Legislator Case Law & Legislation
1033/2018 AI generated

1033/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1033/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου, Χρήστο Βρυνιώτη και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1033/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η κρινόμενη από 2-12-2014 (αρ. κατ. .../2014) αίτηση για την αναίρεση της υπ αρ. 2778/2014 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρο 681Α ΚΠολΔ), έχει ασκηθεί νόμιμα, εμπρόθεσμα και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ’ ιδίαν λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1033 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1033/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου, Χρήστο Βρυνιώτη και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Μαρτίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1) Εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής και αντασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... και ΑΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Λάζαρο Χατζηθέμελη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 28-2-2018 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Μ. του Μ., κατοίκου ... και 2) Σ. συζ. Κ. Ρ., το γένος Μ. Μ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Διονύσιο Ράικο, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-3-2001 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με τις αγωγές άλλων προσώπων, επίσης μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, με την από 12-6-2003 αγωγή της ήδη 1ης των αναιρεσειουσών, καθώς και με τις από 15-11-2002 (αρ. εκθ. καταθ. .../2002), 18-11-2002 (αρ. εκθ. καταθ. .../2002) και 28-12-2003 (αρ. εκθ. καταθ. ...2004) ανακοινώσεις δίκης - προσεπικλήσεις - παρεμπίπτουσες αγωγές των ήδη αναιρεσειουσών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 581/2006 μη οριστική και 175/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2778/2014 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 2-12-2014 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Τζανακάκη διάβασε την από 22-2-2018 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την ουσιαστική παραδοχή και των τριών λόγων της από 2-12-2014 (αρ. κατ. .../2014) αίτησης για την αναίρεση της υπ’ αριθμ. 2778/2014 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (ειδική διαδικασία του άρθρου 681Α ΚΠολΔ) και ειδικότερα του 1ου αναιρετικού λόγου εκ του άρθρου 559 αρ. 9 ΚΠολΔ, του 2ου αναιρετικού λόγου εκ του άρθρου 559 αρ. 8 περ. β’ ΚΠολΔ και του 3ου αναιρετικού λόγου εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 2-12-2014 (αρ. κατ. .../2014) αίτηση για την αναίρεση της υπ αρ. 2778/2014 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρο 681Α ΚΠολΔ), έχει ασκηθεί νόμιμα, εμπρόθεσμα και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ’ ιδίαν λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).

Στο πλαίσιο της καθιερούμενης από το άρθρο 106 ΚΠολΔ θεμελιακής δικονομικής αρχής της ελεύθερης διαθέσεως του αντικειμένου της δίκης, το δικαστήριο δεν έχει εξουσία να επιληφθεί αυτεπαγγέλτως μιας διαφοράς παρά μόνο ύστερα από σχετική αίτηση του διαδίκου, αν δε παρά ταύτα προβεί σε εκδίκαση και έκδοση αποφάσεως, τότε αυτή η απόφαση είναι ελαττωματική, διότι αντίκειται στην εν λόγω διαθετική αρχή.

Έλλειψη αιτήσεως υπάρχει και συνεπώς υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο εκ του άρθρου 559 αρ. 9 ΚΠολΔ, η από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έρευνα κεφαλαίου, που δεν έχει προσβληθεί με έφεση ή αντέφεση (ΑΠ 1348/2006). Ειδικότερα, από το άρθρο 522 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εξουσία του Εφετείου περιορίζεται στην έρευνα των κεφαλαίων της πρωτόδικης απόφασης, που προσβλήθηκαν με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους αυτής (ΑΠ 1415/2007).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθμός 9 ΚΠολΔ "αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη". Ο όρος "επιδίκασε" σημαίνει ότι το δικαστήριο αποφάσισε σχετικά σε αίτημα, έστω και με αναγνωριστική διάταξη (ΑΠ 1811/2009). Δηλαδή, όταν το δικαστήριο επιδίκασε ή αναγνώρισε ή προέβη σε διάπλαση, χωρίς να υπάρχει αντίστοιχο αίτημα (ΑΠ 1708/2014, ΑΠ 204/2011, AΠ 858/2011).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 536 παρ. 1 του ίδιου κώδικα το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν μπορεί να εκδώσει απόφαση επιβλαβέστερη για τον εκκαλούντα, χωρίς ο εφεσίβλητος να ασκήσει δική του έφεση ή αντέφεση. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων σαφώς προκύπτει ότι με την άσκηση της εφέσεως η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους, αν δε ο εφεσίβλητος δεν ασκήσει δική του έφεση ή αντέφεση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν μπορεί να εκδώσει απόφαση επιβλαβέστερη για τον εκκαλούντα, κατά μεταρρύθμιση της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.

Μόνο δε αν εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και κατά τα κεφάλαια κατά τα οποία εξαφάνισε αυτήν κατ’ αποδοχή της εφέσεως ή της αντεφέσεως και δίκασε περαιτέρω την υπόθεση κατ’ ουσίαν μπορεί να πράξει τούτο. Διαφορετικά ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. α’ Κ.Πολ.Δ., αφού έτσι το δικαστήριο παρά το νόμο λαμβάνει υπόψη πράγματα, που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1437/2012, ΑΠ 134/2008).

Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος και με την έννοια αυτή "πράγμα" αποτελεί η ιστορική βάση της αγωγής και τα θεμελιωτικά αυτής πραγματικά περιστατικά (ΑΠ 879/2013, ΑΠ 1008/2007).

Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός της αναίρεσης, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 1436/2014, ΑΠ 37/2008, ΑΠ 2102/2007, ΑΠ 2068/2007). Στην προκειμένη περίπτωση με τον 1ο λόγο της αίτησης αναίρεσης και κατά το κύριο σκέλος αυτού, οι αναιρεσείουσες εταιρείες, με την ιδιότητά τους ως κυρία και ως ασφαλιστής του με αρ.

κυκλοφορίας ... ΙΧΕ ζημιογόνου αυτοκινήτου, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 9 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο επιδίκασε στους αναιρεσιβλήτους, με αφορμή τον θανάσιμο τραυματισμό της μητέρας τους, Δ. Μ. και με την ιδιότητά τους ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων των Α.

και Γ. Τ., γονέων του θύματος - μητέρας τους και αντίστοιχα, παππού και γιαγιά των αναιρεσιβλήτων, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης πλέον του αιτηθέντος ποσού, που αναλογούσε στην κληρονομική μερίδα τους από την αξίωση της χρηματικής ικανοποίησης, που οι ως άνω δικαιοπάροχοί τους (γονείς του θύματος και παππούς και γιαγιά αντίστοιχα) εδικαιούντο από το θάνατο της θυγατέρας τους, Δ.

και ειδικότερα, ότι, αν και οι αναιρεσίβλητοι, εγγονοί αυτών, με τις από 20-4-2007 προτάσεις τους ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, δήλωσαν ότι μετά το θάνατο του παππού και της γιαγιάς τους συνεχίζουν τη δίκη στο όνομά τους, κατά την κληρονομική τους μερίδα επί της αξίωσης της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης του παππού και της γιαγιάς τους, σε ποσοστό 12,50% καθένας, όσον αφορά την κληρονομία του παππού τους, Α.

Τ. και σε ποσοστό 12,50% καθένας από την κληρονομία της γιαγιάς τους, Γ. Τ. και συνολικά σε ποσοστό 25% καθένας, το Εφετείο επιδίκασε σ’ αυτούς ποσοστό 50%, δηλαδή πλέον του αιτηθέντος από αυτούς. Άλλως, κατά το επικουρικό σκέλος του ίδιου ως άνω 1ου αναιρετικού λόγου εκ του άρθρου 559 αρ. 9 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείουσες αιτιώνται, ότι το Εφετείο, καθ’ υπέρβαση του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, που αυτές είχαν ασκήσει, επιδίκασε στους αναιρεσιβλήτους πλέον του αιτηθέντος, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, ποσοστού 25%, διότι, αν και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε ότι το ποσό της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, την οποία αξιώνουν οι αναιρεσίβλητοι από την κληρονομία του παππού και της γιαγιάς τους ανέρχεται σε ποσοστό 25% συνολικά για καθένα, εντούτοις το Εφετείο αύξησε το ποσοστό αυτό σε 50% για καθένα αναιρεσίβλητο, χωρίς να υποβληθεί αίτημα από την πλευρά των αναιρεσιβλήτων, με αντίθετη έφεση ή αντέφεση, δεδομένου ότι η ασκηθείσα αντέφεσή τους απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, πέραν του ότι η ως άνω επίσης αντέφεση δεν περιελάμβανε αντίθετο τέτοιο αίτημα.

Επίσης, με τον συναφή 2ο αναιρετικό λόγο οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 8 περ. β’ ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον αυτοτελή ισχυρισμό των αναιρεσιβλήτων, που είχαν προτείνει με τις από 20-4-2007 προτάσεις τους στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με τον οποίο διευκρίνισαν την ιστορική βάση της αγωγής τους ως προς την κληρονομική μερίδα του παππού και της γιαγιάς τους, σε ποσοστό 25% συνολικά για καθένα αναιρεσίβλητο, διότι ο Α.

και Γ. Τ. (παππούς και γιαγιά αντίστοιχα) είχαν, εκτός από τη μητέρα των αναιρεσιβλήτων, Δ. Μ. - θύμα, και άλλα τρία γνήσια τέκνα, που δεν ήταν διάδικοι στη δίκη και έτσι το Εφετείο κατέληξε στο εσφαλμένο αποδεικτικό πόρισμα, ότι οι αναιρεσίβλητοι κατέστησαν ο μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του παππού και της γιαγιάς τους, σε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου καθένας, ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στη δίκη ως προς το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, που αυτοί δικαιούνται και αντίστοιχα υποχρεούνται οι αναιρεσείουσες - υπόχρεες από την ευθύνη από αυτοκίνητο να τους το καταβάλουν.

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) και των λοιπών διαδικαστικών έγγραφων της δίκης, για τις ανάγκες των ερευνώμενων συναφών 1ου (κατά το κύριο και επικουρικό σκέλος αυτού) και 2ου αναιρετικών λόγων, που σημειωτέον προτείνονται παραδεκτά ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατ’ άρθρ. 562 αρ. 2 περ.

β’ ΚΠολΔ, διότι οι σχετικές αιτιάσεις προκύπτουν από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει, ότι το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, δέχτηκε ότι, σε τροχαίο δυστύχημα που συνέβη στις 19-6-2000 στην ΕΟ Ιωαννίνων - Κόνιτσας, τραυματίστηκε θανάσιμα η Δ. Μ., επιβάτης στο με αρ. κυκλοφορίας ...

ΙΧΕ αυτοκίνητο, κυριότητας της 1ης αναιρεσείουσας και ασφαλισμένο για τις έναντι τρίτων αστικές του ζημίες στην 2η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία και ότι το αυτοκίνητο αυτό είχε συγκρουστεί με το με αρ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, το οποίο δεν ενδιαφέρει την παρούσα δίκη. Οι συγγενείς του θύματος, μεταξύ των οποίων τα τέκνα αυτής και ήδη αναιρεσίβλητοι, ο σύζυγός της, Μ.

Μ. και οι γονείς της, Α. και Γ. Τ. άσκησαν την από 26-3-2001 (αρ. κατ. .../2001) αγωγή, με την οποία αξίωναν, μεταξύ άλλων κονδυλίων, που δεν αφορούν την παρούσα αναιρετική δίκη, χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης. Η αγωγή αυτή συνεκδικάστηκε μαζί με άλλες τρεις κύριες αγωγές και τρεις αναγωγές, που, επίσης, δεν αφορούν την αναιρετική δίκη και συζητήθηκε στη δικάσιμο της 22-4-2005, κατά την οποία δηλώθηκε η βίαιη διακοπή της δίκης για τον Α.

Τ., λόγω του θανάτου αυτού. Επί της αγωγής της οικογένειας εκδόθηκε αρχικά η μη οριστική υπ’ αριθμ. 581/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία διέταξε, μεταξύ άλλων, την προσκομιδή γνωμοδότησης του Ινστιτούτου Διεθνούς Δικαίου. Στη συνέχεια, η υπόθεση επανήλθε προς περαιτέρω συζήτηση στη δικάσιμο της 20-4-2007, κατά την οποία οι ήδη αναιρεσίβλητοι δήλωσαν ότι, επειδή στο μεταξύ διάστημα απεβίωσε και η γιαγιά τους Γ.

Τ., μητέρα του θύματος - μητέρας τους, διακόπηκε βιαίως η δίκη και ως προς αυτήν και ότι συνεχίζουν πλέον τη δίκη στο όνομά τους, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι των θανόντων συγγενών τους (παππού και γιαγιάς), κατά το ποσοστό της κληρονομικής τους μερίδος. Ειδικότερα, με τις από 20-4-2007 προτάσεις τους, που σημειωτέον προσκομίζονται με νόμιμη επίκληση και επισκοπούνται παραδεκτά (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), διευκρίνισαν την ανωτέρω αγωγική τους αξίωση από την κληρονομία του παππού και της γιαγιάς τους ως εξής: "...

Επειδή κατά το διαμεσολαβήσαν διάστημα απεβίωσε πέραν του εβδόμου και η ογδόη των ενάγοντων οπότε διακόπτεται η δίκη βιαίως και ως προς αυτήν λόγω του επελθόντος θανάτου της, Επειδή μεταξύ των νομίμων κληρονόμων των αποβιωσάντων αυτών εναγόντων -πατέρας και μητέρα της θανούσης κατά το υπό κρίση ατύχημα- είναι ο δεύτερος και τρίτη των εναγόντων -τέκνα της θανούσης Δ.

και εγγονοί αυτών-, οι οποίοι νομίμως δηλώνουν ότι επαναλαμβάνουν την δίκη ως προς τους ενάγοντες αυτούς κατά το αναλογούν πάντοτε μερίδιο του κάθε ενός εξ αυτών, Επειδή η αναλογούσα κληρονομική μερίδα των δευτέρου και τρίτης των εναγόντων στην κληρονομία του αποβιώσαντος εβδόμου ενάγοντος ανέρχεται σε ποσοστό 9,375% στον καθένα, αφού αυτός κατά τον θάνατό του αφήκε ως νομίμους κληρονόμους του την σύζυγό του Γ., όγδοη ενάγουσα, με ποσοστό 25% και τα τέσσερα τέκνα του, τρία άλλα τέκνα, μη διαδίκους, με ποσοστό 18,75% το κάθε ένα, και τα τέκνα του προαποβιώσαντος τέκνου του, Δ., β’ και γ’ ενάγοντες, σε ποσοστό 9,375% το κάθε ένα (18,75 : 2 = 9,375), συνεπώς πρέπει αναλογικά να επιδικασθεί η αιτηθείσα από τον έβδομο ενάγοντα χρηματική ικανοποίηση κατά ποσοστό 9,375% στον κάθε ένα από τους ενάγοντες αυτούς, Επειδή η αναλογούσα κληρονομική μερίδα των δευτέρου και τρίτης των εναγόντων στην κληρονομία της αποβιωσάσης ογδόης εναγούσης ανέρχεται σε ποσοστά 12,5% αντίστοιχα στον καθένα, αφού αυτή κατά τον θάνατό της αφήκε ως νομίμους κληρονόμους της τα τέσσερα τέκνα της, τρία άλλα τέκνα, μη διαδίκους, με ποσοστό 25% το κάθε ένα, και τα τέκνα του προαποβιώσαντος τέκνου της Δ., β’ και γ’ ενάγοντες, σε ποσοστό 12,5% το κάθε ένα (25% : 2 = 12,5%), συνεπώς πρέπει αναλογικά να τους επιδικασθεί η αιτηθείσα από την όγδοη ενάγουσα χρηματική ικανοποίηση κατά ποσοστό 12,5% στον κάθε ένα από τους ενάγοντες αυτούς, Επειδή η αποβιώσασα όγδοη ενάγουσα είχε δικαίωμα στην αιτηθείσα χρηματική ικανοποίηση του εβδόμου ενάγοντος ύψους 25% όπως αναφέρθηκε ήδη, μετά τον θάνατό της δε το μερίδιό της αυτό κληρονομείται από τα τέσσερα τέκνα της, τρία άλλα τέκνα, μη διαδίκους, με ποσοστό 6,25% το κάθε ένα και τα τέκνα της προαποβιωσάσης Δ., β’ και γ’ των εναγόντων σε ποσοστό 3,125% (δηλαδή 6,25% : 2 = 3,125%) συνεπώς πρέπει αναλογικά να τους επιδικασθεί αναλογία αυτή από την αιτηθείσα από τον έβδομο χρηματική ικανοποίηση κατά το παραπάνω ποσοστό 3,125% στον κάθε ένα...".

Επομένως, σύμφωνα με τα παραπάνω, οι ήδη αναιρεσίβλητοι - εγγονοί από μεν την κληρονομία του παππού τους, Α. Τ. αξίωναν συνολικά ποσοστό 12,5% εξ αδιαιρέτου καθένας, δηλαδή 9,375% ευθέως από την ατομική μερίδα αυτού + 3,125% από τη μερίδα του 25% εξ αδιαιρέτου της συζύγου αυτού - γιαγιάς τους, καθώς επίσης 12,5% εξ αδιαιρέτου ευθέως οπό την ατομική μερίδα της γιαγιάς τους Γ.

Τ. και συνακόλουθα 25% εξ αδιαιρέτου καθένας αναιρεσίβλητος, εφόσον, εκτός από τη μητέρα τους οι ανωτέρω δικαιοπάροχοί τους, Α. και Γ. Τ., είχαν αποκτήσει και άλλα τρία γνήσια τέκνα, που δεν ήταν διάδικοι στην ανοιγείσα ως άνω δίκη ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, σύμφωνα με όσα οι ήδη αναιρεσίβλητοι διευκρίνιζαν κατά τα ανωτέρω.

Ακολούθως, εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 175/2008 οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η οποία επιδίκασε ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, στον σύζυγο του θύματος, Μ. Μ. (πατέρα των αναιρεσιβλήτων) το ποσό των 90.000 ευρώ, στα δύο τέκνα του θύματος (ήδη αναιρεσίβλητοι) το ποσό των 70.000 ευρώ σε καθένα και σε κάθε γονέα του θύματος (Α.

και Γ. Τ.) το ποσό των 30.000 ευρώ Η πρωτόδικη ως άνω απόφαση, που επιτρεπτά επισκοπείται για τις ανάγκες των ερευνώμενων αναιρετικών λόγων (1ου και 2ου), δέχτηκε επίσης (βλ. σελ. 37α και β αυτής), ότι, επειδή οι γονείς του θύματος απεβίωσαν, οι αξιώσεις τους (30.000 ευρώ για καθένα τούτων) κληρονομήθηκαν κατά τα κατωτέρω ποσοστά, σύμφωνα με τους εξής μαθηματικούς υπολογισμούς, όπως εξειδικεύονται για καλύτερη κατανόηση με έντονη γραφή στην παρούσα απόφαση και, κατ’ αποτέλεσμα, καταλήγουν στα ίδια ποσοστά κληρονομικής μερίδας, όπως τα διευκρίνιζαν οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι με τις προτάσεις τους:

"...κατά 25% η όγδοη ενάγουσα, Γ. Τ., που ως χήρα δικαιούται το ποσό των 7.500 ευρώ, δηλαδή 30.000 χ 25% ή 1/4 της κληρονομικής μερίδας του συζύγου της Α. (βλ. άρθρο 1820 ΑΚ), δεδομένου ότι ο έβδομος ενάγων, Α. Τ., προαπεβίωσε αυτής και κατά 9,375% ο καθένας από τους β’ και γ’ ενάγοντες (και ήδη αναιρεσίβλητοι) ατομικά από τη μερίδα του παππού τους (δηλαδή κατά 2.812,50 ευρώ καθένας (30.000 χ 9,375% ή 18,75 η αναλογία του θύματος θυγατέρας του, μητέρας των αναιρεσιβλήτων : 2 τέκνα αυτής ήδη αναιρεσίβλητοι), δεδομένου ότι υπάρχουν και άλλοι κληρονόμοι μη μετέχοντες στη δίκη, ως προς την κληρονομία του έβδομου ενάγοντα (παππού τους) (δηλ. τα λοιπά 3/4 ή 75% της μερίδας του παππού : 4 τέκνα αυτού = 18,75 κάθε τέκνο αυτού) και κατά 12,5% ο καθένας από τους β’ και γ ‘ των εναγόντων (ήδη αναιρεσίβλητοι) ως προς την κληρονομία της όγδοης ενάγουσας (γιαγιάς τους Γ. Τ.) ή 25% αναλογία του θύματος θυγατέρας της : 2 τέκνα αυτής, ήδη αναιρεσίβλητοι, δηλαδή, κατά 30.000 ευρώ που της επιδικάστηκε ατομικά ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης + 7.500 ευρώ ως χήρα από την αξίωση του συζύγου της Α. = 37.500 ευρώ χ 12,5% καθένας (αναιρεσίβλητος) = 4.687,50 ευρώ ο καθένας τους, δεδομένου ότι υπάρχουν και άλλοι κληρονόμοι μη μετέχοντες στη δίκη, τα οποία (ποσά)... κρίνονται εύλογα και δίκαια - άρθρ. 932 ΑΚ...".

Ακολούθως, η ως άνω απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου υποχρέωσε τις αναιρεσείουσες και τότε εναγόμενες εταιρείες να καταβάλουν σε καθένα αναιρεσίβλητο (τέκνο του θύματος) ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης το ποσό των 77.500 ευρώ και ειδικότερα: 70.000 ευρώ ατομικά σε καθένα τούτων + 2.812,50 από τη μερίδα του παππού τους + 4.687,50 από τη μερίδα της γιαγιάς τους = 77.500 ευρώ. Το ποσό αυτό ας σημειωθεί, περιορίστηκε με το ποσοστό συνυπαιτιότητας του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου (60%) και τελικά το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο επιδίκασε σε καθένα αναιρεσίβλητο 46.500 ευρώ (βλ. αναλυτικά σελ. 37 και αρχή 38 της πρωτόδικης απόφασης).

Κατά της ανωτέρω απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου οι υπόχρεες αναιρεσείουσες άσκησαν την από 10-9-2009 (αρ. κατ. .../2009) έφεση, με την οποία έπλητταν το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης ως προς το ύψος αυτής και ζητούσαν τον περιορισμό αυτού, ενώ αποδέχονταν τα ποσοστά κληρονομικής μερίδας των αναιρεσιβλήτων, σύμφωνα με τους μαθηματικούς υπολογισμούς της εκκαλουμένης πρωτόδικης απόφασης, που είχε υιοθετήσει τον περιορισμό της αξίωσης των αναιρεσιβλήτων, σύμφωνα με τις από 20-4-2007 προτάσεις τους.

Η έφεση αυτή συνεκδικάστηκε μαζί με άλλες εφέσεις, που δεν αφορούν την παρούσα δίκη. Επίσης, οι ήδη αναιρεσίβλητοι (ως εφεσίβλητοι στην από 10-9-2009 (αρ. κατ. .../2009) έφεση των ήδη αναιρεσειουσών εταιρειών άσκησαν με τις προτάσεις τους αντέφεση, που παραδεκτά επίσης επισκοπείται ως διαδικαστικό έγγραφο (άρθρ. 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) και ζητούσαν να τους επιδικασθούν τα αγωγικά ποσά, ατομικά, αλλά και ως κληρονόμοι του παππού και της γιαγιάς τους, αλλά και του πατέρα τους, Μ.

Μ., που στο μεταξύ διάστημα είχε και αυτός αποβιώσει. Με την αντέφεση αυτή μάλιστα αναφέρθηκαν και στις προτάσεις τους ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με τις οποίες, όπως προεκτέθηκε είχαν διευκρινίσει την κληρονομική τους μερίδα. Η υπόθεση συζητήθηκε στη δικάσιμο της 31-10-2013 και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία απέρριψε την αντέφεση ως απαράδεκτη (βλ.

σελ. 8β και 9α της προσβαλλόμενης απόφασης). Ακολούθως, ως προς το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική δίκη μέρος της υπόθεσης, το Εφετείο περιόρισε την χρηματική ικανοποίηση των γονέων του θύματος, που είχε επιδικάσει το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, από το ποσό των 30.000 ευρώ σε 25.000 ευρώ για καθένα (βλ. σελ. 29α προσβαλλόμενης).

Κατόπιν τούτου το Εφετείο δέχτηκε ότι οι ήδη αναιρεσίβλητοι - εγγονοί δικαιούνται το 1/2 ή 50% εξ αδιαιρέτου καθένας από την κληρονομική μερίδα του παππού και της γιαγιάς τους αντίστοιχα και ειδικότερα, 12.500 ευρώ από τη μερίδα του παππού (25.000 : 2 ή 50%) + 12.500 ευρώ από τη μερίδα της γιαγιάς (25.000 : 2 ή 50%) και καθένας αναιρεσίβλητος συνολικά το ποσό των 76.500 ευρώ συμπεριλαμβανομένων και των λοιπών αξιώσεών τους, είτε ατομικών, είτε ως κληρονόμων του πατέρα τους Μ.

Μ., που δεν πλήττονται με αναιρετικό λόγο (βλ. σελ. 30β της προσβαλλόμενης), ποσό, που τελικά τους επιδίκασε με το διατακτικό της η προσβαλλόμενη απόφαση.

Με τις ως άνω όμως παραδοχές στο αποδεικτικό του πόρισμα το Εφετείο δέχτηκε ότι οι αναιρεσίβλητοι είναι οι μοναδικοί κληρονόμοι του παππού και της γιαγιάς τους και ότι κληρονομούν το 50% καθένας της μερίδος τους, αντί του ορθού ποσοστού 25%, που αυτοί αξίωναν μετά τη διευκρίνιση της αγωγής τους, με τις από 20-4-2007 προτάσεις τους και συνεπώς το Εφετείο επιδίκασε στους αναιρεσίβλητους πλέον του αιτηθέντος από αυτούς ποσού, κατά παράβαση της διαθετικής Αρχής του άρθρου 106 ΚΠολΔ. Εκτός τούτου, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί προηγουμένως, η εκκαλουμένη - πρωτόδικη απόφαση δέχθηκε τις αγωγικές αξιώσεις των ήδη αναιρεσιβλήτων, όπως είχαν διευκρινιστεί με τις από 20-4-2007 προτάσεις τους, κατά το ποσοστό της κληρονομικής μερίδας αυτών, δηλαδή 25% καθένας από κάθε κληρονομία του παππού και της γιαγιάς τους. Το κεφάλαιο αυτό δεν είχε προσβληθεί με αντίθετη έφεση ή με αντέφεση, ενώ όπως επίσης εκτέθηκε η αντέφεση που αυτοί είχαν ασκήσει απορρίφθηκε ως απαράδεκτη και δεν ερευνήθηκε κατ’ ουσίαν. Επομένως, το Εφετείο περιοριζόταν από το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης των ήδη αναιρεσειουσών να ερευνήσει τα κεφάλαια της εκκαλουμένης πρωτόδικης απόφασης, που είχαν προσβληθεί μόνο με την έφεση των αναιρεσειουσών (με την οποία έπλητταν το κεφάλαιο της υπαιτιότητας και το ύψος των κονδυλίων, που είχαν επιδικασθεί πρωτόδικα ζητώντας τον περιορισμό αυτών).

Συνεπώς, το Εφετείο δεν είχε εξουσία να ερευνήσει το άνω κεφάλαιο με το οποίο η κληρονομική μερίδα είχε καθοριστεί από την πρωτόδικη απόφαση σε ποσοστό 25% για καθένα αναιρεσίβλητο και το οποίο δεν επλήττετο. Επομένως, το Εφετείο με το να καθορίσει το άνω ποσοστό σε 50% για καθένα αναιρεσίβλητο οπό κάθε κληρονομία του παππού και της γιαγιάς τους επιδίκασε πλέον του αιτηθέντος από αυτούς ποσό και, συνακόλουθα, ιδρύεται η αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 9 ΚΠολΔ, αλλά και η πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 8 περ.

β’ ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον αυτοτελή ισχυρισμό των αναιρεσιβλήτων, ότι η κληρονομική τους μερίδα ισούται με 25% από την κληρονομία του παππού και με 25% από την κληρονομία της γιαγιάς και ο οποίος ήταν ουσιώδης για την έκβαση της δίκης και τον υπολογισμό της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, διότι με αυτόν δευκρίνισαν τις κληρονομικές τους αξιώσεις και την ιστορική βάση της αγωγής τους και συνεπώς συνιστούσε "πράγμα", που προτάθηκε νόμιμα, κατ’ άρθρ. 559 αρ. 8 ΚΠολΔ στο Δικαστήριο ουσίας (ΑΠ 1486/2014).

Κατόπιν αυτών, ο 1ος αναιρετικός λόγος, εκ του άρθρου 559 αρ. 9 ΚΠολΔ, κατά το κύριο και επικουρικό σκέλος αυτού και ο 2ος αναιρετικός λόγος εκ του άρθρου 559 αρ. 8 περ. β’ ΚΠολΔ, πρέπει να γίνουν δεκτοί ως ουσιαστικά βάσιμοι και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το ανωτέρω κεφάλαιο αυτής, που αφορά το ποσοστό της κληρονομικής μερίδος των αναιρεσιβλήτων ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων της αξίωσης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης των ανιόντων τους (παππού και γιαγιάς από μητρική γραμμή).

Εξάλλου, με δεδομένο ότι η αναιρετική εμβέλεια των κατά τα ανωτέρω γεννώμενων δεκτών συναφών 1ου και 2ου αναιρετικών λόγων οδηγεί στην παραδοχή της αίτησης αναίρεσης στο σύνολό της, καθίσταται πλέον αλυσιτελής, άλλως παρέλκει η εξέταση και του 3ου λόγου αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, που επίσης αποβλέπει στην αποδοχή της αίτησης αναίρεσης και πλήττει το ίδιο ως άνω κεφάλαιο (αξίωση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης των αναιρεσιβλήτων με την ιδιότητά τους ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων των ανιόντων τους από μητρική γραμμή, Α.

και Γ. Τ.).

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 65 παρ. 1 του Ν. 4139/2013, προκύπτει ότι, αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο εκτός από εκείνους, που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να ασχοληθεί με την εκδίκασή της, ιδίως, αν, κατά την κρίση του, δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση (ΑΠ 51/2016, ΑΠ 292/2015, ΑΠ 1749/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως έχει εκτεθεί προηγουμένως αναλυτικά, περιόρισε την αγωγική αξίωση της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης των ανιόντων των αναιρεσιβλήτων από μητρική γραμμή (Α. και Γ. Τ.) από το ποσό των 30.000 ευρώ σε καθένα, που είχε επιδικασθεί πρωτόδικα σε 25.000 ευρώ σε καθένα τούτων. Το κεφάλαιο αυτό (ως προς το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης) δεν πλήττεται με την ένδικη αίτηση αναίρεσης. Σύμφωνα επίσης με τους μαθηματικούς υπολογισμούς, που έχουν προεκτεθεί αναλυτικά, κάθε αναιρεσίβλητος εγγονός δικαιούται από την κληρονομική μερίδα του παππού τους, Α. Τ. ποσοστό 12,50% ή 3.125 ευρώ (25.000 χ 12,50%) και από την κληρονομική μερίδα της γιαγιάς τους, Γ. Τ., επίσης, το ίδιο ποσοστό 12,50% ή 3.125 ευρώ και συνολικά 6.250 ευρώ καθένας (3.125 + 3.125).

Συνεπώς, δεν απολείπεται άλλο ζήτημα για διευκρίνιση της υπόθεσης και δεν υπάρχει πλέον στάδιο περαιτέρω εκδίκασης αυτής ως προς το αναιρούμενο ως άνω κεφάλαιο. Συνακόλουθα, κατ’ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση και να δικαστεί από το Δικαστήριο τούτο κατά το αναιρούμενο ως άνω μέρος.

Στη συνέχεια, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και κατ’ ουσίαν η από 10-9-2009 (αρ. κατ. .../2009) έφεση των εναγομένων και ήδη αναιρεσειουσών, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη υπ’ αριθμ. 175/2008 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά το αναιρούμενο μέρος της υπόθεσης και να γίνει εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η ένδικη από 26-3-2001 (αρ.

κατ. .../2001) αγωγή του 2ου και 3ης των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων - εγγονών, κατά της 4ης και 5ης των εναγομένων και ήδη αναιρεσειουσών κατά τα αναιρούμενο ως άνω μέρος (αξίωση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης των αναιρεοιβλήτων με την ιδιότητά τους ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων των ανιόντων τους από μητρική γραμμή Α.

και Γ. Τ.) και, στη συνέχεια, να αναγνωριστεί, ότι η 4η και 5η εναγόμενες (αναιρεσείουσες) υποχρεούνται, σε ολόκληρο καθεμιά, να καταβάλει, σε καθένα από τους 2ο και 3η των εναγόντων - εγγονών (αναιρεσιβλήτων) το ποσό των 6.250 ευρώ με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επομένη ημέρα επίδοσης της ένδικης αγωγής (άρθρ. 346 ΑΚ).

Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείουσες για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. Β’ δ’ ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι (ενάγοντες - εφεσίβλητοι), που ηττήθηκαν, στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειουσών (εναγομένων - εκκαλούντων), που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτών, λόγω της δυσχέρειας εφαρμογής των διατάξεων, που εφαρμόστηκαν (άρθρα 179, 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ’ αρ. 2778/2014 οριστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (ειδική διαδικασία του άρθρου 681Α ΚΠολΔ) κατά το αναιρούμενο μέρος της υπόθεσης, ήτοι κατά το κεφάλαιο που αφορά την αξίωση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης των αναιρεσιβλήτων, με την ιδιότητά τους ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων των ανιόντων τους (παππού και γιαγιάς) από μητρική γραμμή Α. και Γ. Τ.. Διακρατεί και δικάζει κατά τούτο την υπόθεση.

Δέχεται τυπικά και κατ’ ουσίαν την από 10-9-2009 (αρ. κατ. .../2009) έφεση των αναιρεσειουσών - εκκαλουσών κατά της υπ’ αρ. 175/2008 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά το αναιρούμενο ως άνω μέρος της υπόθεσης.

Εξαφανίζει, κατά τούτο, την εκκαλουμένη υπ’ αρ. 175/2008 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Κρατεί και δικάζει την από 26-3-2001 (αρ. κατ. .../2001) αγωγή των 2ου και 3ης των εναγόντων, Π. Μ. του Μ. και Σ. συζ. Κ. Ρ., το γένος Μ. Μ., κατά το αναιρούμενο ως άνω μέρος της υπόθεσης.

Αναγνωρίζει, ότι η 4η και η 5η των εναγομένων (αναιρεσείουσες) υποχρεούνται, σε ολόκληρο καθεμιά, να καταβάλουν σε καθένα από τους 2ο και 3η των εναγόντων (αναιρεσιβλήτων) το ποσό των έξη χιλιάδων διακοσίων πενήντα (6.250) ευρώ, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επομένη της επίδοσης της αγωγής.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείουσες για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης.

Και

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους (ενάγοντες-εφεσιβλήτους) στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειουσών (εναγομένων - εκκαλουσών), που ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Μαΐου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Ιουνίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ