Legislator Case Law & Legislation
1034/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against industrial collective agreement ruling, upholding sectoral labor law application.

Case Number 1034/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appeal filed by the Chania Notary Chamber against the regional arbitration award. The lower courts found the arbitration procedure lawful and the agreement sectoral rather than occupational, covering notaries across Crete, Thrace, and Ioannina. The court affirmed that the employer's failure to negotiate led to valid arbitration and that a single award for multiple unions was justified by efficiency.

Legislator headnote

AI generated

Articles 3, 4, 6 of Law 1876/1990; Industrial collective agreements apply to employees in similar enterprises within a region or nationwide, and arbitration awards issued to multiple unions are valid when negotiations fail and efficiency dictates a unified ruling.

Keywords

AI generated
industrial collective agreement sectoral labor law arbitration award validity negotiation failure legal efficiency principle labor dispute resolution sectoral vs occupational

Cited Legislation

AI generated
Law 1876/1990, Article 3, Paragraph 1
Law 1876/1990, Article 3, Paragraph 4
Law 1876/1990, Article 6, Paragraph 1, Item c
Law 1876/1990, Article 8, Paragraph 1-2
Law 1876/1990, Article 11, Paragraph 2
Civil Procedure Code, Article 559, Number 1
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1034 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1034/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Μαρτίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Συμβολαιογραφικού Συλλόγου Εφετείου Κρήτης, που εδρεύει στα Χανιά και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Ρουπακιώτη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Συλλόγου Υπαλλήλων Συμβολαιογραφείων Εφετείων Κρήτης, που εδρεύει στο Ηράκλειο και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Ομοσπονδίας ...... (......), που εδρεύει στην ..... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Περπατάρη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-11-2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 284//2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 754/2003 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27-4-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Αθανασίου, διάβασε την από 10-1-2007 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Χρήστου Αλεξόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 3 παρ. 1 και 4, 6 παρ. 1, 8 παρ. 1-2 και 11 παρ. 2 του Ν. 1876/1990 συνάγεται ότι οι κλαδικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας αφορούν τους εργαζομένους σε περισσότερες ομοειδείς ή συναφείς εκμεταλλεύσεις ή επιχειρήσεις ορισμένης πόλεως ή περιφέρειας ή και όλης της Χώρας, συνάπτονται δε από πρωτοβάθμιες ή δευτεροβάθμιες συνδικαλιστικές οργανώσεις, που καλύπτουν εργαζομένους, ανεξάρτητα από το επάγγελμα ή την ειδικότητα, ομοειδών ή συναφών επιχειρήσεων του ίδιου κλάδου και από εργοδοτικές οργανώσεις, που εκπροσωπούν τον αντίστοιχο κλάδο.

Εξάλλου, οι κλαδικές ΣΣΕ διακρίνονται από τις ομοιοεπαγγελματικές ΣΣΕ, οι οποίες ρυθμίζουν σχέσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου μισθωτών, που παρέχουν ορισμένο είδος εργασίας, κατά το ότι οι μεν πρώτες ρυθμίζουν τους όρους εργασίας των εργαζομένων σε ομοειδείς ή συναφείς επιχειρήσεις, οι δε δεύτερες ρυθμίζουν τους όρους εργασίας των εργαζομένων του ίδιου επαγγέλματος, ανεξάρτητα από το είδος των επιχειρήσεων, στις οποίες απασχολούνται.

Ομοειδείς δε επιχειρήσεις είναι εκείνες που έχουν το ίδιο αντικείμενο δραστηριότητας και λειτουργούν υπό τις ίδιες περίπου συνθήκες, ενώ συναφείς είναι οι επιχειρήσεις που έχουν παρεμφερές αντικείμενο δραστηριότητας ή λειτουργούν υπό παρόμοιες συνθήκες. Περαιτέρω, οι ως ανω εργοδοτικές οργανώσεις έχουν ικανότητα προς σύναψη ΣΣΕ στην έκταση της δραστηριότητάς τους σύμφωνα με το καταστατικό τους.

Αν δεν υπάρχει ειδική εργοδοτική οργάνωση του κλάδου, στον οποίο ανήκουν οι επιχειρήσεις, ικανότητα προς σύναψη ΣΣΕ έχει η ευρύτερης εκτάσεως εργοδοτική οργάνωση του κλάδου, στην οποία ανήκουν οι εργοδότες. Η πανελληνίας εκτάσεως κλαδική ΣΣΕ συνάπτεται,από πλευράς εργοδοτών, από την αντίστοιχη του κλάδου εργοδοτική οργάνωση πανελλήνιας εκτάσεως ή από την ευρύτερης εκτάσεως οργάνωση, η οποία καλύπτει και τους εργοδότες του κλάδου αυτού.

Ειδικότερα, κατά τα άρθρο 6 παρ. 1γ'του Ν. 1876/1990, που προστέθηκε με το άρθρο 12 του Ν. 2336/1995, για τους εργαζομένους σε δικηγορικά, σε συμβολαιογραφικά και άλλα γραφεία ή σχετική ΣΣΕ υπογράφεται ή η διαιτητική διαδικασία διεξάγεται μεταξύ της συνδικαλιστικής οργανώσεως των εργαζομένων και του οικείου Ν.Π.Δ.Δ, στο οποίο υπάγονται οι εργοδότες.

Ενόψει των ανωτέρω εκτιθεμένων, εφόσον η προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1γ'του Ν. 1876/1990 ρυθμίζει τους όρους εργασίας των εργαζομένων σε συμβολαιογραφεία, δηλαδή σε ομοειδείς "επιχειρήσεις", χωρίς να καθορίζει και το είδος της εργασίας, που παρέχουν σ' αυτά οι ίδιοι, η σχετική ΣΣΕ φέρει το χαρακτήρα κλαδικής ΣΣΕ.

Τέλος, οι συμβολαιογράφοι είναι υποχρεωτικά μέλη των, αποτελούντων Ν.Π.Δ.Δ συμβολαιογραφικών συλλόγων, στην περιφέρεια των οποίων ασκούν το λειτούργημά τους, που συμπίπτει με την περιφέρεια κάθε Εφετείου, πλην των συμβολαιογράφων των Εφετείων Αιγαίου και Δωδεκανήσου, που υπάγονται στο Συμβολαιογραφικό σύλλογο του Εφετείου Αθηνών ( άρθρ. 96,97,98 του Ν. 2830/2000).

Συνεπώς, οι κλαδικές ΣΣΕ σε επίπεδο περιφέρειας συνάπτονται από πρωτοβάθμιες ή δευτεροβάθμιες συνδικαλιστικές οργανώσεις, που καλύπτουν τους εργαζομένους και από την εργοδοτική πλευρά από τους οικείους Συμβολαιογραφικούς Συλλόγους. Αντίθετα, σε πανελλήνια έκταση, λόγω της μη υπάρξεως από εργοδοτικής πλευράς αντίστοιχης πανελλήνιας οργανώσεως, που καλύπτει τους συμβολαιογραφικούς συλλόγους όλης της Χώρας, δεν μπορεί να συναφθεί αντίστοιχη κλαδική ΣΣΕ, ούτε να διεξαχθεί η διαιτητική διαδικασία, παρά μόνο με την παράσταση των νομίμων εκπροσώπων όλων των συμβολαιογραφικών συλλόγων ή με την αντιπροσώπευση αυτών με κοινό εξουσιοδοτημένο εκπρόσωπό τους.

Αν η διαδικασία των διαπραγματεύσεων για τη σύναψη της ΣΣΕ, όπως αυτή ορίζεται στις διατάξεις των άρθρων 4 και 5 ν. 1876/1990, αποτύχει, τα ενδιαφερόμενα μέρη, ή το ένα από αυτά, μπορούν να ζητήσουν τις υπηρεσίες μεσολαβητή ή να προσφύγουν στην διαιτησία, οπότε ορίζεται διαιτητής μέλος του Οργανισμού Μεσολάβησης Διαιτησίας ( άρθρα 14-17 ίδιου νόμου).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατάκρίση ανέλεγκτη, τα ακόλουθα: Μέχρι το έτος 1999 μεταξύ των συμβολαιογραφικών συλλόγων όλης της Χώρας και των εργαζομένων στα συμβολαιογραφεία υπογράφονταν εθνικές ΣΣΕ μετά την κατάληξη σε συμφωνία των σχετικών διαπραγματεύσεων.

Μετά τη λήξη της ΣΣΕ 1999, όταν οι εν λόγω εργαζόμενοι, μέσω της ....., η οποία είναι η πλέον αντιπροσωπευτική για τους εργαζομένους στα συμβολαιογραφικά γραφεία όλης της Χώρας δευτεροβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση, κοινοποίησαν στους συμβολαιογραφικούς συλλόγους όλης της Χώρας την από 29-4-1999 πρόσκληση για συλλογικές διαπραγματεύσεις για τη σύναψη της ΕΣΣΕ του έτους 2000, ο Συμβολαιογραφικός Σύλλογος Εφετείου Κρήτης, καθώς και οι Σύλλογοι Θράκης και Ιωαννίνων, αρνήθηκαν να προσέλθουν στις διαπραγματεύσεις, αμφισβητώντας τη σχετική διαδικασία. 'Ετσι, μετά την άρνηση αυτήν, υπογράφηκε μεταξύ των λοιπών συμβολαιογραφικών συλλόγων της Χώρας και των εργαζομένων στα εν λόγω συμβολαιογραφεία η από 2-8-2000 ΣΣΕ, η οποία, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, δεν είχε ισχύ στην περιφέρεια των μη συμμετεχόντων στη σύναψή της συμβολαιογραφικών συλλόγων, δηλαδή ούτε στην περιφέρεια του Εφετείου Κρήτης.

Μετά από αυτό η ...., ως εκπρόσωπος των εργαζομένων στα συμβολαιογραφεία, εκπροσώπηση που ήταν νόμιμη, εφόσον όπως αναφέρθηκε, πρόκειται για κλαδική συλλογική σύμβαση εργασίας και μάλιστα χωρίς για την εκπροσώπηση αυτή να απαιτείται προηγούμενη εντολή του συλλόγου εργαζομένων στα συμβολαιογραφεία, υπέβαλε προς τον Οργανισμό Μεσολαβήσεως και Διαιτησίας (ΟΜΕΔ) την από 4.8.2000 αίτησή της για παροχή διαιτησίας, προκειμένου να καταρτιστεί η σχετική ΣΣΕ.

Με κλήρωση που έγινε στις 6-9-2000 μεταξύ των διαιτητών του σχετικού καταλόγου, όπως ορίζεται στο άρθρο 17 ν. 1876/1990, ορίστηκε διαιτητής η Μαρία Ντότσικα, η οποία με την 1977/6.9.2000 πρόσκλησή της κάλεσε τόσο την εργατική πλευρά όσο και την εργοδοτική σε συνάντηση στις 12-9-2000. Με άλλο δε έγγραφό της (1660/18.9.2000) ενημέρωσε και τις δύο πλευρές για την πρόοδο της διαδικασίας και όρισε νέα συνάντηση για την υποβολή τελικών παρατηρήσεων επί του σχεδίου της ΣΣΕ.

Στην τελευταία συνάντηση παρέστησαν μόνο οι εκπρόσωποι των εργαζομένων, ενώ δεν παρέστησαν εκπρόσωποι των εργοδοτών (συμβολαιογραφικών συλλόγων), αν και είχαν κληθεί από τη διαιτητή. Μετά από αυτό οι εκπρόσωποι των εργαζομένων πρότειναν η διαιτητική απόφαση που θα εκδοθεί να έχει όμοιο περιεχόμενο με αυτό της από 2.8.2000 ΣΣΕ, που υπογράφηκε μεταξύ των εργοδοτών και εργαζομένων στους υπόλοιπους συμβολαιογραφικούς συλλόγους της Χώρας.

Στη συνέχεια η εν λόγω διαιτητής εξέδωσε τη επίδικη με αριθμ. 43/2000 διαιτητική απόφασή της, με την οποία ρυθμίζονται οι όροι εργασίας και αμοιβής των εργαζομένων στα συμβολαιογραφεία των συμβολαιογραφικών συλλόγων Κρήτης, Θράκης και Ιωαννίνων. Το περιεχόμενο της διαιτητικής αυτής απόφασης είναι όμοιο με αυτό της ΣΣΕ του έτους 2000 για τα λοιπά συμβολαιογραφεία της Χώρας.

Δέχτηκε δε το Εφετείο ότι, ενόψει όλων αυτών, τόσο η εκπροσώπηση των εργαζομένων από την αρμόδια δευτεροβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση ...... όσο και η διαδικασία ορισμού διαιτητή και η έκδοση της επίδικης διαιτητικής απόφασης ήταν νόμιμες και σύμφωνες με τους ορισμούς των διατάξεων του ν. 1876/1990 και έπρεπε ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος (ενάγοντος) ότι ο ίδιος έχει αρμοδιότητα για υπογραφή μόνο τοπικής ομοιοεπαγγελματικής ΣΣΕ, ότι η εκπροσώπηση των εργαζομένων από την .....

δεν ήταν νόμιμη, καθώς και ότι δεν ήταν νόμιμη και η διαδικασία της διαιτησίας, να απορριφθεί ως αβάσιμος, στο σύνολό του, αφού, όπως αναφέρθηκε, η εν λόγω ΣΣΕ φέρει το χαρακτήρα κλαδικής ΣΣΕ και όχι ομοιοεπαγγελματικής. Ακολούθως, το Εφετείο, με βάση τις παραδοχές αυτές, απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή του για αναγνώριση της ακυρότητας της ως άνω 43/2000 Διαιτητικής Αποφάσεως.

Με τις κρίσεις του αυτές, το Εφετείο, σύμφωνα με τα παραπάνω, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τους τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 3,4 και 6 παρ. 1 στοιχ. γ'του ν. 1876/1990. Και αυτό γιατί, εφόσον απέτυχαν οι διαπραγματεύσεις με τον αναιρεσείοντα ( Συμβολαιογραφικό Σύλλογο Εφετείου Κρήτης)ορθώς έγινε προσφυγή στη διαιτησία και κατόπιν εκδόθηκε η ως άνω διαιτητική απόφαση, η οποία αφορά και αυτόν ( αναιρεσείοντα), χωρίς να υφίσταται οποιαδήποτε ακυρότητα της διαιτητικής αυτής αποφάσεως από το ότι αυτή αφορά, εκτός από τον ήδη αναιρεσείοντα, και τους άλλους πιο πάνω δύο συμβολαιογραφικούς συλλόγους, δεδομένου ότι η έκδοση μιας ενιαίας διαιτητικής αποφάσεως για όλους αυτούς συννόμως και επιτρεπτώς έγινε, δικαιολογούμενη από λόγους οικονομίας, χρόνου και δαπάνης.

Επομένως οι ενιαίως κρινόμενοι πρώτος, δεύτερος και τρίτος (και τελευταίος) λόγοι αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27 Απριλίου 2006 αίτηση του Συμβολαιογραφικού Συλλόγου Εφετείου Κρήτης για αναίρεση της υπ'αριθ. 754/2003 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης.

-Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1-4-2008.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Μαΐου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ