1034/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Απριλίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-11-1998 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 679/2001 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 2763/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3 Νοεμβρίου 2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Διονύσιος Γιαννακόπουλος ανέγνωσε την από 4 Νοεμβρίου 2006 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Βασιλείου Ρήγα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Legislator headnote
AI generated1034/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εν προκειμένω, η αναιρεσείουσα, επικαλουμένη τις ανωτέρω παραδοχές και κρίσεις του Εφετείου, του προσάπτει την πλημμέλεια της μη λήψεως υπόψη των απορριφθέντων, ως αβασίμων, ισχυρισμών της. Επομένως, ο σχετικός, εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, δεύτερος λόγος της αιτήσεως είναι αβάσιμος.
Full text
Απόφαση 1034 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1034/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Χαράλαμπο Παπαηλιού, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Απριλίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :
Της αναιρεσείουσας : Δημοσίας Επιχειρήσεως με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ" και με διακριτικό τίτλο ΟΣΕ Α.Ε., που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Χαρίκλεια Τζέλλη .
Της αναιρεσίβλητης : Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "BUS και ATLANTIC-ΔΟΜΙΚΗ ΚΑΙ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ Α.Ε.", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής εκ μετατροπής από Ε.Π.Ε. σε Α.Ε., διαδόχου της "BUS & ATLANTIC TOURS ΕΠΕ", με έδρα τη Θεσσαλονίκη, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Κοτζαμανίδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-11-1998 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 679/2001 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 2763/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3 Νοεμβρίου 2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Διονύσιος Γιαννακόπουλος ανέγνωσε την από 4 Νοεμβρίου 2006 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Βασιλείου Ρήγα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν παρεβιάσθη κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Για την πληρότητα του αναιρετικού τούτου λόγου απαιτείται να προσδιορίζονται ο φερόμενος ως παραβιασθείς ουσιαστικός κανόνας, οι πραγματικές διαπιστώσεις της αναιρεσιβαλλομένης, που θεμελιώνουν την κρίση του δικαστηρίου περί του βασίμου ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού, καθώς και η απαγγελθείσα βάσει αυτών έννομη συνέπεια και τέλος το νομικό σφάλμα, στο οποίο υπέπεσε το δικαστήριο της ουσίας, εφαρμόζον ή ερμηνεύον τον φερόμενον ως παραβιασθέντα κανόνα.
Εν προκειμένω, η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο, διότι έκρινε, ότι εκ του προσαχθέντος υπ' αυτής από 29.6.94 εγγράφου της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης δεν απεδεικνύετο η επικαλουμένη υπ' εκείνης αφηρημένη αναγνώριση χρέους, που αποτελούσε τη βάση της αγωγής της, δεν επικαλείται, όμως, σφάλμα του Δικαστηρίου κατά την εφαρμογή του άρθρου 873 ΑΚ, χαρακτηρίζουσα ως παραβίαση τούτου την αρνητική επί της βασιμότητας της αγωγής της δικαστική απόφανση. Περαιτέρω δε προβάλλει αορίστως παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίoυ, και δη των ισχυουσών και επ' αυτής προνομιακών υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου ρυθμίσεων, συνεπεία της υπό του Εφετείου παραδοχής ότι εκ του εν λόγω εγγράφου προκύπτει "ότι η εναγομένη θέλησε να ρυθμίσει συμψηφιστικά τις εκατέρωθεν αξιώσεις αυτής και της ενάγουσας", δεδομένου ότι η πρόταση συμψηφισμού δεν αφορούσε εκκαθαρισμένη και βεβαιωμένη με τελεσίδικη δικαστική απόφαση αξίωση. Κατ' ακολουθίαν, οι σχετικοί, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, πρώτος και τέταρτος λόγοι της αιτήσεως είναι απαράδεκτοι, του τελευταίου τυγχάνοντος και αβασίμου, αφού το Εφετείο δεν έκρινε τη νομιμότητα ή τη βασιμότητα ενστάσεως συμψηφισμού, αλλ' εξέφερε κρίση περί της επιδιώξεως της αναιρεσίβλητης διά της συντάξεως του επιμάχου εγγράφου.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προετάθησαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προετάθησαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως μη λήψη υπόψη πράγματος νοείται η παράλειψη διαγνώσεως αυτού, ήτοι του αυτοτελούς πραγματικού ισχυρισμού που τείνει στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, τουθόπερ δεν συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας διέγνωσε καθ' οιονδήποτε τρόπον αυτόν.
Εν προκειμένω, η αναιρεσείουσα, επικαλουμένη τις ανωτέρω παραδοχές και κρίσεις του Εφετείου, του προσάπτει την πλημμέλεια της μη λήψεως υπόψη των απορριφθέντων, ως αβασίμων, ισχυρισμών της. Επομένως, ο σχετικός, εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, δεύτερος λόγος της αιτήσεως είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, ως είχε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, επιτρέπεται αναίρεση ,αν το δικαστήριο παρά το νόμο έδέχθη πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθή χωρίς απόδειξη ή δεν διέταξε απόδειξη γι' αυτά.
Εν προκειμένω, το Εφετείο έκρινε, ως προεξετέθη, κατόπιν εκτιμήσεως του ανωτέρω εγγράφου και όχι χωρίς απόδειξη. Επομένως, ο αντίθετος, εκ του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, τρίτος λόγος της αιτήσεως είναι αβάσιμoς και εντεύθεν απορριπτέος, συνακόλουθα δε μη υπάρχοντος άλλου λόγου (αναιρέσεως) για έρευνα, πρέπει και η αίτηση αναιρέσεως (να απορριφθεί) στο σύνολό της.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -
Απορρίπτει την από 3.11.2005 αίτηση του Ο.Σ.Ε. ΑΕ για αναίρεση της 2763/2005 αποφάσεως τού Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία καθορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Μαΐου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Μαΐου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ