Supreme Court partially allows appeal on missing party participation and lost profits calculation period.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appellant's appeal against a first-instance judgment in a car damage and insurance contract dispute. The appellant argued that the lower court erred by excluding a specific defendant from the appeal hearing and by limiting the calculation period for lost profits to only the last four years of employment. The court found the appeal admissible regarding the missing party's participation and accepted the argument that the lost profits claim should cover the entire employment period, not just the final four years.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576, 580, 559 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must examine ex officio the participation of absent parties during an appeal hearing, and a claim for lost profits based on lost wages is admissible if the employment period extends beyond the specific timeframe cited by the lower court.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1034 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1034/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Φεβρουαρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Σ. Τ. του Ν., κατοίκου …, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αχιλλέα Παππά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Π. του Ν., κατοίκου …, που δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο και 2) ανώνυμης ελληνικής εταιρείας γενικών ασφαλειών με την επωνυμία "Η ΕΘΝΙΚΗ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Τσικρικά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-12-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1910/2012 μη οριστική, 3988/2014 εν μέρει οριστική και 775/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 606/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17-7-2019 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Γεωργία Κατσιμαγκλή, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο η αναιρεσείουσα και η 2η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Εισάγεται προς συζήτηση η από 17-07-2019 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 6964/668/23-07-2019 αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 606/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε ερήμην του πρώτου εφεσίβλητου και ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου, Α. Π. του Ν. στην από 25-06-2016 (αριθμ. εκθ. καταθ. 2036/2016) έφεση της εκκαλούσας - ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρα 681 Α, 666, 667, 670 - 676 Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυαν πριν από την αντικατάστασή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015).
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1-3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.
Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.
Στην αντίθετη περίπτωση, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Ειδικότερα από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι επί αίτησης αναίρεσης στρεφόμενης κατά περισσότερων αναιρεσίβλητων, που συνδέονται μεταξύ τους με σχέση απλής ομοδικίας, εάν κάποιος από τους αναιρεσίβλητους αυτούς, παρότι έχει κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα από το διάδικο που επισπεύδει τη συζήτηση, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όλους τους αναιρεσίβλητους, παρά την απουσία εκείνου που έχει νομίμως κλητευθεί.
Στην προκειμένη περίπτωση από την υπ' αριθμ. 9991 Β'/11-02-2020 έκθεση επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Πειραιώς, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Β. Γ. Κ., την οποία επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα, που επισπεύδει τη συζήτηση, προκύπτει ότι κατόπιν έγγραφης παραγγελίας του πληρεξούσιου δικηγόρου της, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από 17-07-2019 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 6964/668/23-07-2019 αίτησης αναίρεσης της υπ' αριθμ. 606/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με πράξεις καταθέσεως δικογράφου και ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (05-02-2021) και κλήση για να παραστεί κατά τη συζήτηση αυτής, επιδόθηκε με επιμέλεια της αναιρεσείουσας, νόμιμα και εμπρόθεσμα, κατά τις διατάξεις των άρθρων 124 παρ. 2, 128 παρ. 1α και 568 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ., στον πρώτο αναιρεσίβλητο Α.
Π. του Ν.. Ο αναιρεσίβλητος όμως αυτός, δεν παραστάθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης κατά την ανωτέρω δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε νόμιμα η υπόθεση κατά τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε και κατέθεσε δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνησή της.
Επομένως, σύμφωνα με την ανωτέρω νομική σκέψη, πρέπει να προχωρήσει το Δικαστήριο στη συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία του (άρθρο 576 παρ. 2 περ. α' και γ' Κ.Πολ.Δ.). Από τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., η οποία ορίζει ότι "αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση", προκύπτει ότι απόφαση, η οποία έχει εκδοθεί ερήμην, δεν υπόκειται σε αναίρεση, εφόσον μπορεί να προσβληθεί με ανακοπή ερημοδικίας.
Συνεπώς, κατά της απόφασης που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του (Ολ. ΑΠ 15/2001), ενεργοποιείται αμέσως με την έκδοσή της η δυνατότητα άσκησης κατ' αυτής από τον ερημοδικασθέντα διάδικο ανακοπής ερημοδικίας (άρθρο 502 ΚΠολΔ), με συνέπεια όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, που λήγει είτε διότι παρήλθε η κατ` άρθρο 503 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.
δεκαπενθήμερη, προς άσκηση αυτής, προθεσμία από την επίδοση της ερήμην απόφασης, είτε διότι ο δικαιούμενος στην άσκησή της (ερημοδικασθείς) διάδικος παραιτήθηκε νομίμως από το δικόγραφο του ασκηθέντος ενδίκου μέσου της ανακοπής ή από το σχετικό δικαίωμα, να αποκλείεται η άσκηση κατά της ερήμην απόφασης αίτησης αναίρεσης, η οποία, αν παρόλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), με αυτεπάγγελτη έρευνα του δικαστηρίου (ΑΠ 688/2019, ΑΠ 1163/2017), αφού, σε σχέση με την αναίρεση, δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρου 513 παρ. 1 εδ.
β' περ. β' Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους. Αντίθετα δηλαδή, με την καθιερούμενη με τη διάταξη αυτή συμπόρευση των προθεσμιών της έφεσης και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην απόφασης είναι επιτρεπτή, μόνον εφόσον δεν συγχωρείται κατ' αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή αναλόγως έφεση (Ολ.
ΑΠ 11/1998, ΑΠ 208/2020, ΑΠ 309/2019, ΑΠ 33/2019), δηλαδή, καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής άσκησης των προβλεπόμενων ένδικων μέσων. Ο χαρακτήρας της απόφασης ως τελεσίδικης ή μη, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, κρίνεται κατά το χρόνο της άσκησης της αίτησης αναίρεσης, δηλαδή, κατά το χρόνο της κατάθεσής της στον αρμόδιο γραμματέα, διαφορετικά η αίτηση είναι απαράδεκτη (ΑΠ 963/2020).
Η απόδειξη της τελεσιδικίας γίνεται με τη προσκόμιση της σχετικής εκθέσεως επίδοσης ή με τη βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή στην απόφαση που επιδόθηκε, σε συνδυασμό με βεβαίωση της γραμματείας του δικαστηρίου ότι δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο. Αν παραλειφθεί η επίδοση της ερήμην απόφασης, δεν αρχίζει καν η προθεσμία άσκησης ανακοπής ερημοδικίας κατ` αυτής, οπότε αντίστοιχα δεν υπάρχει χρονικό όριο για την άσκησή της, αφού σε σχέση με αυτή δεν είναι θεσπισμένη καταχρηστική προθεσμία αντίστοιχη με την καταχρηστική προθεσμία των άρθρων 518 παρ. 2 και 564 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., που ισχύει για την έφεση και την αναίρεση, αντίστοιχα.
Συνεπώς, η παράλειψη επίδοσης της ερήμην απόφασης εμποδίζει εξακολουθητικά την άσκηση κατ` αυτής αίτησης αναίρεσης, με απότοκη συνέπεια την αναστολή και της καταχρηστικής προθεσμίας των δύο ετών που ισχύει για την αναίρεση και έχει ως αφετηρία τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού προϋπόθεση αυτονόητη της προθεσμίας αυτής είναι η ύπαρξη απόφασης υποκείμενης οπωσδήποτε σε αναίρεση (ΑΠ 688/2019, ΑΠ 2102/2017).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 673 Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται στις διαφορές για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση της ασφάλισής του (άρθρο 681Α Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε μέχρι την αντικατάστασή του με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015) και στην κατ` έφεση δίκη (άρθρο 674 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), ανακοπή ερημοδικίας επιτρέπεται αν εκείνος που δικάστηκε ερήμην δεν κλητεύθηκε καθόλου ή δεν κλητεύθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ή αν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας.
Τέλος, από το συνδυασμό της διάταξης του άρθρου 553 παρ. 1β' με αυτές των άρθρων 74, 75 παρ. 1 και 2 και 76 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, η οποία υπάρχει και όταν ενάγονται περισσότεροι του ενός ως εις ολόκληρον ευθυνόμενοι, η οριστική απόφαση που εκδίδεται, καθίσταται τελεσίδικη αυτοτελώς έναντι εκάστου ομοδίκου και συνεπώς υπόκειται σε αναίρεση ως προς εκείνον από τους ομοδίκους που έγινε τελεσίδικη, έστω και αν δεν έγινε τελεσίδικη ως προς όλους τους ομοδίκους (ΑΠ 965/2017, ΑΠ 367/2014, ΑΠ 658/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση η κρινόμενη από 17-07-2019 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 6964/668/23-07-2019 αίτηση αναίρεσης στρέφεται κατά της υπ' αριθμ. 606/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρα 681 Α, 666, 667, 670 - 676 Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυαν πριν από την αντικατάστασή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015), ερήμην του πρώτου εφεσιβλήτου στην από 25-06-2016 (αριθμ.
εκθ. καταθ. 2036/2016) έφεση της εκκαλούσας - ενάγουσας, και ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου, Α. Π. του Ν. και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων. Η απόφαση αυτή υπέκειτο σε ανακοπή ερημοδικίας από τον ως άνω πρώτο εφεσίβλητο, που δικάσθηκε ερήμην. Από την υπ' αριθμ. 8796 Β'/27-05-2019 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Πειραιώς, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Β.
Γ. Κ., την οποία επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε νόμιμα στον ως άνω ερημοδικασθέντα εφεσίβλητο στις 27-05-2019. Επίσης, από το υπ' αριθμ. 369/21-06-2019 πιστοποιητικό του Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών, που επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι δεν ασκήθηκε ανακοπή ερημοδικίας κατά της απόφασης αυτής εκ μέρους του εν λόγω διαδίκου μέχρι και τις 20-06-2019 και συνεπώς η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το χρόνο της άσκησης της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, δηλαδή, κατά το χρόνο της κατάθεσής της στον αρμόδιο γραμματέα (23-07-2019), είχε καταστεί τελεσίδικη ως προς όλους τους διαδίκους και δη και ως προς τον ως άνω πρώτο εφεσίβλητο και ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο.
Επομένως η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, η οποία έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω για το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 606/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής:
Με την από 11-12-2007 (αριθμ. εκθ. καταθ. 268474/ 11341/13-12-2007) αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, στρεφόμενη κατά των: 1) Α. Π. του Ν. (και ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου, 2) Ν. Π. και 3) της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία " Η ΕΘΝΙΚΗ " (και ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης), ισχυρίσθηκε, κατ' ορθή εκτίμησή της, ότι ο πρώτος εναγόμενος οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας … ΙΧΕ αυτοκίνητο που ανήκε στην ιδιοκτησία του δεύτερου εναγομένου και ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική του ευθύνη στην τρίτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, στο οποίο και η ίδια (ενάγουσα) επέβαινε, προκάλεσε από αποκλειστική του υπαιτιότητά το σοβαρό τραυματισμό της, σε τροχαίο ατύχημα που έλαβε χώρα στις 15-12-2002 στον Πειραιά, υπό τις ειδικότερα αναφερόμενες στην αγωγή συνθήκες.
Ότι με την υπ' αριθμ. 3175/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, της επιδικάστηκε ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης συνεπεία του τραυματισμού της το ποσό των 13.000 ευρώ. Ότι εξαιτίας δυσμενούς εξελίξεως της υγείας της που εμφανίστηκε μεταγενέστερα και αναγόταν στον ανωτέρω αρχικό τραυματισμό της, η οποία δεν ήταν εξαρχής γνωστή και προβλέψιμη και δεν λήφθηκε υπόψη κατά την έκδοση της προαναφερόμενης απόφασης, έχει καταστεί μονίμως ανάπηρη, γεγονός που επιδρά στη μελλοντική επαγγελματική, κοινωνική και οικονομική της εξέλιξη, καθώς και ανίκανη για εργασία και συνακόλουθα έχει απολέσει τα εισοδήματα που με βεβαιότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα εισέπραττε, εάν δεν συνέβαινε το ένδικο τροχαίο ατύχημα.
Ζήτησε δε, μετά την παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής ως προς το δεύτερο των εναγομένων και τον περιορισμό του αιτήματος της αγωγής από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί ότι ο πρώτος και η τρίτη των εναγομένων είναι υποχρεωμένοι να της καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας: α) το ποσό των 100.000 ευρώ ως πρόσθετη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, β) το ποσό των 200.000 ευρώ ως χρηματική παροχή κατ' άρθρο 931 ΑΚ λόγω της αναπηρίας που της προκάλεσε ο τραυματισμός της, γ) το ποσό των 50.264 ευρώ ως αποζημίωση για τα απωλεσθέντα εισοδήματά της για το διάστημα από το ένδικο ατύχημα έως την άσκηση της ένδικης αγωγής και δ) το ποσό των 930 ευρώ κάθε μήνα αρχής γενομένης από 01-01-2008 και για χρονικό διάστημα σαράντα (40) ετών, καθώς και 465 ευρώ στο τέλος Απριλίου, 465 ευρώ στο τέλος Ιουλίου και 930 ευρώ στο τέλος Δεκεμβρίου κάθε έτους για το ίδιο χρονικό διάστημα, ως αποζημίωση για απωλεσθέντα εισοδήματα.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών εξέδωσε αρχικά την υπ' αριθμ. 1910/2012 απόφασή του, με την οποία θεώρησε ως μη ασκηθείσα την αγωγή ως προς το δεύτερο των εναγομένων και ακολούθως, αφού έκρινε την αγωγή νόμιμη, διέταξε την επανάληψη της συζήτησης προκειμένου να διενεργηθεί ιατρική πραγματογνωμοσύνη αναφορικά με την κατάσταση της υγείας της ενάγουσας και την επικαλούμενη από αυτή αναπηρία.
Στη συνέχεια, μετά τη διεξαγωγή της πραγματογνωμοσύνης, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εξέδωσε την υπ' αριθμ. 3988/2014 εν μέρει οριστική απόφασή του, με την οποία δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως προς τα κονδύλια της πρόσθετης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και της χρηματικής παροχής κατ' άρθρο 931 ΑΚ και επιδίκασε αναγνωριστικά στην ενάγουσα για τις αιτίες αυτές τα ποσά των 40.000 ευρώ και 50.000 ευρώ αντίστοιχα, ενώ ως προς το αγωγικό αίτημα της επιδίκασης στην ενάγουσα αποζημίωση για διαφυγόντα κέρδη λόγω απώλειας εισοδημάτων από την εργασία της, διέταξε την επανάληψη της συζήτησης, προκειμένου να προσκομιστεί από τον επιμελέστερο των διαδίκων βεβαίωση του ασφαλιστικού φορέα (Ι.Κ.Α.) της ενάγουσας, αναφορικά με το ποσό που η ίδια λαμβάνει ή δικαιούται να λάβει από αυτόν για την ανωτέρω αιτία.
Ακολούθως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εξέδωσε την υπ' αριθμ. 775/2016 οριστική του απόφαση, με την οποία δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως προς το προαναφερόμενο κονδύλιο των διαφυγόντων κερδών και επιδίκασε αναγνωριστικά στην ενάγουσα τα σ' αυτή ειδικότερα αναφερόμενα ποσά. Κατά των ανωτέρω υπ' αριθμ. 3988/2014 και 775/2016 αποφάσεων του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ασκήθηκε:
α) η από 25-05-2016 (αριθμ. εκθ. καταθ. 2036/2016) έφεση της ενάγουσας και β) η από 7-6-2016 (αριθμ. εκθ. καταθ. 1921/2016) έφεση της τρίτης εναγομένης ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας. Επί των άνω αντίθετων εφέσεων, που συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 606/2018 απόφαση, με την οποία το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν τις εφέσεις, εξαφάνισε την εκκαλουμένη υπ' αριθμ. 3988/2014 απόφαση ως προς την ενάγουσα και την εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, καθώς και την εκκαλουμένη υπ'αριθμ. 775/2016 απόφαση ως προς τον πρώτο εναγόμενο κατά το μέρος που έκανε δεκτή την αγωγή ως προς το κονδύλιο των διαφυγόντων κερδών της ενάγουσας για το χρονικό διάστημα από 1-7-2004 έως 31-12-2012 και ως προς την εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, στο σύνολο της και ως προς το μη ανατρεπόμενο μέρος της για την ενότητα της εκτέλεσης, κράτησε και δίκασε την αγωγή, αναγνώρισε ότι η εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία είναι υποχρεωμένη να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 22.268 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και ειδικότερα:
α) 2.268 ευρώ ως αποζημίωση για διαφυγόντα κέρδη λόγω απώλειας εισοδημάτων από την εργασία της για το χρονικό διάστημα από τον τραυματισμό της και έως 25-10-2003, β) 10.000 ευρώ για πρόσθετη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης κατά το άρθρο 932 Α.Κ. και γ) 10.000 ευρώ για χρηματική παροχή κατά το άρθρο 931 Α.Κ., ενώ περαιτέρω απέρριψε την αγωγή αναφορικά με το αιτούμενο κονδύλιο των διαφυγόντων κερδών λόγω απώλειας εισοδημάτων από την εργασία της ενάγουσας για το χρονικό διάστημα από 1-4-2004 έως 31-12-2007 και από 1-1-2008 και για σαράντα ακόμα έτη, ήτοι έως τη συνταξιοδότησή της, ως απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου, από την υπ' αριθμ. 5488/2008 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Με το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά την αναθεώρησή του με το από 6/17-4-2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής, ορίζεται ότι "οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας".
Με τη νέα αυτή διάταξη ο αναθεωρητικός νομοθέτης επέλεξε να κατοχυρώσει ρητά, από το όλο σύστημα των εγγυήσεων για τα επιτρεπτά όρια των επιβαλλόμενων στα ατομικά δικαιώματα νομοθετικών περιορισμών, την εγγύηση εκείνη που είναι γνωστή ως αρχή της αναλογικότητας. Απέκτησε έτσι ρητή συνταγματική υφή η αρχή αυτή, η οποία, ωστόσο, και προηγουμένως αναγνωριζόταν ως αρχή συνταγματικής ισχύος, που απορρέει από την ίδια την έννοια του κράτους δικαίου, αλλά και από την ουσία των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων, τα οποία, ως έκφραση της γενικότερης ελευθερίας του ατόμου, δεν πρέπει να περιορίζονται από την κρατική εξουσία περισσότερο από όσο είναι αναγκαίο για την προστασία των δημόσιων συμφερόντων.
Η αρχή αυτή, υπό την έννοια του τηρητέου μέτρου της εύλογης αντιστάθμισης προσφοράς και οφέλους, που αποτελεί, όπως προαναφέρθηκε, κανόνα συνταγματικής βαθμίδας, επενεργεί σε κάθε είδους κρατική δραστηριότητα, καθώς και όταν πρόκειται για αντικρουόμενα συμφέροντα στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου, αφού η έκταση της αρχής αυτής δεν περιορίζεται μόνο σε ορισμένες περιοχές του δικαίου, αλλά, όπως προαναφέρθηκε, και πριν από τη ρητή συνταγματική της κατοχύρωση, διέτρεχε το σύνολο της έννομης τάξης και συνεπώς πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία και εφαρμογή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου.
Άλλωστε, με ρητή διατύπωση στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος η θεσπιζομένη από αυτήν προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου ως ατόμου ισχύει και "στις σχέσεις των ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζει" και οριοθετείται έτσι η υποχρέωση και των αρμοδίων δικαιοδοτικών οργάνων, όταν επιλαμβάνονται της επίλυσης ιδιωτικών διαφορών, να τις επιλύουν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να υπάρχει μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Συγκεκριμένα πρέπει, τα λαμβανόμενα μέτρα και οι έννομες συνέπειες, να είναι πρόσφορα (κατάλληλα) για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, αναγκαία, υπό την έννοια να συνιστούν μέτρο, το οποίο σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα να επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον διάδικο σε βάρος του οποίου απαγγέλλονται, και αναλογικά υπό στενή έννοια, δηλαδή να τελούν σε ανεκτή σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, προκειμένου η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν.
Ενόψει τούτων, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι η ως άνω συνταγματική διάταξη, έστω και αν ρητά δεν αναφέρεται σ' αυτήν, απευθύνεται και στο δικαστή, όσον αφορά τις σχέσεις των διαδίκων, καθιερώνοντας αυτήν ως δεσμευτική δικαιϊκή αρχή, όπως και άλλες τέτοιες αρχές που διατρέχουν το δίκαιο και είναι δεσμευτικές (αρχή του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου, αρχή της δίκαιης δίκης κ.λπ.).
Εξάλλου, η αρχή αυτή, ως διάχυτη στην έννομη τάξη, υπερβαίνει τα όρια της ρητής συνταγματικής κατοχύρωσής της, με την οποία πάντως αναδείχθηκε η σημασία της ως βασικής εγγύησης για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων, οφείλει δε ο δικαστής κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή των διατάξεων της κοινής νομοθεσίας, που άπτονται των δικαιωμάτων αυτών, να προστρέχει στο κρίσιμο για την όλη έννομη τάξη περιεχόμενο της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας, που όπως αναφέρθηκε, απορρέει από την αρχή της ισότητας και την αρχή του κράτους δικαίου.
Αποτελεί την αντίστροφη μορφή της απαγόρευσης της κατάχρησης δικαιώματος, όταν το ασκούμενο δικαίωμα υπερβαίνει τα ακραία όρια που θέτουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, καθώς και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος. Στην περίπτωση δε υπέρβασης της αρχής της αναλογικότητας πρόκειται για δυσαναλογία μέσου προς το σκοπό, δηλαδή το ασκούμενο δικαίωμα έχει απολέσει την αναλογία του προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και συνακόλουθα η άσκησή του είναι απαγορευμένη.
Επομένως, όπως και η κατάχρηση δικαιώματος, που αποτελεί απαγορευτικό κανόνα, και οριοθετεί αρνητικά την άσκηση των δικαιωμάτων, έτσι και η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί κανόνα δικαίου (γενική νομική αρχή), η οποία προσδιορίζει την τελολογική λειτουργία των πάσης φύσεως δικαιωμάτων και του ιδιωτικού δικαίου.
Από τα ως άνω συνάγεται, ως γενική νομική αρχή, ότι η έννομη συνέπεια που είτε προβλέπεται από κανόνα δικαίου κατώτερης τυπικής ισχύος από εκείνες του Συντάγματος, είτε απαγγέλλεται από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί, σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό, δηλαδή να μην υπερβαίνει τα όρια όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνείδησης σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αποτυπώνονται με την συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.
Η κρίση δηλαδή του ουσιαστικού δικαστηρίου πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, που αποτελεί, γενική αρχή του δικαίου και μέσο ελέγχου της κρίσης του δικαστηρίου, χωρίς να υπάγεται στην έννοια της αναλογικότητας. Ενόψει αυτών, αν διαπιστώνεται παραβίαση της προβλεπόμενης από το άρθρο 25 παρ. 1 αρχής της αναλογικότητας, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση, από το δικαστήριο της ουσίας, των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, ελέγχονται ως πλημμέλειες, του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ (Ολομ.
ΑΠ 9/2015). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 932 Α.Κ., σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.
Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικασθεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης. Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι` αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήριο, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της δικαιοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υποχρέου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών.
Συνεπώς, εφόσον ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης επαφίεται στην ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, που σχηματίζεται ύστερα από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), χωρίς υπαγωγή σε νομική έννοια, το "εύλογο" του επιδικαζόμενου ποσού, δεν αποτελεί αόριστη νομική έννοια και συνακόλουθα η σχετική κρίση δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, οπότε και δεν μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη, κατά τούτο, εφαρμογή του νόμου (ΑΚ 932), είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης (ΑΠ 398/2020, ΑΠ 944/2017).
Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος) με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων και τούτο, διότι μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση, (όσον αφορά τον παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στη δεύτερη, (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του "ευλόγου" και συνακόλουθα το "εύλογο" εμπεριέχεται αναγκαίως στο "ανάλογο". Άλλωστε την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μια ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του.
Ενόψει όλων αυτών η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσης χρηματικής ικανοποίησης, πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ. αναλόγως από τους αριθμούς 1 ή 19), η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (Ολομ.
ΑΠ 9/2015). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 931 Α.Κ., η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενήθηκε στο παθόντα λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης, αν επιδρά στο μέλλον του. Ως "αναπηρία" θεωρείται κάποια έλλειψη της σωματικής, νοητικής ή ψυχικής ακεραιότητας του προσώπου, ενώ ως "παραμόρφωση" νοείται κάθε ουσιώδης αλλοίωση της εξωτερικής εμφάνισης.
Περαιτέρω, ως "μέλλον" νοείται η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου. Στον επαγγελματικό και οικονομικό τομέα, η αναπηρία ή παραμόρφωση του ανθρώπου κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας αποτελεί αρνητικό στοιχείο στα πλαίσια του ανταγωνισμού και της οικονομικής εξελίξεως και προαγωγής του και οι σχετικές δυσμενείς συνέπειες είναι περισσότερο έντονες σε περιόδους οικονομικών δυσχερειών και στενότητας στην αγορά εργασίας, καθόσον οι βαρυνόμενοι με αναπηρία ή παραμόρφωση μειονεκτούν έναντι των υγιών συναδέλφων τους.
Η διάταξη του άρθρου 931 Α.Κ. προβλέπει επιδίκαση από το Δικαστήριο χρηματικής παροχής στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση, εφόσον βεβαίως αυτές είναι μόνιμες και διαρκείς και επηρεάζουν το μέλλον του. Η αναπηρία ή παραμόρφωση ως τοιαύτη δεν σημαίνει κατ` ανάγκη πρόκληση στον παθόντα περιουσιακής ζημίας.
Έτσι, κατά τη διάταξη αυτή επιδικάζεται σε εκείνον που έχει υποστεί την αναπηρία ή την παραμόρφωση ένα εύλογο χρηματικό ποσό χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία άλλωστε και δεν δύναται να προσδιοριστεί, το ύψος του οποίου καθορίζεται με βάση το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης, την ηλικία, το φύλλο και τις κλίσεις του παθόντος, καθώς και με τη συνεκτίμηση του ποσοστού συνυπαιτιότητας του τελευταίου στην πρόκληση της αναπηρίας ή της παραμόρφωσής του.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας πρόσθετης από το άρθρο 931 του Α.Κ. χρηματικής παροχής, αποφασίζεται (κατ` αρχάς αναιρετικώς ανέλεγκτα) με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι. Επιβάλλεται, όμως και στην περίπτωση αυτή του άρθρου 931 Α.Κ., να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος), με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων, η παραβίαση της οποίας ελέγχεται, όπως και στο άρθρο 932 Α.Κ., ως πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 398/2020, ΑΠ 684/2020, ΑΠ 142/2019).
Είναι πρόδηλο ότι η, κατά τη διάταξη του άρθρου 931 του ΑΚ, αξίωση για αποζημίωση λόγω αναπηρίας ή παραμορφώσεως είναι διαφορετική από την, κατά τη διάταξη του άρθρου 929 ΑΚ, αξίωση αποζημιώσεως για διαφυγόντα εισοδήματα του παθόντος, που κατ` ανάγκη συνδέεται με επίκληση και απόδειξη συγκεκριμένης περιουσιακής ζημίας, λόγω της ανικανότητας του παθόντος προς εργασία και από την, κατά τη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ, αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και είναι αυτονόητο ότι όλες οι παραπάνω αξιώσεις δύνανται να ασκηθούν είτε σωρευτικά, είτε μεμονωμένα, αφού πρόκειται για αυτοτελείς αξιώσεις και η θεμελίωση κάθε μιας από αυτές δεν προϋποθέτει αναγκαία την ύπαρξη και των λοιπών (ΑΠ 466/2020, ΑΠ 677/2019, ΑΠ 599/2018, ΑΠ 1572/2018, ΑΠ 441/2017, ΑΠ 158/2016).
Εξάλλου, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 1 Κ.Πολ.Δ., για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εφάρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφάρμοσε αυτόν ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.
ΑΠ 1/2016, Ολ.ΑΠ 2/2013, Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005). Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.
ΑΠ 8/2018, Ολ. ΑΠ 7/2006, ΑΠ 3/2020). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, το Εφετείο, αναφορικά με τις συνθήκες του ατυχήματος, την υπαιτιότητα και τις αγωγικές αξιώσεις της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας για επιδίκαση πρόσθετης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης κατ' άρθρο 932 Α.Κ.
και χρηματικής παροχής κατ' άρθρο 931 Α.Κ. δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, ανελέγκτως τα εξής: "Με την υπ' αριθμ. 5488/2008 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, που έκρινε επί έφεσης της ενάγουσας και ήδη εφεσίβλητης της πρώτης έφεσης και εκκαλούσας της δεύτερης έφεσης και επί αντέφεσης του πρώτου των εναγομένων και ήδη πρώτου των εφεσίβλητων της δεύτερης έφεσης και της δεύτερης πλέον των εναγομένων και ήδη εκκαλούσας της πρώτης έφεσης και εφεσίβλητης της δεύτερης έφεσης κατά της υπ' αριθμ. 3175/2005 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε επί της από 29-6-2004 αγωγής της ενάγουσας κατά του πρώτου των εναγομένων, του Ν.
Π. και της δεύτερης των εναγομένων, έχουσας της αγωγής αυτής ίδια ιστορική και νομική αιτία με την υπό κρίση αγωγή, έχουν κριθεί με δύναμη δεδικασμένου (άρθρα 321 επ. Κ.Πολ.Δ.), μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: 1) ότι στις 15-12-2002 ο πρώτος των εναγομένων, οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλ. … Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο που ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική του ευθύνη στη δεύτερη των εναγομένων, στο οποίο επέβαινε και η ενάγουσα καθισμένη στα πίσω καθίσματα και κινούμενος με ταχύτητα τουλάχιστον 80 χιλ.
την ώρα στην οδό Ανδρέα Παπανδρέου στον Πειραιά με κατεύθυνση προς το κέντρο του Πειραιά, όταν πλησίαζε στη διασταύρωση της ως άνω οδού με την οδό Αθηνών, διενήργησε προσπέραση προπορευόμενου αυτοκινήτου και στην προσπάθεια του να επαναφέρει μετά την προσπέραση με δεξιό ελιγμό το αυτοκίνητο που οδηγούσε στη λωρίδα κυκλοφορίας του, προσέκρουσε με τον δεξιό τροχό του σε κράσπεδο νησίδας, απώλεσε τον έλεγχο του αυτοκινήτου, το οποίο εκτράπηκε από την πορεία του, εξήλθε του οδοστρώματος, ανήλθε στη νησίδα, όπου ανατραπέν έκανε πλήρεις περιστροφές, προσέκρουσε σε σταθμευμένο επί της νησίδας αυτοκίνητο και ακινητοποιήθηκε με τον ουρανό επί του οδοστρώματος της διασταυρούμενης οδού Αθηνών, με αποτέλεσμα τον σοβαρό τραυματισμό της ενάγουσας, 2) ότι αποκλειστικά υπαίτιος για την πρόκληση του ατυχήματος είναι ο πρώτος των εναγομένων, 3) ότι η ενάγουσα είναι συνυπαίτια του τραυματισμού της κατά ποσοστό 20%, καθόσον δεν είχε δεθεί με τη ζώνη ασφαλείας, 4) ότι η ενάγουσα αμέσως μετά το ατύχημα διακομίστηκε στο Π.Γ.
Νοσοκομείο Αθηνών "Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ", όπου διαπιστώθηκε ότι είχε υποστεί κάταγμα 01 σπονδύλου, στις 19-12-2002 υποβλήθηκε σε οπίσθια σπονδυλοδεσία με ράβδους, διαυχενικές βίδες και άγκιστρα, στις 2-1-2003 υποβλήθηκε σε νέα επέμβαση για τη διόρθωση των αγκίστρων, νοσηλευθείσα από 15-12-2003 έως 22-1-2003, στις 9-9-2003 εισήχθη εκ νέου στο ίδιο νοσοκομείο, όπου υποβλήθηκε σε αφαίρεση των υλικών οστεοσύνθεσης και εξήλθε στις 15-9-2003 και 5) ότι η απόλυση της ενάγουσας στις 6-4-2004 από την εργασία της στο κατάστημα ένδυσης και υπόδησης της εταιρείας "ΖΑΡΑ ΕΛΛΑΣ Α.Ε." στον Πειραιά, όπου απασχολείτο ως πωλήτρια, δεν έχει αιτιώδη συνάφεια με τον επίδικο τραυματισμό της.
Με την ανωτέρω απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου επιδικάστηκε στην ενάγουσα το ποσό των 1776 ευρώ ως αποζημίωση της για τις ζημίες που υπέστη συνεπεία του τραυματισμού της έως την άσκηση της προγενέστερης αγωγής της καθώς και το ποσό των 25.000 ευρώ ως χρηματική της ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η υγεία της ενάγουσας μετά την άσκηση της ως άνω προγενέστερης αγωγής της δεν αποκαταστάθηκε, αλλά επιδεινώθηκε απρόβλεπτα.
Ειδικότερα η ενάγουσα, η οποία μάλιστα στις 25-10-2003 επανήλθε στην ως άνω εργασία της και εργάστηκε έως 6-4-2004, οπότε απολύθηκε, στις 15-11-2005 εξετάστηκε στο ίδιο ως άνω νοσοκομείο καθόσον εμφάνιζε κατά καιρούς οσφυαλγία και αιμωδίες αριστερού μηρού και μετά από την υποβολή της σε ακτινολογικό έλεγχο διαπιστώθηκε ότι εμφανίζει απώλεια του ύψους του σώματος του σπονδύλου κατά το 1/3 και της συστήθηκε φυσικοθεραπεία και παρακολούθηση.
Στις 3-5-2007 υποβλήθηκε σε ακτινογραφία οσφυϊκής μοίρας σπονδυλικής στήλης, η οποία ακτινογραφία κατέδειξε σφηνοειδή παραμόρφωση του 01 σπονδυλικού σώματος, καθώς και σε ηλεκτρομυογράφημα, το οποίο κατέδειξε μειωμένη επιστράτευση κινητικών μονάδων στο αριστερό γαστροκνήμιο και βραχύ εκτείνοντα τους δακτύλους (05-Ι1).
Η υγεία της ενάγουσας όμως εξακολούθησε να μην αποκαθίσταται και έτσι στις 19-11-2007 υποβλήθηκε σε μαγνητική τομογραφία Ο.Μ.Σ.Σ., η οποία κατέδειξε εικόνα ως επί παλαιού συμπιεστικού κατάγματος του σώματος του 01 με συνοδό έντονη κύφωση της θωρακοοσφυϊκής μοίρας στο προαναφερόμενο επίπεδο; χωρίς όμως ουσιώδη πιεστικά φαινόμενα επί του νωτιαίου σάκου.
Τέλος στις 25-11-2007 η ενάγουσα εξετάστηκε από τον χειρουργό ορθοπεδικό Π. Κ., ο οποίος διέγνωσε ότι αυτή κλινικά δεν παρουσιάζει διαταραχές στη βάδιση, αλλά εμφανίζει υποτροπιάζουσα οσφυϊοσχυαλγική συνδρομή αριστερά μετά νευρολογικών ευρημάτων, επί εδάφους συμπιεστικού κατάγματος του πρώτου οσφυϊκού σπονδύλου με έντονη παραμόρφωση του σώματος αυτού, κυφωτική παραμόρφωση της σπονδυλικής στήλης 40ο συνεπεία του κατάγματος του Ο1 σπονδύλου, αριστερά κυρτή μικρού βαθμού σκολιωτική απόκλιση της σπονδυλικής στήλης και περιορισμό του λειτουργικού εύρους κίνησης της σπονδυλικής στήλης σε όλες τις κατευθύνσεις, έκρινε δε ο ιατρός αυτός ότι οι νευρολογικές διαταραχές με μείωση αισθητικότητας και περιορισμό νεύρωσης των μυών του αριστερού κάτω άκρου της ενάγουσας πρέπει να θεωρηθούν μόνιμες και την καθιστούν μονίμως μερικώς ανίκανη για κάθε εργασία σε ποσοστό 50% και ότι το ποσοστό αυτό αναπηρίας της εκτιμάται ότι θα αυξηθεί, καθόσον η κατάσταση της λόγω διαταραχής της μορφολογίας της σπονδυλικής στήλης αναμένεται μετά βεβαιότητας να οδηγήσει σε σταδιακή επιδείνωση με ανάπτυξη δευτεροπαθών αλλοιώσεων σπονδυλαρθρίτιδας και επίταση των ενοχλημάτων ραχιαλγίας -οσφυαλγίας και περαιτέρω μείωσης της ικανότητας της για εργασία.
Σύμφωνα δε με την υπ' αριθμ. …./…-4-2013 έκθεση πραγματογνωμοσύνης, την οποία πραγματογνωμοσύνη διενήργησε ο ορθοπαιδικός - χειρουργός Ν. Α., κατά την εξέταση στις 20-4-2013 της ενάγουσας διαπιστώθηκε ότι η αισθητικότητα του αριστερού κάτω άκρου της βρίσκεται μειωμένη συγκριτικά με αυτήν του δεξιού, χωρίς όμως εμφανή ατροφία μυϊκή των κάτω άκρων, σε ύπτια θέση της το Laseque αριστερά θετικό, στις 50ο περίπου, σημαντική αδυναμία έκτασης ραχιαίας του μεγάλου δακτύλου και ολόκληρου του άκρου ποδός στο αριστερό σκέλος και σημαντική αδυναμία πελματιαίας κάμψης του ίδιου ποδός, κατά την όρθια θέση ελέγχεται σκολιωτική παραμόρφωση της σπονδυλικής στήλης στη θωρακο-οσφυϊκή μοίρα της, οι κινήσεις της σπονδυλικής στήλης έντονα περιορισμένες και επώδυνες, κυρίως η έκταση και οι πλάγιες, αλλά και η πρόσθια κάμψη, καταλήγει δε ο πραγματογνώμονας ότι δε έγινε πλήρης αποκατάσταση της σφηνοειδούς παραμόρφωσης του κατάγματος του Ο1 σπονδύλου, με αποτέλεσμα να ανευρίσκεται σημαντική σφηνοειδής εμφάνιση του σπονδύλου αυτού, η οποία οδηγεί στην παρουσία κυφο-σκολιωτικής σπονδυλικής στήλης, ότι η δομική αυτή βλάβη προκαλεί περιορισμό του εύρους των κινήσεων της σπονδυλικής στήλης, πρόκειται δε στο μέλλον να οδηγήσει στην ανάπτυξη δευτεροπαθών αλλοιώσεων σπονδυλοαρθροπάθειας, με αποτέλεσμα την αύξηση των υποκειμενικών ενοχλημάτων (άλγη στη σπονδυλική στήλη) και αντικειμενικών ευρημάτων (περιορισμός εύρους κινήσεων της σπονδυλικής στήλης), ότι οι ανωτέρω βλάβες της ενάγουσας της προξένησαν αναπηρία μόνιμη και μερική, που ανέρχεται σε 35% και ότι η εργασία της πωλήτριας, που απαιτεί πολύωρη ορθοστασία τουλάχιστον οκτώ ωρών, είναι απαγορευτική για την ενάγουσα, καθόσον η κόπωση, μακρά ορθοστασία κλπ.
προκαλούν έντονα άλγη στην οσφύ και το αριστερό κάτω άκρο, μπορεί όμως ν' ασχολείται αυτή σε εργασίες που δεν απαιτούν ορθοστασία (π.χ. ταμίας, υπολογιστές κλπ.). Με τις παραπάνω διαπιστώσεις του πραγματογνώμονα αναφορικά με την κλινική κατάσταση της ενάγουσας συμφωνεί ο ορθοπαιδικός χειρουργός Δ. Ε., που εξέτασε την ενάγουσα μαζί με τον πραγματογνώμονα κατ' εντολή της δεύτερης των εναγομένων, χωρίς ν' αποδεικνύεται όμως ότι είχε διορισθεί ως τεχνικός σύμβουλος εκ μέρους της, όπως ισχυρίζεται αυτή, με την από 6-4-2013 ιατρική γνωμάτευση του (προφανώς από παραδρομή αναφέρεται σ' αυτή η ανωτέρω ημερομηνία, αφού η εξέταση έγινε την ίδια ημέρα με τον πραγματογνώμονα), ο οποίος όμως εκτιμά ότι η αναπηρία της ενάγουσας, η οποία αναπηρία θα παραμείνει εφόρου ζωής της, χωρίς να αναμένεται κάποια βελτίωση, υπολογίζεται σε 30% και ότι η ενάγουσα είναι μερικά ανίκανη για την εργασία της πωλήτριας που ασκούσε πριν από το ατύχημα, αλλά μπορεί να εργαστεί ως πωλήτρια σε καταστήματα που δεν απαιτείται άρση μεγάλου βάρους, όπως σε καταστήματα πώλησης ρούχων και υποδημάτων, αδυνατεί όμως ν' ανταπεξέλθει σε άρση μεγάλου βάρους και βαριές χειρωνακτικής εργασίες.
Αποδείχτηκε ακόμα ότι η ενάγουσα, η οποία πριν από τον τραυματισμό της κατά το ένδικο ατύχημα και συγκεκριμένα από το έτος 1999 εργαζόταν ως πωλήτρια στο κατάστημα ένδυσης και υπόδησης της εταιρείας "ΖΑΡΑ ΕΛΛΑΣ Α.Ε." στον Πειραιά, εκτός από τον μηνιαίο μισθό της ελάμβανε και ποσοστά επί των πωλήσεων, που ανέρχονταν κατά μέσο όρο στο ποσό των 130 ευρώ μηνιαίως.
Αυτή συνεπεία του τραυματισμού της ήταν ανίκανη για εργασία από τον χρόνο εκείνο και έως 25-10-2003, με αποτέλεσμα να απολέσει για το χρονικό αυτό διάστημα τα αντίστοιχα ποσά των ποσοστών επί των πωλήσεων και συνολικά το ποσό των 1.365 ευρώ (ήτοι 130 ευρώ χ 10 1/2 μήνες), καθώς και τις εργοδοτικές και εργατικές εισφορές που ανέρχονταν στο ποσό των 140 ευρώ μηνιαίως και συνολικά στο ποσό των 1.470 ευρώ (ήτοι 140 ευρώ χ 10 1/2 μήνες).
Έτσι συνολικά η ενάγουσα ζημιώθηκε κατά το ποσό των 2.835 ευρώ, από το οποίο δικαιούται λαμβανομένης υπόψη της συνυπαιτιότητάς της, το ποσό των 2.268 ευρώ (ήτοι 2.835 ευρώ χ 80%). Επίσης αποδείχτηκε ακόμα ότι η ως άνω αναπηρία της ενάγουσας, η οποία γεννήθηκε το έτος 1981, θα επηρεάσει οπωσδήποτε μελλοντικά με πιθανότητα και κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων την εν γένει οικονομική, επαγγελματική και κοινωνική εξέλιξη της και επιδρά σαφώς στη μείωση της προσωπικότητάς της.
Και τούτο γιατί η αναπηρία της, η οποία δεν είναι δυνατόν να εξαλειφθεί στο μέλλον, αποτελεί αρνητικό στοιχείο για την επαγγελματική εξέλιξη και την πρόοδό της, ενόψει και του ολοένα αυξανόμενου ανταγωνισμού και της στενότητας στην αγορά εργασίας που ήδη επικρατούν, καθόσον θα αποκλείσει σ' αυτήν τη δυνατότητα ν' ασχοληθεί τόσο με το επάγγελμα της πωλήτριας που ασκούσε πριν από τον τραυματισμό της, όσο και με οποιαδήποτε εργασία απαιτεί πολύωρη ορθοστασία, γεγονός που θα υποβαθμίσει ποιοτικά το μέλλον της, αφού θα μειονεκτεί έναντι των υγιών συνομηλίκων της και θα στερηθεί της δυνατότητας να αναπτύξει την προσωπικότητα της δια της εργασίας.
Επίσης επηρεάζει άμεσα και το κοινωνικό της μέλλον, εφόσον ήταν υγιές, κοινωνικό και δημιουργικό άτομο και μετά το ατύχημα παρουσιάζει αναπηρία. Έτσι, προς αντιμετώπιση όλων αυτών των δυσμενών επιπτώσεων και στην εν γένει επαγγελματική και κοινωνική εξέλιξη της ενάγουσας, δικαιούται αυτή πρόσθετη, κατά το άρθρο 931 ΑΚ, χρηματική παροχή.
Το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες τέλεσης του ατυχήματος, την αποκλειστική υπαιτιότητα γι' αυτό του πρώτου των εναγομένων, τη συνυπαιτιότητα της ενάγουσας στον τραυματισμό της, το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας της και την ηλικία της κατά το χρόνο του ατυχήματος, κρίνει ότι πρέπει να της επιδικαστεί για την παραπάνω αιτία το εύλογο ποσό των 10.000 ευρώ.
Αποδείχτηκε ακόμα ότι η παραμόρφωση της σπονδυλικής στήλης της ενάγουσας και η εξ αυτής αναπηρία της, η οποία εκδηλώθηκε δύο έτη μετά από την τελευταία νοσηλεία της στο ως άνω νοσοκομείο που επικαλέστηκε με την προγενέστερη αγωγή της, αποτελούν έκτακτη και απρόβλεπτη δυσμενή εξέλιξη της υγείας της, που δεν μπορούσε να προβλεφθεί κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων κατά το χρόνο που ασκήθηκε η πρώτη αγωγή της και δεν λήφθηκε υπόψη από το παρόν Δικαστήριο κατά την επιδίκαση στην ενάγουσα χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης με την υπ' αριθμ. 5488/2008 απόφαση, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της απόφασης αυτής.
Επομένως η ενάγουσα δικαιούται πρόσθετη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, πέραν εκείνης ποσού 25.000 ευρώ που της επιδικάστηκε με την ανωτέρω απόφαση. Το Δικαστήριο, εκτιμώντας τις συνθήκες τέλεσης του ατυχήματος, τη αποκλειστική υπαιτιότητα γι' αυτό του πρώτου των εναγομένων, τη συνυπαιτιότητα της ενάγουσας στον τραυματισμό της, την έκταση και τη σπουδαιότητα της δυσμενούς εξέλιξης της υγείας της, το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας της, την ηλικία της κατά το χρόνο του ατυχήματος και τη συνήθη και μέτρια κοινωνικοοικονομική- κατάσταση αυτής και του πρώτου των εναγομένων κρίνει ότι η εύλογη πρόσθετη χρηματική ικανοποίηση, η οποία πρέπει να επιδικαστεί στην ενάγουσα για την αποκατάσταση της ηθικής της βλάβης, ανέρχεται στο ποσό των 10.000 ευρώ.......
Κατά συνέπεια το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη υπ' αριθμ. 3988/2014 εν μέρει οριστική απόφασή του έκρινε με την ίδια αιτιολογία ότι οι ανωτέρω αξιώσεις της ενάγουσας δεν έχουν παραγραφεί, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τον νόμο, απορριπτόμενου του σχετικού λόγου της πρώτης έφεσης ως ουσιαστικά αβάσιμου, κατ' εσφαλμένη όμως εκτίμηση των αποδείξεων επιδίκασε στην ενάγουσα ως πρόσθετη χρηματική παροχή εκ του άρθρου 931 ΑΚ και ως πρόσθετη χρηματική ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης τα μεγαλύτερα ποσά των 50.000 ευρώ και 40.000 ευρώ αντίστοιχα και ως εκ τούτου πρέπει να γίνουν εν μέρει δεκτοί ως ουσιαστικά βάσιμοι οι σχετικοί λόγοι της πρώτης έφεσης και ν' απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι οι σχετικοί λόγοι της δεύτερης έφεσης".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, με την πληττόμενη απόφασή του, κατά το μέρος που ενδιαφέρει την παρούσα αναιρετική δίκη, δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την από 07-06-2016 έφεση της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας - εκκαλούσας και ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη υπ` αριθμ. 3988/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία είχε κρίνει διαφορετικά, ως προς το ύψος των εύλογων χρηματικών ποσών της χρηματικής παροχής κατ` άρθρο 931 Α.Κ.
και της πρόσθετης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης κατ` άρθρο 932 Α.Κ (50.000 ευρώ και 40.000 ευρώ, αντίστοιχα), κράτησε και δίκασε κατ` ουσίαν την ένδικη αγωγή, την οποία και δέχθηκε κατά ένα μέρος και επιδίκασε στην αναιρεσείουσα, για τις προαναφερόμενες αιτίες, τα (μικρότερα) ποσά των 10.000 ευρώ για καθεμία των ανωτέρω αγωγικών αξιώσεων.
Με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμός 1 Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και καθ` υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, το Εφετείο, κατά την εφαρμογή των διατάξεων, ουσιαστικού δικαίου, των άρθρων 932 και 931 του Α.Κ., και της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας, της επιδίκασε ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και ως εύλογη χρηματική παροχή για τη, συνεπεία του ένδικου ατυχήματος, αναπηρία της, τα ανωτέρω ποσά, τα οποία όμως είναι δυσανάλογα μικρά σε σχέση με αυτά που επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις.
Με αυτά που έκρινε το Εφετείο και καθόρισε την πρόσθετη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, κατ' άρθρο 932 Α.Κ., της αναιρεσείουσας στο παραπάνω ποσό των 10.000 ευρώ, [το οποίο πρέπει να επισημανθεί ότι είναι πρόσθετο του ποσού των 25.000 ευρώ, το οποίο της έχει επιδικαστεί για το ίδιο ατύχημα με την τελεσίδικη υπ' αριθμ. 5488/2008 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών], δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι το ποσό αυτό, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, δεν υπολείπεται καταφανώς εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, με βάση τα πιο πάνω εκτιθέμενα προσδιοριστικά κριτήρια για τον καθορισμό αυτής, ώστε η κρίση του Εφετείου για την επιδίκασή του ως άνω ποσού στην αναιρεσείουσα, να παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας ή να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας και επομένως, ο σχετικός πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος του που αφορά το εν λόγω αγωγικό κεφάλαιο της επιδίκασης πρόσθετης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης κατ' άρθρο 932 Α.Κ., είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Ως προς τον προσδιορισμό όμως του ποσού της, από το άρθρο 931 Α.Κ., χρηματικής παροχής, σε 10.000 ευρώ, το Εφετείο, με την πληττόμενη απόφασή του παραβίασε, με το να μην εφαρμόσει, την αρχή της αναλογικότητας του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος και υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, καθόσον το επιδικασθέν ως άνω ποσό δεν τελεί σε σχέση ανεκτής αναλογίας με την επίδραση, που έγινε ανελέγκτως δεκτό με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι θα έχει στο μέλλον της αναιρεσείουσας, η μόνιμη μερική αναπηρία, την οποία έγινε επίσης ανελέγκτως δεκτό ότι αυτή έχει υποστεί από το ένδικο ατύχημα, λαμβανομένης μάλιστα υπόψη και της νεαρής ηλικίας της (έτος γεννήσεως 1981) κατά το χρόνο του ατυχήματος, το οποίο έλαβε χώρα στις 15-12-2002, αφού το εν λόγω ποσό των 10.000 ευρώ, κατά την κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, υπολείπεται και μάλιστα καταφανώς, των συνήθως επιδικαζομένων σε παρόμοιες περιπτώσεις.
Επομένως, ο σχετικός πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος του που αφορά το εν λόγω αγωγικό κεφάλαιο της επιδίκασης στην αναιρεσείουσα χρηματικής παροχής κατά το άρθρο 931 Α.Κ., είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 321, 322, 324, 325, 331 Κ.Πολ.Δ. και 914, 297 και 298 Α.Κ. προκύπτει ότι η τελεσίδικη απόφαση που εκδόθηκε επί αγωγής αποζημιώσεως, λόγω θανάτωσης ή βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου, αποτελεί δεδικασμένο για τη νέα δίκη αποζημίωσης, με την ίδια ιστορική και νομική αιτία, ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η αδικοπραξία, την ευθύνη του υπαιτίου, την τυχόν συνυπαιτιότητα του παθόντος και τη ζημία που έπαθε ο ενάγων για το χρονικό διάστημα που αναφέρεται στην πρώτη αγωγή, όχι όμως και για το μεταγενέστερο χρόνο, κατά τον οποίο η αδικοπραξία είναι δυνατό να εξακολουθήσει να έχει επιζήμιες συνέπειες, γιατί αυτές δεν είχαν προβληθεί, ούτε καταστεί αντικείμενο έρευνας, κατά την πρώτη αγωγή.
Συνεπώς, αν υπάρξει τελεσίδικη κρίση, ως προς την αδικοπρακτική ευθύνη του υπόχρεου για ορισμένο χρονικό διάστημα, το παραγόμενο από την απόφαση αυτή δεδικασμένο εκτείνεται και ευθέως (άρθρα 322 και 324 ΚΠολΔ) και εμμέσως (άρθρο 331 ίδιου Κώδικα), μόνο στο χρονικό διάστημα, για το οποίο ζητήθηκε αποζημίωση και δεν εκτείνεται και στη μελλοντική αξίωση, εφόσον αυτή δεν έχει εισαχθεί σε δίκη και, συνακόλουθα, δεν κρίθηκε (ΑΠ 210/2020, ΑΠ 52/2018, ΑΠ 790/2015, ΑΠ 1126/2014).
Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 929 εδάφ. α` ΑΚ ορίζει ότι, σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου, η αποζημίωση περιλαμβάνει, εκτός από τα νοσήλια και τη ζημία που έχει ήδη επέλθει, οτιδήποτε ο παθών θα στερείται στο μέλλον ή θα ξοδεύει επιπλέον εξαιτίας της αύξησης των δαπανών του. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό και με το άρθρο 298 ΑΚ, προκύπτει ότι αυτός που υπέστη βλάβη στο σώμα του ή την υγεία του και, εξαιτίας τούτου, κατέστη ανίκανος για εργασία, έχει το δικαίωμα να ζητήσει από τον κατά νόμο υπόχρεο, ως αποζημίωση και καθετί, που στο μέλλον με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων θα κέρδιζε, αν δεν γινόταν, εξαιτίας της βλάβης του σώματος ή της υγείας του, ανίκανος για εργασία (ΑΠ 210/2020, ΑΠ 938/2010, ΑΠ 426/2000).
Επίσης, από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται ότι το δεδικασμένο, το οποίο προκύπτει από τελεσίδικη δικαστική απόφαση, που επιδικάζει στον παθόντα αποζημίωση, δεν εμποδίζει τη μεταγενέστερη, με νέα αγωγή, μεταξύ των ίδιων προσώπων, επιδίωξη αποζημίωσης για διαφυγόντα από την ανικανότητα για εργασία κέρδη και για μεταγενέστερο χρόνο, σε σχέση με εκείνον της προηγούμενης αγωγής.
Τούτο, όμως, προϋποθέτει δυσμενή εξέλιξη της υγείας του, που αποτελεί οποιαδήποτε χειροτέρευση και γενικά δυσμενή εξέλιξη αυτής (ήτοι μεταγενέστερες δυσμενείς συνέπειες και επιπλοκές), η οποία, πάντως, πρέπει να είναι απρόβλεπτη, δηλαδή να στηρίζεται σε περιστατικά μιας ζημιογόνου αιτίας, που έχει ήδη επέλθει στο παρελθόν, τα οποία δεν μπορούσαν να ληφθούν υπόψη στην προηγούμενη δίκη, γιατί δεν ήταν αντικειμενικώς διαγνωστά και η επέλευσή τους δεν ήταν προβλεπτή από την αρχή, κατά τα διδάγματα της ιατρικής επιστήμης (ΑΠ 210/2020, ΑΠ 2038/2006).
Περαιτέρω, ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως, αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως.
Εννοιολογικό στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, την ένσταση κ.λ.π. (ΑΠ 917/2020, ΑΠ 1080/2020, ΑΠ 1795/2008). Έτσι, αποτελούν "πράγματα", μεταξύ άλλων, οι διάφορες βάσεις της αγωγής, κύριες, επάλληλες ή επικουρικές και τα προς θεμελίωση αυτών και των σχετικών αιτημάτων τους περιστατικά (Ολ.
ΑΠ 25/1995, ΑΠ 1080/2020, ΑΠ 837/2019, ΑΠ 1152/2017, ΑΠ 59/2017).
Συνεπώς, κατά τους ορισμούς και την έννοια του άρθρου 559 αριθμός 8 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο, κατ` εσφαλμένη εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν ή έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 210/2020).
Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός της αναίρεσης, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό, που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολομ. ΑΠ 25/2003, ΑΠ 98/2020, ΑΠ 172/2020, ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/2013). Με το δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην πληττόμενη απόφαση την πλημμέλεια, από τον αριθμό 8 περ.
β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν νόμιμα από αυτή στην αγωγή της και δη ότι θα απολέσει λόγω της αναπηρίας της και της εξ αιτίας αυτής ανικανότητάς της προς εργασία, εισοδήματα, τα οποία θα είχε εάν εργαζόταν σε οποιονδήποτε εργοδότη ως πωλήτρια και όχι αποκλειστικά στην εταιρεία που εργαζόταν πριν το ατύχημα, τα οποία (πράγματα) έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, διότι εάν τα ελάμβανε υπόψη της θα επηρέαζαν ευνοϊκά για αυτή το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς το σχετικό αυτό κονδύλιο των διαφυγόντων κερδών και δεν θα απορριπτόταν αυτό ως απαράδεκτο.
Από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο αναφορικά με το ερευνώμενο αγωγικό κεφάλαιο των διαφυγόντων κερδών λόγω απώλειας εισοδημάτων από την εργασία της αναιρεσείουσας, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Τέλος αναφορικά με τα αιτούμενα με την υπό κρίση αγωγή διαφυγόντα κέρδη της ενάγουσας από 1-4-2004 έως 31-12-2007 και από 1-1-2008 και για σαράντα ακόμα έτη, αυτή ισχυρίζεται ότι συνεπεία του τραυματισμού της κατά το ένδικο ατύχημα και της μη αποκατάστασης της υγείας της ήταν ανίκανη για την ανωτέρω εργασία της ως πωλήτριας στο κατάστημα της εταιρείας "ΖΑΡΑ ΕΛΛΑΣ Α.Ε." από 1-4-2004 έως την άσκηση της αγωγής της και θα είναι στη συνέχεια ανίκανη για την ίδια εργασία από 1-1-2008 και για τα επόμενα σαράντα έτη, ήτοι έως τη συνταξιοδότησή της και βάσει αυτών ζητεί να της επιδικαστούν οι απολεσθείσες μικτές αποδοχές της ύψους 800 ευρώ μηνιαίως, τα ποσοστά επί των πωλήσεων του ανωτέρω καταστήματος, ύψους 130 ευρώ κατά μέσο όρο μηνιαίως και τα δώρα Χριστουγέννων, ύψους 930 ευρώ κατ' έτος, τα δώρα Πάσχα, ύψους 465 ευρώ κατ' έτος και τα επιδόματα άδειας, ύψους 465 ευρώ κατ' έτος, για τα ανωτέρω χρονικά διαστήματα.
Εφόσον, όμως, κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου με την υπ' αριθμ. 5488/2008 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου ότι η απόλυση της ενάγουσας από την ανωτέρω εργασία της δεν έχει αιτιώδη συνάφεια με τον τραυματισμό της κατά το ένδικο ατύχημα, η ίδια δε ισχυρίζεται ότι θα εξακολουθούσε από 1-4-2004 και εφεξής να απασχολείται ως πωλήτρια στο ίδιο κατάστημα, χωρίς να επικαλείται άλλη εργασία, οι ανωτέρω αξιώσεις της καλύπτονται από το δεδικασμένο που απορρέει από την ανωτέρω απόφαση.
Κατόπιν αυτών η υπό κρίση αγωγή πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου ως προς το κονδύλιο των διαφυγόντων κερδών της ενάγουσας από 1-4-2004 και έως τη συνταξιοδότησή της. Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη υπ' αριθμ. 775/2016 οριστική απόφασή του έκρινε ότι η ενάγουσα δικαιούται το συνολικό ποσό των 39.060 ευρώ για τις απολεσθείσες μικτές αποδοχές της και τα ποσοστά επί των πωλήσεων για το χρονικό διάστημα από 1-7-2004 έως 31-12-2008, το συνολικό ποσό των 6.510 ευρώ για δώρα Χριστουγέννων των ετών 2004, 2005, 2006 και 2007, για δώρα Πάσχα των ετών 2005, 2006 και 2007 και για επιδόματα άδειας των ετών 2005, 2006 και 2007 και το συνολικό ποσό των 65.100 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1-1-2008 έως 31-12-2012, τα οποία ποσά επιδίκασε μειωμένα κατά το ποσοστό συνυπαιτιότητας της ενάγουσας, τα δύο πρώτα εφάπαξ και το τρίτο σε δόσεις, εσφαλμένα έκρινε και πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος ο σχετικός λόγος της πρώτης έφεσης, ενώ κατά το μέρος που απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη για τις ίδιες αξιώσεις για το χρονικό διάστημα από 1-1-2013 και για τριάντα πέντε ακόμα έτη, αντί να την απορρίψει ως απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου, ορθά κατ' αποτέλεσμα έκρινε, πλην όμως πρέπει, λόγω του ότι δεν αρκεί αντικατάσταση αιτιολογίας, να γίνει δεκτός ο σχετικός λόγος της δεύτερης έφεσης, με τον οποίο η ενάγουσα παραπονείται για την απόρριψη του κονδυλίου των διαφυγόντων κερδών της για το ανωτέρω χρονικό διάστημα".
Εξάλλου, από την ένδικη από 11-12-2007 (αριθμ. εκθ. καταθ. 268474/11341/2007) αγωγή, που ως διαδικαστικό έγγραφο της δίκης επιτρεπτά επισκοπείται κατ' άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα αναφέρει σχετικά με το ανωτέρω κεφάλαιο της αποζημίωσης για διαφυγόντα κέρδη λόγω απώλειας εισοδημάτων από την εργασία της, τα ακόλουθα: "Λόγω της αδυναμίας μου να εργαστώ εξ αιτίας της κατά τα άνω αναπηρίας μου, που οφείλεται στο ένδικο ατύχημα και της ανικανότητάς μου να ενασχοληθώ με το επάγγελμα που έκανα από του έτους 1999 μέχρι το Δεκέμβριο του 2002 που τραυματίστηκα (πωλήτρια στα καταστήματα ΖΑΡΑ στον Πειραιά), παρέμεινα άνεργη για όλο το χρονικό διάστημα από του τραυματισμού του μέχρι και σήμερα, επιδοτήθηκα όμως από τον ασφαλιστικό οργανισμό μου (ΙΚΑ) από την 15-12-2002 που τραυματίστηκα μέχρι και τον Σεπτέμβριο του 2003, δια της καταβολής απ' αυτόν (ασφαλιστικό οργανισμό) των καθαρών αποδοχών μου.
Θα παραμείνω ωσαύτως άνεργη για ολόκληρη την επόμενη ζωή μου και θα στερηθώ για τα επόμενα σαράντα (40) χρόνια, δηλαδή μέχρι τα 65 μου που θα συνταξιοδοτηθώ τους μισθούς που κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και μετά πιθανότητας, θα ελάμβανα, εάν δεν μου συνέβαινε το προπεριγραφόμενο ατύχημα εξ αιτίας του οποίου κατέστην ανάπηρη.
Έτσι απώλεσα τους μισθούς που θα ελάμβανα εάν εξακολουθούσα να εργάζομαι στην εταιρεία ΖΑΡΑ Α.Ε. των μηνών από 01-04-2004 μέχρι σήμερα που ασκώ την αγωγή μου, ήτοι απώλεσα τους μισθούς 44 μηνών.......... Θα απωλέσω στο μέλλον, τους μισθούς των επομένων σαράντα (40) ετών, αφού ήδη διανύω το 25ο έτος της ηλικίας μου και μέχρι να συνταξιοδοτηθώ απομένουν 40 χρόνια.
Έτσι θα ζημιώνομαι για τα επόμενα σαράντα (40) χρόνια αρχής γενομένης από 1-1-2008 με το ποσό των 930 ευρώ κάθε μήνα, ποσό το οποίο κατά τα προαναφερόμενα αποτελούσε τον μικτό μισθό που ελάμβανα από την εργασία μου. Θα ζημιώνομαι κάθε χρόνο για τα 40 αυτά χρόνια με τα επιδόματα των Χριστουγέννων, του Πάσχα και του επιδόματος αδείας αναψυχής, τα οποία όπως προεκτίθεται ισούνται με 2 μισθούς κάθε χρόνο.
Δεδομένου δε ότι κατέστην ανάπηρη για κάθε εργασία με ποσοστό 50% και ότι κανένας εργοδότης δεν θα με προσλαμβάνει για να εργαστώ εξ αιτίας της αναπηρίας μου και θα ζημιώνομαι έτσι με ολόκληρο το μισθό μου, τότε δικαιούμαι να λαμβάνω 930 ευρώ κάθε μήνα αρχής γενομένης από 1-1-2008". Επίσης στην από 25-05-2016 (αριθμ.
εκθ. καταθ. 2036/2016) έφεσή της, που ως διαδικαστικό έγγραφο της δίκης επιτρεπτά επισκοπείται κατ' άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ, η ενάγουσα - εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα αναφέρει, εκτός των άλλων, ότι: "εάν λάβαινε υπόψη της η εκκαλουμένη όλα τα προαναφερόμενα και περιγραφόμενα με λεπτομέρεια στην επανακρινόμενη αγωγή μου γεγονότα και με την δέουσα βαρύτητα που αυτά έχουν, θα επιδίκαζε τα με την αγωγή μου αιτούμενα κονδύλια".
Όπως προκύπτει από το προαναφερόμενο περιεχόμενο της ένδικης αγωγής η αναιρεσείουσα για το χρονικό διάστημα από 01-04-2004 μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής της, ισχυρίστηκε ότι λόγω της ανικανότητάς της προς εργασία εξ αιτίας της αναπηρίας της από το ένδικο ατύχημα, απώλεσε τους μισθούς που θα ελάμβανε εάν εξακολουθούσε να εργάζεται στην εταιρεία ΖΑΡΑ Α.Ε., ήτοι απώλεσε τους μισθούς 44 μηνών, που θα ελάμβανε από την εργασία της στην ανωτέρω εταιρεία, τους οποίους ζήτησε να της επιδικαστούν.
Επομένως, το Εφετείο με το να δεχθεί ότι για το ως άνω χρονικό διάστημα από 01-04-2004 έως 31-12-2007 (άσκηση αγωγής) η αναιρεσείουσα ισχυρίστηκε ότι θα εξακολουθούσε να απασχολείται ως πωλήτρια στο ίδιο κατάστημα, χωρίς να επικαλείται άλλη εργασία [με βάση το οποίο κατέληξε στην κρίση ότι οι ανωτέρω αξιώσεις της για το διάστημα αυτό καλύπτονται από το δεδικασμένο που απορρέει από την υπ' αριθμ. 5488/2008 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου κατά την οποία η απόλυση της ενάγουσας από την ανωτέρω εργασία της στην εταιρεία ΖΑΡΑ Α.Ε., δεν έχει αιτιώδη συνάφεια με τον τραυματισμό της κατά το ένδικο ατύχημα], έλαβε υπόψη του για το σχηματισμό της κρίσης του αυτής τα πραγματικά περιστατικά που είχαν προταθεί από την αναιρεσείουσα με την ένδικη αγωγή της και αποτελούσαν την ιστορική της βάση και στα οποία θεμελίωνε την αξίωσή της να της επιδικαστούν διαφυγόντα κέρδη λόγω απώλειας εισοδημάτων από την εργασία της για το εν λόγω χρονικό διάστημα από 01-04-2004 έως 31-12-2007 και τα οποία ήταν κατά λέξη, όπως προαναφέρθηκε, ότι: "Έτσι απώλεσα τους μισθούς που θα ελάμβανα εάν εξακολουθούσα να εργάζομαι στην εταιρεία ΖΑΡΑ Α.Ε.
των μηνών από 01-04-2004 μέχρι σήμερα που ασκώ την αγωγή μου, ήτοι απώλεσα τους μισθούς 44 μηνών".
Συνεπώς οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, που περιέχονται στο δεύτερο ως άνω αναιρετικό λόγο ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν έλαβε υπόψη του "πράγματα" που προτάθηκαν νόμιμα από αυτή στην αγωγή της, κατά το μέρος που αφορά το αγωγικό κεφάλαιο των διαφυγόντων κερδών λόγω απώλειας εισοδημάτων από την εργασία της για το εν λόγω χρονικό διάστημα από 01-04-2004 έως 31-12-2007, κρίνονται αβάσιμες και απορριπτέες.
Περαιτέρω όμως, όπως προκύπτει από το προαναφερόμενο περιεχόμενο της ένδικης αγωγής, η αναιρεσείουσα για το επόμενο αγωγικό χρονικό διάστημα και ειδικότερα από 01-01-2008 και για σαράντα (40) ακόμα έτη, ήτοι μέχρι τη συνταξιοδότησή της, ισχυρίστηκε ότι λόγω της ανικανότητάς της προς εργασία εξ αιτίας της αναπηρίας της από το ένδικο ατύχημα, κανένας εργοδότης δεν θα την προσλαμβάνει προς εργασία και έτσι θα απολέσει τους μισθούς που θα ελάμβανε μετά πιθανότητας κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, εάν εργαζόταν ως πωλήτρια, ήτοι επικαλέστηκε την απώλεια εισοδημάτων από την εργασία της, με την εργασιακή ιδιότητα που είχε και κατά το χρόνο του ατυχήματος και δη αυτή της πωλήτριας, σε οποιοδήποτε εργοδότη, και όχι ειδικά στο κατάστημα της εταιρείας ΖΑΡΑ Α.Ε., δεδομένου ότι ρητά αναφέρει ότι "κανένας εργοδότης δεν θα με προσλαμβάνει για να εργαστώ εξ αιτίας της αναπηρίας μου και θα ζημιώνομαι έτσι με ολόκληρο το μισθό μου".
Το Εφετείο όμως με το να δεχθεί ότι για το ως άνω χρονικό διάστημα από 01-01-2008 και για σαράντα (40) ακόμα έτη, μέχρι τη συνταξιοδότησή της, η αναιρεσείουσα ισχυρίστηκε ότι θα εξακολουθούσε να απασχολείται ως πωλήτρια στο ίδιο κατάστημα, της εταιρείας ΖΑΡΑ Α.Ε.. [ισχυρισμό με βάση τον οποίο κατέληξε στην κρίση ότι οι ανωτέρω αξιώσεις της για το διάστημα αυτό καλύπτονται από το δεδικασμένο που απορρέει από την υπ' αριθμ. 5488/2008 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, κατά την οποία η απόλυση της ενάγουσας από την ανωτέρω εργασία της στην εταιρεία ΖΑΡΑ Α.Ε., δεν έχει αιτιώδη συνάφεια με τον τραυματισμό της κατά το ένδικο ατύχημα], και ότι δεν επικαλείται άλλη εργασία δεν έλαβε υπόψη για το σχηματισμό της κρίσης του τα ως άνω πραγματικά περιστατικά που είχαν προταθεί από την αναιρεσείουσα με την ένδικη αγωγή της και αποτελούσαν την ιστορική της βάση και στα οποία θεμελιωνόταν ο αυτοτελής ισχυρισμός της ότι, λόγω της ανικανότητάς της προς εργασία εξ αιτίας της αναπηρίας της από το ένδικο ατύχημα, θα απολέσει τους μισθούς που θα ελάμβανε μετά πιθανότητας κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, εάν εργαζόταν ως πωλήτρια, σε οποιοδήποτε εργοδότη (και όχι αποκλειστικά στην άνω εταιρεία ΖΑΡΑ Α.Ε.), τα οποία συνιστούν "πράγματα", κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 8 Κ.Πολ.Δ.
και τα οποία ήταν ουσιώδη για το αποτέλεσμα της δίκης αναφορικά με την αξίωση της αναιρεσείουσας για αποζημίωση για διαφυγόντα κέρδη λόγω απώλειας εισοδημάτων από την εργασία της, όσον αφορά το αμέσως προαναφερόμενο χρονικό διάστημα από 01-01-2008 και για σαράντα (40) ακόμα έτη, μέχρι τη συνταξιοδότησή της.
Επομένως ιδρύεται και η αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 8 περ. β' ΚΠολΔ. και ο δεύτερος αναιρετικός λόγος πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος κατά το ανωτέρω μόνο μέρος του. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, μετά την εν μέρει ουσιαστική παραδοχή του πρώτου και του δεύτερου αναιρετικού λόγου, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και δη κατά το κεφάλαιό της που αφορά στο ύψος της επιδικασθείσας στην αναιρεσείουσα χρηματικής παροχής κατά το άρθρο 931 του Α.Κ.
και κατά το κεφάλαιό της που αφορά στο αγωγικό αίτημα για αποζημίωση για διαφυγόντα κέρδη λόγω απώλειας εισοδημάτων από την εργασία της αναιρεσείουσας για το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα. Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση και του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από Δικαστή άλλον, εκείνου που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 αρ. 3 ΚΠολΔ), προκειμένου να ερευνηθεί κατά το αναιρούμενο ως άνω μέρος αυτής.
Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, λόγω της μερικής νίκης αυτής (άρθρο 495 παρ. 3 Γ' εδαφ. ε' ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα, από 1-1-2016, ένδικα μέσα).
Τέλος πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξουσίο δικηγόρο της με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ –
Αναιρεί εν μέρει, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό κεφάλαιά της, την υπ' αριθμ. 606/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. –
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω συζήτηση, κατά τα κεφάλαιά της αυτά, στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από δικαστή άλλον από αυτόν που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.
-Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην καταθέσασα αυτό αναιρεσείουσα.
Και –
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Μαΐου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος ΑΠ Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Αυγούστου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ