1034/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1034/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1034 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1034/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Μαρτίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Κωνστάντζα Ανώνυμη Τεχνική Εμπορική Εταιρεία", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Πετρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: Χ. Κ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο - Κωνσταντίνο Κωνσταντινίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-2-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1970/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 3905/2006 και 6889/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18-5-2010 αίτησή της και τους από 20-6-2010 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κόμης διάβασε την από 21-2-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως και οι τρίτος και πρώτος πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως και να γίνουν δεκτοί οι υπόλοιποι λόγοι αναιρέσεως, καθώς και ο δεύτερος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την διάταξη του άρθρου 672 ΑΚ προκύπτει, ότι ο εργοδότης έχει δικαίωμα να καταγγείλει οποτεδήποτε και αζημίως την ορισμένου χρόνου σύμβαση εργασίας για σπουδαίο λόγο, ο οποίος κρίνεται κατά τα αντικειμενικά κριτήρια της καλής πίστεως και τον οποίο συνιστά, όχι μόνο η υπαίτια παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεων του μισθωτού, αλλά και κάθε άλλο γεγονός, εξαιτίας του οποίου και λαμβανομένων πάντοτε υπόψη των ιδιαίτερων σε κάθε περίπτωση περιστάσεων, δεν μπορεί, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα χρηστά συναλλακτικά ήθη, να αξιωθεί από αυτόν (εργοδότη) η εξακολούθηση της εργασιακής σχέσεως μέχρι την καθορισμένη λήξη της.
Η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 672 ΑΚ είναι αναγκαστικού δικαίου και δεν μπορεί, όπως ρητώς ορίζεται στο δεύτερο εδάφιο του άρθρου αυτού, να αποκλεισθεί, με συμφωνία των μερών, το δικαίωμα της καταγγελίας για σπουδαίο λόγο. Επομένως, κάθε συμφωνία με την οποία αποκλείεται εκ των προτέρων η άσκηση του δικαιώματος αυτού ή περιορίζεται τούτο αμέσως ή εμμέσως, με την υποβολή του σε διατυπώσεις, οι οποίες θα επέφεραν την ματαίωση ή ουσιώδη περιορισμό του, είναι άκυρη και θεωρείται ως μη γενόμενη.
Αντίθετα, όπως προκύπτει από τα άρθρα 174, 361 και 672 ΑΚ, θεωρούνται έγκυροι συμβατικοί περιορισμοί, με τους οποίους δεν αίρεται κατ' ουσίαν το δικαίωμα έκτακτης καταγγελίας, ούτε δυσχεραίνεται η άσκησή του υπέρμετρα, ιδίως μάλιστα όταν οι περιορισμοί αυτοί τίθενται προς όφελος του εργαζομένου. Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος προσελήφθη από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη τεχνική εταιρεία με την από 17-9-2002 έγγραφη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, προκειμένου να προσφέρει σ' αυτήν τις υπηρεσίες του, για το χρονικό διάστημα από 1-10-2002 έως 30-9-2007, ως μηχανολόγος - μηχανικός, καθώς και ως επιβλέπων και έχων την επιμέλεια του μηχανήματος οριζόντιας διάτρησης (για την διάνοιξη οριζόντιων υπόγειων κατευθυνόμενων διατρήσεων και την τοποθέτηση αγωγών), ιδιοκτησίας της αναιρεσείουσας, αντί συμφωνηθέντος μηνιαίου μισθού, ανερχομένου στο ποσό των 1800 ευρώ, πλέον προμήθειας 5% επί των πρώτων 293.470 ευρώ και 1% για κάθε 146.735 ευρώ πέραν των 293.470 ευρώ επί των κερδών της αναιρεσείουσας από την χρήση του μηχανήματος για κάθε οικονομικό έτος.
Στη συνέχεια το Εφετείο δέχθηκε ότι, με τον όρο 9 της ως άνω έγγραφης συμβάσεως, με τον τίτλο "παράβαση συμβολαίου", συμφωνήθηκαν μεταξύ των συμβαλλομένων μερών (διαδίκων) τα ακόλουθα: 9. 1 "Συμφωνείται ότι το παρόν είναι έγκυρο και δεσμευτικό και για τα δύο μέρη, εφόσον ο εργαζόμενος δεν παραβιάζει τους όρους της παρούσας, διαφορετικά η εταιρεία δεν θα είναι υποχρεωμένη και θα έχει το δικαίωμα να ακυρώσει την παρούσα στο εξής και χωρίς υποχρέωση για αποζημίωση και να διώξει τον εργαζόμενο από το προσωπικό της.
Από μέρους της εταιρείας οφείλεται πρώτα μία έγγραφη προειδοποίηση, η οποία αν δεν εισακουσθεί τίθεται σε εφαρμογή το άνω εδάφιο αυτού του άρθρου. Το δικαίωμα της καταγγελίας της παρούσας συμβάσεως έχει από το νόμο και ο εργαζόμενος" 9. 2 "Η εταιρεία θα έχει ανά πάσα στιγμή το δικαίωμα, με έγγραφη ειδοποίηση στον εργαζόμενο, να τερματίσει την σύμβαση ως εξής:
Η συνεχής, επαναλαμβανόμενη, εσκεμμένη αποτυχία ή άρνηση να εκτελέσει συγκεκριμένες νόμιμες γραπτές οδηγίες της εταιρείας, ή κατάχρηση της ιδιότητάς του εις βάρος της εταιρείας, εμπράκτως αποδεδειγμένες, οι οποίες είναι σύμφωνες με το σκοπό και τη φύση των καθηκόντων και υποχρεώσεων που του έχουν ανατεθεί από την εταιρεία".
Περαιτέρω - συνεχίζει το Εφετείο - αποδείχθηκε ότι στις 10-1-2003 η αναιρεσείουσα κατήγγειλε την σύμβαση εργασίας του αναιρεσίβλητου, όπως δε ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, η καταγγελία αυτή έγινε για σπουδαίο λόγο. Ειδικότερα, ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα ότι ο αναιρεσίβλητος αρνήθηκε να εκπληρώσει τα καθήκοντα που του ανατέθηκαν με την σύμβαση εργασίας του, όπως να μεριμνήσει για την έκδοση πινακίδων κυκλοφορίας μηχανήματος έργου οριζόντιας διάτρησης, για την οποία ήταν αναγκαία υποβολή μελέτης μηχανολόγου - μηχανικού και για την έκδοση πινακίδων κυκλοφορίας αυτοκινήτου - πλατφόρμας μεταφοράς του μηχανήματος οριζόντιας διάτρησης, καθώς και να διεκπεραιώσει τις εργασίες μηχανολόγου - μηχανικού σχετικά με την συμμετοχή της (αναιρεσείουσας εταιρείας) στον μειοδοτικό διαγωνισμό του έργου του Ο.Τ.Ε. "Ανακαίνιση και Διαρρύθμιση Χώρων Τ/Κ Κέρκυρας Β", οι οποίες εργασίες ήταν, μεταλλικές κατασκευές (μελέτη, κοστολόγηση, προσφορές), κλιματιστικά μηχανήματα (προδιαγραφές, προσπέκτους κ.λπ.), μεταλλικές σχάρες (προδιαγραφές, προσφορές, προσπέκτους), μεταλλικά κιβώτια (προδιαγραφές, προσφορές, προσπέκτους), κοστολόγηση ηλεκτρονικών και υδραυλικών εγκαταστάσεων, με αποτέλεσμα να κλονισθεί η μεταξύ τους σχέση εμπιστοσύνης και να καταστεί έτσι αδύνατη η συνέχιση της εργασιακής συμβάσεως.
Όμως - δέχθηκε στη συνέχεια το Εφετείο - με τον όρο 9 της ως άνω μεταξύ των διαδίκων έγγραφης συμβάσεως εργασίας είχε συμφωνηθεί, ότι η καταγγελία μπορούσε να επέλθει μόνο ύστερα από την τήρηση της διατυπώσεως έγγραφης προειδοποιήσεως της αναιρεσείουσας και άρνηση συμμορφώσεως του αναιρεσίβλητου προς την ειδοποίηση και τους όρους της εργασιακής του συμβάσεως.
Η αναιρεσείουσα δεν τήρησε την έγκυρη αυτή συμφωνία της έγγραφης ειδοποιήσεως του αναιρεσίβλητου αναφορικά με παράβαση των όρων της εργασιακής συμβάσεως ή την συνεχή άρνησή του να εκπληρώσει τα καθήκοντά του που απέρρεαν από την σύμβαση και συνεπώς η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας στις 10-1-2003, κατά παράβαση του περιοριστικού αυτού όρου, είναι άκυρη.
Επομένως - καταλήγει το Εφετείο - η αναιρεσείουσα, η οποία δεν αποδέχθηκε έκτοτε τις υπηρεσίες του αναιρεσίβλητου, οφείλει να καταβάλει σ' αυτόν τον συμφωνημένο μισθό του για το χρονικό διάστημα από της καταγγελίας (10-1-2003) έως την 1-11-2003 (κατά το αίτημα της αγωγής), πλέον επιδόματος (δώρου) Πάσχα και επιδόματος αδείας.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, παραβίασε ευθέως τις ως άνω αναγκαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 672 ΑΚ, καθόσον, βάσει των υπ' αυτού δεκτών γενομένων, η ανωτέρω συμφωνία, κατά τον εν λόγω όρο 9. 1, περιορίζουσα ουσιωδώς την άσκηση του δικαιώματος της αναιρεσείουσας προς καταγγελία της ορισμένου χρόνου συμβάσεως εργασίας του αναιρεσίβλητου για σπουδαίο λόγο, τυγχάνει άκυρη, ενόψει και του ότι δεν προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ότι είχε συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων ότι η έγγραφη προειδοποίηση του αναιρεσίβλητου εργαζομένου, πριν από την καταγγελία της εργασιακής του συμβάσεως για σπουδαίο λόγο από την αναιρεσείουσα εργοδότρια, θα ήταν δεσμευτική για την τελευταία και ότι η μη τήρηση της συμφωνίας αυτής θα συνεπάγεται ακυρότητα της καταγγελίας (σχετ.
ΑΠ 757/2007). Επομένως, μετά ταύτα, ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως και ο δεύτερος πρόσθετος λόγος αυτής, κατά το πρώτο μέρος του, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί .
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, παρελκούσης δε της έρευνας των λοιπών λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων αυτής, πρέπει να αναιρεθεί στο σύνολό της η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο (Εφετείο Αθηνών), που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ ). Τέλος, ο αναιρεσίβλητος, ως ηττηθείς, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 6889/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Απριλίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Ιουνίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ