τα υπόλοιπα τρία αδέλφια του δεν θα προέβαιναν στην ως άνω διανομή.
Ακολούθως, περί το έτος 1922, απεβίωσε ο Δ. Μ. του Σ., χωρίς να αφήσει διαθήκη και άφησε μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του στο παραπάνω κληρονομικό μερίδιό του των 32/64 εξ αδιαιρέτου επί των παραπάνω ακινήτων, τη σύζυγό του Χ. χήρα Δ. Μ. κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου επί του άνω ποσοστού, ήτοι 8/64 εξ αδιαιρέτου και τον ανήλικο τότε υιό του Σ.
Μ. του Δ., κατά ποσοστό 3/4 εξ αδιαιρέτου επί του άνω ποσοστού, ήτοι 24/64 εξ αδιαιρέτου. Οι παραπάνω δεν δήλωσαν βούληση αποχής από την κληρονομία, αλλά υπεισήλθαν σιωπηρώς σε αυτή, γεγονός που γνώριζε ο έτερος συγκύριος Π. Μ. του Σ., αφού η Χ. χήρα Δ. Μ. με το ανήλικο τέκνο της έμεναν τα πρώτα χρόνια μόνιμα στην παραπάνω οικία στην Ε., πριν μετακομίσουν στην Αθήνα, όπως προκύπτουν όλα τα ανωτέρω μεταξύ άλλων τόσο από την κατάθεση της μάρτυρος απόδειξης όσο και από την προσκομιζόμενη με επίκληση αλληλογραφία του ενήλικα πλέον και ήδη δικηγόρου στο επάγγελμα Σ.
Μ. του Δ. με τον εξάδελφό του ιερέα Σ. Μ. του Π. (υιό του Π. Μ.), το έτος 1967, σύμφωνα με την οποία τίθεται από τον πρώτο θέμα διανομής του κληρονομιαίου οικοπέδου μετά της οικίας, με τον δεύτερο να αναγνωρίζει την ύπαρξη δικαιώματος συγκυριότητας του εξαδέλφου του αλλά να ζητά την αναβολή της διανομής για όσο ζει ο πατέρας του (Π.
Μ.) διότι θεωρούσε ότι ήταν αδύνατο να συνεννοηθεί μαζί του, λόγω έλλειψης (πνευματικής) ισορροπίας. Ειδικότερα, ο Σ. Μ. του Δ., θεωρούσε σκόπιμο να προχωρήσουν στη διανομή του ακινήτου ώστε να χωρισθεί σε δύο τμήματα για να μπορέσει να ανεγείρει η οικογένεια του Π. Μ. κατοικία στο τμήμα που θα ελάμβανε από τη διανομή, αναγνώριζε δε στις επιστολές του προς τον ιερέα εξάδελφό του ότι η διώροφη οικοδομή που τελικά ανεγέρθηκε μετά την κατάρρευση της παλιάς οικίας που βρισκόταν στο παραπάνω οικόπεδο, περί το έτος 1967, λόγω σεισμού, περατώθηκε αποκλειστικά με δαπάνες του τελευταίου και με δάνειο που έλαβε.
Από το περιεχόμενο της αλληλογραφίας μεταξύ των δύο εξαδέλφων αποδεικνύεται ότι ο Π. Μ. νεμόταν τα παραπάνω αναφερόμενα ακίνητα διανοία συγκυρίου αφού αναγνώριζε ως έτερο συγκύριο αυτών τον ανεψιό του Σ. Μ., τέκνο του αποβιώσαντος αδελφού του Δ., ο δε υιός του ιερέας Σ. Μ. γνώριζε ότι ο εξάδελφός του ήταν συγκύριος αυτών και συμφωνούσε στην ανάγκη διανομής τους προκειμένου ο τελευταίος να μην αδικηθεί, μετέθετε όμως τον χρόνο διανομής μετά το θάνατο του πατέρα του, μάλιστα δε, στην από 05-04-1967 επιστολή του φαινόταν ότι είχε απόλυτη εμπιστοσύνη στον εξάδελφό του για να συντάξει και το σχετικό συμβόλαιο όπως εκείνος θεωρούσε καλύτερα ως νομικός.
Περαιτέρω, από τις παραπάνω επιστολές αποδεικνύεται και το γεγονός ότι ο ιερέας έστελνε στον εξάδελφό του και τη μητέρα του, που κατοικούσαν στην Αθήνα, μέρος της παραγωγής των αγροτικών ακινήτων (λάδι, ξύδι), αναγνωρίζοντας με τον τρόπο αυτό το δικαίωμα συγκυριότητας που είχαν επί των ακινήτων αυτών, αλλά και την υποστήριξη που έλαβαν γενικά ως οικογένεια από εκείνον (Σ.
Μ. του Δ.), τον οποίο αποκαλούσε ο ιερέας "ευεργέτη", σύμφωνα με την κατάθεση της μάρτυρος απόδειξης. Οι σχέσεις δηλαδή των δύο οικογενειών ήταν πολύ καλές την εποχή εκείνη, ο δε Σ. Μ. του Δ. με την οικογένειά του, φιλοξενήθηκε κατά το έτος 1974 στη Ε., στην παραπάνω νέα διώροφη οικία που είχε ανεγείρει στο επίδικο οικόπεδο ο θείος του Π., στην οποία κατοικούσε και ο υιός του ιερέας με την σύζυγό του.
Κατ' ακολουθίαν, ο Σ. Μ. του Δ. και η μητέρα του Χ. χήρα Δ. Μ., είχαν καταστεί συγκύριοι των προαναφερόμενων ακινήτων λόγω της παραπάνω αναφερόμενης κληρονομικής διαδοχής του πατέρα και συζύγου τους Δ. Μ. του Σ., ασκώντας νομή σε αυτά από το θάνατό του δικαιοπαρόχου τους περί το έτος 1922, αρχικά δια της δεύτερης (Χ.), καθώς ο πρώτος ήταν ανήλικος και στη συνέχεια δια του συγκυρίου τους Π.
Μ. του Σ., κουνιάδου της δεύτερης και θείου του πρώτου. Ακολούθως, την 01-02-1979, απεβίωσε στην Αγ. Βαρβάρα Αττικής, ο Σ. Μ. του Δ., ο οποίος άφησε πλησιέστερους συγγενείς τη σύζυγό του Α. χήρα Σ. Μ. (3η ενάγουσα), ήδη τρίτη αναιρεσίβλητη, και τα δυο τέκνα του Μ. Μ. του Σ. και Δ. Μ. του Σ. (1η και 2° ενάγοντες), ήδη πρώτη και δεύτερο των αναιρεσιβλήτων.
Ο αποβιώσας άφησε την 15-09-1978 ιδιόγραφη διαθήκη του, στην οποία όμως, δεν συμπεριέλαβε τα επίδικα ακίνητα και για τον λόγο αυτό κηρύχθηκε ανίσχυρο ως ανακριβές το εκδοθέν με αριθμό .../1990 κληρονομητήριο του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών, που πιστοποιούσε ότι και ως προς τα παραπάνω ακίνητα είχαν καταστεί εκ διαθήκης κληρονόμοι οι ανωτέρω.
Επομένως, ως προς τα ακίνητα αυτά και συγκεκριμένα ως προς το ανήκον στον αποβιώσαντα ποσοστό των 24/64 εξ αδιαιρέτου επί των επίδικων ακινήτων, εχώρησε η εξ αδιαθέτου διαδοχή και έτσι οι ενάγοντες κατέστησαν εξ αδιαθέτου συγκύριοι στα ως άνω ακίνητα και δη κατά ποσοστό 6/64 εξ αδιαιρέτου η 3η ενάγουσα σύζυγος του και κατά ποσοστό 9/64 εξ αδιαιρέτου έκαστος των δύο πρώτων εναγόντων τέκνων του.
Την παραπάνω κληρονομιά αποδέχθηκαν οι ενάγοντες με τη με αριθμό ...-2000 Πράξη Δήλωσης Αποδοχής Κληρονομιάς της Συμβολαιογράφου Καλαμάτας Ε. Φ., που μεταγράφηκε νόμιμα. Στη συνέχεια, απεβίωσε στις 10 Φεβρουαρίου 1985, χωρίς να αφήσει διαθήκη, η Χ. χήρα Δ. Μ., η οποία άφησε πλησιέστερους συγγενείς της τα δύο εγγόνια της Μ.
Μ. του Σ. και Δ. Μ. του Σ. (1η και 2° ενάγοντες), τέκνα του προαποβιώσαντος υιού της Σ. Μ. του Δ., και δη κατά ποσοστό 4/64 εξ αδιαιρέτου ο καθένας επί της ανήκοντος σε αυτήν ποσοστού των 8/64 εξ αδιαιρέτου επί των επίδικων ακινήτων. Την παραπάνω κληρονομία αποδέχθηκαν οι δύο πρώτοι ενάγοντες με τη με αριθμό ...-1996 Πράξη Δήλωσης Αποδοχής Κληρονομίας του Συμβολαιογράφου Αθηνών Μ.
Γ., που μεταγράφηκε νόμιμα, όπως διορθώθηκε ως προς την ακριβέστερη περιγραφή των κληρονομιαίων ακινήτων με τη με αριθμό ...-2000 Πράξη διόρθωσης της Συμβολαιογράφου Καλαμάτας Ε. Φ., που μεταγράφηκε νόμιμα. Έτσι, οι ενάγοντες κατέστησαν με παράγωγο τρόπο, κατά τα αναλυτικώς εκτιθέμενα ανωτέρω, συγκύριοι των τριών επίδικων ακινήτων, και δη οι δύο πρώτοι ενάγοντες κατά ποσοστό 13/64 εξ αδιαιρέτου (9/64 εξ αδιαιρέτου από τον πατέρα τους Σ. + 4/64 εξ αδιαιρέτου από τη γιαγιά τους Χ.) και η 3η ενάγουσα κατά ποσοστό 6/64 εξ αδιαιρέτου.
Τέλος, στις ...-1987 απεβίωσε στην Ε. Μεσσηνίας, ο Π. Μ. του Σ., χωρίς να αφήσει διαθήκη, αφήνοντας μοναδικούς κληρονόμους στο δικό του ιδανικό μερίδιο των 32/64 εξ αδιαιρέτου επί των επίδικων ακινήτων, τα δυο τέκνα του ιερέα Σ. Μ. του Π. και Κ. Μ. του Π. και δη κατά ποσοστό 16/64 εξ αδιαιρέτου στον καθένα τους. Περί το έτος 1988, ο ιερέας Σ.
Μ. του Π., μετέβη στην Αθήνα, προκειμένου να συναντήσει την 3η ενάγουσα ώστε να προβούν στη διανομή των επίκοινων ακινήτων, την οποία, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, ο ίδιος είχε μεταθέσει χρονικά μετά το θάνατο του πατέρα του. Ωστόσο, όταν μετά τη συνάντηση αυτή, η 3η ενάγουσα επισκέφθηκε, κατά το ίδιο έτος, τον ιερέα και τη σύζυγό του (εναγομένη) στην οικία τους στην Ε.
Μεσσηνίας ενόψει της μέλλουσας διανομής, αυτή εκδιώχθηκε από την τελευταία με άσχημο τρόπο, όπως προκύπτει από την κατάθεση της μάρτυρος απόδειξης, η οποία είναι αδελφή της 3ης ενάγουσας και έμαθε για το περιστατικό αυτό από την ίδια την αδελφή της, και έκτοτε οι συγκύριοι των επίδικων ακινήτων ιερέας Σ.
Μ. του Π. και Κ. Μ. του Π. (τέκνα του αποβιώσαντος αρχικού συγκυρίου Π. Μ. του Σ.) δήλωσαν σιωπηρώς τη βούλησή τους να νέμονται τα κοινά ακίνητα αποκλειστικά ως κύριοι επ' ονόματί τους και για λογαριασμό τους. Την αυτή βούληση επανέλαβαν και ρητώς, προβαίνοντας σε αποδοχή της κληρονομιάς που τους άφησε ο πατέρας τους, δηλώνοντας ότι τα επίδικα ακίνητα ανήκαν στην αποκλειστική κυριότητα, νομή και κατοχή του πατέρα τους Π.
Μ. εξ ολοκλήρου και όχι κατά το πράγματι ανήκον σ' αυτόν ποσοστό των 32/64 εξ αδιαιρέτου, χωρίς περαιτέρω αναφορά στο πως περιήλθαν τα ακίνητα αυτά στον αποβιώσαντα, συνταχθέντων προς τούτο των με αριθ. ...-1990 και ...-1990 Πράξεων Δηλώσεως Αποδοχής Κληρονομιάς του Συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Λ., νομίμως μεταγεγραμμένων.
Ακολούθως, αμφότερα τα τέκνα του αποβιώσαντος αρχικού συγκυρίου Π. Μ., ιερέας Σ. Μ. και Κ. Μ., με το με αριθμό ...-1990 συμβόλαιο του ιδίου ως άνω Συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασαν λόγω δωρεάς και πώλησης αντίστοιχα, στην εναγόμενη σύζυγο του πρώτου και νύφη της δεύτερης, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή μεταξύ άλλων και τα τρία προλεχθέντα από την παραπάνω κληρονομιά του αποβιώσαντος πατρός τους επίδικα ακίνητα.
Σημειώνεται ότι το αγροτικό ακίνητο μετά των υπαρχόντων πέντε μικρών ελαιοδέντρων στη θέση "Παληάμπελα" του ορίου της Κοινότητας Ε., έκτασης μ2 1.000, που περιήλθε στον δικαιοπάροχο σύζυγό της εναγομένης ιερέα Σ. Μ. από αγορά από τον Κ. Α., δυνάμει του με αριθμό ...-1971 πωλητηρίου συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Ε.
Ν. Ν., νομίμως μεταγεγραμμένου, δεν ήταν εκ των επιδίκων που μεταβιβάστηκαν στην εναγομένη με το παραπάνω συμβόλαιο και συγκεκριμένα το κείμενο στην αυτή ως άνω θέση, έκτασης 8 στρεμμάτων περίπου, παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από την ίδια, καθώς δεν αναφέρεται το συμβόλαιο αυτό ως τίτλος κτήσης του δικαιοπαρόχου συζύγου της για το μεταβιβαζόμενο σ' αυτήν ακίνητο στη θέση "Παληάμπελα", καθώς για όλα τα επίδικα ακίνητα ως τίτλος κτήσεως αμφοτέρων των μεταβιβαζόντων αναγράφεται η κληρονομιά του πατέρα τους Π.
Μ., την οποία αποδέχθηκαν νόμιμα με τις παραπάνω "αναφερόμενες με αριθμό ...-1990 και ...-1990 Πράξεις Δήλωσης Αποδοχής Κληρονομιάς. Έκτοτε, η εναγομένη νέμεται τα επίδικα, κατοικώντας μαζί με τους δικαιοπαρόχους της στην άνω οικία και καλλιεργώντας για λογαριασμό της τα δύο αγροτικά ακίνητα. Ωστόσο, η εναγομένη δεν κατέστη κυρία με παράγωγο τρόπο και επί των ιδανικών μεριδίων των εναγόντων (32/64 εξ αδιαιρέτου συνολικά) αφού οι τελευταίοι είχαν θεμελιώσει παράγωγο τρόπο κτήσης επί των μεριδίων αυτών με τους ανωτέρω αναφερόμενους προγενέστερους τίτλους κτήσης βάσει της κληρονομικής διαδοχής από την κληρονομία του Σ.
Μ. και της Χ. Μ., ως ανωτέρω εξετέθη. Επιπλέον από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι η εναγομένη κατά τον χρόνο μεταβίβασης σε αυτήν της νομής των άνω ακινήτων, αυτή τελούσε σε καλή πίστη περί του ότι αποκτούσε την κυριότητα των μεταβιβασθέντων σε αυτήν ακινήτων. Αντίθετα, αποδείχθηκε, λαμβανομένων υπόψη και των διδαγμάτων της κοινής πείρας, ότι η εναγομένη τελούσε σε κακή πίστη, καθόσον, ούσα σύζυγος του ιερέα Σ.
Μ., κατοικώντας μαζί με αυτόν και τον πεθερό της Π. Μ. στην παραπάνω οικία, όπως αναφέρει η ίδια στις προτάσεις της και επιβεβαιώνει και ο μάρτυράς της, είχε ιδίαν αντίληψη ότι οι παραπάνω δικαιοπάροχοί της αναγνώριζαν ως συγκύριό τους τον δικαιοπάροχο των εναγόντων Σ. Μ. του Δ., ήταν δε αυτή που εκδίωξε την 3η ενάγουσα από την οικία τους στην Ε.
Μεσσηνίας όταν εκείνη μετέβη λόγω της επικείμενης διανομής των επίδικων ακινήτων. Είχε δηλαδή απόλυτη γνώση ότι ο κτητικός τίτλος, με τον οποίο ο ιερέας σύζυγός της και η αδελφή του της μεταβίβαζαν κατά πλήρη και αποκλειστική κυριότητα τα επίδικα ακίνητα ήταν ελαττωματικός ως προς τη νομική κατάσταση των μεταβιβασθέντων αφού αυτά ανήκαν στους δικαιοπαρόχους της κατά ποσοστό 16/64 εξ αδιαιρέτου στον καθένα τους, ήτοι 32/64 εξ αδιαιρέτου συνολικά και όχι κατά ποσοστό 32/64 εξ αδιαιρέτου στον καθένα τους.
Συνεπώς, πρέπει να απορριφθούν ως κατ' ουσίαν αβάσιμες οι ενστάσεις της εναγομένης περί ιδίας κυριότητας με πρωτότυπο τρόπο, καθώς ως προς την τακτική χρησικτησία ελλείπει το απαιτούμενο στοιχείο της καλής πίστης στο πρόσωπό της, κατά τον χρόνο κτήσης των επίδικων, ενώ ως προς την έκτακτη ουδόλως αποδείχθηκε ότι οι δικαιοπάροχοί της προ του έτους 1988 είχαν γνωστοποιήσει στους ενάγοντες ή τους δικαιοπαρόχους τους τη βούλησή τους να νέμονται στο εξής τα κοινά ακίνητα αποκλειστικά ως κύριοι επ' ονόματι και για λογαριασμό τους, αφού ουδέποτε μέχρι το 1988, οπότε και εκδιώχθηκε η 3η ενάγουσα από την εναγομένη όταν μετέβη στην οικία τους προκειμένου να συζητήσουν το θέμα της διανομής, ετέθη θέμα αμφισβήτησης των κληρονομικών δικαιωμάτων τους και της συγκυριότητάς τους στα επίδικα.
Μόνη η κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης Ν. Β., ότι δεν είχε δει τον Σ. Μ. του Δ. και την οικογένειά του να επισκέπτονται την Ε. Μεσσηνίας, παρά μόνο όταν άρχισαν τα δικαστήρια, δεν δύναται να οδηγήσει το δικαστήριο σε αντίθετη κρίση περί της νομής των επίδικων ακινήτων από την εναγομένη και τους δικαιοπαρόχους της αποκλειστικά για λογαριασμό τους, καθώς δεν ενισχύεται από κανένα άλλο αποδεικτικό στοιχείο.
Περαιτέρω, ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι το δικαίωμα κυριότητας των εναγόντων επί των επίδικων ακινήτων, έχει υποπέσει σε παραγραφή λόγω μη άσκησης αγωγής επί 20 και πλέον έτη, είναι μη νόμιμος διότι δεν ισχυρίζεται ότι η ίδια της νεμόταν αυτά αφού είχε καταστήσει γνωστό στους συγκυρίους ότι νέμεται και κατέχει αυτά στο εξής αποκλειστικά για τον εαυτό της, ούτε εξάλλου είχαν προβεί σε τέτοια γνωστοποίηση οι δικαιοπάροχοί της και επομένως θεωρείται ότι τα κατείχε και στο όνομα των υπολοίπων συγκυρίων.
Κατόπιν όλων των ανωτέρω, απορριπτέοι ως ουσιαστικά αβάσιμοι τυγχάνουν και οι σχετικοί πέμπτος και έβδομος λόγοι, με τους οποίους η εκκαλούσα αφενός παραπονείται ότι δεν εξετάστηκε ο παράγωγος τρόπος κτήσεως, αφετέρου επαναφέρει τους ως άνω προβληθέντες πρωτοδίκως ισχυρισμούς της περί ιδίας κυριότητας με πρωτότυπο τρόπο κτήσεως και περί παραγραφής. ... (...)...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση της Π. συζ. Σ. Μ., δικαιοπαρόχου του συνεχίζοντος τη δίκη της έφεσης ως προς τα επίδικα με στοιχεία -α- και -γ- ακίνητα, Θ. Γ. του Α., ήδη αναιρεσείοντος κατά της εκκαλούμενης απόφασης, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων - εναγόντων για τη διανομή των ανωτέρω με στοιχεία -α- και -γ- ακινήτων, με την, δια πλειστηριασμού, πώληση αυτών.
Ειδικότερα, με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος ως προς τον συνεχίζοντα τη δίκη το Εφετείο έκρινε ότι : 1) Ότι οι 1η, 2ος και 3η των αναιρεσιβλήτων - εναγόντων είναι (συγ)κύριοι, κατά ποσοστό 13/64, 13/64 και 6/24, αντίστοιχα, ο καθένας των εξής ακινήτων: α) μίας ανώγειας οικίας με τον προαύλιο χώρο της, τα παραρτήματα και παρακολουθήματά της, κείμενη εντός του χωρίου Ε. (Νεοχωρίου) του Δήμου Ε., Ν.
Μεσσηνίας και β) ενός ελαιοπερίβολου, στη θέση "Αγ. Ταξιάρχης", έκτασης 1,5 στρέμματος περίπου, με παράγωγο τρόπο, δυνάμει της συνταχθείσας από τη συμβ/φο Καλαμάτας Ε. Φ. και μεταγραφείσας νομίμως, με αριθμ. ...-2000 παραπάνω δήλωσης αποδοχής κληρονομίας του κληρονομούμενου Σ. Μ. του Δ., κατά ποσοστό 9/64, 9/64 και 6/24 εξ αδιαιρέτου, αντίστοιχα, και, επιπλέον, οι δύο πρώτοι αναιρεσίβλητοι δυνάμει της συνταχθείσας από τη συμβ/φο Αθηνών Μ.
Γ. και μεταγραφείσα νόμιμα, με αριθμό ...-1996 παραπάνω δήλωσης αποδοχής κληρονομίας, της κληρονομούμενης Χ. χήρας Σ. Μ., κατά ποσοστό 4/64 ο καθένας, όπως διορθώθηκε με τη με αριθμό ...-2000 πράξη διόρθωσης της συμβ/φου Καλαμάτας Ε. Φ., που μεταγράφηκε νόμιμα, και ότι οι ανωτέρω κληρονομούμενοι, κατά το χρόνο θανάτου τους, ήταν αληθείς (συγ)κύριοι των επίδικων ακινήτων, κατά ποσοστό 24/64 ο Σ.
Μ. του Δ. και 8/64 η Χ. χήρα Δ. Μ., την οποία είχαν αποκτήσει με τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας, λόγω της παραπάνω αναφερόμενης κληρονομικής διαδοχής του πατέρα και συζύγου τους, αντίστοιχα, Δ. Μ. του Σ., ασκώντας (συν)νομή σε αυτά από το θάνατό του απώτερου δικαιοπαρόχου τους περί το έτος 1922, αρχικά δια της δεύτερης (Χ.), προσμετρώντας και τη (συν)νομή του απώτατου δικαιοπαρόχου τους Δ.
Μ. από την κατά το έτος 1914 άτυπη διανομή της κληρονομιαίας περιουσίας του κληρονομούμενου Σ. Μ. του Δ., και στη συνέχεια αμφότεροι, μέχρι τον επισυμβάντα θάνατό τους, δια του (συγ)κυρίου τους Π. Μ. του Σ., και μετέπειτα οι ενάγοντες δια του (συγ)κυρίου τους Π. Μ. μέχρι τον επισυμβάντα, το έτος 1987, θάνατο αυτού, και ακολούθως οι ενάγοντες μέχρι το έτος 1988, οπότε οι δικαιοπάροχοι της εναγόμενης γνωστοποίησαν στους ενάγοντες ότι νέμονται το 32/64 αυτών. 2) Ότι η Π.
συζ. Σ. Μ. είναι (συγ)κυρία 32/64 των παραπάνω ακινήτων, με παράγωγο τρόπο, και δη με το με αριθμ. ...-1990 συμβόλαιο του συμβ/φου Αθηνών Α. Λ., που μεταγράφηκε νόμιμα, λόγω δωρεάς από τον αληθή (συγ)κύριο, κατά ποσοστό 16/64, Σ. Μ. του Π., και αγοράς από την αληθή (συγ)κυρία, κατά ποσοστό 16/64, Κ. Μ. του Π., στους οποίους είχε περιέλθει με τις, μεταγραφείσες νόμιμα, ανωτέρω με αριθμ. ...-1990 και ...-1990 πράξεις δήλωσης αποδοχής κληρονομίας του αποβιώσαντος, στις ...-1987, πατέρα τους, Π.
Μ. του Σ., στην (συγ)κυριότητα, κατά ποσοστό 32/64 εξ αδιαιρέτου, στον οποίο είχε περιέλθει, με τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας από την κατά το έτος 1914 άτυπη διανομή της ανωτέρω κληρονομιαίας περιουσίας, και δεν κατέστη, με παράγωγο τρόπο, κυρία και των λοιπών 32/64 εξ αδιαιρέτου των ανωτέρω ακινήτων, διότι απέκτησε αυτά, λόγω δωρεάς και πώλησης, αντίστοιχα, από τους μη αληθείς κυρίους (Σ.
και Κ. Μ. του Π.). 3) Ότι η Π. συζ. Σ. Μ., δικαιοπάροχος του αναιρεσείοντος, δεν κατέστη αποκλειστική κυρία των ανωτέρω ακινήτων, ήτοι και των λοιπών 32/64 εξ αδιαιρέτου, με τον πρωτότυπο τρόπο της τακτικής χρησικτησίας, διότι από την δωρεά - πώληση και μεταγραφή του ανωτέρω νόμιμου τίτλου (...-1990 συμβολαίου δωρεάς και αγοραπωλησίας), ούσα σύζυγος του ιερέα Σ.
Μ., ήταν κακής πίστης νομέας, καθόσον είχε απόλυτη γνώση, ήτοι δεν τελούσε σε πλάνη, ότι ο κτητικός αυτός τίτλος, με τον οποίο εφέρετο ότι της μεταβιβάστηκαν καθ' ολοκληρίαν τα ως άνω ακίνητα, ήταν ελαττωματικός καθόσον ο παραπάνω δικαιοπάροχός της Π. Μ. ήταν (συγ)κύριος κατά 32/64 εξ αδιαιρέτου και αναγνώριζε τους δικαιοπαρόχους των εναγόντων - αναιρεσιβλήτων (Σ.
και Χ. Μ.) ως (συγ)κυρίους των λοιπών 32/64 εξ αδιαιρέτου, και στη συνέχεια τους κληρονόμους αυτών. 4) Ότι η εναγόμενη δεν κατέστη συγκυρία των ένδικων 32/64 εξ αδιαιρέτου των άνω ακινήτων, με τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας, επειδή ο απώτερος δικαιοπάροχος αυτής Π. Μ. του Σ. από την από το έτος 1914 άτυπη διανομή από τους συγκληρονόμους της κληρονομιαίας περιουσίας του κληρονομούμενου Σ.
Μ. του Δ., με αποδοχή του περιεχομένου της συμβ/φικής διανομής, ασκούσε πράξεις (συν)νομής, κατ' ισομοιρίαν 32/64 εξ αδιαιρέτου επί των ως ακινήτων, και, μετά τον επισυμβάντα θάνατό του το έτος 1986, οι άμεσοι δικαιοπάροχοι αυτής, Σ. Μ. του Π. και Κ. Μ. του Π., ασκούσαν πράξεις (συν)νομής, κατά το ανωτέρω ποσοστό, και, μόλις, το έτος 1988, γνωστοποίησαν στους αναιρεσίβλητους - ενάγοντες ότι νέμονται για τον εαυτό τους τα ανωτέρω επίκοινα ακίνητα, και έκτοτε και μέχρι την άσκηση της αγωγής, το 2000, δεν συμπληρώθηκε στο πρόσωπο της εναγόμενης εικοσαετής νομή διανοία αποκλειστικής κυρίας, ήτοι και στα λοιπά 32/64 εξ αδιαιρέτου επί των ανωτέρω ακινήτων.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι έκρινε το Εφετείο στέρησε την προσβαλλόμενη απόφαση νόμιμης βάση, ως προς τα ουσιώδη ζητήματα: 1) της κτήσης (συγ)κυριότητας από τους ενάγοντες, κατά ποσοστό 32/64 εξ αδιαιρέτου επί των επίκοινων με στοιχ. -α- και -γ- ακινήτων, με παράγωγο τρόπο, ως αποκτήσαντες από αληθείς (συγ)κυρίους, και 2) της μη κτήσης (συγ)κυριότητας από την εναγόμενη και επί των ένδικων παραπάνω ποσοστών των επίκοινων ακινήτων α) με παράγωγο τρόπο, ως αποκτήσασα από μη αληθείς κυρίους, και β) με πρωτότυπο τρόπο (τακτικής και έκτακτης χρησικτησίας), με ενδοιαστικές αιτιολογίες.
Τούτο δε, διότι αν και γίνεται μνεία στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι με τη γενόμενη με τη με αριθμ. ...-1914 συμβ/φική πράξη διανομής πατρικού κλήρου, που μεταγράφηκε νόμιμα, με την οποία καταρτίστηκε μεταξύ των συγκληρονόμων του κληρονομούμενου Σ. Μ. (Δ. Μ., Μ. Μ. και Σ. Μ.) διανομή της κληρονομιαίας περιουσίας, δεν επήλθε κτήση κυριότητας με παράγωγο τρόπο, επειδή δεν συμβλήθηκε ο συγκληρονόμος Π.
Μ. του Σ., απώτερος δικαιοπάροχος της εναγόμενης, ότι δεν αποδείχθηκε μη αποδοχή από τον συμβληθέντα της ανωτέρω διανομής και επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα της διανομής κατάσταση, και έτσι επήλθε άτυπη διανομή, μεταξύ των συγκληρονόμων, της ανωτέρω κληρονομιαίας περιουσίας, κατά την οποία ο Π. Μ.
και Δ. Μ. έλαβαν το 1/2 στα αναφερόμενα επίδικα ακίνητα με στοιχεία -α- και -γ-, και στη συνέχεια ασκούσαν τη (συν)νομή τους δια του Π. Μ. του Σ. δεν διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ο χρόνος κατά τον οποίο ο τελευταίος πληροφορήθηκε τη συμβ/φική διανομή, ούτε πράξεις ή παραλείψεις του μη συμβληθέντος για τη σιωπηρή αποδοχή της διανομής, ούτε πράξεις (συν)νομής των δικαιοπαρόχων των εναγόντων, και μετά το έτος 1967, δια του Π.
Μ., ή/και δια των δικαιοπαρόχων αυτών ή/και των εναγόντων, καθώς και ο χρόνος κτήσης (συγ)κυριότητας, επί των ως άνω επικοίνων, του απώτερου και των άμεσων δικαιοπαρόχων των εναγόντων και του Π. Μ. του Σ. (βρδ - ΑΚ), με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή των κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 1710 επ. 1193, 1045 ΑΚ ως προς την κτήση της (συγ)κυριότητας από τους ενάγοντες των 32/64 εξ αδιαιρέτου των ανωτέρω ακινήτων από αληθείς (συγ)κυρίους και των άρθρων 1033, 1192, 1041, 1042 και 1045 ΑΚ, ως προς τη μη κτήση από τη δικαιοπάροχο του αναιρεσείοντος με παράγωγο και πρωτότυπο (τακτικής και έκτακτης χρησικτησίας) (συγ)κυριότητας και επί των ένδικων 32/64 εξ αδιαιρέτου των ως άνω ακινήτων, ως αποκτήσασα από μη αληθείς (συγ)κυρίους (για τον παράγωγο τρόπο), κακή πίστη αυτής (για την τακτική χρησικτησία) και μη προσμέτρηση της νομής των άμεσων δικαιοπαρόχων και του απώτερου δικαιοπαρόχου της (έκτακτη χρησικτησία).
Επομένως, ο τέταρτος, έκτος και όγδοος λόγος αναίρεσης, κατά τα οικεία μέρη αυτών, με τον οποίο ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, για πλημμμέλεια από τον αρ. 19 (κατ' εκτίμηση ο τέταρτος, κατ' εκτίμηση ο έκτος και όχι από τον αρ. 8α) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, των αντίστοιχων ισχυρισμών που πρότεινε με τις προτάσεις της πρώτης συζήτησης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επανέφερε, με τους λόγους έφεσής της, στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, είναι βάσιμοι.
IV. [1] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11γ του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (ΟλΑΠ 23/2008).
Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Απαιτείται, όμως, να μνημονεύονται στην απόφαση ειδικά τα ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα, όπως ορίζονται κατά το είδος τους στο άρθρο 339 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 895/2024, ΑΠ 62/2024).
Αρκεί, έτσι, η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον, από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου. Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1608/2022) ή κατ` άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη (ΟλΑΠ 14/2005, ΑΠ 715/2023, ΑΠ 1608/2022).
Επίσης, δεν αποκλείεται να στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός, αν, παρότι στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας γίνεται ειδική μνεία ορισμένου αποδεικτικού μέσου, ωστόσο, από το περιεχόμενο της απόφασης και ιδίως τις αιτιολογίες της γεννώνται αμφιβολίες αν πράγματι αυτό λήφθηκε υπόψη (ΑΠ 904/2023, ΑΠ 267/2022, ΑΠ 85/2021), καθώς και όταν ναι μεν μνημονεύεται στην απόφαση το αποδεικτικό μέσο, πλην όμως η ειδική αυτή μνεία σχετίζεται αποκλειστικά με ορισμένο ισχυρισμό, ενώ από το περιεχόμενο της απόφασης υπάρχουν αμφιβολίες αν το ίδιο αποδεικτικό μέσο έχει ληφθεί υπόψη για την απόδειξη άλλου ουσιώδους ισχυρισμού (ΑΠ 70/2024, ΑΠ 1342/2022, ΑΠ 365/2010).
Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος αυτού, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την, από το άρθρο 559 αρ.11γ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη τα παρακάτω έγγραφα, τα οποία επικαλέστηκε ως κατ' είδος ορισμένα αποδεικτικά μέσα, εκθέτοντας ότι δεν μνημονεύονται στην προσβαλλόμενη απόφαση τα έγγραφα ως κατ' είδος αποδεικτικό μέσο που προβλέπεται στο άρθρο 339 ΚΠολΔ, άλλως δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι έλαβε υπόψη αυτά, τα οποία, ως συνεχίζων τη δίκη της έφεσης, νόμιμα, επικαλέστηκε και προσκόμισε, στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, και ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δεχόμενο αντίθετο αποδεικτικό πόρισμα.
Συγκεκριμένα κατά τις αιτιάσεις του αναιρεσείοντος το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα ότι οι δικαιοπάροχοι της εναγόμενης το πρώτον γνωστοποίησαν στους ενάγοντες το έτος 1988 την άσκηση αποκλειστικής νομής στο επίδικο οικόπεδο και ότι δεν απέκτησε η εναγόμενη και οι άμεσοι δικαιοπάροχοι αυτής, Σ.
Μ., Κ. Μ., με προσμέτρηση και της νομής του Π. Μ. του Σ., κυριότητα με τον πρωτότυπο τρόπο (τακτικής και έκτακτης χρησικτησίας) και με παράγωγο τρόπο (δωρεάς και πώλησης), από αληθείς κυρίους, στο ανωτέρω οικόπεδο, χωρίς να λάβει υπόψη του τα ακόλουθα έγγραφα: 1) το με αριθμ. ...-1967 δανειστικό συμβόλαιο της Εθνικής Τράπεζας, με το οποίο ο απώτερος δικαιοπάροχος της εναγόμενης - εκκαλούσας, Π.
Μ. του Σ. έλαβε δάνειο από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας για να οικοδομήσει διώροφη κατοικία στο οικόπεδο μέσα στο χωριό Ε. Μεσσηνίας, και εγγράφηκε υποθήκη στο ακίνητο χωρίς να αναφέρεται ότι υφίστανται (συγ)κύριοι σ' αυτό, 2) την από 03-07-1967 άδεια Πολεοδομίας με τοπογραφικό διάγραμμα ανοικοδόμησης στο επίδικο αστικό οικόπεδο, 3) το από 15-11-1968 συμβόλαιο παροχής ηλεκτρικής ενέργειας για την κατοικία του δικαιοπάροχου της εναγόμενης - εκκαλούσας, 4) τη με αριθμ.
πρωτ. ... βεβαίωση της Νομαρχίας Μεσσηνίας, από την οποία προκύπτει ότι ο προαναφερθείς Π. Μ. έλαβε στεγαστική αρωγή για το σεισμόπληκτη κατοικία του, με τη με αριθμ. ...-1966 απόφαση της Νομαρχίας, και 5) τη με αριθμ. 762/1991 άδεια οικοδομής, τα οποία, επικαλέστηκε νόμιμα με τις προτάσεις του, για την απόδειξη των ανωτέρω ουσιωδών ισχυρισμών του.
Από την παραπάνω παραδεκτή, κατ' άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των προτάσεων του εκκαλούντος - συνεχίζοντος τη δίκη, ήδη αναιρεσείοντος, προκύπτει ότι επικαλέστηκε τα ανωτέρω με στοιχ. αρίθμησης αυτών 9, 10, 11, 12 και 13, αντίστοιχα έγγραφα και από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο για την καταληκτική κρίση του ανέφερε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ότι έλαβε υπόψη ως αποδεικτικά μέσα τα εξής : "Από την εκτίμηση των ένορκων καταθέσεων των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης που περιέχονται στη με αριθμό 38/2009 εισηγητική έκθεση διεξαγωγής εμμάρτυρων αποδείξεων ενώπιον του Εισηγητή Δικαστή του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, τη με αριθμ. .../2013 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Β.
Τ., πολιτικού μηχανικού, που διορίστηκε με τη με αριθμό 148/2011 μη οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, καθώς και από όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, είτε προς άμεση απόδειξη (άρθρ. 438 του ΚΠολΔ), είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρ. 395 του ΚΠολΔ), μη λαμβανομένων υπόψη των προσκομισθέντων από τους ενάγοντες και την εναγομένη ενόρκων βεβαιώσεων που λήφθηκαν ενώπιον ειρηνοδίκη είτε μετά από νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου είτε αυτοβούλως του καταθέσαντα, προκειμένου να χρησιμεύσουν ως αποδεικτικά μέσα για την παρούσα καθώς δεν αποτελούν παραδεκτά αποδεικτικά μέσα, δεδομένου ότι πρόκειται για υπόθεση, στην οποία έχει εκδοθεί προδικαστική απόφαση και η απόδειξη διεξήχθη σύμφωνα με το άρθρο 341 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε..., τις φωτογραφίες, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητείται (άρθρα 444 παρ. 1γ, 448 παρ. 2 και 457 παρ. 4 ΚΠολΔ), σε συνδυασμό και με τις ομολογίες που συνάγονται από τους ισχυρισμούς των διαδίκων (άρθρ. 261 και 352 επ.
ΚΠολΔ) αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Από τα φερόμενα ως αγνοηθέντα έγγραφα προσδιορίζονται κατά το είδος η από 03-07-1967 άδεια Πολεοδομίας, η με αριθμ. πρωτ. ... βεβαίωση της Νομαρχίας Μεσσηνίας και η με αριθμ. 762/1991 άδεια οικοδομής ως δημόσια έγγραφα που εκδίδονται από αρμόδιο καθ' ύλην όργανο (άρθρ. 438 του ΚΠολΔ) καθώς και το συνημμένο, ως αναφερόμενο, στην από 03-07-1967 άδεια τοπογραφικό διάγραμμα ανοικοδόμησης στο επίδικο αστικό οικόπεδο, ενώ δεν μνημονεύεται στο ανωτέρω προοίμιο του σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης το προσδιοριζόμενο, στο άρθρο 339 ΚΠολΔ, κατ' είδος αποδεικτικό μέσο των εγγράφων, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, καθόσον ουδόλως διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη για το σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματος του Εφετείου και τα έγγραφα στα οποία εμπίπτουν κατ' είδος τα λοιπά ως άνω φερόμενα αγνοηθέντα έγγραφα, ήτοι το από 15-11-1968 συμβόλαιο παροχής ηλεκτρικής ενέργειας για την κατοικία του δικαιοπάροχου της εναγόμενης - εκκαλούσας, και το ...-1967 δανειστικό συμβόλαιο.
Από τον ανωτέρω μη προσδιορισμό κατ' είδος των ανωτέρω εγγράφων ως αποδεικτικό μέσο, αλλά και τα προαναφερθέντα που προσδιορίζονται κατά είδος, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, αλλά αντίθετα καταλείπονται αμφιβολίες, αν το Εφετείο, κατά το σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματός του, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και τα ανωτέρω φερόμενα από τον αναιρεσείοντα ως αγνοηθέντα έγγραφα, για την καταληκτική κρίση της μη κτήσης αποκλειστικής κυριότητας επί του οικοπέδου ή τμήματος αυτού με παράγωγο τρόπο (μεταγεγραμμένο συμβόλαιο δωρεάς - πώλησης) από αληθείς κυρίους, τον πρωτότυπο τρόπο (έκτακτης χρησικτησίας) από τον απώτερο δικαιοπάροχο της εναγόμενης, Π.
Μ. του Σ. και των άμεσων δικαιοπαρόχων αυτής, και τακτικής χρησικτησίας από την εναγόμενη, ουσιωδών για την έκβαση της υπόθεσης. Και, τούτο, διότι, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης: ο δικαιοπάροχος των εναγόντων, Σ. Μ. του Δ. (το έτος 1967) θεωρούσε σκόπιμο να προχωρήσουν στη διανομή του ακινήτου ώστε να χωρισθεί σε δύο τμήματα για να μπορέσει να ανεγείρει η οικογένεια του Π.
Μ. κατοικία στο τμήμα που θα ελάμβανε από τη διανομή, αναγνώριζε δε στις επιστολές του προς τον ιερέα εξάδελφό του ότι η διώροφη οικοδομή που τελικά ανεγέρθηκε μετά την κατάρρευση της παλιάς οικίας που βρισκόταν στο παραπάνω οικόπεδο, περί το έτος 1967, λόγω σεισμού, περατώθηκε αποκλειστικά με δαπάνες του Π.
Μ. και με δάνειο που έλαβε, και έγινε αίτημα του Σ. Μ. του Π. για αναβολή της διανομής μετά το θάνατο του (συν)νομέα - (συγ)κυρίου Π. Μ. λόγω έλλειψης (πνευματικής) ισορροπίας του, ο δε Π. Μ. ασκούσε πράξεις (συγ)κυρίου και (συν)νομής, κατά ισομοιρίαν και για λογαριασμό των δικαιοπαρόχων των εναγόντων, και δια του Σ.
Μ. του Π., αναγνώρισε, το έτος 1967, τη (συγ)κυριότητα του Σ. Μ. του Δ., το έτος 1988 ο Σ. Μ. επισκέφθηκε την τρίτη ενάγουσα - αναιρεσίβλητη για να προβούν στη διανομή των επίκοινων, και ότι το έτος 1988 οι δικαιοπάροχοι της εναγόμενης γνωστοποίησαν στους ενάγοντες, με τον εκδιωγμό της τρίτης απ' αυτούς, ότι νέμονται για τον εαυτό τους το επίδικο οικόπεδο.
Από τις συγκεκριμένες ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενη απόφασης σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενό της, κατά το οποίο ο Σ. Μ. του Δ. φιλοξενήθηκε, το έτος 1974, στη νέα διώροφη οικία, και της μη αναφοράς συγκεκριμένων πράξεων (συν)νομής, μετά το έτος 1967, στο επίδικο αστικό ακίνητο είτε δια του Π. Μ. είτε αυτοπροσώπως από τους δικαιοπαρόχους των εναγόντων και τους τελευταίους δεν προκύπτει αδιστάκτως ότι, τα ανωτέρω φερόμενα από τον αναιρεσείοντα ως αγνοηθέντα έγγραφα, ουσιώδη για την απόδειξη αποκλειστικής νομής για τον εαυτό του σε όλο το οικόπεδο και γνωστοποίησης αυτής στους άμεσους δικαιοπαρόχους των εναγόντων, συναξιολόγησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, προς απόρριψη των ανωτέρω προταθέντων, νομίμως, ισχυρισμών της.
Το δε με αριθμ. ...-1967 δανειστικό συμβόλαιο φαίνεται εμμέσως (δια αλληλογραφίας επιστολών) ως συναξιολογηθέν από την προσβαλλόμενη απόφαση μόνο για την παραδοχή της ότι ο Π. Μ. προέβη σε, από δανειοδότησή του, με ίδιες δαπάνες ανέγερση επί του οικοπέδου διώροφης οικοδομής και όχι και ως προς τον προβληθέντα από την εναγόμενη ισχυρισμό ότι αποτελεί πράξη αποκλειστικής νομής επί του συγκεκριμένου ακινήτου.
Επομένως, ο προαναφερθείς τέταρτος λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος. V. Κατ' ακολουθίαν τούτων, και επειδή η αναιρετική εμβέλεια των παραπάνω δεκτών γενόμενων λόγων αναίρεσης, καθιστούν αλυσιτελή την έρευνα των λοιπών λόγων αναίρεσης, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της, και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστές άλλους απ' αυτούς που εξέδωσαν την απόφαση αυτή.
Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η απόδοση στον αναιρεσείοντα του προκαταβληθέντος παραβόλου (άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και, τέλος, τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του αιτήματος των αναιρεσιβλήτων, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσιβλήτων, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 32/2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας.
Παραπέμπει την υπόθεση προς εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση.
Διατάσσει την απόδοση στον αναιρεσείοντα του παραβόλου.
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Μαρτίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Ιουνίου 2025.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου