Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding inadmissible witness objection and lack of proof for debt payment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision on procedural grounds. The appellant argued that the appellate court erred by accepting a witness's testimony without proof, claiming the witness had a conflict of interest. The court rejected these claims because the witness objection was not raised before the witness was sworn in, rendering the appeal inadmissible, and because the appellate court properly evaluated the evidence presented.
Legislator headnote
AI generatedArticles 400(3) and 403(2) of the Code of Civil Procedure; Article 559(11)(a) of the Code of Civil Procedure: An objection to a witness's admissibility based on conflict of interest must be raised before the witness is sworn; failure to do so renders the appeal inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1033 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1033/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα - Εισηγήτρια, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο και Κυριάκο Οικονόμου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ε. Σ. του Π., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Ιγγλεζάκη, ο οποίος στο σημείο αυτό δήλωσε στο ακροατήριο ότι διορθώνει ένα σημείο στη σελίδα 8 του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης από το εσφαλμένο "η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε και στη νομική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 11 ΚπολΔ" στο ορθό "η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε και στη νομική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚπολΔ", όπως προκύπτει και από τις από 28-1-2018 προτάσεις του ενώπιον του Α2 Τμήματος του Αρείου Πάγου. Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Σ. του Π., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Ρήγινο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-10-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6029/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 1714/2017 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2-1-2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων, των άρθρων 854, 860 και 487 του ΑΚ, σύμφωνα με τις οποίες, "Περισσότεροι εγγυητές ευθύνονται εις ολόκληρον και αν ακόμη δεν ανέλαβαν από κοινού την εγγύηση", "ο συνεγγυητής που ικανοποίησε τον δανειστή έχει αναγωγή εναντίον των λοιπών συνεγγυητών στην έκταση που, σύμφωνα με το άρθρο 487, ευθύνονται μεταξύ οι οφειλέτες εις ολόκληρον" και "Μεταξύ τους οι περισσότεροι συνοφειλέτες ευθύνονται κατά ίσα μέρη, εκτός αν προκύπτει κάτι άλλο από τη σχέση.
Ό,τι ο συνεφειλέτης που κατέβαλε δεν μπόρεσε να εισπράξει από κάποιο συνοφειλέτη, κατανέμεται με την ίδια αναλογία ανάμεσα σ' αυτόν και τους λοιπούς", αντίστοιχα, σαφώς προκύπτουν τα ακόλουθα: Η λειτουργία της συνεγγύησης, η οποία είναι μία πολυπρόσωπη παθητική εις ολόκληρον ενοχή, στηρίζεται, στη διάκριση μεταξύ εξωτερικής σχέσης των πλειόνων συνεγγυητών με το δανειστή και εσωτερικής σχέσης των συνεγγυητών μεταξύ τους.
Σκοπός της εξωτερικής σχέσης είναι η εκπλήρωση της παροχής και η ικανοποίηση του δανειστή, η οποία επιτυγχάνεται μέσω της αρχής της εις ολόκληρον και της άπαξ παροχής, σε συνδυασμό με το δικαίωμα προτίμησης του δανειστή, που του επιτρέπει να απαιτήσει ολόκληρη την παροχή από οποιονδήποτε οφειλέτη επιθυμεί, με μόνο περιορισμό να ικανοποιηθεί συνολικά μόνο μία φορά, ενώ ταυτόχρονα απαλλάσσεται από το βάρος αφερεγγυότητας κάποιου ή κάποιων από τους συνοφειλέτες.
Η εσωτερική σχέση, αντιθέτως αποτελεί μια ιδιαίτερη ως προς την εξέλιξή της ενοχή και επιτελεί διαφορετική λειτουργία, αφού σκοπό έχει ό εγγυητής η οι εγγυητές που κατέβαλαν στο δανειστή της απαίτησης να μην επιβαρυνθούν με το σύνολο αυτής, αλλά αυτή να κατανεμηθεί μεταξύ των περισσοτέρων εγγυητών. Γι' αυτό και κύριο αντικείμενο της έχει το δικαίωμα αναγωγής που κατοχυρώνεται ρητά στο άρθρο 860 ΑΚ, σύμφωνα με το οποίο, ο συνεγγυητής που ικανοποίησε το δανειστή έχει δικαίωμα αναγωγής κατά των λοιπών συνεγγυητών κατά τους κανόνες του άρθρου 487 ΑΚ για την οφειλή εις ολόκληρον.
Με τον τρόπο αυτό κατανέμεται το χρέος μεταξύ των συνεγγυητών, ώστε τελικά ο καθένας να βαρύνεται με εκπλήρωση μέρους μόνο της παροχής. Η κατανομή, δε, του χρέους, γίνεται, με βάση την εσωτερική συμφωνία των συνεγγυητών και μόνο αν αυτή δεν υπάρχει, διαμορφώνεται από το νόμο κατ' ίσα μέρη. Μετά την ικανοποίηση, λοιπόν, του δανειστή η αναγωγή μετατρέπεται σε δικαίωμα καταβολής από μέρους των λοιπών στον ικανοποιήσαντα το δανειστή συνοφειλέτη με έκταση την αναλογούσα στον καθένα από την εσωτερική σχέση.
Επομένως, εάν κάποιος από τους συνοφειλέτες, που δεν ευθύνεται καθόλου με βάση την εσωτερική τους σχέση ,κάτι που μπορεί να συμφωνηθεί μεταξύ τους, εφόσον η ανωτέρω διάταξη(του άρθρου 487ΑΚ) είναι ενδοτικού δικαίου, ικανοποιήσει τον δανειστή, οι υπόλοιποι συνοφειλέτες θα ενέχονται απέναντι του εις ολόκληρον (σχ.
ΑΠ 797/199, ΑΠ 753/1995).Περαιτέρω, η πηγάζουσα από την εσωτερική σχέση ,αξίωση αναγωγής του καταβάλλοντος οφειλέτη κατά των συνοφειλετών του υπόκειται στην συνήθη εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 249 ΑΚ, ακόμη και αν η αξίωση του δανειστή κατά των συνοφειλετών υπόκειται σε βραχύτερη παραγραφή. Εξάλλου, κατά τους ορισμούς του άρθρου 806 ΑΚ, για τη σύναψη δανείου απαιτείται να υπάρχει καταρτισμένη σύμβαση κατά τους όρους των άρθρων 185-195 ΑΚ και μεταβίβαση της κυριότητας των πραγμάτων.
Τα στοιχεία αυτά και μόνο είναι αναγκαία και αρκετά για τη στήριξη της αγωγής προς απόδοση του δανείου (ΑΠ 992/2010).
Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει (1) σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, (2) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και (3) ορισμένο αίτημα.
Αν λείπουν τα στοιχεία αυτά, το δικόγραφο της αγωγής είναι αόριστο. Η ανεπάρκεια δε των εκτιθέμενων στην αγωγή ή στην ένσταση πραγματικών περιστατικών σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή τους χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.
Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του αντίστοιχου δικαιώματος. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής αοριστίας της αγωγής ή της ένστασης (ΟλΑΠ 18/1998, ΑΠ 1967/2006).
Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 1356/2010). Αντίθετως η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν το ασκούμενο με την αγωγή ή την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης (ΑΠ 963/2006) και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθ. 8 και 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1573/1981, ΑΠ 1452/2007).
Ανεξάρτητα πάντως από το είδος της αοριστίας ,για να ιδρυθεί ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης πρέπει ο σχετικός με την αοριστία ισχυρισμός, ο οποίος δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562§2 ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ835/2018, 597/2015) και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης (Ολ.ΑΠ43/1990, ΑΠ119/2014).
Για να θεμελιωθεί δηλαδή λόγος αναίρεσης από τις προαναφερόμενες διατάξεις ο περί αοριστίας του δικογράφου της αγωγής ισχυρισμός του εναγομένου πρέπει να είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας και αν η υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας να επαναφέρεται στο εφετείο νόμιμα, είτε δηλαδή με λόγο έφεσης του εναγομένου η εις βάρος του οποίου αγωγή του αντιδίκου του κρίθηκε ορισμένη και παραδεκτής είτε με τις προτάσεις του ως εφεσίβλητου προς απόκρουση της έφεσης του αντιδίκου του.
Για το παραδεκτό του λόγου αυτού αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι η αγωγή είναι αόριστη, όπως προβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να καθορίζεται ο τρόπος που ο ισχυρισμός αυτός προβλήθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφέρθηκε νομίμως στο δευτεροβάθμιο (ΑΠ669/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση (αρθρ.561παρ.2ΚΠολΔ) της από 9-10-2013 αγωγής του ενάγοντος (ήδη αναιρεσίβλητου) αφού εκθέτει ότι με τον εναγόμενο (και ήδη αναιρεσείοντα) αδελφό του και τη μητέρα τους συνήψαν την αναφερόμενη σ' αυτή σύμβαση στεγαστικού δανείου με την Τράπεζα ..., η μητέρα τους ως πρωτοφειλέτρια και οι διάδικοι ως συνεγγυητές, ότι με ειδικότερη μεταξύ των τελευταίων (διαδίκων) συμφωνία, επειδή το εν λόγω δάνειο λήφθηκε εξ ολοκλήρου προς εξυπηρέτηση αναγκών του αναιρεσείοντος, που εκταμίευσε ο ίδιος το ποσό αυτού , ανέλαβε την υποχρέωση να το εξοφλήσει εξ ιδίων, καταβάλλοντας τις αντίστοιχες μηνιαίες δόσεις στην δανείστρια Τράπεζα και τον απάλλαξε από την υποχρέωση αναγωγής (τον αναιρεσίβλητο), ότι παρά τη συμφωνία τους ο αναιρεσείων δεν κατέβαλε στην δανείστρια μέρος των δόσεων του δανείου και των συμφωνηθέντων ασφαλίστρων, τα οποία κατέβαλε ο αναιρεσίβλητος, προκειμένου να περισώσει την προσημειωμένη κατοικία της πρωτοφειλέτριας μητέρας τους, ότι, περαιτέρω, τον Φεβρουάριο του έτους 2005 του δάνεισε το ποσό των 1.800 ευρώ, με τη συμφωνία να του το επιστρέψει μετά πάροδο έξι μηνών, κάτι που δεν έπραξε, ζητεί να υποχρεωθεί ο αναιρεσείων να του καταβάλει το ποσό των 22.226,84 ευρώ, που αντιστοιχεί στο ποσό των 1800 ευρώ του δανείου και των δόσεων και των ασφαλίστρων, που ο ίδιος (αναιρεσίβλητος) κατέβαλε, με το νόμιμο τόκο από 30- 3-2010,ημερομηνία καταβολής της τελευταίας δόσης, άλλως από την επομένη της επίδοσης της ένδικης αγωγής.
Με τον πέμπτο λόγο και ειδικότερη αιτίαση του όγδοου λόγου της κρινόμενης αίτησής του από το άρθρο 559αριθμ.(κατ;εκτίμηση 14) και όχι αριθμ. 1ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο ότι εσφαλμένα δεν απέρριψε την αγωγή του αναιρεσίβλητου ως αόριστη, λόγω μη έκθεσης σ' αυτή των εμβασμάτων των χρηματικών ποσών ή των καταθέτηρίων εγγράφων της Τράπεζας με το όνομα και την υπογραφή του τελευταίου, ώστε να είναι ορισμένος ο ισχυρισμός του ότι κατέβαλε ο ίδιος το αιτούμενο ποσό ,ενώ είχε ισχυρισθεί ότι δεν είχε εισοδήματα, με συνέπεια να μην είναι σε θέση να πληρώσει τις δόσεις του δανείου και (όσον αφορά στο δάνειο των 1800 ευρώ), λόγω μη έκθεσης των όρων του, αν ήταν άτοκο ή τοκοφόρο, αν το ποσό εστάλη μέσω Τραπέζης κ.ο.κ..
Οι λόγοι αυτοί είναι προεχόντως απαράδεκτοι, διότι δεν εκθέτει ο αναιρεσείων, εάν και πως τους είχε προβάλει ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, ενώ σε κάθε περίπτωση, είναι και αβάσιμοι ,αφού η αγωγή με το προεκτεθέν περιεχόμενο είναι ορισμένη, διότι περιέχει με σαφήνεια όλα τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το κατά τις προεκτεθείσες διατάξεις δικαίωμα του αναιρεσίβλητου, του οποίου ζητεί την προστασία, χωρίς να απαιτείται η επιπλέον έκθεση αυτών που ισχυρίζεται ο αναιρεσείων.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ,αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ10/2011,7/2006).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παράβαση (ΑΠ24/2015).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559αριθ.19ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή ,που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση ,όταν αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή του, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ861/1984). (Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ74/2016).
Εξάλλου για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (αριθ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην των παραπάνω, να αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις (Ολ.
ΑΠ 20/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία, μέρος τα ακόλουθα: "Ο ενάγων Γ. Σ., (ήδη αναιρεσίβλητος) τυγχάνει αδερφός με τον εναγόμενο, Ε. Σ. (ήδη αναιρεσείοντα). Αμφότεροι εργάζονταν τη δεκαετία του 1990 στην πόλη της ..., όπου διέμεναν οι γονείς τους και όπου εργάζονταν όλοι στην οικογενειακή τους επιχείρηση καθαριστηρίων με την επωνυμία "...".
Το 1999 ο εναγόμενος αποφάσισε να επιστρέψει στην Ελλάδα, προβαίνοντας μάλιστα στην αγορά μίας επιχείρησης καθαριστηρίου, με έδρα την ..., με χρήματα που του είχαν δώσει οι γονείς του, όπως και ο ίδιος συνομολογεί με τις νόμιμα κατατεθείσες προτάσεις του. Προκειμένου μάλιστα να επεκτείνει την επιχειρηματική του δραστηριότητα, διερεύνησε τη δυνατότητα να αγοράσει ακόμα μία επιχείρηση καθαριστηρίου στη ..., χρηματοδοτούμενος από τραπεζικό ίδρυμα, πλην όμως η δανειοδότησή του δεν ήταν εφικτή, καθόσον δεν πληρούσε τα τιθέμενα από τα τραπεζικά ιδρύματα χρηματικοοικονομικά κριτήρια.
Για το λόγο αυτό απευθύνθηκε στον ενάγοντα αδερφό του και στη μητέρα του, προκειμένου να τον διευκολύνουν στη λήψη δανείου, ζητώντας από την πρώτη να συμβληθεί αυτή στο όνομα της ως πρωτοφειλέτρια, λόγω του ότι είχε περιουσία στο όνομά της, και από τον ενάγοντα να συμβληθεί ως εγγυητής στη σχετική σύμβαση, αφού η τράπεζα απαιτούσε πέρα από εμπράγματη εξασφάλιση και προσωπική εγγύηση.
Οι ανωτέρω συγγενείς του εναγομένου, παρακινούμενοι από την οικογενειακή και ηθική τους υποχρέωση για την οικονομική του υποστήριξη, δέχθηκαν την πρότασή του και έτσι στις 19.4.2000 η μητέρα των διαδίκων κατήρτισε, ως πρωτοφειλέτρια, τη με αριθμό ....23 σύμβαση στεγαστικού δανείου, ποσού 49.000,00 ελβετικών φράγκων, με την τράπεζα με την επωνυμία "...
Α.Ε.", ενώ αμφότεροι οι διάδικοι συμβλήθηκαν στην παραπάνω σύμβαση ως εγγυητές. Προς εξασφάλιση μάλιστα της συμβατικής απαίτησης της ανωτέρω τράπεζας εγγράφηκε συναινετική προσημείωση στο μοναδικό περιουσιακό στοιχείο της πρωτοφειλέτριας, ήτοι σε ένα διαμέρισμα, εμβαδού 80,00τ.μ., κείμενο στην ...,... Επίσης, μετά από απαίτηση της δανειοδότριας τράπεζας ασφαλίστηκε το προσημειωμένο ακίνητο, για τους κινδύνους πυρκαγιάς και σεισμού, ενώ καταρτίσθηκε και σύμβαση ασφάλισης ζωής για τον οφειλέτη έναντι των κινδύνων ζωής και μόνιμης ανικανότητας, εκδόθηκαν δε για το λόγο αυτό το με αριθμό ...935 ασφαλιστήριο συμβόλαιο περιουσίας (με τη με αριθμό ...810 πρόσθετη του πράξη) και το με αριθμό ...2511 πιστοποιητικό ασφάλισης ζωής.
Μεταξύ όμως των ανωτέρω συμφωνήθηκε, ότι το ποσό του δανείου θα εκταμίευε ο εναγόμενος προς εξυπηρέτηση των επιχειρηματικών του συμφερόντων, ενώ αυτός (εναγόμενος) θα αναλάμβανε πλήρως την αποπληρωμή των ορισθεισών δόσεων προς τη δανειοδότρια, καθώς και των συμφωνηθέντων ασφαλίστρων. Στις 11.5.2000 πιστώθηκε το ποσό του επίδικου δανείου στο με αριθμό ...0108 κοινό τραπεζικό λογαριασμό, που τηρείτο στο όνομα του εναγομένου και της πρωτοφειλέτριας μητέρας του, ο οποίος από τις 3.4.2002 μεταφέρθηκε στο με αριθμό ...734704 λογαριασμό.
Ο εναγόμενος από την παραπάνω ημερομηνία πίστωσης εκταμίευσε σταδιακά το συνολικό ποσό του δανείου, όπως συνομολογείται από αυτόν, χρησιμοποιώντας το προς εξυπηρέτηση δικών του σκοπών, χωρίς όμως τελικά να προβεί στην αγορά της προρρηθείσας επιχείρησης καθαριστηρίου στη .... Έως το Φεβρουάριο του έτους 2005 αυτός αποπλήρωνε κανονικά τις συμφωνηθείσες δόσεις και ασφάλιστρα στη δανειοδότρια τράπεζα, πλην όμως, κατά τη χρονική αυτή στιγμή, επειδή αντιμετώπισε οικονομική δυσχέρεια, απευθύνθηκε στον ενάγοντα, ζητώντας του να του δανείσει το ποσό των 1.800,00 ευρώ, προκειμένου να μπορέσει να καταβάλει τις δόσεις του δανείου, που αντιστοιχούσαν, στους επόμενους έξι (6) μήνες.
Ανταποκρινόμενος στην έκκλησή του αυτή ο ενάγων δάνεισε στον εναγόμενο το ποσό των 1.800,00 ευρώ, με τη συμφωνία να του το επιστρέψει μετά την πάροδο του εξαμήνου, πλην όμως αυτό δεν συνέβη, αλλά τουναντίον ο εναγόμενος ζήτησε από τον ενάγοντα να αναλάβει εκείνος από τότε και εντεύθεν την αποπληρωμή του δανείου.
Την άρνηση του ενάγοντος να αποδεχθεί τέτοια υποχρέωση διαδέχθηκε η παύση της καταβολής των δόσεων από τον εναγόμενο, από το Σεπτέμβριο έτους 2005 και μετά, με αποτέλεσμα να αποστείλει η τράπεζα σχετικές εξώδικες προσκλήσεις στον ορισθέντα με την επίμαχη σύμβαση αντίκλητο των συνοφειλετών διαδίκων και της επίσης συνοφειλέτριας μητέρας τους, καλώντας τους να καταβάλουν τα οφειλόμενα.
Προκειμένου να αποτρέψει τυχόν επίσπευση αναγκαστικής εκτέλεσης της τράπεζας σε βάρος της, κατά τα παραπάνω, προσημειωθείσας περιουσίας της μητέρας του ο ενάγων κατέβαλε έκτοτε τις δόσεις και τα ασφάλιστρα προς τη δανειοδότρια και συγκεκριμένα κατέβαλε....." και παραθέτει στη συνέχεια το Εφετείο τα ποσά που κατέβαλε ο αναιρεσίβλητος για δόσεις, ασφάλιστρα πυρός και ασφάλιστρα ζωής και συνεχίζει: "συνολικά δε κατέβαλε για τους ανωτέρω λόγους το ποσό των 22.226,84 ευρώ, στο οποίο συμπεριλαμβάνεται και το ποσό των 1.800, 00 ευρώ, που είχε δανείσει ο ενάγων στον εναγόμενο κατά τα προεκτεθέντα.
Συνεπώς δεδομένης, με βάση τις προπαρατεθείσες σκέψεις, της συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων, περί αποπληρωμής των δόσεων του δανείου και των ασφαλίστρων από τον εναγόμενο, ο τελευταίος οφείλει στον ενάγοντα το ποσό αυτό, σύμφωνα με τις προμνησθείσες διατάξεις. Πρέπει να σημειωθεί, ότι η εν λόγω συμφωνία μεταξύ των διαδίκων για την υποχρέωση του εναγομένου να αποπληρώσει τις δόσεις του δανείου και των ασφαλίστρων, αλλά και η αποπληρωμή αυτού, κατά το προρρηθέν τμήμα του, προκύπτουν από την κατάθεση της μητέρας των διαδίκων ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, η οποία κατέθεσε έχοντας ιδία αντίληψη των πραγμάτων, ενώ η πειστικότητά της ενισχύεται από τη συγγενική της ιδιότητά προς αμφότερους τους διαδίκους, ένεκα της οποίας δεν είχε λόγο να προβεί σε, πέρα των πραγμάτων, διακριτική μεταχείριση αυτών...
Η προβαλλόμενη μάλιστα από τον εναγόμενο συμφωνία με τη μητέρα του και τον ενάγοντα περί πώλησης της οικογενειακής επιχείρησης στη ...., με σκοπό να λάβει και αυτός το μερίδιο που του αναλογούσε, δεν καταρτίσθηκε ποτέ, δεδομένου μάλιστα ότι ο εναγόμενος εκταμίευσε το ποσό των επίδικου δανείου,... και με τη σύμπραξη των παραπάνω συγγενών του, γεγονός το οποίο δεν θα ήταν αναμενόμενο, εάν ήθελε υποτεθεί, ότι αναμένετο η ανωτέρω πώληση και η από αυτή κάρπωση του μεριδίου του επί του αντιτίμου.
Ο εναγόμενος, εξάλλου, προβάλλει τον ισχυρισμό ότι ο ενάγων ασκεί καταχρηστικά τα αναγωγικά του δικαιώματα, λόγω του ότι αυτός δεν στράφηκε προς ικανοποίηση αυτών κατά της πρωτοφειλέτριας, αλλά κατά του ιδίου (εναγομένου), παρά τη συμφωνία να εξοφληθεί το υπόλοιπο του δανείου από αυτή (πρωτοφειλέτρια), αφού δεν του είχε αποδοθεί το μερίδιο του από την πώληση της επιχείρησης καθαριστηρίου στη ....
Με τον εν λόγω ισχυρισμό διώκεται η θεμελίωση της ένστασης καταχρηστικής άσκησης του ένδικου δικαιώματος με απώτερο σκοπό την κατάλυσή του. Τα περιστατικά αυτά και αληθή υποτιθέμενα δεν αρκούν, να καταστήσουν την άσκηση του δικαιώματος του εναγομένου καταχρηστική, αφού υπάρχει καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος...., όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε από την άσκηση του και η πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε δεν δικαιολογούν την μεταγενέστερη άσκησή του και την εμφανίζουν ως ενέχουσα προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος, επειδή προκαλεί επαχθείς για τον οφειλέτη επιπτώσεις που παρέχουν έντονη εντύπωση αδικίας σε βάρος του.
Έτσι ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου, που αποτελεί ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος, είναι νομικά αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος.... Επίσης ο εναγόμενος προβάλλει παραδεκτά και νόμιμα....ανταπαίτησή του...σε βάρος του ενάγοντος λόγω του ότι δεν του έχει αποδώσει το μερίδιο των ωφελημάτων που του αναλογεί από την ιδιότητά του ως συγκυρίου κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου...
ενός διαμερίσματος....μιας αποθήκης και ....αποκλειστική χρήση.... θέσης στάθμευσης. Η ένσταση αυτή.... πρέπει....να γίνει εν μέρει δεκτή..... ως προς το ποσό των 1.600 ευρώ.... Μετά την εν μέρει παραδοχή της ανωτέρω ένστασης συμψηφισμού του εναγομένου, αυτός οφείλει στον ενάγοντα το ποσό των 20.626,84 ευρώ (22.226,84 - 1.600,00), για τους προεκτεθέντες λόγους.
Από το ποσό όμως αυτό θα πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των 3.200,00 ευρώ (20.626,84 - 3.200,00 = 17.426,84).... Πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η ένσταση συμψηφισμού, που προβάλλει ο εναγόμενος.... επικαλούμενος αξιώσεις έναντι του εναγομένου, συνισταμένων αφενός στην υποχρέωση του τελευταίου να του αποδώσει το μερίδιό του, ποσού 90.000,00 ευρώ, από την πώληση της ως άνω οικογενειακής επιχείρησης στη ...
καθόσον δεν αποδείχθηκε τέτοια συμφωνία, αλλά ούτε και σχετική εκποίησή της,...., ούτε αναιρείται η κρίση αυτή από την προσκόμιση βιβλιαρίου καταθέσεων του κοινού λογαριασμού της μητέρας των διαδίκων και του εναγομένου, στο οποίο έχουν καταγραφεί σχετικές αναλήψεις, αφού από αυτές δεν προκύπτει η απόδοση των χρημάτων στην πρωτοφειλέτρια με την επικαλούμενη από τον εναγόμενο αβάσιμη συμφωνία...
Με τον έκτο λόγο της εφέσεως της, το πρώτον ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, ο εναγόμενος προτείνει την ένσταση της πενταετούς παραγραφής κατ' άρθρο 250 αρ. 17 ΑΚ.Η ένσταση αυτή της παραγραφής ως νέος ισχυρισμός ,... απαραδέκτως προβάλλεται ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου... είναι δε απορριπτέα, εκ του λόγου τούτου...".
Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο, απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η προαναφερθείσα αγωγή του αναιρεσιβλήτου και είχε υποχρεωθεί ο αναιρεσείων να του καταβάλει το ποσό των 17.426,84 ευρώ με το νόμιμο τόκο από 30.3.2010.
Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, ότι, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του υπήρχε ρητή συμφωνία μεταξύ των διαδίκων για έλλειψη οιασδήποτε υποχρέωσης του αναιρεσιβλήτου στην αποπληρωμή του δανείου, η οποία συμφωνήθηκε να γίνει αποκλειστικά και μόνο από τον συνεγγυητή αυτού αναιρεσείοντα, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 860 και 487 ΑΚ, υποχρεώνοντάς τον να καταβάλει στον επίσης συνεγγυητή αναιρεσίβλητο, που εξόφλησε το δάνειο, το μέρος αυτού, που δεν είχε καταβάλει στη δανείστρια Τράπεζα.
Επομένως, όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζει με τον δεύτερο από το άρθρο 559αριθμ.1ΚΠολΔ λόγο της κρινόμενης αίτησης ο αναιρεσείων περί "καταστρατήγησης των διατάξεων του ΑΚ για την εγγύηση" είναι αβάσιμα. Περαιτέρω, το Εφετείο, κατ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 281ΑΚ,έκρινε ότι η προταθείσα από τον αναιρεσείοντα ένσταση καταχρηστικής άσκησης της ασκηθείσας με την αγωγή αξίωσης του αναιρεσιβλήτου για το λόγο ότι "δεν στράφηκε προς ικανοποίηση των αναγωγικών του δικαιωμάτων κατά της πρωτοφειλέτριας, παρά τη συμφωνία να εξοφληθεί το υπόλοιπο του δανείου από αυτή, αφού δεν του είχε αποδοθεί το μερίδιο του από την πώληση της επιχείρησής του στη ...", δεν ήταν νόμιμη, αφού η επίκληση των ανωτέρω περιστατικών συνιστούν άρνηση της ασκούμενης με την αγωγή αξίωσης και όχι καταχρηστική άσκηση αυτής.
Επομένως, όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζει με τον ενδέκατο από το άρθρο 559αριθμ.1ΚΠολΔ λόγο της κρινόμενης αίτησής του ο αναιρεσείων είναι αβάσιμα. Επισημαίνεται ότι δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας, στο πλαίσιο της αξιολόγησης της ανωτέρω ένστασης, η το πρώτον με το αναιρετήριο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (παρά τον αντίθετο ισχυρισμό του αναιρεσείοντος), προβολή του γεγονότος της μη διεκδίκησης του σχετικού ποσού από τον αναιρεσίβλητο μέχρι την άσκηση της αγωγής του και της συνεπεία αυτού δημιουργίας σ' αυτόν εύλογης πεποίθησης περί μη άσκησης του σχετικού του δικαιώματος.
Εξάλλου, από τις ίδιες προαναφερόμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, το οποίο αφορά τη μεταξύ των διαδίκων εσωτερική σχέση ως συνεγγυητών και όχι αυτή του αναιρεσιβλήτου και της δανείστριας, όπως εσφαλμένα εκλαμβάνει ο αναιρεσείων, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια ,χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων διατάξεων των άρθρων 869 και 478 ΑΚ, των οποίων καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής τους.
Επομένως, όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζει με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης αίτησής του με τον οποίο, κατ' επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ.19 (και όχι αριθμ. 11) μέμφεται το Εφετείο για έλλειψη αιτιολογίας, είναι αβάσιμα. Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος που ο αναιρεσείων επικαλείται ανεπάρκεια και αντίφαση στο ανωτέρω αποδεικτικό πόρισμα, είναι απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, εφόσον δεν εκθέτει ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση και πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις.
Περαιτέρω, η επικαλούμενη με τον έβδομο από το άρθρο 559 αιρθμ. 19 Κ.Πολ.Δ λόγο της κρινόμενης αίτησης ανεπάρκεια της αιτιολογίας στην παραδοχή του δικαστηρίου ότι δεν αποδείχθηκε η επικαλούμενη από τον αναιρεσίβλητο συμφωνία με τον αναιρεσίβλητο και τη μητέρα τους πώλησης της οικογενειακής επιχείρησης στη ...
με σκοπό να λάβει το μερίδιο που του αναλογούσε, η οποία (ανεπάρκεια) έγκειται στη μη αναφορά των αποδεικτικών μέσων από τα οποία δεν προέκυψε η συμφωνία και θεμελιώνουν το συμπέρασμα ότι δεν θα ελάμβανε δάνειο, εάν επρόκειτο να λάβει χρήματα από την πώληση της οικογενειακής επιχείρησης, είναι απαράδεκτη.
Ειδικότερα, η επικαλούμενη έλλειψη αναφέρεται στην ανάλυση και αιτιολόγηση του συναχθέντος αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθμ.19 ΚΠολΔ, εφόσον το πόρισμα του Εφετείου περί μη απόδειξης της σχετικής συμφωνίας είναι σαφές. Ο ίδιος εξάλλου, λόγος ,κατά το μέρος με το οποίο ο αναιρεσείων επικαλείται αντίφαση στην ίδια παραδοχή, είναι απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, εφόσον δεν αναφέρει, σε τι έγκειται η αντίφαση.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 269 παρ. 2 περ. γ' και 527 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως η πρώτη ίσχυε μετά την αντικατάστασή της με το άρθρ. 21 παρ. 2 του Ν. 3911/2011 από της 21.7.2011 (και εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση, ενόψει του ότι η συζήτηση της υπόθεσης στον πρώτο βαθμό έγινε υπό την ισχύ της), προκύπτει, ότι είναι παραδεκτή η προβολή στην κατ' έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών, που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός άλλων περιπτώσεων και όταν αυτοί αποδεικνύονται εγγράφως (ΑΠ1143/2015).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 14 του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο. Υπό τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό, αυτό δηλαδή που δημιουργείται από την παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων κύρους της (ΟΛ Α.Π12/2000).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον έκτο λόγο της κρινόμενης αίτησής του, κατ' επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559αριθμ.14 (και όχι αριθμ. 1) ΚΠολΔ,μέμφεται το Εφετείο ότι κατά παράβαση των προαναφερθεισών διατάξεων απέρριψε ως απαράδεκτη, επειδή προβλήθηκε το πρώτον ενώπιον του την στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 250αριθμ.17ΑΚ,ένστασή του παραγραφής της ένδικης αξίωσης του αναιρεσιβλήτου για καταβολή των δόσεων του δανείου του χρονικού διαστήματος από τον Φεβρουάριο του έτους 2005 έως τον Δεκέμβριο του έτους 2008, λόγω παρόδου πενταετίας μέχρι την άσκηση της αγωγής, στις 16-10-2013, γεγονός που αποδεικνυόταν εγγράφως.
Λαμβανομένου όμως υπόψη, ότι ναι μεν τα επικαλούμενα προς στοιχειοθέτηση της ένστασης περιστατικά πράγματι αποδεικνύονταν εγγράφως, αφού προέκυπταν από το περιεχόμενο της αγωγής, πλην όμως το Εφετείο σε ορθό αποτέλεσμα κατέληξε, απορρίπτοντας ως απαράδεκτη την ένσταση πενταετούς παραγραφής που επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων, η οποία ωστόσο δεν ήταν νόμιμη, αφού δεν ισχύει η παραγραφή του άρθρου 250 ΑΚ για την εσωτερική σχέση των διαδίκων, στην οποία στηρίζεται η ασκηθείσα με την αγωγή εξ αναγωγής αξίωση του αναιρεσίβλητου, για την οποία η παραγραφή είναι η προβλεπόμενη από το άρθρο 249 ΑΚ εικοσαετής.
Επομένως, εφόσον η προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και με εσφαλμένη αιτιολογία ορθά, κατ' αποτέλεσμα, απέρριψε την ένσταση παραγραφής, ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος, εφόσον ο αναιρεσείων δεν επικαλείται σχετικό έννομο, συμφέρον προς, αποτροπή δεδικασμένου από την ως άνω αιτιολογία (ΑΠ 159/2011).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 393 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., όπως η διάταξη αυτή, προ της τροποποιήσεώς της, ίσχυε κατά το χρόνο της συζήτησης της υποθέσεως στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, συμβάσεις και συλλογικές πράξεις δεν μπορούν να αποδειχθούν με μάρτυρες, εφόσον η αξία του αντικειμένου τους υπερβαίνει τις20.000ευρώ. Κατ' εξαίρεση και σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 394 παρ. 1 περ.β' Κ.Πολ.Δ., η απόδειξη με μάρτυρες επιτρέπεται, πλην των άλλων περιπτώσεων, και σε κάθε περίπτωση, αν υπήρχε φυσική ή ηθική αδυναμία να αποκτηθεί έγγραφο.
Εξ' άλλου, κατ' άρθρο 394 §1 εδ. β' ΚΠολΔ, η δια μαρτύρων απόδειξη επιτρέπεται σε κάθε περίπτωση εάν υπάρχει ηθική αδυναμία προς κτήση εγγράφου, εφ' όσον δε οι διάδικοι δεν αμφισβήτησαν το γεγονός από το οποίο είναι δυνατόν να προκύψει ηθική αδυναμία, η ύπαρξη της απόκειται στην ελευθέρα και εκ των ενόντων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, η οποία ως αναγόμενη σε πράγματα, είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη. (ΑΠ 1822/2012).
Ηθική αδυναμία κτήσης εγγράφου υπάρχει, αν τα μέρη είχαν κατά το χρόνο κατάρτισης της σύμβασης τόσο στενό δεσμό, ώστε σύμφωνα με τις κρατούσες στις συναλλαγές αντιλήψεις η αξίωση σύνταξης εγγράφου για τη συγκεκριμένη σύμβαση θα παρίστατο αδικαιολόγητη ή θα ενείχε μη ανεκτή δυσπιστία. Ο δεσμός αυτός μπορεί να είναι στενή συγγένεια, συναδελφική συνεργασία, στενή μακροχρόνια φιλία, μνηστεία, ερωτικός ή στενός φιλικός δεσμός κλπ.
Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. α'του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, της λήψης υπόψη αποδεικτικών μέσων που ο νόμος δεν επιτρέπει, ιδρύεται, όταν λαμβάνεται υπόψη αποδεικτικό μέσο άλλο από εκείνα που καθορίζονται στα άρθρα 339 και 270 παρ. 2 εδ. β' και γ' του ΚΠολΔ, (όπως ίσχυαν στην προκειμένη περίπτωση) είτε για άμεση είτε για έμμεση απόδειξη, καθώς και όταν η χρήση του νόμιμου αποδεικτικού μέσου δεν είναι επιτρεπτή στη συγκεκριμένη περίπτωση λόγω της φύσης της υπόθεσης, ενόψει και των περιορισμών των άρθρων 393-394 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1298/1990) ή προβλέπεται απόδειξη μόνο με συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο (Ολ.ΑΠ 8/1987, ΑΠ346/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης, κατ' επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ.11αΚΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο, ότι έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο μη επιτρεπόμενο, επειδή στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα για την κατάρτιση της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας και στις μαρτυρικές καταθέσεις.
Ο λόγος αυτός, ανεξάρτητα από την αοριστία του, που συνίσταται στο ότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο αναιρεσείων πρότεινε νόμιμα στο Εφετείο το απαράδεκτο από τη λήψη υπόψη του παραπάνω αποδεικτικού μέσου, στην οποία είχε προβεί και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (ΑΠ219/2007), είναι και αβάσιμος. Ειδικότερα, η απόδειξη της μεταξύ των διαδίκων εσωτερικής σχέσης από την οποία πηγάζει το δικαίωμα ή μη αναγωγής καθενός ως συνεγγυητών, μπορεί να αποδειχθεί με κάθε αποδεικτικό μέσο, εφόσον δεν στρέφεται κατά του περιεχομένου της σύμβασης δανείου και εγγύησης που καταρτίστηκαν εγγράφως μεταξύ της πρωτοφειλέτριας, των ιδίων και της δανείστριας Τράπεζας .Πέραν αυτού και λόγω της στενής συγγενικής σχέσης των διαδίκων (αδελφών) ,κατά τις παραδοχές της απόφασης, υφίστατο και ηθική αδυναμία προς κτήση εγγράφου κατά το χρόνο σύναψης της επίμαχης σύμβασης.
Με τον ίδιο λόγο ο αναιρεσείων ,κατ' επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559αριθμ.12ΚΠολΔ,μέμφεται το Εφετείο ότι παραβίασε τους ορισμούς του νομού σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, διότι προσέδωσε δεσμευτική αποδεικτική δύναμη στη κατάθεση της μάρτυρος μητέρας του. Ο λόγος είναι αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος συνεκτίμησε ελεύθερα με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία και την επίμαχη μαρτυρική κατάθεση.
Επισημαίνεται ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας της αξιοπιστίας των αποδεικτικών μέσων εναπόκειται στην κυριαρχική κρίση αυτού (ΑΠ419/2004). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα τα οποία οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.
Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, αρκεί δηλαδή η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου που έλαβε υπόψη το δικαστήριο(ΟλΑΠ2/2008).
Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων κατά το άρθρο 561 παρ. 1ΚΠολΔ (ΑΠ600/2016). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον ένατο λόγο της κρινομένης αίτησης, κατ' επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559αριθμ.11γ ΚΠολΔ, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι δεχόμενο πως από το βιβλιάριο καταθέσεων του κοινού με τη μητέρα του λογαριασμού δεν προέκυπτε ότι της είχε επιστρέψει ποσό 7.830 ευρώ, δεν έλαβε υπόψη το ανωτέρω αποδεικτικό στοιχείο.
Ο λόγος είναι απαράδεκτος, εφόσον με την επίκληση του πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την τροποποίηση του με το άρθρο 17 του ν. 2915/2001, συντρέχει λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο δέχθηκε ως αληθινά πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής καθιερώνεται ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη για αυτά (ΑΠ104/2014).
Δεν ιδρύεται, όμως, ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο της ουσίας, μετά από την εκτίμηση προσκομισθέντων και αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, καταλήξει έστω και σε εσφαλμένη περί των πραγμάτων κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, κατ' άρθρο 562 παρ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ 717/2016) ούτε απαιτείται να αξιολογούνται τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα, ούτε να αναφέρεται σε ποιο συγκεκριμένο μέσο στηρίζεται καθεμία από τις πραγματικές παραδοχές του (ΑΠ45/2014, 259/2007).Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων ,με τους τέταρτο και όγδοο λόγους της κρινόμενης αίτησης, κατ' επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ.10 ΚΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο ότι δέχθηκε χωρίς απόδειξη ότι ο αναιρεσίβλητος κατέβαλε το ποσό του ανεξόφλητου δανείου στην δανείστρια Τράπεζα και ότι ο τελευταίος του είχε δανείσει το ποσό των 1.800 ευρώ.
Οι ανωτέρω λόγοι είναι αβάσιμοι, εφόσον όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της απόφασης, το Εφετείο σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο προαναφερθέν αποδεικτικό πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των μαρτύρων, και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι είχαν προσκομίσει και επικαλεσθεί.
Από τις διατάξεις των άρθρων 400 παρ. 3 και 403 παρ. 2 Κ.ΠολΔ (όπως η πρώτη αυτές ίσχυε πριν από την κατάργηση της με το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο παρ. 1 ν. 4335/2015 και έχει εν προκειμένω εφαρμογή) προκύπτει ότι οι λόγοι εξαίρεσης του μάρτυρα, μεταξύ των οποίων και το ότι αυτός έχει συμφέρον από την έκβαση της δίκης, πρέπει να προτείνονται από το διάδικο πριν ορκισθεί ο μάρτυρας, αν δε προτείνονται μετά την όρκισή του είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.
Εξ άλλου για το παραδεκτό του λόγου αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. α Κ.Πολ.Δ., ήτοι για παρά το νόμο λήψη υπόψη κατάθεσης μάρτυρα για τον οποίο συνέτρεχε ο ανωτέρω λόγος εξαίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο δικόγραφο της αναίρεσης ότι ο αναιρεσείων είχε προβάλει παραδεκτά την ένσταση εξαίρεσης του μάρτυρα στο δικαστήριο της ουσίας πριν από την όρκισή του (Α.Π.2118/2017, 342/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον δέκατο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. α Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη την ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ένορκη κατάθεση της μητέρας τους η οποία, ως πρωτοφειλέτρια του δανείου, είχε έννομο συμφέρον από την έκβαση της δίκης.
Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος διότι για τη θεμελίωσή του ο αναιρεσείων δεν ισχυρίζεται, ότι το λόγο εξαίρεσης της ανωτέρω μάρτυρος είχε προβάλει ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου πριν από την όρκισή της, σε κάθε δε περίπτωση είναι και αβάσιμος, διότι από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της πρωτόδικης δίκης προκύπτει ότι ο αναιρεσείων δεν είχε προβάλει λόγο εξαίρεσης της προαναφερθείσας μάρτυρος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο τελευταίος, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ) κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2 Ιανουαρίου 2018 αίτηση του Ε. Σ. για αναίρεση της 1714/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Μαρτίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Αυγούστου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ