Supreme Court dismisses appeal against lower court's assessment of evidence in a property protection lawsuit.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the shipping company's appeal against the First Instance Court's rejection of its claim for protection of movable property. The appellant argued that the appellate court failed to consider specific emails and legal documents submitted during the proceedings. The court rejected this claim, stating that the lower court had duly examined all evidence and its evaluation of facts is legally unreviewable under Article 561 of the Code of Civil Procedure.
Legislator headnote
AI generatedArticles 561(1) and 495(3) of the Code of Civil Procedure; The appellate court's review of the lower court's assessment of evidence is legally unreviewable unless there is a clear error in the evaluation of facts.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1033 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1033/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Σοφία Πολύζου-Θεοχαρίδη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 17 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Εξωχώριας ανώνυμης ναυτιλιακής εταιρείας με την επωνυμία "..." και το δ.τ. "...", που εδρεύει στη ... και δυνάμει των διατάξεων του ν. 89/1967 είναι νόμιμα εγκατεστημένη στην Ελλάδα στο ..., ..., με ΑΦΜ ..., και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον δικηγόρο Βασίλειο Σκαρτσούνη, ο οποίος δήλωσε ότι παρίσταται μόνο για την υποβολή αιτήματος αναβολής.
Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Π. του Λ., δικηγόρου, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής του ιδιότητας και κατέθεσε προτάσεις.
Στο σημείο αυτό, ο δικηγόρος της ως άνω αναιρεσείουσας Βασίλειος Σκαρτσούνης, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, ζήτησε την αναβολή της συζήτησης της κρινόμενης αίτησης σε μεταγενέστερη δικάσιμο, για τους λόγους που ανέπτυξε. Το Δικαστήριο, αφού διασκέφθηκε με την παρουσία και του Γραμματέα του, απέρριψε το αίτημα αναβολής και διέταξε την πρόοδο της δίκης.
Στο σημείο αυτό, εμφανίστηκε ο δικηγόρος Γεώργιος Γεωργούλας και, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε ότι εκπροσωπεί την αναιρεσείουσα ως πληρεξούσιος δικηγόρος της και ζήτησε την αναβολή της συζήτησης της κρινόμενης αίτησης σε μεταγενέστερη δικάσιμο, για τους λόγους που ανέπτυξε. Το Δικαστήριο, αφού διασκέφθηκε με την παρουσία και του Γραμματέα του, απέρριψε το αίτημα αναβολής και διέταξε την πρόοδο της δίκης. Κατόπιν τούτου, ο ίδιος ως άνω πληρεξούσιος δικηγόρος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-5-2017 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8844/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3803/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27-7-2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο αναιρεσίβλητος την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 27-7-2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, με αριθμό 3803/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε την έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της 8844/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί αγωγή προστασίας της νομής κινητού της αναιρεσείουσας κατά του αναιρεσιβλήτου. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ.1 ΚΠολΔ, 74 παρ. 1 ν. 4690/2020), πρέπει δε να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔικ).
Από τη διάταξη του άρθρου 974 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας του αν ασκεί την εξουσία αυτού με διάνοια κυρίου, προκύπτει ότι προς απόκτηση της νομής πάνω στο πράγμα απαιτείται η συνδρομή δύο στοιχείων στο πρόσωπο του αποκτώντος δηλαδή το σωματικό (corpus) και το ψυχικό (animus).
Και το πρώτο μεν εκδηλώνεται με τηνφυσική εξουσία επί του πράγματος (κατοχή) κατά τρόπο που αποκλείει άλλον από αυτήν, το δε δεύτερο εξωτερικεύεται με τη μεταχείριση του πράγματος κατά τρόπο που προσιδιάζει σε κύριο αυτού. Η ταυτόχρονη κατά κανόνα συνύπαρξη (με εξαίρεση την πλασματική κτήση της νομής) των δύο αυτών στοιχείων είναι δημιουργική του προστατευόμενου από το ισχύον δίκαιο δικαιώματος της νομής.
Ειδικότερα, φυσική εξουσία είναι η άσκηση πράξεων που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του πράγματος, ώστε, κατά την αντίληψη των συναλλαγών, να θεωρείται ότι αυτό βρίσκεται κατά τρόπο σταθερό στη διάθεση του νομέα. Υπάρχει, επίσης, όταν ο νομέας δεν βρίσκεται σε διαρκή σωματική επαφή με το πράγμα, αλλά έχει την εποπτεία του τελευταίου και τη δυνατότητα άσκησης φυσικής εξουσίας πάνω σε αυτό κάθε στιγμή.
Η διάνοια κυρίου ακόμη εκδηλώνεται με τη μεταχείριση του πράγματος με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε να το μεταχειριστεί ο ιδιοκτήτης, χωρίς να απαιτείται απαραίτητα και να κατευθύνεται η πρόθεση του νομέα σε έννομη κτήση της κυριότητας, ούτε και να έχει αυτός την πεποίθηση ότι έχει κυριότητα (opinio domini).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 974, 984 § 1 και 987 εδάφιο α' ΑΚ προκύπτει ότι στοιχεία της αγωγής περί αποβολής από τη νομή, στην οποία μπορεί να σωρευθεί και αναγνωριστική αγωγή, είναι η νομή του ενάγοντα πάνω στο πράγμα κατά το χρόνο της αποβολής και της άσκησης της αγωγής και η προσβολή αυτής από τον εναγόμενο με αποβολή που έγινε παράνομα και χωρίς τη θέληση του νομέα - ενάγοντα.
Ως αποβολή νοείται η αφαίρεση της καθολικής φυσικής εξουσίας σε όλο το πράγμα ή σε μέρος αυτού. Η συνδρομή της αποβολής από τη νομή κρίνεται, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, με βάση τα αμέσως πιο πάνω στοιχεία, ενώ ο χρόνος, ο τρόπος και η αιτία απόκτησης της νομής δεν αποτελούν στοιχεία της σχετικής αγωγής.
Είναι, δηλαδή, αδιάφορο επί πόσο χρόνο πριν από την αποβολή νεμόταν ο ενάγων το πράγμα, όπως, επίσης, και με ποιο τρόπο αποκτήθηκε η νομή (εφόσον η νομή δεν είναι επιλήψιμη έναντι του εναγομένου) και από ποια αιτία, ούτε, τέλος, είναι αναγκαία η αιτιολογία και του τρόπου κτήσης της κυριότητας των απώτερων δικαιοπαρόχων του ενάγοντα.
Τέλος, κατά τις διατάξεις των άρθρων 976 και 983 ΑΚ η νομή αποκτάται είτε με παράδοση αυτής στον αποκτώντα με τη βούληση του έως τώρα νομέα ή και με μόνη τη μεταξύ τους συμφωνία για μεταβίβαση αυτής, εφόσον ο αποκτών είναι σε θέση vα ασκεί την εξουσία πάνω στο πράγμα, είτε με κληρονομική διαδοχή (ΑΠ 1079/2019, ΑΠ 7/2017, ΑΠ 26/2015).
Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 1551/2018, ΑΠ 130/2016).
Για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, στη δε περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005).
Μάλιστα, δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με τη προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 1551/2018, ΑΠ 1572/2017).
Περαιτέρω, ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης τα περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε όταν υφίστανται ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται σαφώς (ΟλΑΠ 1/1999, ΟλΑΠ 24/1992).
Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που συνέχονται με τη συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχή, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, οπότε ο σχετικός λόγος απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1099/2020, ΑΠ 563/2020, ΑΠ321/2019, ΑΠ 842/2014).
Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ), πρέπει να αναφέρονται ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου σε σχέση με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης με πληρότητα και σαφήνεια, σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών, ποιο δηλαδή στοιχείο αναγκαίο για την επάρκειά τους λείπει και σε τι συνίσταται η αντίφαση των αιτιολογιών και από ποια αντιτιθέμενα μέρη τους προκύπτει (ΑΠ 825/2020, ΑΠ 31/2019, ΑΠ 115/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, μετ' ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, αναφορικά με την ένδικη υπόθεση, τα εξής: "Από όλα ανεξαιρέτως τα επικαλούμενα και νομοτύπως προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, εκτιμώμενα αυτοτελώς ως έγγραφα ή ως δικαστικά τεκμήρια, αποδείχθηκαν πλήρως, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, τα ακόλουθα πραγματικά γεγονότα:
Ο εναγόμενος, που είναι δικηγόρος, εγγεγραμμένος στον Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών, κατά το χρονικό διάστημα από τον Ιούνιο του 2014 έως τον Ιούλιο του 2015 υπήρξε πληρεξούσιος δικηγόρος του Β. Ρ. με σύμβαση εντολής και πληρεξουσιότητας και χειρίστηκε διάφορες υποθέσεις αυτού και των εταιριών του ομίλου του αστικής, ποινικής και διοικητικής φύσεως.
Η ενάγουσα ανώνυμη ναυτιλιακή εταιρία, κύριος μέτοχος της οποίας είναι ο Β. Ρ., στις 18-3- 2015 αγόρασε αντί τιμήματος 52.500 ευρώ από την εταιρία με την επωνυμία "....", επίσημο έμπορο της ..., εκδοθέντος σχετικά του με αριθμό .../18-3-2015 τιμολογίου πώλησης αυτής, ένα Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής BMW, τύπου 520D, 1995 cc, με αριθμό πλαισίου ..., χρώματος λευκού και στις 20-3-2015 εκδόθηκε η άδεια κυκλοφορίας του στο όνομα της ενάγουσας και έλαβε αριθμό κυκλοφορίας ....
Αμέσως μετά την από μέρους της απόκτηση του ανωτέρω αυτοκινήτου και δη περί τα τέλη Μαρτίου του 2015, η διοίκηση της ενάγουσας, όπως η ίδια συνομολογεί με τις προτάσεις της, αποδέχθηκε σχετικό αίτημα του κυρίου μετόχου αυτής Β. Ρ. και παρέδωσε το αυτοκίνητο στον εναγόμενο, για να το κυκλοφορεί αποκλειστικά ο ίδιος και να εξυπηρετεί τις ανάγκες του, αφού προηγουμένως προέβη η ίδια σε σύμβαση μικτής ασφάλισής του με την εταιρία "...", καλύπτοντας τόσο την έναντι των τρίτων αστική ευθύνη από ζημίες προκληθείσες κατά την κυκλοφορία του όσο και τον κίνδυνο εξ ιδίων ζημιών, έναντι ετησίου ασφαλίστρου 1.110,16 ευρώ.
Στις 16 Ιουλίου 2015 ο Β. Ρ., με σχετική επιστολή, που απέστειλε στον εναγόμενο δικηγόρο του, του δήλωσε ότι δεν επιθυμεί πλέον τη συνεργασία τους και ανακάλεσε κάθε σχετική εντολή, που του είχε δώσει μέχρι τότε, ζητώντας του να παραδώσει στη συνεργάτιδά του Μ. Δ. το σύνολο των φακέλων των υποθέσεών του, που μέχρι τότε χειριζόταν το γραφείο του και να τον ενημερώσει για την ύπαρξη κάποιου υπολοίπου αμοιβής του, ώστε να προβεί σε εξόφληση για τις μέχρι τότε παρασχεθείσες υπηρεσίες του.
Ουδέν αναφέρθηκε στην ως άνω επιστολή για απόδοση του ανωτέρω αυτοκινήτου στην ενάγουσα εταιρία του ομίλου των εταιριών της οικογένειας Ρ.. Αντιθέτως, στις 9 Οκτωβρίου 2015 ο Β. Ρ. απέστειλε με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο στον εναγόμενο δικηγόρο, δια της ίδιας ως άνω συνεργάτιδας του Μ. Δ., επιστολή, αναφερόμενος στην χθεσινή τους συνάντηση (8-10-2015) και τον ενημέρωσε, σύμφωνα με όσα συμφώνησαν κατά την προηγηθείσα συνάντηση τους, μεταξύ άλλων, επί λέξει ότι "1.
Το αργότερο τη Δευτέρα 12-10-2015 όλοι οι φάκελοι των υποθέσεων του Ομίλου Ρ. θα παραδοθούν στη δικηγόρο Μ. Δ.. 2. Όπως σας είπα και κατ' ιδίαν επιθυμώ την περαιτέρω συνεργασία με το γραφείο σας όσον αφορά την υπόθεση των όπλων, που εκκρεμεί ενώπιον του Β' Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, δικάσιμος 23-10-2015 καθώς και στην υπόθεση των Δημοσίων Δασικών...4.
Σήμερα θα γίνει η μεταβίβαση του οχήματος, οπότε παρακαλώ ενημερώστε με σε ποιο όνομα θα πραγματοποιηθεί. 5. Ο κ. Γ. Ρ. θα φέρει το υπόλοιπο που συμφωνήσαμε και έτσι εξοφλούμε έως και σήμερα την όποια οικονομική εκκρεμότητα. Επισυνάπτω, για λόγους τάξης και τον κατάλογο με τα καταβληθέντα χρηματικά ποσά που σας παρέδωσα και κατ' ιδίαν".
Όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη με επίκληση από τον εναγόμενο απόδειξη στις 12 Οκτωβρίου 2015 αυτός παρέδωσε στη δικηγόρο Μ. Δ., που ενεργούσε για λογαριασμό του Β. Ρ., το σύνολο των αναφερομένων στην απόδειξη αυτή σαράντα επτά (47) φακέλων- δικογραφιών, που αφορούσαν τον ανωτέρω εντολέα του. Πλην όμως, το ανωτέρω αυτοκίνητο δεν μεταβιβάσθηκε κατά κυριότητα από την ενάγουσα στον εναγόμενο, όπως αναφερόταν στο θέμα (4) της ως άνω επιστολής του κυρίου μετόχου της Β.
Ρ. προς αυτόν. Παρά ταύτα ο εναγόμενος συνέχισε να κατέχει και να χρησιμοποιεί αποκλειστικά ο ίδιος το αυτοκίνητο, εμπλεκόμενος μάλιστα και σε δύο ασφαλιστικά συμβάντα μετά από το γεγονός αυτό, ήτοι στις 29-12-2015 και στις 3-6-2016, χωρίς η ενάγουσα να επιδιώξει την ανάκτησή του, παρότι κατέβαλε τα ασφάλιστρα, όπως προαναφέρθηκε, ενώ ήδη ο εναγόμενος είχε εμπλακεί και σε άλλο τροχαίο ατύχημα στις 28-9-2015.
Μετά την παρέλευση δεκατεσσάρων (14) και πλέον μηνών από την ανάκληση της εντολής του κυρίου μετόχου της Β. Ρ. προς τον εναγόμενο, που όπως προαναφέρθηκε έγινε στις 16-7-2015, η ενάγουσα αξίωσε από τον τελευταίο, με την από 27 Οκτωβρίου 2016 εξώδικη διαμαρτυρία, πρόσκληση και δήλωση της, να της επιστρέψει το αυτοκίνητο, επικαλούμενη ως λόγο επιστροφής αυτού την εύρυθμη λειτουργία και αναδιοργάνωση- του στόλου της.
Με την από 1-11-2017 εξώδικη απάντησή του, που κοινοποίησε στην ενάγουσα στις 2-11-2017, ο εναγόμενος της γνωστοποίησε και της υπενθύμισε, διαμαρτυρόμενος για την εξώδικο της, ότι ο κύριος μέτοχος της Β. Ρ. του είχε παραδώσει το ανωτέρω αυτοκίνητο ως δώρο για τις επιτυχίες, που αυτός είχε ως δικηγόρος κατά το χειρισμό πλήθους πολιτικών, ποινικών και διοικητικών υποθέσεών του και ότι στη συνέχεια, ο ως άνω δωρητής, επικαλούμενος στενότητα ρευστού χρήματος προς καταβολή της αμοιβής, που αυτός δικαιούνταν ως δικηγόρος του, του πρότειναν αυτός και η ενάγουσα να δεχθεί συνυπολογισμό της αξίας του αυτοκινήτου στην αμοιβή του και αυτός δέχθηκε.
Αρνήθηκε δε, κατόπιν αυτών, να επιστρέψει το επίδικο αυτοκίνητο στην ενάγουσα. Δεν αντιποιήθηκε όμως τη νομή της ενάγουσας με την ανωτέρω άρνησή του, αφού σύμφωνα με τα ανωτέρω αποδειχθέντα, η ίδια η ενάγουσα του παρέδωσε τη νομή του αυτοκινήτου, μετά από υπόδειξη του κυρίου μετόχου της Β. Ρ. και συμφώνησε και η ίδια να του το μεταβιβάσει ως μέρος της οφειλόμενης σε αυτόν, από τον ως άνω κύριο μέτοχο της, δικηγορικής αμοιβής για την παροχή των νομικών του υπηρεσιών προς τον ίδιο προσωπικά και σε εταιρίες του ομίλου του.
Ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι παραχώρησε προσωρινά και κατά χρήση μόνο στον εναγόμενο το ανωτέρω αυτοκίνητο δεν αποδείχθηκε από κάποιο αποδεικτικό μέσο. Εξάλλου, αν του το είχε παραδώσει μόνο κατά χρήση, όπως αβασίμως ισχυρίζεται, για να εξυπηρετείται ο εναγόμενος ως δικηγόρος και συνεργάτης του κυρίου μετόχου της Β.
Ρ., δεν θα του το άφηνε στην κατοχή του για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο του έτους μετά τη λήξη της συνεργασίας του κυρίου μετόχου της με αυτόν. Ούτε θα ανεχόταν να το χρησιμοποιεί ο εναγόμενος και να εμπλέκεται σε τροχαία συμβάντα κατά το διάστημα αυτό, που καμία έννομη σχέση δεν τον συνέδεε πλέον με τον κύριο μέτοχο της, αλλά θα επιδίωκε από τον Ιούλιο του 2015.
που ανακλήθηκε η προς αυτόν εντολή του Β. Ρ., την ανάκτηση της νομής του. Από το γεγονός δε, ότι στην προαναφερθείσα από 9-10-2015 επιστολή του προς τον εναγόμενο ο Β. Ρ. του δηλώνει ξεκάθαρα ότι η μεταβίβαση του οχήματος θα γίνει "σήμερα", χωρίς να διατυπώνει την αίρεση καταβολής κάποιου ποσού από τον εναγόμενο, αλλά απεναντίας του δηλώνει επιπροσθέτως ότι το υπόλοιπο οφειλόμενο εκ μέρους αυτού ποσό προς τον εναγόμενο θα του το παραδώσει ο Ι.
Ρ., ώστε να μην υπάρχει μεταξύ τους οικονομική εκκρεμότητα, αναιρείται η βασιμότητα του ισχυρισμού της ενάγουσας ότι η ως άνω αναφερόμενη μεταβίβαση του αυτοκινήτου προς τον εναγόμενο θα γινόταν κατόπιν καταβολής τιμήματος εκ μέρους του, ύψους 63.000 ευρώ. Επίσης, ο ισχυρισμός της αυτός δεν κρίνεται πειστικός και εκ του ότι δεν αντέχει στη λογική να συμφώνησε ο εναγόμενος να καταβάλλει τίμημα για την απόκτηση του εν λόγω αυτοκινήτου κατά 11.500 ευρώ υψηλότερο εκείνου που κατέβαλε η ενάγουσα για την αγορά του επτά μήνες πριν από την αποστολή σε αυτόν της ανωτέρω επιστολής.
Η κρίση του Δικαστηρίου ότι το επίδικο αυτοκίνητο αποτέλεσε μέρος της αμοιβής του εναγομένου για τις νομικές υπηρεσίες του προς τον κύριο μέτοχο της ενάγουσας Β. Ρ., εν γνώσει της ενάγουσας και με τη βούληση αυτής, επιβεβαιώνεται και από το περιεχόμενο της από 1 Νοεμβρίου 2015 προσωπικής-εμπιστευτικής επιστολής του νυν πληρεξουσίου δικηγόρου της ενάγουσας Γ.
Γ. προς τον εναγόμενο, του οποίου αυτός υπήρξε κατά το παρελθόν συνεργάτης, και με την οποία αξίωνε να του καταβάλει ο εναγόμενος ποσοστό 5% από την αμοιβή, που είχε εισπράξει από τον Β. Ρ. το δικηγορικό γραφείο του εναγομένου. Σε αυτή την επιστολή του ο νυν πληρεξούσιος δικηγόρος της ενάγουσας, υπολογίζοντας το ύψος της αμοιβής του εναγομένου, ώστε να αποδοθεί σε αυτόν το ποσοστό 5% που ζητεί, αθροίζει στα εισπραχθέντα από τον εναγόμενο ποσά από τον Β.
Ρ. και την αξία του επιδίκου αυτοκίνητου, υπολογίζοντάς την σε 63.000 ευρώ. Αποδείχθηκε επομένως, κατά τα ανωτέρω, ότι κατά το χρόνο που ασκήθηκε η ένδικη αγωγή, η ενάγουσα, αν και κυρία του επιδίκου αυτοκινήτου, δεν ήταν νομέας αυτού, αλλά αντιθέτως νομέας του ήταν ο εναγόμενος, αφού παραδόθηκε σε αυτόν από την ενάγουσα η νομή του αυτοκινήτου με τη βούληση της και με απώτερο σκοπό τη μεταβίβαση σε αυτόν και της κυριότητάς του, η οποία, όμως, παρά την παράδοση της νομής του αυτοκινήτου, παραμένει στην ίδια, εφόσον δεν πραγματοποιήθηκε η ως άνω μεταβίβαση.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκρινε ομοίως και, καταλήγοντας στο ίδιο αποδεικτικό πόρισμα, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή, έστω και με συνοπτικότερη αιτιολογία, η οποία όπου είναι αναγκαίο αντικαθίσταται με την παρούσα (534 ΚΠολΔ), δεν έσφαλε κατ' αποτέλεσμα κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, που τέθηκαν υπόψη του.
Επομένως, κρίνονται απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι περί του αντιθέτου λόγοι της έφεσης". Στη συνέχεια το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, απορρίπτοντας ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση της ηττηθείσας πρωτοδίκως ενάγουσας. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο, κατά το πρώτο σκέλος του, από τον αριθμ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι εσφαλμένα δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 187, 189 και 193 παρ. 2 ΑΚ, διότι, ακόμα και αν γινόταν δεκτό ότι υπήρξε πρόταση από τον Β.
Ρ. περί μεταβιβάσεως του επιδίκου αυτοκινήτου στον αναιρεσίβλητο (είτε λόγω πώλησης είτε λόγω δωρεάς/συμπληρωματικής αμοιβής), ουδέποτε επακολούθησε η αποδοχή της από τον ίδιο τον αναιρεσίβλητο ή τρίτο που αυτός θα υποδείκνυε εντός της ταχθείσας από τον πρώτο (Β. Ρ.) προθεσμίας, με αποτέλεσμα η σχετική πρόταση να έχει ουσιαστικά ανακληθεί ή άλλως να απέβαλε το κύρος και την ισχύ της, με συνέπεια να έχουν πλέον εφαρμογή οι προαναφερθείσες διατάξεις.
Με το περιεχόμενο αυτό ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, διότι δεν εκτίθενται στο αναιρετήριο οι πλήρεις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, ήτοι το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση και οδήγησαν στο σχηματισμό του αντίστοιχου αποδεικτικού της πορίσματος, τα οποία, κατ' επιλογή της αναιρεσείουσας, αποσπασματικά και μόνον παρατίθενται.
Σε κάθε δε περίπτωση, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, ως στηριζόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, διότι εν προκειμένω η ένδικη διαφορά δεν αφορά την κυριότητα αλλά τη νομή του επίδικου αυτοκινήτου, αλλά και διότι το Εφετείο, δεχόμενο ότι το επίδικο αυτοκίνητο αποτελεί μέρος της αμοιβής του εναγομένου-αναιρεσίβλητου για τις νομικές υπηρεσίες του προς τον κύριο μέτοχο της ενάγουσας-αναιρεσείουσας, Β.
Ρ., δεν εφάρμοσε τις διατάξεις περί πωλήσεως ή δωρεάς, που αποτελούν προϋπόθεση και για την εφαρμογή των ως άνω επικαλουμένων από την αναιρεσείουσα διατάξεων των άρθρων 187, 189 και 193 παρ. 2 ΑΚ. Περαιτέρω, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του και με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, κατά το τρίτο σκέλος του, από τον αριθμ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι διαλαμβάνει αντιφατικές και ελλιπείς αιτιολογίες για ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Ειδικότερα, σύμφωνα με τους λόγους αυτούς, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, ενώ δέχεται ότι αντίκειται στη λογική να έχει ζητηθεί από τον αναιρεσίβλητο να καταβάλει τίμημα 63.000 ευρώ, ήτοι ποσό μεγαλύτερο εκείνου των 52.500 ευρώ που δαπάνησε η αναιρεσείουσα για την αγορά του επίδικου αυτοκινήτου, στη συνέχεια δέχεται αντιφατικά ως αξία του οχήματος το ποσό των 63.000 ευρώ που αναφέρεται στην από 1-11-2015 επιστολή του πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσείουσας.
Περαιτέρω, κατά τις αιτιάσεις της αναιρεσείουσας η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ δέχεται ότι η μεταβίβαση του επίδικου αυτοκινήτου ουδέποτε συντελέσθηκε, ταυτόχρονα δέχεται αντιφατικά ότι η νομή αυτού παραμένει στον αναιρεσίβλητο εις το διηνεκές και τέλος ότι η αναιρεσιβαλλόμενη δεν περιλαμβάνει αιτιολογία σχετικά με την ευθύνη της αναιρεσείουσας έναντι του αναιρεσίβλητου, ώστε αυτή (αναιρεσείουσα) να πρέπει να απωλέσει τη νομή του επίδικου οχήματος, συγχέοντας ένα νομικό πρόσωπο με ένα φυσικό πρόσωπο και επιπλέον, ενώ αναφέρεται στο Β.
Ρ. ως κύριο μέτοχο της αναιρεσείουσας, στη συνέχεια δέχεται αντιφατικά και αναιτιολόγητα ότι η τελευταία συμφώνησε να παραδώσει τη νομή του επίδικου αυτοκινήτου στον αναιρεσίβλητο, επειδή αυτό δήθεν υποσχέθηκε προσωπικά ο κύριος μέτοχος της Β.ς Ρ.ς. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος, προεχόντως ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, διότι δεν αναφέρονται σ' αυτόν οι διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκαν εκ πλαγίου και στο αναιρετήριο δεν εκτίθενται με πληρότητα, αλλά μόνο αποσπασματικά και με επιλεκτική αναφορά, οι ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε τούτο ως αποδειχθέντα, για να στηρίξει τη φερόμενη ως εσφαλμένη κρίση του.
Σε κάθε δε περίπτωση είναι επίσης απορριπτέος ως απαράδεκτος και διότι οι περιεχόμενες σ' αυτόν αιτιάσεις αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων και τα αντλούμενα από τις ίδιες επιχειρήματα του δικαστηρίου της ουσίας, προκειμένου να στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), το οποίο είναι σαφές, επιπλέον δε οι επικαλούμενες αντιφάσεις οι σχετικές με την αξία του αυτοκινήτου, δεν αφορούν ουσιώδη αυτοτελή ισχυρισμό που επιδρά στη έκβαση της δίκης.
Κατά το άρθρο 559 αριθμ.8 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, ασκούμενοι με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ή με λόγο εφέσεως ή αντεφέσεως, ο οποίος αφορά αυτοτελείς ισχυρισμούς ή άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και εάν αποτελούν περιεχόμενο λόγου εφέσεως, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά. Επίσης, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 559/2020, ΑΠ 559/2018, ΑΠ 950/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο από τον αριθμό 8β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που νομίμως προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα τον ισχυρισμό της ότι κατά τον χρόνο ασκήσεως της ένδικης αγωγής (1-6-2017) νομέας του επιδίκου αυτοκινήτου ήταν η αναιρεσείουσα, αφού με την 64/2017 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, αναγνωρίστηκε η ίδια (αναιρεσείουσα) προσωρινά νομέας του ως άνω αυτοκινήτου και υποχρεώθηκε ο ήδη αναιρεσίβλητος να της το αποδώσει, η δε πιο πάνω απόφαση εκτελέστηκε στις 26-1-2017 και το επίδικο αυτοκίνητο περιήλθε στη νομή της αναιρεσείουσας. Ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος, διότι, από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι το δικάσαν δικαστήριο έλαβε υπόψη του τον ανωτέρω ισχυρισμό της αναιρεσείουσας και τον απέρριψε εκ των πραγμάτων ως αβάσιμο με τον παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων από εκείνα που αυτή επικαλέσθηκε για τη· συγκρότησή του.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 β' ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης, μόνον αν τα διδάγματα αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ'αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας νοούνται οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επαγγελματική ενασχόληση και την επιστημονική έρευνα και έχουν έτσι καταστεί κοινό κτήμα, μπορούν δε να χρησιμοποιηθούν είτε για να διαπιστωθεί έμμεσα η βασιμότητα των αποδεικτέων πραγματικών περιστατικών σε συγκεκριμένη δίκη (άρθρ. 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), είτε για να γίνει, αφού διαπιστωθεί η βασιμότητα αυτών, η υπαγωγή τους σε κανόνες ουσιαστικού δικαίου (άρθρ. 559 αρ. 1 ΚΠολΔ).
Ο προαναφερόμενος αναιρετικός λόγος στοιχειοθετείται, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα, δηλαδή με τρόπο που δεν συνάδει προς τις αρχές της λογικής, ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να ανεύρει, με βάση αυτά, την αληθινή έννοια κανόνα ουσιαστικού δικαίου και, ιδίως, για να εξειδικεύσει αόριστες νομικές έννοιες, που αυτός τυχόν περιέχει, ή για να υπαγάγει ή όχι σ' αυτόν τα εκάστοτε κρίσιμα πραγματικά περιστατικά.
Αντίθετα, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ.4 και 339 ΚΠολΔ, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (Ολ ΑΠ 8/2005, ΑΠ 589/2020).
Για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο: α) τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου έγινε ή δεν έγινε εσφαλμένη χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, γ) η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας που το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε και δ) η προβαλλόμενη ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα.
Διαφορετικά, ο λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 109/2020, ΑΠ 601/2020, ΑΠ 301/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο, κατά το δεύτερο σκέλος του, από τον αριθμ. 1β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας προκειμένου να υπαγάγει τα περιστατικά στον κανόνα δικαίου και να απορρίψει τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι το επίδικο όχημα θα μεταβιβαζόταν στον αναιρεσίβλητο εάν αυτός κατέβαλε το ποσό των 63.000 ευρώ, δεχόμενη εσφαλμένα ότι η αξία του οχήματος ήταν 52.500 ευρώ και ότι αντίκειται στη λογική να συμφώνησε ο αναιρεσίβλητος να καταβάλει τίμημα για την απόκτηση του εν λόγω αυτοκινήτου κατά 11.500 ευρώ υψηλότερου εκείνου που κατέβαλε η αναιρεσείουσα για την αγορά του επτά μήνες πριν από την αποστολή της επιστολής, μη λαμβανομένου υπόψη, εν προκειμένω, ότι η αναιρεσείουσα δεν είναι ο μέσος συναλλασσόμενος αλλά ναυτιλιακή εταιρεία που απολαμβάνει διαφόρων προνομίων, απαλλαγών και ελαφρύνσεων στις συναλλαγές της και στην προμήθεια αγαθών, λόγω του ειδικού καθεστώτος της, ο δε αναιρεσίβλητος θα αγόραζε το επίδικο όχημα στην ίδια τιμή περίπου που του προτάθηκε από την αναιρεσείουσα, εάν ο ίδιος το παράγγελνε και το προμηθευόταν ιδιωτικά.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος, διότι, αφ' ενός μεν τα αναφερόμενα ως διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία το Εφετείο κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας εσφαλμένα χρησιμοποίησε, δεν αποτελούν τέτοια διδάγματα, σύμφωνα με τα αναφερθέντα στη σχετική μείζονα σκέψη, αλλά οι επικαλούμενες αιτιάσεις κατά τον οικείο αναιρετικό λόγο αναφέρονται ευθέως στην εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, οι οποίες όμως δεν υπόκεινται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθ. 561 παρ.1 του ΚΠολΔ), αφ' ετέρου δε λόγω αοριστίας, αφού δεν αναφέρεται ποιος είναι ο αντίστοιχος κανόνας ουσιαστικού δικαίου για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου έγινε χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας για την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας στον κανόνα αυτό.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός στηρίζεται στην παράβαση του καθιερωμένου με το άρθρο 106 ΚΠολΔικ συστήματος συζητήσεως, κατά το οποίο ο δικαστής αποφασίζει με βάση εκείνα που έχουν προταθεί και αποδειχθεί. Ειδικότερα, ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχθηκε "πράγματα", ήτοι αυτοτελείς ισχυρισμούς που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει έστω και γενικά από ποια μέσα άντλησε την απόδειξη αυτή. Δεν απαιτείται να αξιολογεί η απόφαση τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξατομικεύει τα έγγραφα, ούτε να αναφέρει ποια έγγραφα λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη (ΑΠ 31/2019, ΑΠ 1473/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον δεύτερο, κατά το τρίτο σκέλος του από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, κατ' εκτίμηση αυτού, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι δέχθηκε χωρίς απόδειξη ότι η αξία του ένδικου αυτοκινήτου ανέρχεται σε 52.500 ευρώ και όχι σε 63.000 ευρώ, όπως απέδειξε η αναιρεσείουσα, οποία απολαμβάνει το καθεστώς, τις φοροαπαλλαγές και τις ελαφρύνσεις των ναυτιλιακών εταιρειών. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος διότι η αξία του ένδικου αυτοκινήτου δεν αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό, ήτοι "πράγμα", κατά την έννοια του ως άνω άρθρου, σε κάθε δε περίπτωση είναι και αβάσιμος διότι όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα αναφορικά με την αξία του αυτοκινήτου, όχι χωρίς απόδειξη, αλλά από τα μνημονευόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες και έγγραφα).
Ο από το άρθρο 559 αρ.20 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο του εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα, προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση υπάρχει μόνο όταν το δικαστήριο υποπίπτει ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος, δηλαδή σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου ("σφάλμα ανάγνωσης") με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, καθόσον στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου.
Η παραμόρφωση του εγγράφου μπορεί να γίνει θετικά, με την εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου ή αρνητικά με την παράλειψη ανάγνωσης κρίσιμων, για το αποδεικτέο γεγονός, φράσεων αυτού, που μπορούν να οδηγήσουν σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα. Για την ίδρυση του λόγου αυτού δεν αρκεί εσφαλμένη ανάγνωση του αποδεικτικού, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ εγγράφου, αλλά πρέπει επί πλέον το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ ΑΠ 2/2008, ΑΠ 728/2020, ΑΠ 330/2016, ΑΠ 1509/2013).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο, κατά το τέταρτο σκέλος του, λόγο της αναίρεσης και με την επίκληση της παραπάνω διατάξεως του αριθμού 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι δέχθηκε σχετικά με την από 8-11-2016 ηλεκτρονική επιστολή του Β. Ρ. προς τον αναιρεσίβλητο, ότι με αυτήν ο πρώτος δηλώνει ξεκάθαρα προς τον τελευταίο ότι η μεταβίβαση του οχήματος θα γίνει "σήμερα", δηλαδή, στις 9-10-2015 (ημερομηνία της επιστολής), χωρίς να διατυπώνει την αίρεση καταβολής κάποιου ποσού από τον αναιρεσίβλητο, αλλά απεναντίας του δηλώνει επιπροσθέτως ότι το υπόλοιπο οφειλόμενο εκ μέρους αυτού ποσό προς τον ίδιο θα του το παραδώσει ο Ι.
Ρ. ώστε να μην υπάρχει μεταξύ τους οικονομική εκκρεμότητα, παραμορφώνοντας το περιεχόμενο της ως άνω ηλεκτρονικής επιστολής, με το να δεχθεί αντίθετα με το αληθινό περιεχόμενο αυτής, που συνίσταται στο ότι ο αναιρεσίβλητος δεν είχε αποφασίσει σε ποιο όνομα θα γινόταν η μεταβίβαση του αυτοκινήτου και ότι η μεταβίβαση αυτού θα γινόταν κατόπιν καταβολής του αντίστοιχου τιμήματος, όπως προκύπτει και από την επισυναπτόμενη στην ως άνω επιστολή λίστα με τα καταβληθέντα χρηματικά ποσά, στο τέλος της οποίας, υπό την κατηγορία "λοιπά", αναγράφεται η φράση "μη καταβολή χρηματικού ποσού αγοράς BMW, σειρά 5 αξίας, 63.000 ευρώ" και κάτωθι αυτής, υπό στοιχείο υπ' αριθ. 2 "σύσταση εγγυοδοσίας ποσού 300.000 ευρώ".
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι η προαναφερθείσα κρίση του δικαστηρίου δεν οφείλεται σε διαγνωστικό λάθος, αλλά αποτελεί εκτίμηση του περιεχομένου του ανωτέρω εγγράφου, το οποίο ορθά αναγνώστηκε, πλην όμως το δικαστήριο κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό, από το θεωρούμενο κατά την αναιρεσείουσα ως ορθό, ενώ, εξάλλου, το αποδεικτικό πόρισμα της αποφάσεως, δεν στηρίχθηκε, κυρίως ή αποκλειστικά, στο έγγραφο αυτό, το οποίο απλώς και χωρίς να το εξαίρει, συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 16 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε, ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο. Για να θεμελιωθεί όμως ο ανωτέρω λόγος προϋποτίθεται, ότι το δικαστήριο της ουσίας επελήφθη αυτεπαγγέλτως ή κατά πρόταση κάποιου από τους διαδίκους της έρευνας για τη συνδρομή ή όχι των συντεταγμένων του δεδικασμένου. Επομένως, είναι ανάγκη η προσβαλλόμενη απόφαση να περιέχει θετική ή αρνητική κρίση για παραδοχή ή όχι του δεδικασμένου (ΑΠ 591/2017). Αντιθέτως, αν στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχεται η οποιαδήποτε κρίση για την ύπαρξη ή ανυπαρξία δεδικασμένου, δεν ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 16, αλλά από τον αριθμό 8 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, υπό την έννοια ότι το δικαστήριο παρέλειψε να ερευνήσει νομίμως προταθέντα ισχυρισμό, ο οποίος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, Για το ορισμένο του αναιρετικού λόγου πρέπει να γίνεται ρητή μνεία στο αναιρετήριο ότι ο σχετικός ισχυρισμός είχε προταθεί νόμιμα και με πληρότητα στο δικαστήριο της ουσίας, συνοδευόμενος από το αίτημα αξιολόγησης του δεδικασμένου κατά την ουσιαστική έρευνα της ένδικης διαφοράς (ΟλΑΠ 1329/1985, ΑΠ 81/2020, ΑΠ 451/2019, ΑΠ 1685/2018, ΑΠ 514/2002).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο, κατά το δεύτερο σκέλος του, από τους αριθμ. 8 και 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, κατ' εκτίμηση αυτού, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, αφ' ενός μεν δεν έλαβε υπόψη του ισχυρισμό, που νομίμως προέβαλε η αναιρεσείουσα με την έφεσή της, περί υπάρξεως δεδικασμένου που προκύπτει από την υπ' αριθμ. 2751/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε τελεσιδίκως επί σχετικής αγωγής του ήδη αναιρεσίβλητου περί καταδίκης της ήδη αναιρεσείουσας σε δήλωση βουλήσεως περί μεταβιβάσεως σ' αυτόν του επίδικου αυτοκινήτου, ότι αυτή δεν νομιμοποιείται παθητικά και ότι δεν έχει αναγνωριστεί δικαίωμα του αναιρεσίβλητου περί οφειλομένης σ' αυτόν αμοιβής, αφ' ετέρου δε ότι παρά το νόμο δεν δέχθηκε ότι υπάρχει δεδικασμένο, που απορρέει από την ως άνω αμετάκλητη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε μεταξύ των ίδιων διαδίκων.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του (αρ. 8), είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της έφεσης της αναιρεσείουσας, δεν προκύπτει ότι αυτή προέβαλε στο Εφετείο παραδεκτά τον ισχυρισμό περί δεδικασμένου από την προαναφερθείσα απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ούτε κατά τρόπο σαφή και ορισμένο αίτημα να απορριφθεί η αγωγή ως απαράδεκτη για το λόγο αυτό, αλλά απλώς αναφέρθηκε στην ως άνω τελεσίδικη απόφαση διηγηματικώς και ως πρόκριμα για την ένδικη δίκη, κατά δε το δεύτερο σκέλος του (αρ. 16) είναι απορριπτέος ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, αφού, σύμφωνα με τα αναφερθέντα στη παραπάνω νομική σκέψη, το Εφετείο δεν ασχολήθηκε με την ύπαρξη ή μη δεδικασμένου προκύπτοντος από την προαναφερθείσα απόφαση.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔικ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 346 του ίδιου κώδικα προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που επιδρούν δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεως (Ολ ΑΠ 2/2008), οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από τον διάδικο.
Καμία ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη (μάρτυρες, έγγραφα, πραγ/νη κλπ), από δε την ειδική αναφορά της αποφάσεως σε κάποιο από αυτά, δεν συνάγεται ότι τα λοιπά δεν λήφθηκαν υπόψη.
Μόνον αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ ΑΠ 2/2008) ή κατ' άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (Ολ ΑΠ 14/2005) ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΑΠ 407/2020, ΑΠ 112/2020).
Οι ένορκες βεβαιώσεις που έχουν ληφθεί στο πλαίσιο άλλης προηγούμενης δίκης δεν συνιστούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλά απλά έγγραφα που συνεκτιμώνται για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, ακόμη και αν δεν έχουν τηρηθεί οι τασσόμενες γι' αυτές διατυπώσεις (ΑΠ 439/2018, ΑΠ 1471/2014).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από την παραπάνω διάταξη του αριθμού 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔικ πλημμέλεια, κατά την οποία το Εφετείο κατά τον σχηματισμό του δικαστικού του πορίσματος δεν έλαβε υπόψη: α) τις νομίμως προσκομισθείσες υπ' αριθμ. 9240/2-6-2017, 9241/2-6-2017 και 9251/16-6-2017 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων Γ. Τ., Δ. Β. και Ι. Ρ., αντίστοιχα, ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Θεοδώρου Χαλκίδη, που λήφθηκαν στα πλαίσια άλλη δίκης και ειδικότερα στα πλαίσια της από 14-2-2017 αγωγής του αναιρεσίβλητου για καταδίκη σε δήλωση βουλήσεως της αναιρεσείουσας, καθώς και τις από 16-11-2017 ένορκες βεβαιώσεις των ως άνω μαρτύρων Δ. Β. και Γ. Τ. που λήφθηκαν στα πλαίσια της από 8-11-2016 αίτησης ασφαλιστικών μέτρων νομής, β) τα υπ' αριθμ. 64/2017 πρακτικά του Ειρηνοδικείου Αθηνών στα οποία περιέχεται η κατάθεση του μάρτυρα Α. Β., γ) την από 17-2-2017 εξώδικη δήλωση της αναιρεσείουσας και δ) τα ακόλουθα νομίμως προσκομισθέντα από την αναιρεσείουσα έγγραφα και ειδικότερα: 1 Το αρχικό από 23.03.2015 ετήσιο ασφαλιστήριο του επιδίκου οχήματος από την "...".
2. Το από 23.03.2015 εσωτερικό έγγραφο της εταιρείας (αναιρεσείουσας).
3. Το από 04.03.2016 ετήσιο ασφαλιστήριο του επιδίκου οχήματος.
4. Το από 04.03.2016 εσωτερικό έγγραφο της εταιρείας.
5. Το από 18.03.2015 "ΤΙΜΟΛΟΓΙΟ-ΔΕΛΤΙΟ ΑΠΟΣΤΟΛΗΣ" της "....". 6. Την από 20.03.2015 άδεια κυκλοφορίας του οχήματος. 7. Την από 16.11.2016 βεβαίωση από το πληροφοριακό σύστημα της αρμόδιας Δ.Ο.Υ. Πλοίων.
8. Το από 23.03.2017 ασφαλιστήριο.
9. Την από 22.12.2016 απόδειξη πληρωμής των τελών κυκλοφορίας έτους 2017 για το επίδικου.
10. Το από 16.10.2015 εσωτερικό έγγραφο της εταιρείας μετά των συνημμένων σε αυτό τιμολογίων επισκευής του οχήματος.
11. Την από 27.10.2015 απόδειξη είσπραξης της "..." ποσού €2405,29.
12. Την έγγραφη επικοινωνία του αρμοδίου υπαλλήλου της εταιρείας Δ. Β. με τον ασφαλιστή Β. Π. 13. Το από 05.06.2015 email του αρμοδίου υπαλλήλου της εταιρείας Δ. Β. προς το γραφείο του ασφαλιστικού πράκτορα Β. Π. με συνημμένη την από 05.06.2015 "ΥΠΕΥΘΥΝΗ ΔΗΛΩΣΗ ΑΤΥΧΗΜΑΤΟΣ".
14. Το από 08.06.2015 email του γραφείου του εναγομένου.
15. Το από 08.06.2015 email του αρμοδίου υπαλλήλου της εταιρείας Δ. Β. προς το γραφείο του ασφαλιστικού πράκτορα Β. Π. με συνημμένο το δίπλωμα οδήγησης του εναγομένου.
16. Το από 08.06.2015 email του ασφαλιστικού πράκτορα Β. Π. προς την "..." και την εταιρεια.
17. Το από 03.11.2015 email του γραφείου του ασφαλιστικού συμβούλου Β. Π. προς τον υπάλληλο της εταιρείας Δ. Β..
18. Το από 04.11.2015 email του υπαλλήλου της εταιρείας Δ. Β. προς τον εναγόμενο.
19. Το από 20.11.2015 email του ασφαλιστικού πράκτορα Β. Π. προς την εταιρεία.
20. Την από 30.12.2015 "ΑΓΩΓΗ" του Ε. Ζ. εναντίον του εναγομένου και της "...", ενώπιον του Ειρηνοδικείου Νικαίας.
21. Την από 07.09.2016 επιστολή της ασφαλιστικής εταιρείας νομικής προστασίας "..." προς την εταιρεία.
22. Το από 13.09.2016 email της εταιρείας προς τον ασφαλιστικό πράκτορα Β. Π..
23. Το από 13.09.2016 email του ασφαλιστικού πράκτορα Π. προς την "...".
24. Το από 15.09.2016 email της "..." προς τον Β. Π. και την εταιρεία. 25. Το από 03.11.2016 email του υπαλλήλου της εταιρείας Δ. Β. προς τον ασφαλιστικό πράκτορα Β. Π. και το νομικό τμήμα της "...".
26. Την από 03.11.2016 "ΑΓΩΓΗ" της εταιρείας εναντίον των Χ. και Ε. Ζ. και της "..." κατατεθείσα ενώπιον του Ειρηνοδικείου Νικαίας την 04.11.2016.
27. Το από 18.01.2016 email προς την εταιρεία της "...." 28. Το από 05.02.2016 διαβιβαστικό έγγραφο της εταιρείας με συνημμένο το από 22.01.2016 τιμολόγιο της "....". και 29. Την από 06.04.2016 δήλωση της αναιρεσείουσας περί εισπράξεως αποζημιώσεως, ποσού 467,77 ευρώ.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, καθόσον όπως προκύπτει από το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο της πpoσβαλλόμεvηs απόφασης, και, ιδιαίτερα, από την περιεχόμενη σ' αυτήν διαβεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία εκτιμήθηκαν αυτοτελώς ως έγγραφα ή ως δικαστικά τεκμήρια, δεν γεννιέται καμία απολύτως αμφιβολία αλλά καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, τα οποία και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις για τη στήριξη του αποδεικτικού του πορίσματος. Οι αιτιάσεις του ερευνωμένου λογού, συμφωνά με τις οποίες από τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα συνάγεται αντίθετο πόρισμα, είναι απαράδεκτες, καθόσον αυτές πλήττουν την, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔικ, αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου, ως προς την αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων. Επομένως και εφόσον δεν υφίσταται προς έρευνα άλλος λόγος, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρ. 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις ενώπιον του δικαστηρίου τούτου (άρθρα 176 , 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-7-2020 αίτηση της εξωχώριας ανώνυμης ναυτιλιακής εταιρείας με την επωνυμία "...", για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3803/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 6 Απριλίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 14 Ιουνίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ