Legislator Case Law & Legislation
1034/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against bankruptcy proceedings ruling, citing procedural errors in appeal grounds.

Case Number 1034/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the Social Security Institution against a final First Instance judgment regarding a natural person's bankruptcy. The court found the appellant's arguments regarding the debtor's insolvency and procedural grounds for appeal were unfounded or outside the scope of Article 560 of the Code of Civil Procedure. Consequently, the appeal was rejected, and no court costs were imposed due to specific provisions in the Bankruptcy Law.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559 and 560 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must reject appeals containing grounds not listed in Article 560, as such grounds are inadmissible in bankruptcy proceedings.

Keywords

AI generated
bankruptcy proceedings appeal grounds Code of Civil Procedure insolvency procedural admissibility social security institution court costs

Cited Legislation

AI generated
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 560 of the Code of Civil Procedure
Article 3, paragraph b of Law 3869/2010
Article 8, paragraph 6, section b of Law 3869/2010

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1034 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1034/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σωκράτη Πλαστήρα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Μυρσίνης Παπαχίου και της αρχαιοτέρας της συνθέσεως Αρεοπαγίτου Ασπασίας Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη), Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη, Ερασμία Λιούλη και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Απριλίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ηλεκτρονικός Εθνικός Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης - e-ΕΦΚΑ" (πρώην "Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης - ΕΦΚΑ"), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως οιονεί καθολικού διαδόχου του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Οργανισμός Ασφάλισης Ελευθέρων Επαγγελματιών" (ΟΑΕΕ), το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ιωάννα Ζωγράφου.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ν. Γ. του Δ., 2) Κ. Ν. του Δ., κατοίκων Νέας Σμύρνης Αττικής, 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 4) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, για την ίδια και ως ειδικής διαδόχου της Κυπριακής Δημόσιας Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "..." (πρώην "..."), καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", 5) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ" και δ.τ. "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 6) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ υπό Ειδική Εκκαθάριση", ειδικός εκκαθαριστής της οποίας έχει διοριστεί η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο Μοσχάτο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα και 7) ανώνυμης εταιρείας παροχής πιστώσεων με την επωνυμία "..." και δ.τ. "... ΑΕΠΠ", που εδρεύει στην Παιανία Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων οι 1ος και 2η εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Κωνσταντίνα Λεκκάκου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ οι 3η, 4η, 5η, 6η και 7η δεν παραστάθηκαν.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-12-2015 αίτηση των 1ου και 2ης των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Καλλιθέας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 287/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 14351/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 14-2-2022 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο το αναιρεσείον και οι 1ος και 2η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση, από 14-2-2022 (αριθ. έκθ. κατάθ. 12187/29/2022), αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 14351/2020 τελεσίδικη απόφαση του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 έως 741 επ. του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με άρθρο 15 του ν. 3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων"), ερήμην της τέταρτης, πέμπτης και έβδομης των εφεσίβλητων και ήδη τέταρτης, πέμπτης και έβδομης των αναιρεσίβλητων ανώνυμων τραπεζικών εταιριών με την επωνυμία "...

ΑΕ", "... ΑΕ" και "... ... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΠΙΣΤΩΣΕΩΝ", αντίστοιχα. Παρά, όμως, την ανωτέρω ερημοδικία, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι τελεσίδικη και η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης απευθύνεται παραδεκτά και εναντίον αυτών, διότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, συνακόλουθα, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αρχή της διαδοχικής άσκησης των ένδικων μέσων, σύμφωνα με την οποία η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας (ΑΠ 596/2024, ΑΠ 548/2023, ΑΠ 1231/2023, ΑΠ 811/2023).

Επομένως η ένδικη αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), αφού ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1-2 του ΚΠολΔ), εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 (Α 87), εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ.

επικαλείται επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Από τις διατάξεις του άρθρου 576 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με το τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιός επισπεύδει τη συζήτηση.

Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή αν και εμφανίστηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με το τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση.

Στη περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Ειδικότερα, από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας στη δίκη επί της αίτησης αναίρεσης, εάν δεν κλητεύθηκε κάποιος από τους αναγκαίους ομοδίκους, η συζήτηση της αίτησης κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, εάν όμως κλητεύθηκε αυτός νόμιμα είτε από τον αντίδικό του, είτε από αναγκαίο ομόδικό του και δεν εμφανιστεί στη συζήτηση, τότε θεωρείται σαν να είναι παρών και η συζήτηση χωρεί νομίμως και ως προς τον απολειπόμενο αναγκαίο ομόδικο παρά την απουσία του (ΑΠ 596/2024, ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 883/2021, ΑΠ 1437/2019, ΑΠ 1946/2017).

Εξάλλου, στη δίκη περί ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, o δεσμός που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντος οφειλέτη, ενόψει του ότι η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους "μετέχοντες στη δίκη" πιστωτές, είναι αυτός της αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας κατ` άρθρο 76 παρ. 1 περ.

β` του ΚΠολΔ (ΑΠ 596/2024, ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 516/2020, ΑΠ 757/2019, ΑΠ 1049/2017). Στην ερευνώμενη υπόθεση, από τις προσκομιζόμενες, από το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ., με αριθ. 8605Β'/15-11-2022, 8599Β'/15-11-2022, 8604Β'/15-11-2022, 8593Β'/15-11-2022 και 8595Β'/15-11-2022 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Ε. Ζ., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση, από 14-2-2022, αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και κλήση προς παράσταση κατ`αυτή, επιδόθηκε, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, νομότυπα και εμπρόθεσμα, στις τρίτη, τέταρτη, πέμπτη, έκτη και έβδομη των αναιρεσίβλητων ανώνυμων τραπεζικών εταιριών με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", "...

ΑΕ", "... ΑΕ", "... AE" και "... ... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΠΙΣΤΩΣΕΩΝ", αντίστοιχα. Επομένως, αφού οι τελευταίες δεν εμφανίσθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, κατά τη παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε για συζήτηση, με τη σειρά της από το πινάκιο και ούτε έχουν καταθέσει δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης, πρέπει, να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες (άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ).

Στην ερευνώμενη υπόθεση, από τη παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι, η διαδρομή της ένδικης υπόθεσης, που απέληξε στο προκείμενο στάδιο εκδίκασής της, είναι η εξής: Οι αιτούντες και ήδη πρώτος και δεύτερη των αναιρεσίβλητων, με την ενώπιον του Ειρηνοδικείου Καλλιθέας, από 18-12-2015 (αριθ.

έκθ. κατάθ. 733/2015), αίτηση, κατά των καθών πιστωτών τους, μεταξύ των οποίων και το Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Εθνικός Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (Ε.Φ.Κ.Α.)", ως καθολικού διαδόχου του τ. Ο.Α.Ε.Ε. και τ. ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, έχοντας μετονομασθεί πλέον ο Ε.Φ.Κ.Α. σε "Ηλεκτρονικός Εθνικός Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (e-Ε.Φ.Κ.Α.)" και ήδη αναιρεσείον, επικαλούμενοi έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους προς τους πιστωτές τους, ζήτησαν τη ρύθμιση των χρεών τους, με βάση τη περιουσιακή και οικογενειακή τους κατάσταση με την εξαίρεση από τη ρευστοποίηση της περιγραφόμενης σ' αυτή κύριας κατοικίας τους, σύμφωνα με το σχέδιο διευθέτησης που υπέβαλαν, άλλως τη δικαστική ρύθμιση των χρεών τους, με το καθορισμό μηνιαίων δόσεων στο πλαίσιο της ρύθμισης του άρθρου 8 παρ. 1, 2 του ν. 3869/2010, καθώς και το καθορισμό μηνιαίων δόσεων στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010, προς το σκοπό διάσωσης της κύριας κατοικίας τους (συγκυριότητάς τους), λαμβανομένης υπόψη της περιουσιακής και εν γένει οικονομικής τους κατάστασης, με σκοπό την εν μέρει απαλλαγή τους από αυτά.

Επί της αίτησης αυτής, εκδόθηκε η με αριθ. 287/2018 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Καλλιθέας, με την οποία έγινε δεκτή η αίτηση ως βάσιμη κατ' ουσία, ρύθμισε τα χρέη τους, κατά τα αναλυτικά αναφερόμενα στο διατακτικό της, ενώ εξαίρεσε από την εκποίηση τη κύρια κατοικία τους και επέβαλε τη καταβολή των μηνιαίων δόσεων, που καθόρισε προς διάσωση της κύριας κατοικίας.

Ακολούθως, το έκτο των καθών Ν.Π.Δ.Δ. (ήδη αναιρεσείον), άσκησε κατά της ως άνω απόφασης, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την, από 31-7-2018 (αριθ. έκθ. κατάθ. 6681/125/2018), έφεση, με την οποία, επικαλούμενο εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 1 παρ. 1 και 2 εδ. β'περ.γ' του ν. 3869/2010 και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζήτησε την εξαφάνιση της ως άνω απόφασης και τη παραδοχή της έφεσής του.

Επί της έφεσης εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή η έφεση και απορρίφθηκε κατ' ουσία. Με τις διατάξεις του ν. 4336/2015 [άρθρ. 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 (ΦΕΚ Α` 94/14-8-2015) που καταλαμβάνει, σύμφωνα με τη παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, όπως στη παρούσα περίπτωση καθόσον η αίτηση των αιτούντων κατατέθηκε στις 28-12-2015), δίνεται πλέον η δυνατότητα στους οφειλέτες να υπαγάγουν στο νόμο 3869/2010, μεταξύ άλλων και τις οφειλές τους προς το Δημόσιο, τα ασφαλιστικά ταμεία, τους Ο.Τ.Α., με τη προϋπόθεση ότι οι οφειλές αυτές, όπως και οι υπόλοιπες:

α) δεν έχουν αναληφθεί ή βεβαιωθεί το τελευταίο έτος πριν τη κατάθεση της αίτησης της παραγράφου 1 του άρθρου 4, β) δεν δημιουργήθηκαν από αδίκημα που τελέσθηκε από τον οφειλέτη με δόλο ή βαριά αμέλεια, γ) δεν συνίστανται σε διοικητικά πρόστιμα ή χρηματικές ποινές και δ) δεν αφορούν στην υποχρέωση διατροφής συζύγου ή ανήλικου τέκνου.

Μάλιστα ο νομοθέτης αποκλίνοντας από το συλλογικό χαρακτήρα της διαδικασίας που διέπεται από την αρχή της υποχρεωτικής καθολικότητας δίνει στο δανειολήπτη τη δυνατότητα επιλογής της ρύθμισης που θα ακολουθήσει, θεσπίζοντας όμως παράλληλα την αρχή του ασυμβίβαστου αναφορικά με τα θεσμικά πλαίσια διευθέτησης οφειλών σύμφωνα με την οποία ο οφειλέτης, για να υπαχθεί στη ρύθμιση του ν. 3869/2010, πρέπει να εγκαταλείψει τυχόν ρύθμιση οφειλών του σε άλλο θεσμικό πλαίσιο.

Κατ` αυτό το τρόπο δεν καθιστά το περιορισμό των αξιώσεων του Δημοσίου υποχρεωτικό από το νόμο, τηρώντας έτσι το αναγκαίο μέτρο ως προς το περιορισμό που θεσπίζει, εφόσον πρόκειται για αξιώσεις του Δημοσίου και όχι ιδιωτών και πιστωτικών ιδρυμάτων. Η επέκταση επομένως του πεδίου εφαρμογής του ν. 3869/2010 στις παραπάνω κατηγορίες οφειλών προς το Δημόσιο προάγει το προστατευτικό σκοπό του νόμου που είναι η επάνοδος του υπερχρεωμένου οφειλέτη στην οικονομική και κοινωνική ζωή και η οποία δεν είναι δυνατόν να επιτευχθεί αν στερείται της δυνατότητας ενιαίας ρύθμισης, παραμένοντας βεβαρημένος με τις απαιτήσεις που εξαιρούνται.

Συν τοις άλλοις, η εξαίρεση των απαιτήσεων του Δημοσίου και των ασφαλιστικών ταμείων, που ερείδεται στο γεγονός ότι αυτές γεννώνται εκτός αγοράς και επομένως ο δανειστής (Δημόσιο, ασφαλιστικά ταμεία) δε μπορεί να επιλέξει το πρόσωπο του αντισυμβαλλομένου του, ενώ η είσπραξή τους ως φόρων και δημοσίων βαρών, εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον, διασφαλίζει μεν τη πλεονεκτικότερη θέση τους έναντι των απαιτήσεων των υπόλοιπων πιστωτών που εντάσσονται στη συλλογική διαδικασία του νόμου, καθόσον με την εξαίρεσή τους διατηρούν την ακεραιότητά τους (free riding), όμως ο περιορισμός που επέρχεται με την ένταξή τους, δεν αποβαίνει απαραίτητα εις βάρος των συμφερόντων του Δημοσίου.

Η επί μακρόν διατήρηση των απαιτήσεων για τα ανεξόφλητα χρέη έχει περιορισμένη οικονομική αξία, όταν η αβεβαιότητα σε σχέση με τη δυνατότητα εξόφλησής τους είναι υψηλή, καθόσον το Δημόσιο και τα ισοδύναμα προς αυτό νομικά πρόσωπα αναγκάζονται να επιδιώκουν την είσπραξη του συνόλου ή του μεγαλύτερου μέρους των απαιτήσεών τους από έναν οφειλέτη που βρίσκεται σε κατάσταση μόνιμης, διαρκούς και καθολικής αδυναμίας πληρωμών.

Επιπρόσθετα, με την ένταξη στις διατάξεις του ν. 3869/2010 και των εν λόγω οφειλών, το Δημόσιο, οι ασφαλιστικοί οργανισμοί και οι Ο.Τ.Α. θα επωφεληθούν από τη σύμμετρη διανομή των μηνιαίων δόσεων του άρθρου 8 παρ. 2, από τις μηνιαίες καταβολές για τη διάσωση της κύριας κατοικίας, εφόσον κατά ρητή αναφορά στο άρθρ. 9 παρ. 2 εδ.

ιε του ν. 3869/2010 οι καταβολές αυτές γίνονται κατά αναλογική εφαρμογή των άρθρων 974 επ. του ΚΠολΔ και συνεπώς, οι ενέγγυοι και προνομιούχοι πιστωτές, όπως το Δημόσιο, τα ασφαλιστικά ταμεία και οι Ο.Τ.Α. (άρθρο 975 παρ. 3 και 5) ικανοποιούνται πρώτα με τις αναλογίες μεταξύ τους, όπως ορίζονται στις διατάξεις του ΚΠολΔ και μετά ικανοποιούνται σύμμετρα οι ανέγγυοι ανασφάλιστοι πιστωτές και τέλος από τη προνομιακή διανομή του προϊόντος ρευστοποίησης των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη κατά τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 1 και 3 του νόμου σε συνδυασμό με τα άρθρα 15 του ν. 3869/2010, 153-154 επ.

ΠτωχΚ και 974 επ. του ΚΠολΔ, ικανοποιώντας ένα μέρος τουλάχιστον των απαιτήσεών τους. Η ένταξή τους λοιπόν στη συλλογική διαδικασία του ν. 3869/2010 λειτουργεί προστατευτικά για τα συμφέροντά τους, τα οποία δεν θα μπορούσαν να προστατευτούν επαρκώς με τους κοινούς κανόνες ικανοποίησης των απαιτήσεων των δανειστών, καθόσον μέχρι να επιτευχθεί ο σκοπός της συλλογικής διαδικασίας των άρθρων 5 επ.

του νόμου δεν νοείται επιστροφή στην ατομική διαδικασία ικανοποίησης, παρά μόνο εάν δεν υφίστανται πλέον οι δικαιολογητικοί λόγοι της συλλογικής διαδικασίας. Κατ` ακολουθία των ανωτέρω, λόγοι ιδιαιτέρως έντονου δημόσιου συμφέροντος επιβάλλουν την ευρύτερη νομοθετική διαχείριση της διόγκωσης του φαινομένου της υπερχρέωσης φυσικών προσώπων στην ελληνική πραγματικότητα, τη στιγμή που συντελείται η σοβαρότερη κρίση δημόσιου χρέους στην ιστορία της χώρας, εκφάνσεις της οποίας είναι η συρρίκνωση του κράτους πρόνοιας, η διαρκώς επιτεινόμενη ανεργία, ιδίως στις παραγωγικές ηλικίες και η ολοένα αυξανόμενη αδυναμία των φυσικών προσώπων να ανταποκριθούν στον οικογενειακό προϋπολογισμό.

Η συνταγματικότητα της νομοθετικής παρέμβασης στις αξιώσεις του Δημοσίου και των ισοδύναμων προς αυτό νομικών προσώπων, πρέπει να κριθεί υπό το πρίσμα της προστασίας του αδύνατου και εγκλωβισμένου οικονομικά και κοινωνικά υπερχρεωμένου πολίτη και της εξασφάλισης θεμελιωδών συνταγματικών δικαιωμάτων του, όπως της ανθρώπινης αξιοπρέπειας του άρθρου 2 παρ. 1 του Συντάγματος, της προστασίας της προσωπικότητας από το άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος, του δικαιώματος προστασίας της οικογένειας, του γάμου και της παιδικής ηλικίας, της οικογενειακής στέγης από το άρθρο 21 του Συντάγματος αλλά και της αρχής του κοινωνικού κράτους δικαίου από το άρθρο 25 παρ. 1 α' του Συντάγματος.

Η υπό όρους απαλλαγή (μερική ή ολική) από το σύνολο των χρεών του δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως "εισφοροδοτική αμνηστεία" προς "κακοπληρωτές" και ως παραβίαση της ισότιμης μεταχείρισης των συνεπών φορολογούμενων και ασφαλισμένων, αλλά ως υποχρέωση σεβασμού της αξίας του "αδύνατου" οφειλέτη ως ατόμου, η κοινωνική και οικονομική εξόντωση του οποίου δεν προάγει το δημόσιο συμφέρον, καθώς τον εμποδίζει να επανενταχθεί στη κοινωνική και οικονομική δραστηριότητα και να συμβάλλει στην οικονομική ανόρθωση της χώρας σύμφωνα με την επιταγή της διάταξης του άρθρου 106 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος (Ολ.ΑΠ 7/2018, ΑΠ 288/2000).

Υπό αυτή την έννοια, περιορισμοί των αξιώσεων του Δημοσίου και των ισοδύναμων με αυτό νομικών προσώπων στο νομοθετικό πλαίσιο του ν. 3869/2010 κρίνονται συνταγματικοί, καθόσον είναι πρόσφοροι για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού, πληρούν το αναγκαίο μέτρο προς επίτευξη του απαραίτητου αποτελέσματος και πληρούν το όριο αναλογικότητας σε σχέση με την ανάγκη να τεθεί ο συγκεκριμένος περιορισμός.

Ειδικότερα, σε ότι αφορά τις ασφαλιστικές εισφορές, ο υποχρεωτικός και εκ του νόμου χαρακτήρας της κοινωνικής ασφάλισης συνεπάγεται ότι τα ασφάλιστρα συνιστούν μία αμιγώς δημοσίου δικαίου επιβάρυνση. Οι ασφαλιστικές εισφορές δεν αποτελούν μεν φόρους κατά τη έννοια του άρθρου 78 παρ. 1 του Συντάγματος, αποτελούν ωστόσο δημόσια βάρη κατά την έννοια του άρθρου 4 παρ. 5 του Συντάγματος, τα οποία επιβάλλονται κατ' αρχήν σε όλους τους ασφαλισμένους ανάλογα με τις δυνάμεις τους, δηλαδή τις αποδοχές τους.

Η υποχρέωση καταβολής εισφορών επιβάλλεται ως εκπλήρωση του χρέους της κοινωνικής αλληλεγγύης κατά το άρθρο 25 παρ. 4 του Συντάγματος και τούτο με δύο έννοιες. Καταρχάς, με την έννοια της αναδιανομής εισοδήματος, δεδομένου ότι ενώ οι παροχές είναι κατ` αρχήν ίδιες για όλα τα μέλη της οικείας ασφαλιστικής κοινότητας, το ασφαλιστικό κεφάλαιο από το οποίο οι παροχές χρηματοδοτούνται σχηματίζεται από διαφορετικού ύψους εισφορές, ανάλογα με τις αποδοχές του κάθε ασφαλισμένου.

Και περαιτέρω, με την έννοια της διαγενεακής αλληλεγγύης, στο βαθμό που εφαρμόζεται το διανεμητικό αντί του κεφαλαιοποιητικού συστήματος χρηματοδότησης, δηλαδή οι εισφορές που καταβάλλουν οι οικονομικά ενεργοί ασφαλισμένοι χρηματοδοτούν τις παροχές προς τους συνταξιούχους της προηγούμενης γενιάς.

Οι ασφαλιστικές εισφορές των μισθωτών επιμερίζονται μεταξύ των ιδίων και των εργοδοτών τους. Αντίθετα, οι αυτοαπασχολούμενοι βαρύνονται με το σύνολο των ασφαλιστικών εισφορών τους. Και στη μία περίπτωση και στην άλλη, οι εισφορές καθορίζονται με νόμο ή βάσει νόμου ως ποσοστό επί των αποδοχών των ασφαλισμένων.

Ενώ όμως οι εισφορές που καταβάλλουν οι μισθωτοί υπολογίζονται επί των πραγματικών αποδοχών τους, οι εισφορές που καταβάλλουν οι αυτοαπασχολούμενοι υπολογίζονται επί τεκμαρτών αποδοχών, χρησιμοποιείται δηλαδή μία πλασματική βάση υπολογισμού. Στη περίπτωση των αυτοαπασχολούμενων οι ασφαλιστικές εισφορές παραμένουν καταρχήν αμετάβλητες και ανεξάρτητες προς οποιεσδήποτε μεταβολές στις αποδοχές τους.

Έτσι όμως δεν διασφαλίζεται η αναλογικότητα μεταξύ αποδοχών και εισφορών, με αποτέλεσμα να αυξάνει η πιθανότητα, οι επιβαλλόμενες εισφορές να μην ανταποκρίνονται στη πραγματική εισφοροδοτική ικανότητα του ασφαλισμένου, δηλαδή να μη τηρείται η απαίτηση του άρθρου 4 παρ. 5 του Συντάγματος για συνεισφορά του καθενός στα κοινωνικοασφαλιστικά βάρη ανάλογα με τις δυνάμεις του.

Ακριβώς προκειμένου να διασφαλιστεί η απαίτηση αυτή, σε συνδυασμό με την εγγύηση της ισότιμης και καθολικής πρόσβασης στη κοινωνική ασφάλιση που απορρέει από το κοινωνικό δικαίωμα του άρθρου 22 παρ. 5 του Συντάγματος, έχει προβλεφθεί ένα σύστημα κανονιστικής αναπροσαρμογής των ποσών των ασφαλιστικών κατηγοριών, δηλαδή των τεκμαρτών μέσων αποδοχών των αυτοαπασχολούμενων επί των οποίων υπολογίζονται οι εισφορές.

Η επιβολή σε βάρος των ασφαλισμένων του ΟΑΕΕ δυσανάλογα υψηλών, σε σχέση με τις πραγματικές αποδοχές τους, ασφαλιστικών εισφορών συνεπάγεται ότι αυτοί δεν συνεισφέρουν στα δημόσια ασφαλιστικά βάρη ανάλογα με τις δυνάμεις τους, όπως απαιτεί το άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος, και ούτε προστατεύονται ως ισότιμοι φορείς του κοινωνικού δικαιώματος του άρθρου 22 παρ. 5 του Συντάγματος.

Για τους παραπάνω λόγους και για τη δημιουργία ενός πλαισίου προστασίας, πριν την ως άνω τροποποίηση του ν. 3869/2010, με βάση το άρθρο 30 του ν. 4321/2015 εισήχθη εξαίρεση ως προς το χαρακτηρισμό του ποινικού αδικήματος για συγκεκριμένες περιπτώσεις χρεών, όπως αυτά με αφορμή ατομικές ασφαλιστικές εισφορές των ασφαλισμένων στον ΟΑΕΕ και στο ΕΤΑΑ.

Κατά συνέπεια η μη καταβολή ασφαλιστικών εισφορών ως προς τους ανωτέρω οργανισμούς δεν θεωρείται πλέον ποινικό αδίκημα. Επίσης, στα πλαίσια αυτά σε ότι αφορά τα χρέη επαγγελματιών προς το Δημόσιο και Φ.Κ.Α., οι οποίοι ταυτόχρονα οφείλουν σε χρηματοδοτικούς φορείς, εκτός της μεταρρύθμισης του ν. 3869/2010 με το ν. 4336/2015, υπήρξε κρατική παρέμβαση με ειδικό νόμο (άρθρο 10 του ν. 4374/2016 ΦΕΚ Α`50/1-4-2016), που περιλαμβάνει στο άρθρο 8 τις επερχόμενες στο Κώδικα φορολογίας εισοδήματος μεταβολές, παρατάθηκε η προθεσμία του άρθρου 60 παρ. 2 εδ.

γ` του ν. 4307/2014, με τον οποίο θεσπίζονται έκτακτα προσωρινά μέτρα για την ελάφρυνση του ιδιωτικού χρέους, ειδικότερα οφειλών βιώσιμων μικρών επιχειρήσεων και επαγγελματιών προς χρηματοδοτικούς φορείς, το Δημόσιο και φορείς κοινωνικής ασφάλισης (Φ.Κ.Α.), καθώς και έκτακτες διαδικασίες για την εξυγίανση ή εκκαθάριση εν λειτουργία υπερχρεωμένων αλλά βιώσιμων επιχειρήσεων.

Στη συνέχεια, με τις διατάξεις του ν. 4336/2015 και την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πλαίσιο του ν. 3869/2010 και των ασφαλιστικών εισφορών των υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα, διασφαλίζεται η αναλογικότητα μεταξύ της πραγματικής εισοδηματικής κατάστασης του υπερχρεωμένου οφειλέτη και των εισφορών, με αποτέλεσμα οι επιβαλλόμενες μετά τη ρύθμιση του Δικαστηρίου εισφορές να ανταποκρίνονται στη πραγματική εισφοροδοτική ικανότητα του ασφαλισμένου, δηλαδή να τηρείται η απαίτηση του άρθρου 4 παρ. 5 του Συντάγματος για συνεισφορά του καθενός στα δημόσια βάση ανάλογα με τις δυνάμεις του.

Κατά συνέπεια, είναι εν προκειμένω κοινωνικά και οικονομικά απόλυτα δικαιολογημένη και συνταγματικά επιβεβλημένη (άρθρα 22 παρ. 5 και 4 παρ. 5 Συντ.) και επί πλέον επιτακτική λόγω των εξαιρετικών συνθηκών της κρίσης η ένταξη στις διατάξεις του ν. 3869/2010 και των εν λόγω οφειλών, αφού εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον (ΑΠ 424/2024, ΑΠ 997/2023).

Όσον αφορά το μεγάλο ζήτημα της μείωσης των ασφαλιστικών εσόδων και του κινδύνου "χρεοκοπίας των ασφαλιστικών ταμείων" που αντιμετωπίζει η χώρα, δεν είναι η ένταξη των ασφαλιστικών εισφορών των υπερχρεωμένων ιδιωτών στο ρυθμιστικό πεδίο του νόμου, αυτή που επιτείνει τον κίνδυνο, αλλά πέρα από τους πολλούς άλλους λόγους, είναι το δημογραφικό πρόβλημα, η ανεργία, η αδήλωτη και ανασφάλιστη εργασία, η μείωση των εισοδημάτων πολλών επαγγελματικών ομάδων, το κλείσιμο μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων, η διαρροή ελληνικών επιχειρήσεων σε φορολογικούς παραδείσους κλπ.

Τέλος, τα ζητήματα που ενδέχεται να αντιμετωπίσουν οι κοινωνικό ασφαλιστικοί φορείς από την υλοποίηση του επικυρωμένου από το Δικαστήριο στο πλαίσιο του ν. 3869/2010 σχεδίου διευθέτησης οφειλών, σχετικά με την απόλαυση του κοινωνικοασφαλιστικού δικαιώματος μετά την προβλεπόμενη κατά το νόμο ωρίμανσή του, με το ύψος της συνταξιοδότησης, με τον ασφαλιστικό χρόνο, δεν μπορούν να επιλυθούν στο πλαίσιο του ν. 3869/2010, καθώς ο προγραμματικός σκοπός του εν λόγω νομοθετήματος εστιάζει στη διαχείριση του κοινωνικού φαινομένου της υπερχρέωσης φυσικών προσώπων και τα ζητήματα αυτά χρήζουν ειδικής νομοθετικής ρύθμισης στο πλαίσιο της γενικότερης αναδιάρθρωσης του κοινωνικοασφαλιστικού ζητήματος.

Εξάλλου, οι ασφαλιστικές παροχές δεν απαιτείται να τελούν σε σχέση ευθείας ανταποδοτικότητας προς τις καταβληθείσες ασφαλιστικές εισφορές, καθόσον η αρχή της ανταποδοτικότητας μεταξύ ασφαλιστικών εισφορών και παροχών δεν είναι συνταγματικώς κατοχυρωμένη. Περαιτέρω, δεν αποτελεί συνταγματικώς κατοχυρωμένο κανόνα η αναλογία ασφαλιστικών εισφορών και ασφαλιστικών παροχών (Ολ.ΣτΕ 3487/2008, ΣτΕ 545/2022).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010, οι αποφάσεις του δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση και αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 560 του ΚΠολΔ. Έτσι, με τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 εδ.α' του ΚΠολΔ, ορίζεται, ότι αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.ΑΠ 4/2023, Ολ.ΑΠ 1/2016, Ολ.ΑΠ 2/2013).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (Ολ.ΑΠ 4/2023, Ολ.ΑΠ 3/2022, Ολ.ΑΠ 4/2021, Ολ.ΑΠ 1/2021, ΑΠ 424/2024).

Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 596/2024, ΑΠ 1061/2023, ΑΠ 549/2022, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 508/2020, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018). Με το πρώτο λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον (ως έκτο μετέχων στην αίτηση των αιτούντων), ισχυρίζεται ότι, με τη προσβαλλόμενη απόφαση, το ως Εφετείο δικάσαν δικαστήριο, κατά εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 1 παρ. 2 εδ.

β` περ. γ` του ν. 3869/2010, απέρριψε την ένσταση αντισυνταγματικότητας και υπήγαγε σε ρύθμιση τις οφειλές των αιτούντων και ήδη πρώτου και δεύτερου των αναιρεσίβλητων και ως προς αυτό το Ν.Π.Δ.Δ., ενώ έπρεπε να απορρίψει, ως προς τις οφειλές αυτές, την αίτηση ως μη νόμιμη, κρίνοντας την ανωτέρω διάταξη αντισυνταγματική, επειδή παραβιάζονται οι διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1, 22 παρ. 5 και 94 παρ. 1 του Συντάγματος, που κατοχυρώνουν την αρχή της ισότητας, το θεσμό της υποχρεωτικής κοινωνικής ασφάλισης των εργαζομένων, τη προστασία του ασφαλιστικού κεφαλαίου και την οικονομική βιωσιμότητα των φορέων κοινωνικής ασφάλιση, ενώ έρχεται σε αντίθεση και με το δημόσιο συμφέρον.

Από τη παραδεκτή επισκόπηση (άρθρ. 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι, ως προς το ζήτημα αυτό, δέχθηκε τα εξής: ''.... Με το πρώτο και τρίτο λόγο της έφεσής του το εκκαλούν επαναφέρει τον ισχυρισμό που είχε προτείνει και ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ότι δηλαδή η ρύθμιση των οφειλών των φυσικών προσώπων, όταν αυτές (οφειλές) προκύπτουν από ασφαλιστικές εισφορές, είναι αντισυνταγματική, διότι παραβιάζει αφενός το θεσμό της κοινωνικής ασφάλισης που κατοχυρώνεται από το άρθρο 22 παρ. 5 του Συντάγματος, αφετέρου το θεσμό της ισότητας που κατοχυρώνεται στο άρθρο 4 παρ. 1 αυτού.

Όμως, από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2γ του νόμου 3869/2010, δια της οποίας υπάγονται σε ρύθμιση με τον νόμο των υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων και οι ασφαλιστικές εισφορές, δεν είναι αντισυνταγματική, εφόσον διασφαλίζει την μερική έστω αποπληρωμή των εισφορών και δεν μπορεί να είναι το μόνο χρέος που εισάγεται ενώπιον δικαστηρίου προς ρύθμιση.

Επιπλέον, η τελευταία αυτή ρύθμιση του νόμου περιορίζεται στο να ορίσει το πότε επέρχεται απαλλαγή του οφειλέτη έναντι των πιστωτών του και δεν επεκτείνεται και σε θέματα που αφορούν τις προϋποθέσεις θεμελιώσεως δικαιώματος συντάξεως του ασφαλισμένου έναντι του ασφαλιστικού του φορέα που μετέσχε στη δίκη καθώς και του ύψους αυτής, η οποία θα είναι ανάλογη των πράγματι καταβληθεισών εισφορών, αφού τα θέματα αυτά ορίζονται από τον οικείο οργανισμό του φορέα κοινωνικής ασφαλίσεως, ενώ, τέλος, δεν εισάγεται απόκλιση από την αρχή της ισότητας, αφού ουδόλως θεσπίζεται η άνιση μεταχείριση όμοιων περιπτώσεων, κατά τα ανωτέρω ειδικότερα εκτεθέντα (...).

Συνεπώς, ο πρώτος και ο τρίτος λόγος της έφεσης περί παραβίασης του θεσμού της κοινωνικής ασφάλισης που κατοχυρώνεται από το άρθρο 22 παρ. 5 του Συντάγματος και της αρχής της ισότητας που κατοχυρώνεται στο άρθρο 4 παρ 1 αυτού πρέπει να απορριφθούν....''. Κρίνοντας το, ως Εφετείο δικάσαν, δικαστήριο, ότι η διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 εδ.

β` περ. γ' του ν. 3869/2010, όπως το άρθρο αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 παρ. 1 του άρθρου 1 της ΥΠΟΠΑΡ.Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015, με την οποία προβλέπεται η υπαγωγή στις διατάξεις του νόμου και των οφειλών των υπερχρεωμένων οφειλετών προς τους Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης, όπως το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ.

με την επωνυμία "Ηλεκτρονικός Εθνικός Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (e-ΕΦΚΑ), είναι συμβατή με τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 5 του άρθρου 4, 22 παρ. 5 και 94 παρ.1 του Συντάγματος, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε την ως άνω διάταξη. Και αυτό διότι, σύμφωνα με την ανωτέρω μείζονα σκέψη, η διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 εδ.

β` περ. γ' του ν. 3869/2010 όπως το άρθρο αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 παρ. 1 του άρθρου 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015, με την οποία προβλέπεται η υπαγωγή στις διατάξεις του νόμου και των οφειλών των υπερχρεωμένων οφειλετών προς Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης, όπως το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ., με συνέπεια το περιορισμό των σχετικών αξιώσεων του τελευταίου, είναι συμβατή με τις ως άνω διατάξεις του Συντάγματος επειδή θεσπίσθηκε με βάση αντικειμενικά κριτήρια και ο τιθέμενος περιορισμός των αξιώσεων του αναιρεσείοντος δικαιολογείται από επιτακτικούς λόγους όχι μόνο γενικότερου κοινωνικού, αλλά και δημόσιου συμφέροντος, είναι πρόσφορος για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού, δηλ.

την επανένταξη των υπερχρεωμένων, κατά τους ισχυρισμούς τους στην αίτηση, αιτούντων-αναιρεσίβλητων στην οικονομική και κοινωνική δραστηριότητα, από την οποία ωφελείται η κοινωνία και η οικονομία, πληροί το αναγκαίο μέτρο προς επίτευξη του απαραίτητου αποτελέσματος, καθώς και το όριο αναλογικότητας σε σχέση με την ανάγκη να τεθεί ο συγκεκριμένος περιορισμός (ΑΠ 424/2024, ΑΠ 997/2023).

Επομένως, ο σχετικός αναιρετικός λόγος ορθώς μόνο από τον αριθ. 1α' του άρθρου 560 (εσφαλμένα αναγράφεται 559) του ΚΠολΔ, με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος.

Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 "Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων...", όπως το άρθρο αυτό κατά τα παραπάνω ισχύει και εφαρμόζεται στη προκειμένη υπόθεση μετά το ν. 4336/2015 [άρθρ. 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 (ΦΕΚ Α` 94/14-8-2015)], ορίζεται ότι " φυσικά πρόσωπα που στερούνται πτωχευτικής ικανότητας υπό την έννοια του άρθρου 2 του ν. 3588/2007 και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο αίτηση για τη ρύθμιση των οφειλών τους κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου.

Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής''. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για να δικαιούται ο οφειλέτης να υπαχθεί στις διατάξεις του νόμου για τη ρύθμιση των οφειλών του και απαλλαγή από το υπόλοιπο αυτών, πρέπει να βρίσκεται σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών, που πρέπει να τη περιγράψει στην αίτησή του και, ακολούθως, να αποδείξει και που δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου), πάντως, η ύπαρξη προτείνεται από πιστωτή.

Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας έλλειψης ρευστότητας, δηλαδή έλλειψης όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα χρέη του που καθίστανται ληξιπρόθεσμα και απαιτητά (όταν επέλθει ο χρόνος εκπλήρωσής τους, όπως αυτός καθορίζεται από τη δικαιοπραξία ή από τις περιστάσεις ή από τη φύση της ενοχικής σχέσης, κατ` άρθρ. 323 και 340 ΑΚ), έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως.

Δεν χρειάζεται να είναι όλες οι απαιτήσεις ληξιπρόθεσμες κατά τη στιγμή της αδυναμίας των πληρωμών. Αρκεί να είναι έστω και μία, ως προϋπόθεση για την έναρξη της διαδικασίας του ν. 3869/2010, με την εξαίρεση που θα αναπτυχθεί στη συνέχεια, εφόσον, βέβαια, συντρέχει και η άλλη πιο πάνω προϋπόθεση της μόνιμης και γενικής αδυναμίας πληρωμών, αλλιώς, ο οφειλέτης ασκεί πρόωρα το δικαίωμά του και η αίτησή του θα απορριφθεί.

Για το προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη το εισόδημα του οφειλέτη. Ειδικότερα, η αδυναμία του οφειλέτη να αντεπεξέλθει στις οφειλές του κρίνεται συνολικά με βάση τη σχέση ρευστότητάς του προς τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του και αφού ληφθούν υπόψη, εφόσον το ορίζει ο νόμος, οι απαιτούμενες δαπάνες για τη κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ίδιου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του.

Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στη κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για την αξιολόγηση της σχέσης ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών λαμβάνεται υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη όσο και αυτή που διαμορφώνεται κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων (ΑΠ 596/2014, ΑΠ 624/2024, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 882/2019, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018).

Επισημαίνεται ότι η εν λόγω αδυναμία πληρωμών πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα της αξιοπρεπούς διαβίωσης του οφειλέτη και της οικογένειάς του, δηλαδή η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών πρέπει να συνδυάζεται με τη βασική προστασία της προσωπικής αξιοπρέπειας και, συνακόλουθα, τη διατήρηση-εξασφάλιση ενός στοιχειώδους επιπέδου διαβίωσης του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του (ΑΠ 624/2024, ΑΠ 811/2023, ΑΠ 1103/2023, ΑΠ 1173/2022, ΑΠ 1169/2022, ΑΠ 257/2020).

Έτσι το όλο πνεύμα του νόμου 3869/2010 κινείται προς τη κατεύθυνση να υπαχθούν στη ρύθμιση και μη ληξιπρόθεσμες οφειλές. Απλώς το ληξιπρόθεσμο των οφειλών απαιτείται κατά τον νόμο ως στοιχείο για τη συγκρότηση της μόνιμης αδυναμίας και νομιμοποιεί τον αιτούντα για την υποβολή της αίτησης προς υπαγωγή στις ρυθμίσεις του νόμου, με συνέπεια η σχετική προϋπόθεση της αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών να δύναται να πληρούται και όταν ο οφειλέτης, με βάση τα εισοδήματά του, δύναται μεν να εξοφλεί ακόμη και το σύνολο των χρεών του (και μη ληξιπρόθεσμων), αλλά σε βάρος των βασικών βιοτικών αναγκών του.

Η άποψη αυτή ενισχύεται από τη διατύπωση της ως άνω διάταξης μετά την τροποποίησή της με τον ως άνω ν. 4336/2015, καθ' όσον η νέα διατύπωση δεν παραπέμπει πλέον μόνο στις ληξιπρόθεσμες οφειλές του αιτούντος, αλλά στις εν γένει οφειλές του, ληξιπρόθεσμες και μη, οι δε τελευταίες κατά τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 3 του ν. 3869/2010 (ΑΠ 596/2024).

Περαιτέρω, στο άρθρο 101 του ν. 4172/2013 "Φορολογία εισοδήματος, επείγοντα μέτρα εφαρμογής του ν. 4046/2012, του ν. 4093/2012 και του ν. 4127/2013 και άλλες διατάξεις" (Α' 167/23.7.2013) ορίζονται τα εξής: "1. Στο Ι.Κ.Α-Ε.Τ.Α.Μ. ιδρύεται Κέντρο Είσπραξης Ασφαλιστικών Οφειλών (Κ.Ε.Α.Ο.) με οικονομική και λογιστική αυτοτέλεια. 2. Το Κ.Ε.Α.Ο. έχει ως σκοπό:

α) την είσπραξη των ληξιπρόθεσμων ασφαλιστικών οφειλών των Οργανισμών Κοινωνικής Ασφάλισης αρμοδιότητας Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, β) τη δημιουργία ηλεκτρονικής βάσης δεδομένων των οφειλετών των Ασφαλιστικών Οργανισμών (μητρώο οφειλετών), το προσδιορισμό του ύψους των οφειλόμενων ποσών, την αιτία και τη χρονική περίοδο που ανάγονται, τη τήρηση στατιστικών στοιχείων και αναλύσεων, γ) ...

δ) ... 3. Για τις ανάγκες του παρόντος νοούνται: Τρέχουσες ασφαλιστικές εισφορές, οι καταβλητέες εισφορές έως τη καταληκτική ημερομηνία εμπροθέσμου καταβολής τους. Καθυστερούμενες, οι ασφαλιστικές εισφορές από την επόμενη ημέρα λήξης της εμπροθέσμου καταβολής τους. Ληξιπρόθεσμες, οι καθυστερούμενες ασφαλιστικές εισφορές από τη σύνταξη της πράξης βεβαίωσης της οφειλής.

Βεβαίωση οφειλής, η ειδική διοικητική πράξη καταγραφής οφειλών. Η πράξη βεβαίωσης οφειλής συντάσσεται τον επόμενο μήνα λήξης της εμπροθέσμου καταβολής των ασφαλιστικών οφειλών και σε κάθε περίπτωση μέχρι έξι (6) μήνες από την ημέρα που οι ασφαλιστικές οφειλές κατέστησαν καθυστερούμενες. Τίτλο εκτελεστό αναγκαστικής είσπραξης οφειλών σύμφωνα με το ν.δ. 356/1974 Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (Κ.Ε.Δ.Ε.), ως ισχύει, αποτελεί η πράξη βεβαίωσης οφειλής μετά την απόδοση μοναδικού αριθμού και τη ταυτόχρονη ηλεκτρονική εγγραφή της στο ειδικό ηλεκτρονικό μητρώο εσόδων του Κ.Ε.Α.Ο. ........

Στο Κ.Ε.Α.Ο. διαβιβάζονται από 1.7.2013 οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Ι.Κ.Α.- Ε.Τ.Α.Μ. και του Ο.Α.Ε.Ε. και από 1.1.2014 του Ο.Γ.Α. και του Ε.Τ.Α.Α. ...". Κατά τα παραπάνω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 101 του ν. 4172/2013, μετά τη λήξη της προθεσμίας που τίθεται από το νόμο για την εξόφληση των τρεχουσών ασφαλιστικών εισφορών συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος προβλέπεται η έκδοση καταλογιστικής πράξης για τη βεβαίωση της οφειλής από καθυστερούμενες εισφορές από τις αρμόδιες προς τούτο υπηρεσίες ήδη του ΕΦΚΑ και του ΕΤΕΑΕΠ.

Η εν λόγω πράξη έχει εκτελεστό χαρακτήρα και συνιστά την εν ευρεία έννοια βεβαίωση της οφειλής. Από την έκδοση της πράξης αυτής η σχετική οφειλή καθίσταται ληξιπρόθεσμη και διαβιβάζεται στο Κ.Ε.Α.Ο. προκειμένου να λάβει μοναδικό αριθμό και να εγγραφεί στο ειδικό ηλεκτρονικό μητρώο εσόδων του Κ.Ε.Α.Ο.(ΣτΕ 2658/2019).

Στην ερευνώμενη υπόθεση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον αποδίδει στη προσβαλλόμενη απόφαση τη πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 560 (εσφαλμένα αναγράφεται 559) του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι οι οφειλές του πρώτου αναιρεσίβλητου δεν υπάγονται στη ρύθμιση του ως άνω ν. 3869/2010 καθόσον αυτές δεν ήταν βεβαιωμένες κατά το χρόνο κατάθεσης της αίτησης καθώς δεν είχαν διαβιβαστεί στο Κ.Ε.Α.Ο.

Από τη παραδεκτή επισκόπηση (άρθρ. 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι, ως προς το ζήτημα αυτό, δέχθηκε τα εξής: ''.... Με τον έκτο λόγο της έφεσης το εκκαλούν υποστηρίζει ότι η ένδικη αίτηση είναι απαράδεκτη γιατί, κατά την κατάθεση και τη συζήτησή της ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, οι οφειλές από ασφαλιστικές εισφορές του πρώτου αιτούντος προς το ίδιο το εκκαλούν δεν ήταν βεβαιωμένες καθώς δεν είχαν ακόμη διαβιβαστεί στο ΚΕΑΟ.

Ωστόσο σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 2 του ν. 3869/2010 στο πεδίο εφαρμογής του συγκεκριμένου νόμου περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων και "[...] γ) ασφαλιστικές εισφορές προς τους Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης, όπως έχουν διαμορφωθεί με βάση τις προσαυξήσεις και τους τόκους εκπρόθεσμης καταβολής". Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 3 του ν. 38690/2010, "με την κοινοποίηση της αίτησης υπαγωγής στη ρύθμιση του συγκεκριμένου νόμου θεωρούνται ληξιπρόθεσμες και οι μη ληξιπρόθεσμες οφειλές και υπολογίζονται με την τρέχουσα κατά το χρόνο της κοινοποίησης αξίας".

Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει επομένως ότι για τη συμπερίληψη των ασφαλιστικών εισφορών στο πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010 δεν είναι απαραίτητη η προηγούμενη βεβαίωσή τους, σε κάθε δε περίπτωση, αυτές καθίστανται ληξιπρόθεσμες με την κοινοποίηση της αίτησης. Ως εκ τούτου, απορριπτέα τυγχάνουν τα αντίθετα ισχυριζόμενα εκ μέρους του εκκαλούντος με τον έκτο λόγο της έφεσης του...''.

Κρίνοντας, έτσι, το, ως Εφετείο, δικάσαν ως άνω δικαστήριο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής και των οφειλών του πρώτου αναιρεσίβλητου-πρώτου αιτούντος προς το αναιρεσείον στις διατάξεις του ν. 3869/2010, δεν παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, και αυτές του άρθρου 101 του ν. 4172/2013 (τις οποίες επικαλείται το αναιρεσείον), που παρατέθηκαν στη μείζονα σκέψη.

Ειδικότερα, με το ν. 4336/2015, όπως προαναφέρθηκε, διευρύνθηκε το πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του ν. 3869/2010 ως προς τα δυνάμενα προς υπαγωγή χρέη, προστέθηκαν δε στην παράγραφο 2 του άρθρου 1 περ γ` του ν. 3869/2010 και οι ασφαλιστικές εισφορές προς τους οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης, για να υπαχθούν δε οι εν λόγω (ασφαλιστικές) εισφορές στο πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010 δεν είναι απαραίτητη η προηγούμενη βεβαίωσή τους, αφού αυτές καθίστανται ληξιπρόθεσμες με τη κοινοποίηση της αίτησης.

Επιπρόσθετα δε στον ως άνω νόμο, μπορεί να υπαχθεί ο οφειλέτης ο οποίος έστω και χωρίς ληξιπρόθεσμη οφειλή, ούτε έναντι του αιτούντος, ούτε έναντι οποιουδήποτε άλλου πιστωτή, αδυνατεί να καλύψει τις βιοτικές του ανάγκες. Το ληξιπρόθεσμο των οφειλών απαιτείται κατά το νόμο ως στοιχείο για τη συγκρότηση της μόνιμης αδυναμίας και νομιμοποιεί τον αιτούντα για την υποβολή της αίτησης προς υπαγωγή στις ρυθμίσεις του νόμου, με συνέπεια η σχετική προϋπόθεση της αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών να δύναται να πληρούται και όταν ο οφειλέτης, με βάση τα εισοδήματά του, δύναται μεν να εξοφλεί ακόμη και το σύνολο των χρεών του (και μη ληξιπρόθεσμων), αλλά σε βάρος των βασικών βιοτικών αναγκών του.

Επομένως, ο ως άνω αναιρετικός λόγος, κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος. Το άρθρο 560 του ΚΠολΔ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α` 87/23-7-2015), οι διατάξεις του οποίου εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από την 1-1-2016 ένδικα μέσα, ορίζει: "Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου ....

Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος..., 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ` ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".

Όπως προκύπτει από τη σαφή διατύπωση των ως άνω διατάξεων, οι λόγοι αναίρεσης κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται επί εφέσεων κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων, απαριθμούνται περιοριστικά σ` αυτές (Ολ.ΑΠ 45/1987, ΑΠ 602/2023, ΑΠ 1197/2023, ΑΠ 1513/2022, ΑΠ 399/2020, ΑΠ 575/2018, ΑΠ 120/2017), οι οποίες είναι ειδικές, ως προς τους επιτρεπόμενους λόγους αναίρεσης κατά των αναφερόμενων εκεί αποφάσεων και αποκλείουν την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ, που αναφέρονται στους λόγους αναίρεσης των αποφάσεων των λοιπών δικαστηρίων (ΑΠ 602/2023, ΑΠ 399/2020, ΑΠ 313/2017, ΑΠ 608/2015), αντιστοιχούν δε προς τους λόγους αναίρεσης που προβλέπονται από τους αριθμούς 1, 2, 4, 5, 7, 8 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, προς τους οποίους, όμως, δεν ταυτίζονται απολύτως (ΑΠ 1197/2023, ΑΠ 602/2023, ΑΠ 1513/2022, ΑΠ 69/2019, ΑΠ 894/2018).

Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και συνακόλουθα στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης.

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (Ολ.ΑΠ 14/2004, ΑΠ 1197/2023, ΑΠ 806/2023, ΑΠ 602/2023, ΑΠ 805/2023, ΑΠ 1101/2023, ΑΠ 163/2022, ΑΠ 14/2021), έστω και αν το δικαστήριο, με την εκτίμησή του, κατέληξε σε εσφαλμένη για τα πράγματα κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 1197/2023, ΑΠ 554/2020, ΑΠ 677/2015, ΑΠ 2148/2007).

Στην ερευνώμενη υπόθεση, το αναιρεσείον, με το τρίτο λόγο αναίρεσης, αποδίδει στη προσβαλλόμενη τη πλημμέλεια από τον αριθμό 5 εδ. β` του άρθρου 560 του ΚΠολΔ (εσφαλμένα αναγράφεται αριθ. 8 του άρθρου 559), με την αιτίαση ότι το, ως Εφετείο δικάσαν, δικαστήριο, δεν έλαβε υπόψη την ένσταση που παραδεκτά αυτό πρότεινε με την έφεσή του, περί δόλιας περιέλευσης του πρώτου των αιτούντων σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών.

Από τη παραδεκτή επισκόπηση (άρθρ. 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι, ως προς το ζήτημα αυτό, δέχθηκε τα εξής: ''.... με τον πέμπτο λόγο της έφεσης, το εκκαλούν ισχυρίζεται ότι ο πρώτος των αιτούντων- εφεσιβλήτων δολίως και από δική του υπαιτιότητα περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής, διότι γνωρίζοντας την οικονομική του κατάσταση και το γεγονός ότι όφειλε τις ασφαλιστικές εισφορές των ετών 2012 και 2013 προς το εκκαλούν, προέβη σε λήψη δανείων παρόλο που γνώριζε κατά το χρόνο συνάψεως των σχετικών συμβάσεων ότι θα περιέλθει σε αδυναμία εκπλήρωσης των αναληφθεισών υποχρεώσεών του.

Ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθώς η αδυναμία αποπληρωμής των δανειακών του υποχρεώσεων και των ασφαλιστικών του εισφορών οφείλεται στη μείωση τόσο των δικών του εισοδημάτων όσο και των εισοδημάτων της συζύγου του και δεύτερης των αιτούντων κατά τα τελευταία έτη. Όπως, από τα προαναφερθέντα αποδεικτικά στοιχεία προέκυψε, ο αιτών απασχολούταν ως ελεύθερος επαγγελματίας με αντικείμενο την παροχή συμβουλών για θέματα Υλικού (Hardware) Υπολογιστών κατά το χρονικό διάστημα από 15.5.2003 έως 31.3.2013, οπότε και διέκοψε τη δραστηριότητα του αυτή (....).

Το Μάιο του 2013 προσλήφθηκε από την εταιρεία "..." ως υπάλληλος και εργάστηκε σε αυτή μέχρι το Φεβρουάριο του 2014. Ακολούθως, το Μάρτιο του 2014 προσλήφθηκε ως υπάλληλος από την εταιρεία "... AEE" και εργάστηκε σε αυτή μέχρι το Νοέμβριο του 2015, οπότε και απολύθηκε, ενώ το Φεβρουάριο του 2017 προσλήφθηκε ως υπάλληλος από την εταιρεία "...

Α.Ε.Β.Ε.", στην οποία εργάζεται μέχρι σήμερα παρέχοντας τις υπηρεσίες του ως πωλητής έναντι καθαρών μηνιαίων αποδοχών ποσού 716,73 ευρώ. Οι οφειλές του προς το εκκαλούν ΕΦΚΑ από τις ασφαλιστικές εισφορές των ετών 2012 και 2013 δημιουργήθηκαν από την άσκηση της προαναφερόμενης ατομικής επαγγελματικής του δραστηριότητας, οι δε υποχρεώσεις προς τις πιστώτριες Τράπεζες από τις δανειακές συμβάσεις αναλήφθησαν σε προγενέστερο χρόνο και δη κατά τα έτη 2003 έως 2009, δοθέντος ότι οι όποιες συμβάσεις καταρτίστηκαν μεταξύ του ιδίου και των πιστωτριών εντός του 2012 δεν αφορούσαν δανεισμό χρημάτων, αλλά ρυθμίσεις/διακανονισμούς των υφιστάμενων ήδη δανειακών του υποχρεώσεων.

Κατά το χρόνο που ανέλαβε τα δάνεια (2003-2009), το οικογενειακό του εισόδημα επαρκούσε για τη κάλυψη των αναγκαίων δαπανών αλλά και των υποχρεώσεων του έναντι των πιστωτριών. Ωστόσο, κατά την τελευταία πριν την υποβολή της αίτησης τριετία (2013-2015) οι δυνατότητές του να ανταποκριθεί στις μηνιαίες δόσεις των δανείων περιορίστηκαν λόγω της μείωσης των οικογενειακών του εισοδημάτων.

Έτσι, ενώ την τριετία 2006-2007-2008 το κατά μέσο όρο ετήσιο εισόδημα του ιδίου και της συζύγου του (δεύτερης των αιτούντων) ανερχόταν σε 22.480,19 ευρώ (67.440,57 ευρώ/έτος : 3 έτη) και άρα το κατά μέσο όρο μηνιαίο εισόδημά τους σε 1.873,34 ευρώ, την τριετία 2013-2014-2015 το κατά μέσο όρο ετήσιο εισόδημα ανήλθε σε 15.854,33 ευρώ (47.563,01 ευρώ/έτος : 3 έτη) και το κατά μέσο όρο μηνιαίο εισόδημα σε 1.321,19 ευρώ, ενώ το έτος 2016 το ετήσιο εισόδημά χους ανήλθε μόλις στα 3.969,18 ευρώ (δηλαδή μηνιαίο εισόδημα 330,80 ευρώ) λόγω της εν τω μεταξύ απόλυσής του το Νοέμβριο του 2015, όπως ανωτέρω εκτέθηκε (...).

Με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά προκύπτει, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, ότι ο αιτών-πρώτος εφεσίβλητος πληροί τις προϋποθέσεις υπαγωγής του στις διατάξεις του Ν. 3869/2010, επειδή πρόκειται για φυσικό πρόσωπο που δεν έχει πτωχευτική ικανότητα και έχει περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του, η οποία οφείλεται στη μείωση των εισοδημάτων του κατά τα τελευταία έτη, ενώ αντίθετα δεν αποδείχθηκε ότι ο αιτών με τις πράξεις ή παραλείψεις του επεδίωκε την αδυναμία των πληρωμών του ή προέβλεψε ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν άλλαξε συμπεριφορά αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό και επομένως ο προβαλλόμενος λόγος έφεσης του εκκαλούντος, με τον οποίο επαναφέρεται η ένσταση περί υπαίτιας-δόλιας περιέλευσης του αιτούντος-πρώτου εφεσίβλητου σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ' ουσία...''.

Επομένως, ο τρίτος αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον, κατά τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης, το Εφετείο ερεύνησε την ως άνω ένσταση του εκκαλούντος-αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ., την οποία, με επαρκή και σαφή αιτιολογία, κατά τα αντίθετα υποστηριζόμενα από το αναιρεσείον με την εμπεριεχόμενη στον ίδιο λόγο αναίρεσης αιτίαση [αριθ. 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ (εσφαλμένα αναφέρεται αριθ. 19 του άρθρου 559)], απέρριψε κατ`ουσία καταλήγοντας σε αντίθετο αποδεικτικό πόρισμα από εκείνο που αυτό θεωρούσε ορθό.

Τέλος, οι αποδιδόμενοι στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση λόγοι αναίρεσης από τους αριθ. 10 και 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, κρίνονται απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, καθόσον δεν περιλαμβάνονται μεταξύ των περιοριστικά προβλεπόμενων στη διάταξη του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, λόγων αναίρεσης και επομένως δεν εφαρμόζονται σε δίκες που αφορούν αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται επί εφέσεων κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων (Ολ.ΑΠ 45/1987, ΑΠ 1197/2023, ΑΠ 602/2023, ΑΠ 1513/2022, ΑΠ 1020/2021, ΑΠ 208/2020).

Μετά τα παραπάνω και μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης. Διάταξη περί δικαστικής δαπάνης δεν ορίζεται, έστω και εάν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ. β`του ν. 3869/2010), διότι η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 746 του ΚΠολΔ, καθόσον επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 εδ.

β` του ν. 3869/2010, κατά την οποία "δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται..." και το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 597/2024, ΑΠ 1225/2023, ΑΠ 1513/2022).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την, από 14-2-2022 (αριθ. έκθ. κατάθ. 12187/29/2022), αίτηση για αναίρεση της με αριθ. 14351/2020 τελεσίδικης απόφασης του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Ιουλίου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ