Supreme Court dismisses appeal against lower court's assessment of evidence in property dispute case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the final judgment of the Athens Court of Appeal. The appellant argued that the court failed to consider specific medical reports and photos, claiming this violated procedural rules regarding evidence evaluation. The court rejected these claims, ruling that the lower court had duly considered all submitted documents and that the appellant's arguments were either factually incorrect or legally inadmissible due to vagueness.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 561 of the Code of Civil Procedure; The appellate court is not required to make specific mention of every piece of evidence considered when forming its conclusion, provided it explicitly references the documents and the resulting conclusions in its judgment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1033 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1033/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σωκράτη Πλαστήρα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Μυρσίνης Παπαχίου και της αρχαιοτέρας της συνθέσεως Αρεοπαγίτου Ασπασίας Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη), Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη, Ερασμία Λιούλη και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Απριλίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη Νέα Σμύρνη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Καμβύση με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Μ. του Μ., κατοίκου ... Αττικής, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Μπιμπλή.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-11-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1049/2019 εν μέρει οριστική και 2568/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4441/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12-10-2022 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση, από 12-10-2022 (αριθ. έκθ. κατάθ. 7785/859/2022), αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρ. 614 αριθ. 6 του ΚΠολΔ), με αριθ. 4441/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Αυτή είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), διότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ), δεδομένου ότι, κατά τη διάταξη του άρθρου 83 παρ. 1 του ν. 4790/2021, όπως αυτή ερμηνεύθηκε και συμπληρώθηκε με τη διάταξη του άρθρου 25 του ν. 4792/2021, το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της Χώρας (7/11/2020 - 5/4/2021), λόγω των μέτρων προστασίας από την εξάπλωση της πανδημίας του κορονοϊού covid-19, δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξωδίκων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, ενώ και οι προθεσμίες, που ανεστάλησαν δεν συμπληρώνονται, αν δεν παρέλθουν επιπλέον δέκα (10) ημέρες από τη προβλεπόμενη λήξη τους ( ΑΠ 687/2024, ΑΠ 210/2023, ΑΠ 987/2022).
Επομένως, πρέπει να εξετασθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι η διαδρομή της ένδικης υπόθεσης, που απέληξε στο προκείμενο στάδιο εκδίκασής της, είναι η εξής:
Με την από 2-11-2017 (αριθ. έκθ. κατάθ. 592485/4118/2017), αγωγή, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, εξέθεσε ότι, κατά το χρόνο και τόπο που αναφέρονται σε αυτήν, ο πρώτος εναγόμενος Π. Ν. (μη διάδικος στη παρούσα δίκη), οδηγός του με αριθ. κυκλοφορίας ... ιδιωτικής χρήσης επιβατηγού αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας της τρίτης εναγόμενης Μ.
Μ. (μη διάδικος στη παρούσα δίκη) και ασφαλισμένο, για τις προς τρίτους ζημίες, στη δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία και ήδη αναιρεσείουσα, προκάλεσε από υπαιτιότητά του, τον τραυματισμό του κατά το χρόνο που αυτός οδηγούσε το ποδήλατό του, κάτω από τις συνθήκες που αναφέρονται στην αγωγή. Ζήτησε δε, μεταξύ άλλων, που δεν ενδιαφέρουν τη παρούσα αναιρετική δίκη, να αναγνωριστεί ότι η δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία (μετά τη νομότυπη παραίτηση ως προς τους πρώτο και τρίτη των εναγομένων), οφείλει να του καταβάλει, ως χρηματική παροχή-αποζημίωση κατ' άρθρο 931 του ΑΚ και ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, εξ αιτίας του τραυματισμού του, τα αναφερόμενα στην αγωγή χρηματικά ποσά.
Επ' αυτής εκδόθηκε η με αριθ. 1049/2019 εν μέρει οριστική απόφαση, που έκρινε εν μέρει δεκτή την αγωγή ως προς τα κονδύλια αποζημίωσης και ανέβαλε την έκδοση οριστικής απόφασης ως προς τα αγωγικά κονδύλια της χρηματικής παροχής-αποζημίωσης του άρθρου 931 του ΑΚ και της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, διατάσσοντας τη διενέργεια ιατρικής πραγματογνωμοσύνης.
Ακολούθως εκδόθηκε η με αριθ. 2568/2019 οριστική απόφαση του ως άνω δικαστηρίου με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή ως βάσιμη κατ'ουσία και ως προς τα παραπάνω κονδύλια. Κατά της απόφασης αυτής η εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία άσκησε την από 3-12-2019 (αριθ. έκθ. κατάθ. 106318/8401/2019) έφεση, με την οποία επικαλούμενη εσφαλμένη εφαρμογή συγκεκριμένων διατάξεων του νόμου (άρθρ. 931 και 932 του ΑΚ) και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζήτησε την εξαφάνιση της εκκαλούμενης και την απόρριψη της αγωγής του αντιδίκου της.
Επί της έφεσης, εκδόθηκε η με αριθ. 4441/2020 αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε τυπικά και εν μέρει δεκτή κατ' ουσία η έφεση, εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση ως προς τα αναφερόμενα στο διατακτικό της κονδύλια, κρατήθηκε η υπόθεση από το δευτεροβάθμιο αυτό δικαστήριο, δικάστηκε εκ νέου η από 2-11-2017 αγωγή, η οποία έγινε δεκτή κατά ένα μέρος ως βάσιμη κατ' ουσία, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό της.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 1/2016, Ολ.ΑΠ 2/2013, ΑΠ 1208/2023).
Με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσία (Ολ.ΑΠ 3/2020 Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998).
Στη περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.ΑΠ 3/2020, ΑΠ 55/2023, ΑΠ 1208/2023, ΑΠ 164/2021).
Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1227/2023, ΑΠ 549/2022). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 55/2023, ΑΠ 224/2023, ΑΠ 1342/2023, ΑΠ 909/2022, ΑΠ 162/2020, ΑΠ 162/2020).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 931 του ΑΚ, "η αναπηρία ή η παραμόρφωση, που προξενήθηκε στο παθόντα, λαμβάνεται υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης αν επιδρά στο μέλλον του". Ως "αναπηρία" θεωρείται κάποια έλλειψη της σωματικής νοητικής ή ψυχικής ακεραιότητας του προσώπου, ενώ ως "παραμόρφωση" νοείται κάθε ουσιώδης αλλοίωση της εξωτερικής εμφάνισης του προσώπου, η οποία καθορίζεται όχι αναγκαίως κατά τις απόψεις της ιατρικής αλλά κατά τις αντιλήψεις της ζωής.
Περαιτέρω, ως "μέλλον" νοείται η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου. Δεν απαιτείται βεβαιότητα δυσμενούς επιρροής της αναπηρίας ή παραμόρφωσης στο μέλλον του προσώπου. Αρκεί και απλή δυνατότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Στον επαγγελματικό-οικονομικό τομέα η αναπηρία ή η παραμόρφωση του ανθρώπου, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας αποτελεί αρνητικό στοιχείο στα πλαίσια του ανταγωνισμού και της οικονομικής εξέλιξης και προαγωγής του.
Οι δυσμενείς συνέπειες είναι περισσότερο έντονες σε περιόδους οικονομικών δυσχερειών και στενότητας στην αγορά εργασίας. Οι βαρυνόμενοι με αναπηρία ή παραμόρφωση μειονεκτούν και κινδυνεύουν να βρεθούν εκτός εργασίας έναντι των υγιών συναδέλφων τους. Η διάταξη του άρθρου 931 του ΑΚ προβλέπει επιδίκαση από το δικαστήριο χρηματικής παροχής στο παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση, εφόσον συνέπεια αυτών επηρεάζεται το μέλλον του.
Η χρηματική αυτή παροχή δεν αποτελεί αποζημίωση, εφόσον η τελευταία εννοιολογικά συνδέεται με την επίκληση και απόδειξη ζημίας περιουσιακής, δηλαδή διαφοράς μεταξύ της περιουσιακής κατάστασης μετά το ζημιογόνο γεγονός και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς αυτό. Εξάλλου, η ένεκα της αναπηρίας ή παραμόρφωσης ανικανότητα προς εργασία, εφόσον προκαλεί στο παθόντα περιουσιακή ζημία, αποτελεί βάση αξίωσης προς αποζημίωση που στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 929 του ΑΚ (αξίωση διαφυγόντων εισοδημάτων).
Όμως, η αναπηρία ή η παραμόρφωση ως τοιαύτη δεν σημαίνει κατ` ανάγκη πρόκληση στο παθόντα περιουσιακής ζημίας (ΑΠ 803/2023, ΑΠ 1424/2022, ΑΠ 1488/2022). Δεν μπορεί να γίνει πρόβλεψη ότι η αναπηρία ή η παραμόρφωση θα προκαλέσει στον παθόντα συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία. Είναι, όμως, βέβαιο ότι η αναπηρία ή η παραμόρφωση, ανάλογα με το βαθμό της και τις λοιπές συντρέχουσες περιστάσεις (ηλικία, φύλο, κλίσεις και επιθυμίες του παθόντος), οπωσδήποτε θα έχει δυσμενή επίδραση στην κοινωνική - οικονομική εξέλιξη αυτού, κατά τρόπο όμως που δεν δύναται επακριβώς να προσδιορισθεί.
Η δυσμενής αυτή επίδραση είναι δεδομένη και επομένως δεν δικαιολογείται εμμονή στην ανάγκη προσδιορισμού του ειδικού τρόπου της επίδρασης αυτής και των συνεπειών της στο κοινωνικό - οικονομικό μέλλον του παθόντος (ΑΠ 803/2023, ΑΠ 485/2021). Προέχον και κρίσιμο είναι το γεγονός της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης ως βλάβης του σώματος ή της υγείας του προσώπου, δηλαδή ως ενός αυτοτελούς έννομου αγαθού, που απολαύει και συνταγματικής προστασίας σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 6 του άρθρου 21 του Συντάγματος όχι μόνο στις σχέσεις των πολιτών προς το Κράτος αλλά και στις μεταξύ των πολιτών σχέσεις χωρίς αναγκαία η προστασία αυτή να συνδέεται με αδυναμία πορισμού οικονομικών ωφελημάτων ή πλεονεκτημάτων (ΑΠ 1424/2022, ΑΠ 1488/2022, ΑΠ 485/2021).
Έτσι, ορθότερη κρίνεται η ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 931 του ΑΚ που τη καθιστά εφαρμόσιμη, σύμφωνα με την οποία προβλέπεται από τη διάταξη αυτή η επιδίκαση στο παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση ενός εύλογου χρηματικού ποσού ακριβώς λόγω της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης, χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία άλλωστε και δεν δύναται να προσδιορισθεί.
Επομένως, το ποσό που δικαιούται ο παθών κατά το άρθρο 931 του ΑΚ, δεν υπολογίζεται με τα μέτρα της αποζημίωσης, αλλά εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστή να το καθορίσει κατά δίκαιη κρίση σε εύλογο χρηματικό ποσό, με βάση αφενός το είδος, την έκταση και τις συνέπειες της αναπηρίας ή παραμόρφωσης του παθόντος και αφετέρου την ηλικία, το φύλο, τις κλίσεις του παθόντος και το βαθμό συνυπαιτιότητάς του (ΑΠ 803/2023, ΑΠ 415/2023, ΑΠ 29/2021, ΑΠ 485/2021, ΑΠ 12/2020, ΑΠ 158/2016).
Η κρίση του δικαστηρίου ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας πρόσθετης από το άρθρο 931 του ΑΚ, χρηματικής παροχής αποφασίζεται (κατ` αρχάς αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι. Επιβάλλεται όμως και στη περίπτωση αυτή του άρθρου 931 του ΑΚ, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος [άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος], με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και τη κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.
Ενόψει όλων αυτών, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσας πρόσθετης, από το άρθρο 931 του ΑΚ χρηματικής παροχής, πρέπει, όπως και στο άρθρο 932 του ΑΚ, να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 του ΚΠολΔ), αναλόγως από τους αριθμούς 1 ή 19), η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (ΑΠ 980/2023, ΑΠ 790/2022, ΑΠ 909/2022, ΑΠ 398/2020, ΑΠ 684/2020, ΑΠ 142/2019).
Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 932 του ΑΚ, "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.
Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών, χωρίς να απαιτείται η ειδικότερη αιτιολόγηση καθενός στοιχείου (ΑΠ 380/2023, ΑΠ 803/2023, ΑΠ 272/2020, ΑΠ 65/2019, ΑΠ 1361/2013).
Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης.
Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 9/2015, ΑΠ 380/2023, ΑΠ 548/2021, ΑΠ 301/2021, ΑΠ 2/2020).
Και τούτο, διότι μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον δικαιούχο - παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (ΑΠ 803/2023, ΑΠ 548/2021, ΑΠ 301/2021, ΑΠ 184/2021, ΑΠ 525/2021, ΑΠ 398/2020).
Στην ερευνώμενη υπόθεση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με τη πληττόμενη απόφασή του, ως προς τα κεφάλαια της επιδίκασης χρηματικής παροχής-αποζημίωσης κατ` άρθρ. 931 του ΑΚ και εύλογης χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης κατ` άρθρ. 932 του ίδιου Κώδικα, την οποία υπέστη ο εφεσίβλητος-αναιρεσίβλητος, λόγω του τραυματισμού του, δέχθηκε τα εξής:''........
ο ενάγων διακομίστηκε στο Γενικό Νοσοκομείο "ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ" όπου διαπιστώθηκε ότι είχε υποστεί κάταγμα του 1ου οσφυϊκού σπονδύλου και πιθανό αποσπαστικό κάταγμα της κοτύλης αριστερά. Στη συνέχεια διακομίσθηκε με δική του πρωτοβουλία στην ιδιωτική κλινική με την επωνυμία "... ΑΕ" όπου διαπιστώθηκε ότι είχε υποστεί κάταγμα του 01 οσφυϊκού σπονδύλου με καθίζηση της άνω αρθρικής του επιφάνειας και σφηνοειδή παραμόρφωση του σώματος του σπονδύλου.
Ο ενάγων υποβλήθηκε στις 16-6-2017 σε χειρουργική επέμβαση κλειστής ανάταξης και τοποθέτησης οστικού τσιμέντου στα πλάγια τμήματα του σώματος του σπονδύλου 01 (κυφοπλαστική) και εξήλθε από το ιδιωτικό θεραπευτήριο στις 17-6-2017 με οδηγίες για τοποθέτηση και παραμονή του κηδεμόνα Ο.Μ.Σ.Σ. για ένα μήνα, για φυσικοθεραπεία, για λήψη αναρρωτικής αδείας για 30 ημέρες και για τακτική παρακολούθηση στα εξωτερικά ιατρεία.
Ακολούθως, ο ενάγων έλαβε αναρρωτικές άδειες έως και στις 16-9-2017. Στις 19-10-2017 υποβλήθηκε σε μαγνητική τομογραφία της Ο.Μ.Σ.Σ. όπου διαπιστώθηκε μετατραυματικό οστικό οίδημα στο άνω τριτημόριο του 01 σπονδύλου και ελαφρά καθίζηση. Στις 26-1-2018 ο ενάγων επισκέφθηκε τα εξωτερικά ιατρεία του νοσοκομείου "Ασκληπιείο Βούλας" με οσφυαλγία και οστικό οίδημα στον 01 σπόνδυλο και έλαβε αναρρωτική άδεια δέκα (10) ημερών.
Στις 12-12-2018 εξετάσθηκε από τον Ε. Ζ., ορθοπεδικό-χειρουργό, που διέγνωσε ότι έπασχε από οξεία οσφυαλγία επί εδάφους χειρουργηθέντος κατάγματος σπονδύλου 01 και του συστήθηκε φαρμακευτική αγωγή και αναρρωτική άδεια δέκα (10) ημερών. Στην από 31-10-2017 ιατρική γνωμάτευση του Π. Π., χειρουργού-ορθοπεδικού αναγράφεται ότι η σωματική βλάβη του ενάγοντος από τον τραυματισμό του θα του προκαλεί μόνιμα λειτουργικά ενοχλήματα, ότι θα πρέπει να απέχει από ορθοστασία, αθλητική δραστηριότητα, από χειρονακτική εργασία, ανύψωση και μεταφορά βαρών, ότι θα πρέπει να φορά θωρακοοσφυϊκό κηδεμόνα, ότι αυτός εμφάνιζε για τρεις (3) μήνες από τον τραυματισμό του ποσοστό ανικανότητας 67%, ότι έκτοτε εμφανίζει και θα εμφανίζει και στο μέλλον μόνιμο ποσοστό υπολειμματικής ανικανότητας 35%, με πιθανή εμφάνιση επιπλοκών λόγω της επιβάρυνσης των γειτονικών σπονδύλων του 01 που αναμένεται να επηρεασθούν μακροπρόθεσμα και ότι θα πρέπει να απέχει μόνιμα από έντονη χειρονακτική εργασία, αθλητική δραστηριότητα, ορθοστασία και ανύψωση βαρών.
Στην από 25-6-2019 έκθεση ιατρικής πραγματογνωμοσύνης του Β. Ζ., ορθοπεδικού-χειρουργού, αναγράφονται τα εξής: α) ότι κατά την εξέταση του ενάγοντος στις 28-5-2019 διέγνωσε ότι ο ασθενής φέρει ακτινολογικά πωρωθέν κάταγμα του 01 σπονδύλου με ελαφρά καθίζηση του συνολικού ύψους του σε σχέση με τους παρακείμενους σπονδύλους, μικρή σφηνοειδή παραμόρφωση της άνω σπονδυλικής πλάκας του 01, ότι είναι εμφανής η ύπαρξη οστικού τσιμέντου από την κυφοπλαστική και ότι εμφανίζει επώδυνα περιορισμένο εύρος κίνησης της Ο.Μ.Σ.Σ., ειδικότερα στη στροφή και στη κάμψη και ήπια χωλότητα βάδισης, β) ότι επί οκτώ (8) μήνες βρισκόταν σε διαδικασία πώρωσης του κατάγματος του 01 σπονδύλου, γ) ότι είχε ανάγκη από τρίτο πρόσωπο ολόκληρο το 24ωρο επί ένα μήνα για τις μετακινήσεις του, για τη προσωπική του υγιεινή και ότι για το υπόλοιπο χρονικό διάστημα και μέχρι τη συμπλήρωση των τριών (3) μηνών είχε ανάγκη από τρίτο πρόσωπο για τουλάχιστον 16 ώρες την ημέρα, δ) ότι από 15-6-2017 έως 16-9-2017 εμφάνιζε πρόσκαιρο ποσοστό αναπηρίας 67% και ότι έκτοτε φέρει μόνιμη μερική αναπηρία σε ποσοστό 20% που είναι μη αναστρέψιμη και χωρίς πιθανότητα βελτίωσης, ε) ότι λόγω του κατάγματος θα υπάρχει αναπόφευκτα περαιτέρω περιορισμός της κινητικότητας της Ο.Μ.Σ.Σ.
και συχνά επαναλαμβανόμενα επεισόδια πόνου και λήψης αναρρωτικών αδειών, ότι ο μυϊκός παρασπονδυλικός σπασμός και η ανάπτυξη σπονδυλαρθροπάθειας στον 01 και στους παρακείμενους σπονδύλους θα ελαττώσει κατά πολύ την ικανότητα για χειρονακτική εργασία και την άρση βάρους και θα οδηγήσει σε περαιτέρω εκφύλιση της Ο.Μ.Σ.Σ.
και σε επιδείνωση της συμπτωματολογίας, στ) ότι η σημερινή κατάσταση της υγείας του ενάγοντος του επιτρέπει να ασκήσει το επάγγελμα του νοσοκόμου-τραυματιοφορέα με πολλούς και σημαντικούς περιορισμούς, ότι είναι μερικά ανίκανος να ασκεί το ως άνω επάγγελμα, όπως και κάθε άλλη εργασία που απαιτεί άρση βαρών, παρατεταμένη ορθοστασία ή παρατεταμένη βάδιση, ότι τα καθήκοντά του πρέπει να περιορισθούν στο νοσηλευτικό μέρος της εργασίας του και να είναι κυρίως διοικητικά και επίβλεψης ασθενών, και ζ) ότι λόγω της καταστάσεως της υγείας του είναι αδύνατη οποιαδήποτε αθλητική ή γυμναστική δραστηριότητά του στο μέλλον.
Τέλος, η εκκαλούσα προσκομίζει την από 28-5-2019 ιατρική γνωμάτευση του τεχνικού της συμβούλου Γ. Κ., ορθοπεδικού-χειρουργού, στην οποία αναγράφεται ότι το κάταγμα του ενάγοντος έχει πωρωθεί και παρουσιάζει μικρού βαθμού καθίζηση άνω επιφανείας του σπονδύλου, ότι παρουσιάζει ποσοστό μερικής αναπηρίας 10% και ότι μπορεί να εργασθεί ως νοσοκόμος μεταφορέας.
Από την εκτίμηση του συνόλου των προσκομισθέντων από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων αποδείχθηκε ότι ο ενάγων λόγω του τραυματισμού του στο ένδικο τροχαίο ατύχημα φέρει μόνιμη μερική αναπηρία σε ποσοστό 20%, ότι δεν υφίσταται περιθώριο βελτίωσης της ως άνω κατάστασης της υγείας του, ότι πιθανότητα στο μέλλον θα υπάρξει επιβάρυνση αυτής λόγω της περαιτέρω εκφύλισης της Ο.Μ.Σ.Σ., ότι είναι μερικά ανίκανος να ασκεί το επάγγελμα του νοσοκόμου-τραυματιοφορέα, όπως και κάθε άλλη εργασία που απαιτεί άρση βαρών, παρατεταμένη ορθοστασία ή παρατεταμένη βάδιση, ότι μπορεί να ασκήσει τα εργασιακά του καθήκοντα ως τραυματιοφορέας-νοσοκόμος κατά το μέρος μόνο που αφορούν νοσηλευτικά και διοικητικά θέματα και θέματα επίβλεψης ασθενών και ότι είναι αδύνατη οποιαδήποτε αθλητική ή γυμναστική δραστηριότητά του στο μέλλον.
Ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι έχει μόνιμη μερική αναπηρία σε ποσοστό 35%, όπως γνωμάτευσε ο ιατρός Π. Π. και ο ισχυρισμός της δεύτερης εναγομένης ότι φέρει ποσοστό αναπηρίας 10%, όπως γνωμάτευσε ο τεχνικός σύμβουλος αυτής Γ. Κ., δεν αποδείχθηκαν βάσιμοι κατ' ουσία, δεδομένου ότι από την προαναφερθείσα έκθεση ιδιωτικής πραγματογνωμοσύνης του Β.
Ζ., την οποία το Δικαστήριο κρίνει πιο πειστική από τις προαναφερθείσες ιδιωτικές γνωματεύσεις, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων φέρει ποσοστό μόνιμης μερικής αναπηρίας 20%..... Περαιτέρω ο ενάγων, ηλικίας 45 ετών κατά το χρόνο του ατυχήματος (γεννήθηκε το έτος 1972), λόγω του ένδικου τραυματισμού του υπέστη, όπως προεκτέθηκε, μόνιμη μερική αναπηρία σε ποσοστό 20% που τον καθιστά μερικά ανίκανο να επιτελεί την εργασία του νοσοκόμου-τραυματιοφορέα που ασκούσε κατά το χρόνο του ατυχήματος καθώς και ανίκανο να εργάζεται σε οποιαδήποτε εργασία που απαιτεί παρατεταμένη ορθοστασία, άρση βαρών και παρατεταμένη βάδιση και να αθλείται, με αποτέλεσμα να υπάρξουν δυσμενείς επιπτώσεις στην εργασία του, στο τρόπο ζωής του, στις καθημερινές ενασχολήσεις του, που τον καθιστούν γενικά άτομο που μειονεκτεί έναντι των άλλων ατόμων της ηλικίας του και που έχουν δυσμενείς επιδράσεις στις κοινωνικές συναναστροφές του, που αποτελούν έκφραση της συνταγματικά προστατευόμενης προσωπικότητας και ατομικότητας του ανθρώπου.
Συνακόλουθα, λόγω της μόνιμης μερικής αναπηρίας του ενάγοντος και των ως άνω συνεπειών της στο πρόσωπό του, συντρέχει νόμιμη περίπτωση επιδικάσεως σ' αυτόν της προβλεπόμενης από το άρθρο 931 του ΑΚ χρηματικής παροχής, η οποία, βάσει των συνθηκών του ατυχήματος, της ηλικίας του ενάγοντος, της ελλείψεως ποσοστού συντρέχοντος πταίσματος αυτού στην επέλευση του ατυχήματος και του εξ αυτού τραυματισμού του και του ποσοστού της αναπηρίας του (20%), ανέρχεται στο ποσό των 30.000 ευρώ, ποσό, που μετά στάθμιση των κατά νόμο στοιχείων, κρίνεται εύλογο.
Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που, με την εκκαλουμένη απόφαση (2568/2019), έκρινε ότι ο ενάγων δικαιούται χρηματικής παροχής κατ' άρθρο 931 του ΑΚ, ύψους 30.000 ευρώ, ορθά εφάρμοσε το νόμο και τις αποδείξεις εκτίμησε, και τα όσα αντίθετα ισχυρίζεται η εκκαλούσα με το σχετικό λόγο της εφέσεώς της πρέπει να απορριφθούν ως κατ' ουσία αβάσιμα.
Εξάλλου ο ενάγων, λόγω του τραυματισμού του και των συνεπειών του εξ αυτού, υπέστη ηθική βλάβη. Λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες του ατυχήματος, την έλλειψη ποσοστού συντρέχοντος πταίσματος αυτού στην επέλευση του ατυχήματος και του τραυματισμού του, το είδος και τη βαρύτητα του τραυματισμού του, τη ψυχική και σωματική του ταλαιπωρία που δοκίμασε κατά το διάστημα νοσηλείας του και της χειρουργικής επεμβάσεως που υποβλήθηκε, του ποσοστού μόνιμης μερικής αναπηρίας του (20%) και των εξ αυτής συνεπειών της στην οικονομική και κοινωνική του ζωή, καθώς και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση του ενάγοντος, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η οικονομική κατάσταση της δεύτερης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική (...) δικαιούται χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ύψους 40.000 ευρώ, ποσό, που μετά τη στάθμιση των κατά νόμο στοιχείων, κρίνεται εύλογο.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που, με την εκκαλουμένη απόφαση (2568/2019), επιδίκασε στον ενάγουσα για την ως άνω αιτία το ποσό των 50.000 ευρώ, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, καθότι έπρεπε να επιδικάσει το ως άνω επιδικαζόμενο ποσό, γενομένου δεκτού εν μέρει ως κατ' ουσία βάσιμου του σχετικού λόγου εφέσεως της εκκαλούσας....''.
Με τις σκέψεις του αυτές, το Εφετείο, εξαφάνισε τη πρωτόδικη απόφαση κατά το κεφάλαιο περί επιδίκασης στον ενάγοντα χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης από το άρθρο 932 του ΑΚ και, κρίνοντας ότι έπρεπε να του επιδικασθεί μικρότερο, του επιδικασθέντος πρωτοδίκως, χρηματικό ποσό για την αξίωσή του αυτή (932 του ΑΚ), δέχθηκε, εν μέρει την ένδικη αγωγή και αναγνώρισε ότι η εναγόμενη οφείλει να καταβάλει στον ήδη αναιρεσίβλητο-ενάγοντα, τα ως άνω ποσά ως αποζημίωση κατ` άρθρα 931 και 932 του ΑΚ.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δηλαδή με το να καθορίσει στον αναιρεσίβλητο-ενάγοντα: α) για χρηματική του παροχή εκ του άρθρου 931 του ΑΚ το ποσό των 30.000 ευρώ και β) για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης του (παθόντος) το ποσό των 40.000 ευρώ, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι τα ποσά αυτά, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, δεν υπερβαίνουν και μάλιστα καταφανώς, εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης (άρθρ. 932 του ΑΚ) και χρηματικής παροχής εκ του άρθρου 931 του ΑΚ.
Τέλος, με βάση τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, μη απαιτούμενης της παράθεσης και άλλων, αλλά και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που δικαιολογούν το ανωτέρω αποδεικτικό του πόρισμα και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή ή μη των πιο πάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 931 και 932 του ΑΚ, τα οποία η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες.
Επομένως, είναι αβάσιμοι οι πρώτος και δεύτερος (κατά το πρώτο σκέλος του από τον αριθ. 19), από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους η αναιρεσείουσα, με την επίκληση των διατάξεων αυτών, αποδίδει στη προσβαλλόμενη απόφαση τις αιτιάσεις ότι, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και καθ` υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, το Εφετείο, κατά την εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 931 και 932 του ΑΚ, καθώς και εκείνων των άρθρων 2 παρ. 1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος, επιδίκασε σ` αυτόν, ως εύλογη χρηματική παροχή-αποζημίωση και ως χρηματική του ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, από το τραυματισμό του, τα προαναφερόμενα ποσά, τα οποία όμως είναι καταφανώς μεγαλύτερα, εκείνων που επιδικάζονται σε ανάλογες περιπτώσεις και προκύπτουν από τις συνθήκες της αδικοπραξίας (του τροχαίου ατυχήματος), με βάση τα αναφερόμενα στην απόφαση προσδιοριστικά κριτήρια για τον καθορισμό αυτών.
Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β' του ΚΠολΔ ορίζεται ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ` αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο είτε για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, δηλ.
για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν κατά το άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 8/2005). Όμως η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του εδ.
β` του αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτήν αναιρετικό λόγο, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνος δικαίου για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι στο κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς.
Αντίθετα, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 8/2005, ΑΠ 687/2024, ΑΠ 224/2023, ΑΠ 1493/2022, ΑΠ 551/2020, ΑΠ 79/2018, ΑΠ 1333/2018).
Συνεπώς, η παραβίαση των διδαγμάτων κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή των αποδεδειγμένων πραγματικών γεγονότων σε αυτούς (Ολ.ΑΠ 2/2008, ΑΠ 687/2024, ΑΠ 1519/2023, ΑΠ 909/2022, ΑΠ 548/2021, ΑΠ 45/2019). Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο:
α) τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου έγινε ή δεν έγινε εσφαλμένη χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, γ) η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας που το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε και δ) η προβαλλόμενη ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα.
Διαφορετικά, ο λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1519/2023, ΑΠ 164/2021, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 70/2020, ΑΠ 515/2018, ΑΠ 755/2018, ΑΠ 704/2017). Στη περίπτωση δε που η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε επί της ουσίας, πρέπει να παρατίθενται και οι σχετικές παραδοχές αυτής, όπου η επικαλούμενη ως άνω παράβαση(ΑΠ 1519/2023, ΑΠ 109/2020).
Στην ερευνώμενη υπόθεση, με το δεύτερο αναιρετικό λόγο, κατά το δεύτερο σκέλος του, η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία ψέγει τη προσβαλλόμενη απόφαση και για τη πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. β`του ΚΠολΔ, με την αναφορά και μόνο ότι "κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. β' του ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, δηλαδή την εξειδίκευση αόριστων νομικών εννοιών ή την υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς".
Ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού για τη θεμελίωσή του δεν διαλαμβάνονται, στο αναιρετήριο, ποια διδάγματα κοινής πείρας εσφαλμένα δεν εφαρμόσθηκαν από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ο κανόνας δικαίου, στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα, καθώς και ο τρόπος, κατά τον οποίο παραβιάστηκαν τα διδάγματα αυτά (ΑΠ 1519/2023).
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι αόριστοι, απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, ούτε όμως και οι λόγοι έφεσης που αφορούν ισχυρισμούς αρνητικούς της αγωγής (ΑΠ 687/2024, ΑΠ 1101/2023, ΑΠ 1051/2023, ΑΠ 1209/2023, ΑΠ 163/2022, ΑΠ 194/2021).
Δεν ιδρύεται, δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, ως απαράδεκτο ή αβάσιμο, γεγονός που σημαίνει ότι τον έλαβε υπόψη (Ολ.ΑΠ 14/2004, ΑΠ 687/2024, ΑΠ 1209/2023, ΑΠ 14/2021, ΑΠ 15/2021, ΑΠ 595/2020, ΑΠ 1106/2019), ανεξάρτητα αν ύστερα από την εκτίμησή του καταλήξει σε έστω και εσφαλμένη για τα "πράγματα" κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 687/2024, ΑΠ 1209/2023, ΑΠ 554/2020, ΑΠ 677/2015), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΑΠ 1209/2023, ΑΠ 3/2021, ΑΠ 694/2020, ΑΠ 90/2019) ή στη περίπτωση που το δικαστήριο τον απέρριψε ακόμη και σιωπηρώς, όταν είναι φανερό ότι όντως τον απέρριψε (ΑΠ 163/2022, ΑΠ 98/2020, ΑΠ 7/2020).
Για να είναι ορισμένος ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρονται σ' αυτόν "τα πράγματα", που παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο, παρότι είχαν προταθεί νομίμως από τον αναιρεσείοντα, καθώς και τα στοιχεία εκείνα από τα οποία θα κρινόταν αν τα "πράγματα" είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 687/2024, ΑΠ 804/2023, ΑΠ 855/2022, ΑΠ 161/2017, ΑΠ 173/2017, ΑΠ 99/2016).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο όρος "πράγματα" είναι ταυτόσημος του αντίστοιχου όρου του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, όπως αυτός αναλύθηκε παραπάνω δηλαδή θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποία αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξή του γι' αυτά, όχι όμως και οι αρνητικοί, των ουσιωδών κατά τα άνω ισχυρισμών, ισχυρισμοί του διαδίκου ή τα επιχειρήματα των διαδίκων ή τα συμπεράσματα του δικαστηρίου και των διαδίκων από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Ο ανωτέρω λόγος θεμελιώνεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται "πράγματα", χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξή του γι` αυτά. Δεν απαιτείται όμως η επί μέρους αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων ή η εξειδίκευση των εγγράφων, ούτε η ιδιαίτερη αναφορά των εγγράφων που λήφθηκαν υπόψη για άμεση ή έμμεση απόδειξη και μάλιστα σε σχέση με συγκεκριμένο ισχυρισμό, προκειμένου το δικαστήριο της ουσίας να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα (Ολ.ΑΠ 25/2003, Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 687/2024, ΑΠ 605/2023, ΑΠ 23/2023, ΑΠ 1209/2023, ΑΠ 18/2021, ΑΠ 255/2020).
Ο λόγος είναι αβάσιμος, αν από την απόφαση του δικαστηρίου προκύπτει ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα τούτο στηρίχτηκε στις αποδείξεις που προσήχθησαν, χωρίς να είναι ανάγκη να αξιολογεί ή να αντικρούει, ειδικά, κάθε αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 687/2024, ΑΠ 23/2023, ΑΠ 1101/2023, ΑΠ 1209/2023, ΑΠ 1343/2022, ΑΠ 454/2022, ΑΠ 1525/2021, ΑΠ 799/2020).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει τη κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους (Ολ.ΑΠ 8/2016, Ολ.ΑΠ 2/2008, ΑΠ 687/2024, ΑΠ 1230/2023, ΑΠ 1229/2023, ΑΠ 136/2022, ΑΠ 83/2021, ΑΠ 50/2020).
Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 687/2024, ΑΠ 380/2023, ΑΠ 1229/2023, ΑΠ 889/2020, ΑΠ 498/2018, ΑΠ 208/2018).
Στην ερευνώμενη υπόθεση, η αναιρεσείουσα, με το τρίτο αναιρετικό λόγο, επικαλούμενη τα παρακάτω έγγραφα και δη: 1) Δελτίο συμβάντων της Τροχαίας Ελληνικού, 2) Έκθεση αυτοψίας της τροχαίας Καλλιθέας Αττικής, 3) σχεδιάγραμμα της Τροχαίας, 4) η από 18-6-2017 έκθεση ένορκης εξέτασης του ενάγοντος, 5) έγγραφο μέτρησης αλκοτέστ( με αλκοολόμετρο) των εμπλακέντων οδηγών, 6) έγγραφο του ΕΦΚΑ προς την εταιρεία, 7) το με αριθμ.
πρωτ. 03/04/20281/4-7-2017 πιστοποιητικό νοσηλείας του Γενικού Νοσοκομείου Αθηνών "ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ", 8) το με αριθμ. πρωτ. 03/04/20281/17-7-2017 πιστοποιητικό νοσηλείας του Γενικού Νοσοκομείου Αθηνών ''ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ", 9) ιατρική γνωμάτευση της κλινικής ''...'', 10) μαγνητική τομογραφία της κλινικής ''...", 11) αξονική τομογραφία της κλινικής ''...'', 12) ιατρική γνωμάτευση του ιατρού της εταιρείας, ο οποίος εξέτασε τον ενάγοντα, 13) την με αριθ.
έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Β. Ζ. και 14) την ιατρική γνωμάτευση του τεχνικού συμβούλου Γ. Κ., προσάπτει στη προσβαλλόμενη απόφαση, με αριθμητική και μόνο επίκληση, τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 8, 10, 11 και 13 (ορθώς και όχι 12) αντίστοιχα, του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ότι δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, ότι δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν και ότι παραβίασε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος απόδειξης.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί, διότι όπως προεκτέθηκε τα αποδεικτικά μέσα, άρα και τα ως άνω επικαλούμενα έγγραφα, δεν αποτελούν πράγματα κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων των αριθ. 8 και 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (ΑΠ 786/2019). Αν πάλι ο λόγος αυτός εκτιμηθεί ότι υπάγεται ορθά στη πλημμέλεια του αριθμού 11 περ.
γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και πάλι πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος διότι η αναιρεσείουσα δεν προσδιορίζει, όπως απαιτείται για τη πληρότητα προβολής μίας τέτοιας πλημμέλειας, τα στοιχεία που εξατομικεύουν αυτά τα έγγραφα (ΑΠ 786/2019), πλέον του ότι, όπως προκύπτει από την ενυπάρχουσα στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης διαβεβαίωση ότι συνεκτιμήθηκαν " ..
η ένορκη κατάθεση του μάρτυρος του ενάγοντος που περιέχεται στα με αριθμ. 1049/2019 πρακτικά του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, από την με αριθμ. 138/2019 έκθεση ιατρικής πραγματογνωμοσύνης του Β. Ζ., χειρουργού-ορθοπεδικού, που διορίσθηκε με την με αριθμ. 1049/2019 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και από όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται τα έγγραφα της σχηματισθείσας ποινικής δικογραφίας και προσκομιζόμενες με επίκληση φωτογραφίες των οποίων δεν αμφισβητείται η γνησιότητα .." σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενό της, καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα παραπάνω φερόμενα ως αγνοηθέντα έγγραφα, χωρίς να υποχρεούται το Δικαστήριο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση αυτών και καθενός εγγράφου, με την επισημείωση ότι στη προσβαλλόμενη απόφαση γίνεται ρητή αναφορά και περιγράφονται τα συναγόμενα από τα εν λόγω έγγραφα συμπεράσματα.
Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην επικαλούμενη, με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, πλημμέλεια από τον αριθμό 11 εδ. γ`του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, δηλ. της μη λήψης υπόψη αποδεικτικού μέσου νομίμως προσκομισθέντος και επικληθέντος. Η, δια του ερευνώμενου δε λόγου, προβαλλόμενη περαιτέρω αιτίαση ότι από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, κρίνεται απαράδεκτη καθόσον, με την επίκλησή της πλήττεται η ανέλεγκτη, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αναιρετικά αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην ως άνω νομική σκέψη.
Τέλος, ο λόγος αναίρεσης με τον οποίο η αναιρεσείουσα, με αριθμητική απλώς μνεία, επικαλείται τη πλημμέλεια από τον αριθ. 13 (και όχι εσφαλμένα 12) του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, χωρίς την παράθεση αντίστοιχου πραγματικού, είναι απορριπτέος ως αόριστος (ΑΠ 804/2023, ΑΠ 1230/2023, ΑΠ 235/2019, ΑΠ 209/2019, ΑΠ 1186/2012). Μετά τα παραπάνω, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του, κατατεθέντος για την άσκηση αυτής, παραβόλου, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ όπως ισχύει και εφαρμόζεται στη προκειμένη υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-10-2022 (αριθ. έκθ. κατάθ. 7785/859/2022), αίτηση για αναίρεση της με αριθ. 4441/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που κατέθεσε η αναιρεσείουσα, για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Ιουλίου 2024.
O ΠΡΟΕΔΡEΥΩΝ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ