1034/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Μαΐου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/3/2007 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 35299/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 461/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 13/5/2010 αίτησή τους.
Legislator headnote
AI generated1034/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά το άρθρο 179 του Κ.Πολ.Δικ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ. 2 του Ν. 2915/2001 και ισχύει από 16-9-2001, "το δικαστήριο μπορεί να συμψηφίσει όλα τα έξοδα ή ένα μέρος τους, μόνο όταν πρόκειται για διαφορές ανάμεσα σε συζύγους ή συγγενείς εξ αίματος, έως και τον δεύτερο βαθμό ή όταν η ερμηνεία του κανόνα δικαίου, που εφαρμόσθηκε, ήταν ιδιαίτερα δυσχερής".
Full text
Απόφαση 1034 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1034/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Μαΐου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Χ. Β. του Γ., κατοίκου ..., 2) Εταιρίας με την επωνυμία "Β. ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ & ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΡΟΦΙΜΩΝ" και τον διακριτικό τίτλο "ΧΑΡ. Β. Α.Ε.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Κωνσταντίνο Καλαβρό και Αλέξανδρο Λυκουρέζο και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Θ. Ρ. του Θ., 2) Μ. συζύγου Θ. Ρ., 3) Φ. Ρ. του Θ., 4) Θ. Ρ. του Θ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Αθανασόπουλο και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/3/2007 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 35299/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 461/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 13/5/2010 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μουστάκας ανέγνωσε την από 28/9/2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ένδικης αιτήσεως.
Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 179 του Κ.Πολ.Δικ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ. 2 του Ν. 2915/2001 και ισχύει από 16-9-2001, "το δικαστήριο μπορεί να συμψηφίσει όλα τα έξοδα ή ένα μέρος τους, μόνο όταν πρόκειται για διαφορές ανάμεσα σε συζύγους ή συγγενείς εξ αίματος, έως και τον δεύτερο βαθμό ή όταν η ερμηνεία του κανόνα δικαίου, που εφαρμόσθηκε, ήταν ιδιαίτερα δυσχερής".
Πριν από την τροποποίηση αυτή, η εν λόγω διάταξη είχε ως εξής: "Το δικαστήριο μπορεί να συμψηφίσει όλα τα έξοδα ή ένα μέρος τους, όταν πρόκειται για διαφορές ανάμεσα σε συζύγους ή ανάμεσα σε συγγενείς εξ αίματος ή εξ αγχιστείας, έως και τον δεύτερο βαθμό ή όταν υπήρχε εύλογη αμφιβολία, για την έκβαση της δίκης".
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 188 του ίδιου Κώδικα, "αν γίνει ανάκληση διαδικαστικής πράξης ή παραίτηση είτε από αυτήν είτε από όλη τη δίκη, τα έξοδα επιβάλλονται σε βάρος του διαδίκου, που ανακαλεί ή παραιτείται". Περαιτέρω, κατά το άρθρο 192 Κ.Πολ.Δικ., "σε περίπτωση αποδοχής ή ανάκλησης διαδικαστικής πράξης ή παραίτησης, είτε από αυτήν είτε από ολόκληρη τη δίκη, αν εκδίδεται οριστική απόφαση, εφαρμόζονται όσα ορίζονται στο άρθρο 191 (το δικαστήριο, αν έχει υποβληθεί σχετικός κατάλογος, πρέπει να περιλάβει διάταξη στην απόφαση του, περί των δικαστικών εξόδων της δίκης), διαφορετικά, η εκκαθάριση των δικαστικών εξόδων γίνεται κατά την διαδικασία των άρθρων 679 επ.
από το μονομελές πρωτοδικείο ή το ειρηνοδικείο, για τις δίκες, που διεξάγονται σ' αυτό". Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 294 εδάφ. α', 295 παρ.1 και 297 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής, πριν από τη συζήτηση της, που μπορεί να γίνει είτε με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, είτε με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτούμενου, έχει ως αποτέλεσμα ότι η αγωγή θεωρείται πως δεν ασκήθηκε και η σχετική δίκη καταργείται.
Εξάλλου, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 188 παρ.1, 189 παρ.1 εδάφ. γ', 191, 192 ΚΠολΔ και 107 του Κώδικα περί Δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954), συνάγεται ότι στην περίπτωση παραιτήσεως από της αγωγής, ως διαδικαστικής πράξεως, που γίνεται από τον ενάγοντα με δήλωση στο ακροατήριο κατά την ορισθείσα για εκδίκαση της ημεροχρονολογία και πριν την προφορική συζήτηση της ουσίας της υποθέσεως από τον εναγόμενο, γεννιέται υπέρ του τελευταίου αυτού αξίωση κατά του παραιτούμενου ενάγοντος, που εξομοιώνεται με διάδικο που ηττάται, για απόδοση των αναγκαίων δικαστικών και εξώδικων εξόδων, στα οποία αυτός υποβλήθηκε μέχρι το χρόνο της παραιτήσεως και στα οποία περιλαμβάνεται και η, κατά την ισχύουσα διατίμηση, αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου του για τη σύνταξη προτάσεων προς απόκρουση της αγωγής από το δικόγραφο της οποίας ο ενάγων παραιτήθηκε, η εκκαθάριση δε των εξόδων αυτών γίνεται κατά τη διαδικασία των αμοιβών για την παροχή εργασίας (αρθρ. 679 επ.
ΚΠολΔ) από το μονομελές πρωτοδικείο η από το ειρηνοδικείο, αν η δίκη διεξαγόταν σ' αυτό. Η αξίωση αυτή του εναγομένου γενεσιουργό αιτία έχει την παραίτηση του ενάγοντος, από την οποία αντίστοιχα γεννιέται υποχρέωση προς ικανοποίηση της. (Α.Π. 539/2008). Από τον συνδυασμό, επίσης, όλων των πιο πάνω διατάξεων, προκύπτει ότι η δυνατότητα συμψηφισμού των δικαστικών εξόδων, η οποία δίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, είτε με το προηγούμενο είτε με το μετά το Ν. 2915/2001 νομοθετικό καθεστώς, παρέχεται στο δικαστήριο και στην περίπτωση, που επιλαμβάνεται τέτοιας υπόθεσης, με βάση το άρθρο 192 Κ.Πολ.Δικ., και ειδικότερα σε περίπτωση που γίνει παραίτηση διαδίκου από διαδικαστική πράξη του ή από ολόκληρη τη δίκη.
Δηλαδή στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο, που ενεργεί όπως θα ενεργούσε το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου γίνεται η παραίτηση, για τον καθορισμό των εν γένει δικαστικών εξόδων, τα οποία πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του παραιτηθέντος διαδίκου, λαμβάνει υπόψη του όλες τις πιο πάνω διατάξεις, τόσο του Κώδικα περί Δικηγόρων , όσο και του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, μεταξύ των οποίων και αυτή του άρθρου 179, αν κρίνει ότι η ερμηνεία των διατάξεων, οι οποίες ήταν εφαρμοστέες στην υπόθεση ήταν ιδιαίτερα δυσχερής κι' αυτό, γιατί ο νόμος δεν διακρίνει, σχετικά με τον χρόνο, που έγινε η παραίτηση, η οποία (όταν πρόκειται για παραίτηση από αγωγή), λαμβάνει, συνήθως, χώρα, πριν τη συζήτηση της, οπότε δεν απαιτείται προς τούτο και συναίνεση του αντιδίκου, ενώ αν γίνει αργότερα, η παραίτηση αυτή είναι απαράδεκτη, αν ο εναγόμενος προβάλει αντίρρηση (294 Κ.Πολ.Δικ.).
Και ναι μεν η διάταξη του άρθρου 179 Κ.Πολ.Δικ. θέτει ως προϋπόθεση, για συμψηφισμό των δικαστικών εξόδων, ιδιαίτερη δυσχέρεια περί την ερμηνεία διατάξεων, που "εφαρμόσθηκαν", όμως η διάταξη αυτή αναφέρεται στο "συνήθως συμβαίνον", δηλαδή στην περάτωση της δίκης με οριστική απόφαση. Σε καμιά περίπτωση, όμως, ο νομοθέτης δεν θέλησε να αποκλείσει την εφαρμογή της διατάξεως αυτής και επί παραιτήσεως από διαδικαστικής πράξεως, πράγμα το οποίο επιβάλλεται τόσο από την αρχή της επιείκειας, που εφαρμόζεται σε όλο το δίκαιο, όσο και στον επιδιωκόμενο με την παραίτηση σκοπό της καταργήσεως των δικών, αφού διαφορετικά και εφόσον συντρέχει πράγματι περίπτωση δυσχερούς ερμηνείας των σχετικών με την υπόθεση διατάξεων, ο διάδικος θα προτιμά τη συνέχιση της δίκης, χάρη του συμψηφισμού των δικαστικών εξόδων, αντί της παραιτήσεως και της, εξαιτίας αυτής, πληρωμής όλων των μέχρι τότε δικαστικών δαπανών (βλ.
σχετ. και Νίκα "ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑ", έκδ. 2005, τ. ΙΙ, σελ. 765). Αυτά γίνονταν δεκτά και υπό το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς, πριν δηλαδή την τροποποίηση του άρθρου 179 Κ.Πολ.Δικ., με το Ν. 2915/2001 (Α.Π. 892/1983). Όμως και μετά την ως άνω τροποποίηση, δεν επήλθε, κατά το κρίσιμο εν προκειμένω σημείο, ουσιαστική διαφοροποίηση, αφού, για την δυνατότητα συμψηφισμού της δικαστικής δαπάνης, αντί για το "υπήρχε εύλογη αμφιβολία", τέθηκε η "ιδιαίτερη δυσχέρεια περί την ερμηνεία των κανόνων δικαίου, που εφαρμόσθηκαν".
Μάλιστα, υπό το προηγούμενο νομικό καθεστώς, η "εύλογη αμφιβολία" μπορούσε να καταλαμβάνει όχι μόνο δυσχέρεια περί την ερμηνεία των εφαρμοστέων διατάξεων, αλλά, γενικά, όλο το "φάσμα" της υπόθεσης (νομικό και πραγματικό). Εξάλλου, ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ο οποίος παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι όροι εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα.
Στην προκειμένη περίπτωση, οι ήδη αναιρεσίβλητοι, είχαν ασκήσει κατά των ήδη αναιρεσειόντων την από 11-11-2002 αγωγή, με την οποία ζητούσαν να τους καταβληθεί ως αποζημίωση, λόγω αθετήσεως εκ μέρους των εναγομένων συμβατικών υποχρεώσεων τους, τα αναφερόμενα σ' αυτή χρηματικά ποσά. Από το δικόγραφο της αγωγής αυτής οι (τότε) ενάγοντες παραιτήθηκαν, πριν τη συζήτησή της, νομότυπα και ενώ, όμως, οι εναγόμενοι είχαν ήδη καταθέσει έγγραφες προτάσεις.
Έτσι οι τότε εναγόμενοι, με αγωγή τους, ζήτησαν τη δικαστική δαπάνη τους, στην οποία είχαν υποβληθεί, εξαιτίας της ως άνω αγωγής των (ήδη) αναιρεσιβλήτων. Από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έγινε δεκτή η αγωγή. Κατά της πρωτόδικης απόφασης ασκήθηκε έφεση εκ μέρους των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, η οποία έγινε τυπικά και (εν μέρει) ουσιαστικά δεκτή.
Συγκεκριμένα, το εφετείο, κατά την, αναιρετικά ανέλεγκτη, σχετική κρίση του, δέχθηκε ότι η αγωγή, επί της οποίας έγινε, κατά τα άνω, παραίτηση από του δικογράφου της "ασκήθηκε στα πλαίσια της ευρύτερης αντιδικίας των διαδίκων, η οποία άπτεται και αφορά ζητήματα δικαίου ανωνύμων εταιριών, ενοχικού δικαίου, δικαίου σημάτων και αθεμίτου ανταγωνισμού, καταχρηστικής ασκήσεως των σχετικών δικαιωμάτων της δεύτερης ενάγουσας και προσβολής ή μη της προσωπικότητας εταιριών.
Πρόκειται, με βάση τους ισχυρισμούς των διαδίκων, για περίπλοκες νομικές και περιουσιακές σχέσεις και για το σχηματισμό κρίσεως επί της αγωγής απητείτο η συνδυασμένη εφαρμογή πλήθους νομικών διατάξεων, η ερμηνεία των οποίων θα ήταν ιδιαίτερα δυσχερής". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το εφετείο συμψήφισε, κατά ένα μέρος, τη δικαστική δαπάνη των ήδη αναιρεσειόντων, που προήλθε από την ως άνω δικονομική παραίτηση των αναιρεσιβλήτων και επεδίκασε σ' αυτούς τα αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση χρηματικά ποσά.
Έτσι όπως έκρινε, το εφετείο, αφενός μεν διέλαβε επαρκείς αιτιολογίες στην προσβαλλόμενη απόφαση του, οι οποίες επιτρέπουν το έλεγχο της νομικής ορθότητάς της, αφού με σαφήνεια και πληρότητα δέχεται ότι υπήρχε ιδιαίτερη δυσχέρεια, καθόσον αφορά την ερμηνεία των κανόνων δικαίου, που ήταν εφαρμοστέοι στην ως άνω υπόθεση, επί της οποίας έλαβε χώρα προαναφερθείσα παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής, γεγονός ο οποίο δεν αρνούνται και οι ίδιοι οι αναιρεσείοντες (βλ.
σελ. 12 του αναιρετηρίου), αφετέρου δε ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 179 και 188 παρ. 1 Κ.Πολ. Δικ., οι οποίες, όπως αναφέρθηκε, έχουν εφαρμογή και επί παραιτήσεως από διαδικαστική πράξη και συνεπώς η ένδικη αίτηση, με την οποία αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση αναιρετικές πλημμέλειες από το άρθρο 559, αριθ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δικ., πρέπει να απορριφθεί, ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Οι αναιρεσείοντες πρέπει να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13-5-2010 αίτηση των Χ. Β. και της εταιρείας "Β. ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ & ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΡΟΦΙΜΩΝ" κατά της υπ' αριθμ. 461/2010 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, εκ χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Μαΐου 2012.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Ιουνίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ