1033/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1033/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ακολούθως με την Κ2 - 17791/2007 απόφαση του Υφυπουργού Ανάπτυξης, που καταχωρίσθηκε την 13-12-2007 στο ΜΑΕ (ΦΕΚ 13996), εγκρίθηκε η συγχώνευση των ανωνύμων εταιρειών "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΕΧΝΟΔΟΜΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και "ΠΑΝΤΕΧΝΙΚΗ ΑΕ" (δεύτερη αναιρεσίβλητη) με απορρόφηση της δεύτερης (ΠΑΝΤΕΧΝΙΚΗ ΑΕ, που διεγράφη από το ΜΑΕ) από την πρώτη.
Full text
Απόφαση 1033 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1033/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Κ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Παπανικολάου.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κοινοπραξίας τεχνικών εταιρειών με την επωνυμία "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ΣΗΡΑΓΓΑΣ ΚΑΛΛΙΔΡΟΜΟΥ - ΕΡΓΟΤΑΞΙΟ ΚΑΤΩ ΤΙΘΟΡΕΑΣ ΦΘΙΩΤΙΔΑΣ", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ανώνυμης τεχνικής εταιρείας με την επωνυμία "ΠΑΝΤΕΧΝΙΚΗ ΑΕ", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΤΕ Α.Τ.Ε.", που εδρεύει στο ..., έχει τεθεί σε εκκαθάριση του άρθρου 44 με την 1217/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και εκπροσωπείται νόμιμα και 4) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΑΚΤΩΡ ΑΕ", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Οι 1η, 2η και 3η των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Αλεξίου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Η 4η αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Παναγιώτου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-3-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 120/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6612/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22-6-2009 αίτησή του και τους από 2-2-2010 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 7-4-2010 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτου Βαρβάρας Κριτσωτάκη, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί, οι, δεύτερος και έκτος κατά το δεύτερο μέρος του, λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι αναιρέσεως καθώς και οι από 2-2-2010 πρόσθετοι λόγοι αυτής.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθ. 558 ΚΠολΔ η αναίρεση απευθύνεται κατ' εκείνων που ήσαν διάδικοι στην δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, ή των καθολικών διαδόχων τους ή των κληρονόμων τους. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθ. 4 § 1 ΠΔ 178/2002, οι διατάξεις του οποίου, κατ' άρθ. 2 αυτού, εφαρμόζονται σε κάθε συμβατική ή από το νόμο μεταβίβαση ή συγχώνευση επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων σε άλλον εργοδότη, με την μεταβίβαση και από την ημερομηνία αυτής όλα τα υφιστάμενα δικαιώματα και υποχρεώσεις που έχει ο μεταβιβάζων από σύμβαση ή σχέση εργασίας μεταβιβάζοντα στον διάδοχο, ο δε μεταβιβάζων και μετά την μεταβίβαση ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με τον διάδοχο για τις υποχρεώσεις που προέκυψαν από την σύμβαση ή σχέση εργασίας μέχρι τον χρόνο που αναλαμβάνει ο διάδοχος.
Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθ. 75 §§ 1 περ. α' και 2 ν. 2190/1920, που προστέθηκε με το άρθ. 12 ΠΔ 498/1987, από την καταχώριση στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών (ΜΑΕ) της εγκριτικής απόφασης της συγχώνευσης (α) η απορροφώσα εταιρεία, υποκαθίσταται αυτοδίκαια, τόσο ως προς τις συγχωνευόμενες εταιρείες όσο και έναντι των τρίτων, σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της ή των απορροφουμένων εταιρειών και η μεταβίβαση αυτή εξομοιώνεται με καθολική διαδοχή (β) οι εκκρεμείς δίκες συνεχίζονται αυτοδίκαια από την απορροφώσα εταιρεία ή κατ' αυτής χωρίς καμία διατύπωση εκ μέρους της για την συνέχιση και χωρίς να επέρχεται λόγω της συγχώνευσης βίαιη διακοπή της δίκης και χωρίς ν' απαιτείται δήλωση για την επανάληψή τους.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα προσκομιζόμενα έγγραφα προκύπτουν τα εξής: Με την ΕΜ -28720/2007 απόφαση του Νομάρχη Αθηνών, που καταχωρίσθηκε την 10-12-2007 στο ΜΑΕ (η σχετική ανακοίνωση της καταχώρισης αυτής δημοσιεύθηκε στο 14054/14-12-2007 φύλλο της ΕτΚ τ. ΑΕ και ΕΠΕ), εγκρίθηκε η απορρόφηση του κατασκευαστικού κλάδου της 2ης αναιρεσίβλητης εναγομένης ανώνυμης εταιρείας "ΠΑΝΤΕΧΝΙΚΗ ΑΕ" από την ανώνυμη εταιρεία "ΜΕΤΟΧΙ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ - ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΕΡΓΩΝ" (ΜΕΤΟΧΙ ΑΕ).
Ακολούθως με την Κ2 - 17791/2007 απόφαση του Υφυπουργού Ανάπτυξης, που καταχωρίσθηκε την 13-12-2007 στο ΜΑΕ (ΦΕΚ 13996), εγκρίθηκε η συγχώνευση των ανωνύμων εταιρειών "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΕΧΝΟΔΟΜΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και "ΠΑΝΤΕΧΝΙΚΗ ΑΕ" (δεύτερη αναιρεσίβλητη) με απορρόφηση της δεύτερης (ΠΑΝΤΕΧΝΙΚΗ ΑΕ, που διεγράφη από το ΜΑΕ) από την πρώτη.
Στην συνέχεια η "ΜΕΤΟΧΙ ΑΕ" που απορρόφησε τον κατασκευαστικό κλάδο της ως άνω εναγομένης μετονομάσθηκε σε ΠΑΝΤΕΧΝΙΚΗ ΑΕ και είναι η 2η αναιρεσίβλητη. Τέλος, με την Κ2 - 8740/2008 απόφαση του Υφυπουργού Ανάπτυξης, που καταχωρίσθηκε στο ΜΑΕ την 9-7-2008 (ΦΕΚ 7114), η "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΕΧΝΟΔΟΜΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", με την οποία συγχωνεύθηκε με απορρόφησή της απ' αυτήν η "ΠΑΝΤΕΧΝΙΚΗ ΑΕ", μετονομάσθηκε σε "ΕΛΛΑΚΤΩΡ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και είναι η 4η αναιρεσίβλητη, μη διάδικος στην δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση.
Επομένως, ενόψει του ότι κατά την προαναφερθείσα διάταξη του άρθ. 4 ΠΔ 178/2002 η εναγομένη παλαιά ΠΑΝΤΕΧΝΙΚΗ ΑΕ, ως μεταβιβάσασα τον κατασκευαστικό κλάδο, ευθυνόταν αλληλέγγυα και εις ολόκληρον με την διάδοχο ΜΕΤΟΧΙ ΑΕ για τις μέχρι την μεταβίβαση υποχρεώσεις της από τις συμβάσεις εργασίας, η ευθύνη αυτή από την συγχώνευσή της (ΠΑΝΤΕΧΝΙΚΗΣ ΑΕ) με απορρόφηση από την ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΕΧΝΟΔΟΜΙΚΗ ΑΕ μεταβιβάσθηκε στην διάδοχό της τελευταία αυτή εταιρεία και ακολούθως στην 4η των αναιρεσιβλήτων ΕΛΛΑΚΤΩΡ ΑΕ.
Κατά συνέπεια, εφόσον στην κρινομένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τη επισκόπηση της αγωγής, πρόκειται για εργατικές απαιτήσεις που γεννήθηκαν πριν αππό το έτος 2007, όταν αποσχίσθηκε ο κατασκευαστικός κλάδος, στον οποίο ανήκε ο ενάγων, η 4η αναιρεσίβλητη νομιμοποιείται παθητικά και ορθώς στρέφεται και κατ' αυτής η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.
ΙΙ. Σύμφωνα με το άρθ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως εάν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ανεπαρκείς ή αντιφατικές σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την ως άνω διάταξη προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν (σε σχέση με τα στοιχεία αυτά) αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), όταν δηλ.
δεν προκύπτει από την απόφαση, ποιά πραγματικά περιστατικά δέχθηκε αυτή, ώστε σε συνδυασμό με το διατακτικό της να κριθεί περαιτέρω, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόσθηκε, ενώ το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, ως προς το πραγματικό του οποίου δεν πρέπει να καταλείπονται αμφιβολίες από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό πόρισμά της.
Εξάλλου, με την από 18-7-1996 ΣΣΕ "για τους όρους αμοιβής και εργασίας των ηλεκτροτεχνιτών καταστημάτων, ξενοδοχείων κ.λπ. όλης της χώρας", που κηρύχθηκε έκτοτε υποχρεωτική με την 12311/1996 ΑΥΕ (ΦΕΚ Β' 698), καθορίσθηκαν στα εκεί αναφερόμενα ποσά οι βασικοί μισθοί και ημερομίσθια των μαθητευομένων ηλεκτροτεχνιτών, αδειούχων βοηθών ηλεκτροτεχνιτών, αδειούχων ηλεκτροτεχνιτών, των αδειούχων αρχιτεχνιτών με θέση, των αδειούχων εργοδηγών με θέση και των πτυχιούχων επίβλεψης συντηρητών ή εγκαταστατών.
Σύμφωνα με την ίδια ΣΣΕ: (1) Οι εργαζόμενοι που αφορά η σύμβαση αυτή δικαιούνται "επίδομα ανθυγιεινής εργασίας και ειδικών συνθηκών", υπολογιζόμενο σε ποσοστό 15% επί του βασικού μισθού, εκτός από τους εργαζομένους στις νέες εγκαταστάσεις των οικοδομών, οι οποίοι δικαιούνται τέτοιο επίδομα 7% επί του βασικού μισθού.
Σε περίπτωση που χορηγούνται σε άλλους εργαζομένους, του ίδιου με αυτούς εργοδότη, επιδόματα ανθυγιεινής εργασίας ή ειδικών συνθηκών με νόμο, ΣΣΕ, ΔΑ, υπουργική απόφαση, διμερή συμφωνία, απόφαση του εργοδότη, μεγαλύτερα από το ποσοστό αυτό, τότε στους ηλεκτροτεχνίτες χορηγείται το μεγαλύτερο (άρθ. 8). Το ως άνω επίδομα ποσοστού 7%, για τους εργαζομένους στις νέες εγκαταστάσεις, με το άρθ. 2 της από 24-5-2001 παρόμοιας ΣΣΕ, που κηρύχθηκε υποχρεωτική από 5-5-2001 με την 12067 ΥΑ (ΦΕΚ Β' 1214) ορίσθηκε σε 10% (επί του βασικού μισθού) και με την ΔΑ 15/2002 σε 11%. (2) Σε όλους τους βοηθούς ηλεκτροτεχνίτες, αρχιτεχνίτες, εργοδηγούς, πτυχιούχους επίβλεψης συντηρητές ή εγκαταστάτες κ.λπ.
χορηγείται "επίδομα επικίνδυνης εργασίας" σε ποσοστό 20%, υπολογιζόμενο επί του συνόλου των αποδοχών. Πάντως, οι εργαζόμενοι στην εκτέλεση νέων ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων ή επέκταση αυτών δεν θεωρούνται ότι προσφέρουν επικίνδυνη εργασία και συνεπώς δεν δικαιούνται το επίδομα αυτό, ούτε και την χορήγηση γάλακτος (άρθ. 9), που προβλέπει ειδικότερα το άρθ. 11, κατά το οποίο σε όλους τους βοηθούς ηλεκτροτεχνίτες κ.λπ.
χορηγούνται κάθε ημέρα, αποκλειστικά σε είδος, 640 gr* γάλακτος, η καταβολή της αξίας του οποίου απαγορεύεται (3) Σε όλους τους βοηθούς ηλεκτροτεχνίτες κ.λπ. που εργάζονται, μεταξύ άλλων, σε υπόγειες στοές οι παραπάνω μισθοί καταβάλλονται προσαυξημένοι κατά 20% (άρθ.10) (4) Χορηγείται επίδομα υπευθυνότητας σε ποσοστό 10% επί των βασικών μισθών σε αυτούς που έχουν ανατεθεί εγγράφως καθήκοντα υπευθύνου και σε αυτούς που εκτελούν βάρδια (φυλακή ασφαλείας κ.λπ., άρθ. 12).
Τέλος, με τις ΔΑ 34/1999, ΔΑ 15/2000, από 24-5-2001 ΣΣΕ και την ΔΑ 15/2002 ορίσθηκαν στα εκεί αναφερόμενα ποσά οι βασικοί μισθοί, μεταξύ άλλων, και των αδειούχων βοηθών ηλεκτροτεχνίτη. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Αθηνών, κρίνοντας ύστερ' από έφεση του ήδη αναιρεσείοντος επί αγωγής αυτού με αντικείμενο διάφορες αξιώσεις του από σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, με την προσβαλλομένη 6612/2006 απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ο ενάγων (αναιρεσείων) προσλήφθηκε την 15-4-1999 από την πρώτη εναγομένη (και αναιρεσίβλητη) κοινοπραξία τεχνικών εταιρειών, της οποίας κοινοπρακτούντα μέλη είναι οι δεύτερη και τρίτη αυτών, ως βοηθός ηλεκτρολόγου για να εργασθεί στο έργο των δύο σηράγγων που κατασκεύαζε η κοινοπραξία στο όρος Καλλίδρομο για την διέλευση σιδηροδρομικών τροχιών απ' αυτές, ότι ο ενάγων, σύμφωνα με την κατά την πρόσληψη αυτού δήλωσή του, είχε πτυχίο ηλεκτροτεχνίτη (της σχολής ΟΑΕΔ Λαμίας) και άδεια βοηθού ηλεκτρολόγου, ότι ο ενάγων απολύθηκε την 25-10-2002 και ότι κατά το ως άνω χρονικό διάστημα της απασχόλησής του ο ενάγων εργαζόταν σε νέες και όχι σε παλαιές ηλεκτρολογικές εγκαταστάσεις.
Με βάση τα παραπάνω το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του υπολόγισε στην συνέχεια τις νόμιμες αποδοχές του αναιρεσείοντος ενάγοντος με βάση το προβλεπόμενο εκάστοτε από τις ως άνω ΔΑ και ΣΣΕ βασικό ημερομίσθιο προσαυξανόμενο με ποσοστό (α) 20% για επίδομα ανθυγιεινής εργασίας και ειδικών συνθηκών (β) 20% για επίδομα σήραγγας και (γ) 10% για επίδομα υπευθυνότητας, ενώ δεν συμπεριέλαβε στις προσαυξήσεις που δικαιούτο ο ενάγων και το επίδομα επικίνδυνης εργασίας ποσοστού 20%, το οποίο δικαιούνται μόνο όσοι βοηθοί ηλεκτρολόγων εργάζονται σε παλαιές εγκαταστάσεις, απέρριψε δε για τον ίδιο λόγο και την αξίωση για την επιδίκαση του αντιτίμου γάλακτος.
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης από το άρθ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ προβάλλεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση έχει αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τις προσαυξήσεις που δικαιούται ο ενάγων, ειδικότερα δε ότι: (1) Αν και δέχθηκε ότι εργαζόταν στις νέες ηλεκτρολογικές εγκαταστάσεις και συνεπώς δεν δικαιούται το επίδομα επικίνδυνης εργασίας ποσοστού 20% (κατά την ρητή ως άνω, όπως προαναφέρθηκε, διάταξη του άρθ. 9 της από 18-7-1996 ΣΣΕ, ρύθμιση που δεν καταργήθηκε με τις μεταγενέστερες ΔΑ και ΣΣΕ), συγχρόνως δέχθηκε ότι δικαιούται επίδομα ανθυγιεινής εργασίας και ειδικών συνθηκών ποσοστού 20%, το οποίο, κατά τον αναιρεσείοντα, δικαιούνται οι εργαζόμενοι στις παλαιές ηλεκτρολογικές εγκαταστάσεις.
Όμως, με το άρθ. 3 της ΔΑ 15/2000 ορίσθηκε ότι το επίδομα ανθυγιεινής εργασίας και ειδικών συνθηκών που προβλέπεται από την από 18-7-1996 ΣΣΕ ειδικά προκειμένου περί των ηλεκτροτεχνιτών, αρχιτεχνιτών και εργοδηγών ηλεκτροτεχνιτών ΣΤ' ειδικότητας ορίζεται από την ισχύ της ως άνω ΔΑ σε ποσοστό 20% επί του κάθε φορά ισχύοντος βασικού μισθού τους, χωρίς περαιτέρω διάκριση, εάν αυτοί εργάζονται σε παλαιές ή νέες ηλεκτρολογικές εγκαταστάσεις.
Δηλαδή ναι μεν με την αναιρεσιβαλλομένη ο ενάγων εσφαλμένα υπήχθη στους δικαιουμένους επίδομα ανθυγιεινής εργασίας και ειδικών συνθηκών 20%, πλην όμως η παραδοχή αυτή δεν δημιουργεί αντίφαση, αφού, όπως προαναφέρθηκε, η χορήγηση του επιδόματος αυτού δεν συναρτάται προς παροχή εργασίας σε νέες ή παλαιές ηλεκτρολογικές εγκαταστάσεις (2) Επίσης, αν και δέχθηκε, ως ανωτέρω, ότι εργαζόταν σε νέες εγκαταστάσεις, του επιδίκασε επίδομα υπευθυνότητας ως φύλακα βάρδιας, ενώ τέτοιο επίδομα, κατά τον αναιρεσείοντα, δικαιούνται μόνο οι εργαζόμενοι στις παλαιές ηλεκτρολογικές εγκαταστάσεις, αφού στις νέες δεν υπάρχει αντικείμενο για την ιδιότητα αυτή.
Όμως, σύμφωνα με την προδιαληφθείσα διάταξη του άρθ. 12 της ως άνω ΣΣΕ το επίδομα υπευθυνότητας ποσοστού 10% (επί του βασικού μισθού) χορηγείται αδιακρίτως σε αυτούς που εκτελούν βάρδια (φυλακή ασφαλείας) κ.λπ., η εργασία δε αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι παρέχεται λογικά και κατ' ανάγκην μόνο σε παλαιές ηλεκτρολογικές εγκαταστάσεις.
Τέλος, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι ο ενάγων εργαζόταν στις νέες εγκαταστάσεις ορθά και χωρίς αντιφάσεις απέρριψε το κονδύλιο για το αντίτιμο της φιάλης γάλακτος, αφού κατά την προαναφεθείσα ρητή διάταξη του άρθ. 9 της ως άνω από 18-7-1996 ΣΣΕ οι εργαζόμενοι στην εκτέλεση νέων ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων κ.λπ.
δεν δικαιούνται την χορήγηση γάλακτος, σε κάθε δε περίπτωση κατά την ρητή διάταξη του άρθ. 11 της ίδιας ΣΣΕ η παροχή αυτή, που αποτελεί μέτρο που αφορά την υγεία των εργαζομένων και επομένως δεν συνιστά αντάλλαγμα για την παροχή εργασίας δηλ. μισθό, χορηγείται αποκλειστικά σε είδος, απαγορευομένης της καταβολής της αξίας του οφειλομένου καθημερινά γάλακτος.
Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος. III. Κατά την διάταξη του άρθ. 9 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση" κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, δηλ. κάθε αίτηση με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, με οποιαδήποτε νόμιμη μορφή της, και η οποία αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμοδικία, τέτοια δε αίτηση είναι η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης και κάθε ενδίκου μέσου.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθ. 1 ν. 435/1976, 6 της από 24-2-1984 ΕΓΣΣΕ (που δημοσιεύθηκε με την ΥΑ 11770/1984, ΦΕΚ Β' 81), με την οποία η εβδομαδιαία διάρκεια της εργασίας των μισθωτών γενικά ορίσθηκε από 1-1-1984 σε 40 ώρες, για την αμοιβή δε της απασχόλησης πέραν από το εβδομαδιαίο αυτό ωράριο και έως την συμπλήρωση του ανώτατου νόμιμου ωραρίου, δηλ.
για την υπερεργασία, γίνεται παραπομπή στο άρθ. 9 της 1/1982 απόφασης του ΔΔΔΔ Αθηνών (που κυρώθηκε με το άρθ. 29 ν. 1346/1983), και 4 ν. 2874/2000 (όπως ίσχυσε μέχρι 30-9-2005, όταν αντικαταστάθηκε από το άρθ. 1 ν. 3385/2005 που επανέφερε την υπερεργασία), με το οποίο καταργήθηκε από 1-4-2001 η υπερεργασία και η απασχόληση πέραν των 40 ωρών εβδομαδιαίως και μέχρι τον προβλεπόμενο εκεί αριθμό ωρών θεωρείται ιδιόρρυθμη υπερωρία, νόμιμη και επιτρεπτή, αμειβομένη με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά τις εκεί διακρίσεις, συνάγεται ότι υπό το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας (από Δευτέρα έως Παρασκευή) συνολικής απασχόλησης 40 ωρών, εφόσον με ΣΣΕ κ.λπ.
έχει καθιερωθεί για ορισμένη κατηγορία εργαζομένων συνολική διάρκεια εβδομαδιαίας εργασίας μικρότερη των 40 ωρών, η υπέρβαση του συμβατικού αυτού χρόνου μέχρι τις 40 ώρες αποτελεί απλή υπερεργασία, για την οποία, θεωρουμένη ως πρόσθετη εργασία κατ' άρθ. 659 ΑΚ, ο μισθωτός δικαιούται σύμφωνα με την ως άνω διάταξη πρόσθετη αμοιβή, ανάλογη με τις ώρες που διαρκεί η πρόσθετη εργασία, χωρίς, κατ' αντίθεση με την θεσμοθετημένη ως άνω υπερεργασία, προσαυξήσεις, στην περίπτωση δε αυτή το ωρομίσθιο υπολογίζεται με βάση τον καταβαλλόμενο μισθό σε συνδυασμό με το συμφωνημένο ωράριο εργασίας.
Περαιτέρω και ειδικότερα με το άρθ. 18 της από 18-7-1996 ΣΣΕ "για τους όρους αμοιβής και εργασίας των ηλεκτροτεχνιτών καταστημάτων, ξενοδοχείων κ.λπ. όλης της χώρας" (που κηρύχθηκε υποχρεωτική από 18-7-1996 με την 12311/1996 ΑΥΕ, ΦΕΚ Β' 698) για τους εργαζομένους που αφορά αυτή, μεταξύ των οποίων είναι και οι αδειούχοι βοηθοί ηλεκτροτεχνιτών (άρθ. 2), όπως ο αναιρεσείων, καθιερώνεται πενθήμερη εβδομαδιαία εργασία από Δευτέρα έως Παρασκευή 38 συνολικά ωρών εργασίας, η ρύθμιση δε αυτή δεν καταργήθηκε με τις μεταγενέστερες ΔΑ και ΣΣΕ.
Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές το νόμιμο ωράριο του αναιρεσείοντος ανερχόταν σε 40 ώρες εβδομαδιαία, ενώ με βάση τα συμφωνηθέντα με την ως άνω ΣΣΕ ο συμβατικός χρόνος εργασίας του ανερχόταν σε 38 ώρες την εβδομάδα, η υπέρβαση δε του συμβατικού αυτού ωραρίου κατά 2 ώρες την εβδομάδα (μέχρι τις 40 ώρες) θεωρείται, όπως προαναφέρθηκε, πρόσθετη εργασία αμειβομένη ως άνω.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (άρθ. 561 § 2 ΚΠολΔ), ο αναιρεσείων ενάγων με την ένδικη αγωγή του ζήτησε, μεταξύ άλλων, να του επιδικασθεί και το ποσό των 2.112€ ως αμοιβή, με βάση το απλό ωρομίσθιο, για την πρόσθετη εργασία που παρείχε εργαζόμενος επί 2 ώρες την εβδομάδα πέραν του συμβατικού ωραρίου του των 38 ωρών (μέχρι την συμπλήρωση του νομίμου των 40 ωρών), με τον τρίτο δε λόγο της έφεσής του προέβαλε ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε σιωπηρά το κονδύλιο αυτό της αγωγής του.
Το Εφετείο και όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του σχετικά με το ωράριο εργασίας του ενάγοντος δέχθηκε, ότι ο ενάγων προσληφθείς με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από την πρώτη εναγομένη κοινοπραξία τεχνικών εταιρειών, με μέλη τις β' και γ' εναγόμενες, εργαζόταν ως βοηθός ηλεκτρολόγου και συγκεκριμένα ως βοηθός ηλεκτροσυγκολλητή στο εκτελούμενο απ' αυτές έργο της κατασκευής των σηράγγων στο όρος Καλλίδρομο, ότι το εργοτάξιο λειτουργούσε σε τρεις οκτάωρες βάρδιες, ύστερ' από έγκριση της αρμόδιας επιθεώρησης εργασίας, και ο ενάγων εργαζόταν εκ περιτροπής και στις τρεις αυτές (8ωρες) βάρδιες, οι οποίες κάλυπταν όλο το 24ωρο και δεν υπήρχε ανάγκη για υπερωριακή απασχόληση, ούτε από τον ενάγοντα, ούτε από άλλους εργαζομένους, εκτός από ορισμένες περιπτώσεις, για τις οποίες πληρώθηκε κανονικά, ότι ο ενάγων εργαζόταν το πολύ δύο Σαββατοκύριακα τον μήνα (επί 8ωρο) και για την εργασία γι' αυτά ελάμβανε κανονική αμοιβή.
Με βάση τις ως άνω παραδοχές του το Εφετείο, αν και δέχθηκε ότι ο ενάγων εργαζόταν επί 8ωρο καθημερινά από Δευτέρα έως και Παρασκευή, δηλ. 40 ώρες την εβδομάδα, ουδέν διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του για την ζητηθείσα με την αγωγή πρόσθετη αμοιβή του ενάγοντος για την παρασχεθείσα εργασία του πέραν του συμβατικού ωραρίου του των 38 ωρών την εβδομάδα, ως προς την οποία ο ενάγων είχε προσβάλει την πρωτόδικη απόφαση με τον τρίτο λόγο της έφεσής του που το Εφετείο δεν ερεύνησε.
Επομένως, το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε αληθώς μόνο στην προβλεπόμενη από το άρθ. 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια και ως εκ τούτου πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο συναφής δεύτερος λόγος αναίρεσης. Εξάλλου, από τις διατάξεις των 8900/1946 και 18310/1946 αποφάσεων των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, όπως αυτές ερμηνεύθηκαν με την 25825/1951 απόφαση των ίδιων Υπουργών, και 2 § 1 ν.δ. 3755/1957, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθ. 2 § 1 ν. 435/1976, συνάγεται ότι οι εργαζόμενοι κατά τις Κυριακές και αργίες δικαιούνται προσαύξηση 75% και οι προσφέροντες εργασία κατά τη νύκτα (από 22.00' μέχρι την 06.00' της επομένης) προσαύξηση 25%, που υπολογίζονται σε αμφότερες τις περιπτώσεις στο σύνολο των νομίμων (κατωτάτων) αποδοχών του μισθωτού, που περιλαμβάνουν τον βασικό μισθό ή ημερομίσθιο και τα από το νόμο οριζόμενα επιδόματα.
Για τους αμειβομένους με ημερομίσθιο υπό το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας των 40 ωρών, το οποίο, σημειωτέον, είναι σύστημα κατανομής του εβδομαδιαίου χρόνου εργασίας και όχι μείωσης αυτού και υπό το οποίο η 6η ημέρα της εβδομάδας, αν και είναι πλέον ημέρα ανάπαυσης, θεωρείται πλασματικά για τον υπολογισμό του εβδομαδιαίου μισθού χρόνος εργασίας και έτσι η εργασία παρέχεται επί 5 ημέρες την εβδομάδα, ο εργοδότης όμως καταβάλλει 6 ημερομίσθια, προς εξεύρεση του ωρομισθίου για τον υπολογισμό των ως άνω προσαυξήσεων διαιρείται το γινόμενο των 6 ημερομισθίων καταρχήν διά του αριθμού 40, των ωρών δηλ.
της εβδομαδιαίας εργασίας. Εάν, όμως, υπό το σύστημα αυτό προβλέπεται για ορισμένη κατηγορία εργαζομένων με ΣΣΕ (ή τις ατομικές συμβάσεις) ωράριο μικρότερο των 40 ωρών, αυτό το ωράριο λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό των ως άνω προσαυξήσεων. Ειδικότερα και όπως προαναφέρθηκε με το άρθ. 18 της από 18-7-1996 ΣΣΕ "για τους όρους αμοιβής και εργασίας των ηλεκτροτεχνιτών καταστημάτων, ξενοδοχείων κ.λπ.
όλης της χώρας" (που κηρύχθηκε υποχρεωτική από 18-7-1996 με την 12311/1996 ΑΥΕ, ΦΕΚ Β' 698) για τους εργαζομένους που αφορά αυτή, μεταξύ των οποίων είναι και οι αδειούχοι βοηθοί ηλεκτροτεχνιτών (άρθ. 2), όπως ο αναιρεσείων, καθιερώνεται πενθήμερη εβδομαδιαία εργασία από Δευτέρα έως Παρασκευή 38 συνολικά ωρών εργασίας, η ρύθμιση δε αυτή δεν καταργήθηκε με τις μεταγενέστερες ΔΑ και ΣΣΕ.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε περαιτέρω ότι (1) σύμφωνα με τις παρατιθέμενες στην με στοιχ. ΙΙ σκέψη της απόφασης αυτής ΔΑ και ΣΣΕ ο ενάγων δικαιούνταν ως νόμιμο ημερομίσθιο με τα επιδόματα ανθυγιεινής εργασίας και ειδικών συνθηκών, σήραγγας και υπευθυνότητας (α) από 15-4-1999 έως 30-6-1999 το συνολικό ποσό των 10.110 δρχ., έναντι του οποίου ελάμβανε το (μεγαλύτερο) ποσό (με τις ως άνω προσαυξήσεις) των 10.500 δρχ. (β) από 1-7-1999 έως 21-2-2000 το ποσό των 10.272 δρχ.
και ελάμβανε 10.500 δρχ. (γ) από 22-2-2000 μέχρι 31-12-2000 το ποσό των 10.635 δρχ. και ελάμβανε έως τον Σεπτέμβριο 10.500 δρχ. και από τον Οκτώβριο μέχρι και τον Δεκέμβριο του έτους αυτού 10.971 δρχ. (δ) από 1-1-2001 έως 30-6-2001 το ποσό των 10.905 δρχ. και ελάμβανε 10.947 δρχ. (ε) από 1-7-2001 έως 13-2-2002 το ποσό των 11.130 δρχ. και ελάμβανε 10.947 δρχ. έως τον Αύγουστο 2001 και 11.384 δρχ.
από τον Σεπτέμβριο του 2001 (στ) από 14-2-2002 έως 30-6-2002 το ποσό των 33,98 € και ελάμβανε 33,41 € (ζ) από 1-7-2002 μέχρι 25-10-2002 το ποσό των 34,37 € και ελάμβανε έως τον Αύγουστο 33,41 € και 35,41 € από τον Σεπτέμβριο του 2002 (2) οι αποδοχές που ελάμβανε ο ενάγων για βασικό ημερομίσθιο και τις πιο πάνω προσαυξήσεις ήταν οι προβλεπόμενες από τις οικείες ΣΣΕ και κάποιες φορές αυξημένες σε σχέση με τις νόμιμες, ενώ, όταν μικρότερες, γινόταν ανάλογη αύξηση των αποδοχών του τους επόμενους μήνες, ώστε από την αιτία αυτή ο ενάγων δεν δικαιούται καμία διαφορά (3) ο ενάγων κατά το επίδικο χρονικό διάστημα πραγματοποίησε τ' αναλυτικά στην προσβαλλομένη απόφαση αναφερόμενα ημερομίσθια, καθώς και ώρες νυκτερινής εργασίας, εργασίας κατά τις Κυριακές και κατά τα Σάββατα, λαβών για κάθε μία από τις αιτίες τα παρατιθέμενα εκεί κατά μήνα ποσά, συνολικά δε το ποσό των 52.488,46 €, ενώ δικαιούνταν το ποσό των 45.458,56 €, κατά τα εκεί ειδικότερα εκτιθέμενα, έλαβε δηλ.
επιπλέον το ποσό των 7029,9 € (όπως επίσης έλαβε για επιδόματα εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων των ετών 2000, 2001 και 2002 συνολικά 6.578,93 €, ενώ δικαιούνταν 5.680,68 €, έλαβε δηλ. επιπλέον για τις αιτίες αυτές 898,35 €). Το Εφετείο προς εξεύρεση του ωρομισθίου για τον υπολογισμό των ως άνω προσαυξήσεων 25% και 75% κ.λπ. προέβη στην διαίρεση των 6 πλήρων (καταβαλλομένων, όμως, και όχι κατωτάτων νομίμων) ημερομισθίων διά του αριθμού 40, των ωρών δηλ.
του νομίμου ωραρίου, και όχι διά του αριθμού 38, όσες είναι οι ώρες του μικροτέρου συμβατικού ωραρίου. Με την κρίση του αυτή και σύμφωνα με τα προεκτεθέντα το δικαστήριο της ουσίας παραβίασεν ευθέως τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και επομένως πρέπει να γίνει δεκτός ο τρίτος λόγος αναίρεσης κατά το σχετικό σκέλος του από το άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ενώ, και ανεξάρτητα από τα παραπάνω, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς την παροχή εκ μέρους του ενάγοντος νυκτερινής εργασίας και εργασίας κατά τα Σαββατοκύριακα, καθώς και ως προς το ύψος των ποσών που δικαιούται ο ενάγων για τις ως άνω αιτίες και κατά συνέπεια πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος ο αυτός τρίτος λόγος αναίρεσης κατά το σκέλος του από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου.
Περαιτέρω, σε συνέχεια και συνάφεια με τα παραπάνω, μετά την παραδοχή (α) του δεύτερου λόγου αναίρεσης περί μη λήψης υπόψη και άφεσης αδίκαστης της βάσης της αγωγής και του αντίστοιχου αιτήματος για την καταβολή πρόσθετης αμοιβής για πρόσθετη εργασία (2 ωρών εβδομαδιαία) και (β) του τρίτου λόγου κατά το σχετικό σκέλος του για εσφαλμένο υπολογισμό των προσαυξήσεων 75% για εργασία κατά τις Κυριακές και 25% για νυκτερινή εργασία κ.λπ., επηρεάζεται κατ' ανάγκην το σύνολο των πάσης φύσεως αξιώσεων του ενάγοντος από την σύμβαση εργασίας, άρα και η τυχόν ύπαρξη διαφοράς και το ύψος αυτής μεταξύ καταβλητέων, με τον ορθό ως άνω υπολογισμό, και καταβληθέντων γι' αυτές ποσών, ως εκ τούτου δε και η μερική ή ολική απόσβεση αυτών με εξόφληση και δη σε σχέση με τις ως άνω προσαυξήσεις, και επομένως παρέλκει η έρευνα του τετάρτου λόγου αναίρεσης και των προσθέτων λόγων από τους αριθ. 14 και 8 του άρθ. 559 ΚΠολΔ περί παρά το νόμο μη κήρυξης απαράδεκτης και λήψης υπόψη αόριστης και απαραδέκτως προταθείσας, κατά τους λόγους αυτούς, ένστασης εξόφλησης.
IV. Από τον συνδυασμό των διατάξεων της 8900/1946 κοινής υπουργικής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, όπως ερμηνεύθηκε με την ΥΑ 25825/1951 (αμφότερες εκδοθείσες κατ' εξουσιοδότηση του α.ν. 28/1944 και διατηρηθείσες σε ισχύ με τα άρθ. 4 ν. 3239/1951 και 2 ν. 435/1976 και μετά την κατάργηση του α.ν. 28/1944), 2 § 1 ν.δ. 3755/1957, όπως αναμορφώθηκε με το άρθ. 2 ν. 435/1976, 1, 3, 7 και 10 β.δ. 748/1966 και 904 ΑΚ, προκύπτει ότι ο μισθωτός που εργάζεται κατά την Κυριακή, ανεξάρτητα από το κύρος της σχετικής συμφωνίας, δικαιούται να λάβει προσαύξηση 75% επί των ελαχίστων αποδοχών του, καθώς και αναπληρωματική εβδομαδιαία ανάπαυση κατ' άλλη εργάσιμη ημέρα της αρξαμένης την Κυριακή εβδομάδας, καθοριζομένη από τον εργοδότη, και σε περίπτωση μη χορήγησης της αναπληρωματικής αυτής ανάπαυσης και αποζημίωση κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.
Στην προκειμένη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης αυτής (άρθ. 561 § 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι (1) με την ένδικη αγωγή του ο αναιρεσείων ενάγων, ισχυριζόμενος ότι καθόλο το επίδικο χρονικό διάστημα εργαζόταν και 4 Κυριακές κάθε μήνα (επί 12ωρο), χωρίς να χορηγείται σ' αυτόν αναπληρωματική ανάπαυση σε άλλη ημέρα της εβδομάδας), ζήτησε (α) την προσαύξηση 75% λόγω της εργασίας του κατά τις Κυριακές και (β) αποζημίωση κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό λόγω μη χορήγησης αναπληρωματικής ανάπαυσης σε άλλη ημέρα της εβδομάδας (2) το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι ο ενάγων κατά το επίδικο διάστημα εργάσθηκε 2 με 3 Κυριακές κάθε μήνα και συνολικά 86 Κυριακές (και όχι τις αναφερόμενες στην αγωγή του), για τις οποίες πληρώθηκε νομίμως (3) με τον 10ο λόγο της έφεσής του ο αναιρεσείων ενάγων προσέβαλε την πρωτόδικη απόφαση κατά το κεφάλαιο τούτο, προβάλλοντας ειδικότερα ότι το Πρωτοδικείο κατ' εσφαλμένη ερμηνεία του νόμου και εκτίμηση των αποδείξεων δέχθηκε ότι κατά το επίδικο χρονικό διάστημα εργάσθηκε δύο Κυριακές τον μήνα και συνολικά 86 και ότι πληρώθηκε νόμιμα για την εργασία του κατ' αυτές, ενώ έπρεπε να δεχθεί ότι εργάσθηκε όλες τις Κυριακές κάθε μήνα επί 12ωρο και συνολικά 167, πραγματοποιώντας 4 ώρες υπερωριακή εργασία, πέραν του 8ωρου, κάθε Κυριακή και ότι ουδέν ποσό καταβλήθηκε σ' αυτόν κατά την εργασία του κατά τις Κυριακές, με τον λόγο δηλ.
αυτόν ο αναιρεσείων δεν έπληξε την εκκληθείσα απόφαση για την μη επιδίκαση αποζημίωσης, κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, για την μη χορήγηση αναπληρωματικής αδείας εβδομαδιαίας ανάπαυσης που αποτελούσε ιδιαίτερο κεφάλαιο της αγωγής (4) το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε ότι αποδείχθηκε συναφώς ότι "ο ενάγων απασχολείτο 2 με 3 Κυριακές κάθε μήνα, όπως αναλυτικά εκτίθεται ανωτέρω και συνολικά απασχολήθηκε 86 Κυριακές και όχι 191 Κυριακές που αυτός επικαλείται με την αγωγή και την έφεσή του, για τις οποίες καταβλήθηκε η αμοιβή που εδικαιούτο", ενώ σε άλλο σημείο αναφέρει τις καθ' έκαστο μήνα του επιδίκου διαστήματος Κυριακές που απασχολήθηκε ο ενάγων, πάντοτε επί 8ωρο και όχι πέραν αυτού, και το δικαιούμενο για την απασχόληση αυτή ποσό.
Σύμφωνα με τα προαναφερθέντα ο πέμπτος λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια ότι το Εφετείο, αν και δέχθηκε ότι ο ενάγων εργαζόταν 2 ή 3 Κυριακές κάθε μήνα, παρέλειψε να εκθέσει (δεν περιέλαβε αιτιολογίες, άλλως έχει αιτιολογίες ανεπαρκείς) και αν χορηγείτο σ' αυτόν αναπληρωματική ανάπαυση σε άλλη ημέρα της εβδομάδας, στοιχείο που έπρεπε να εκθέσει για να δικαιούται αυτός αποζημίωση για παράνομη στέρηση της εβδομαδιαίας ανάπαυσής του, και δεν προσδιόρισε, αν η αμοιβή που του καταβλήθηκε για την απασχόλησή του κατά τις Κυριακές, ήταν και για αποζημίωση λόγω στέρησης της ανάπαυσής του (κατ' άλλη ημέρα), παραλείποντας να εκθέσει το δικαιούμενο και το καταβληθέν ποσό για την αμοιβή των Κυριακών αυτών, στοιχεία αναγκαία για την διακρίβωση της απόσβεσης ή όχι της ως άνω αξίωσής του, ενώ έπρεπε να δεχθεί ότι για τις 2 με 3 Κυριακές τον μήνα που εργαζόταν δεν του χορηγείτο αναπληρωματική ανάπαυση σε άλλη ημέρα της εβδομάδας και ουδέν ποσό του καταβλήθηκε ως αποζημίωση λόγω παράνομης στέρησής της, πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος (άρθ. 562 § 2 ΚΠολΔ), αλλά και ως ερειδόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι, ενόψει και του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης (άρθ. 522 ΚΠολΔ), εφόσον με την έφεση δεν προσεβλήθη η πρωτόδικη απόφαση ως προς το κεφάλαιο αυτό, της απόρριψης δηλ.
της αυτοτελούς αξίωσης αποζημίωσης για στέρηση της αναπληρωματικής ημέρας ανάπαυσης, ούτε άλλωστε υπάρχει τέτοιος ισχυρισμός στο αναιρετήριο, το Εφετείο δεν μπορούσε ν' ασχοληθεί μ' αυτό και να διαλάβει σχετικές αιτιολογίες.
V. (Α) Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθ. 2 § 1 α.ν. 539/1945, όπως ίσχυε μετά την αντικατάστασή του με το άρθ. 1 § 1 ν.1346/1983 (και πριν την αντικατάστασή του με το άρθ. 13 § 1 ν. 3227/2004 και το άρθ. 1 § 1 ν. 3302/2004, ως εκ του εδώ κρισίμου χρόνου), 5 § 5 του αυτού νόμου (όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθ. 1 § 3 ν. 1346/1983) και του αρθρ. 8 της από 26-1-1977 ΕΓΣΣΕ, που κυρώθηκε με το άρθ. 8 ν. 549/1977 προκύπτει ότι κάθε μισθωτός μετά από συνεχή απασχόληση τουλάχιστον 12 μηνών σε υπόχρεη επιχείρηση δικαιούται κάθε ημερολογιακό έτος άδεια με αποδοχές 24 εργασίμων ημερών και αν στην επιχείρηση εφαρμόζεται σύστημα πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας 20 εργασίμων ημερών, χωρίς να υπολογίζεται σ' αυτές η ημέρα της εβδομάδας, κατά την οποία δεν απασχολούνται λόγω του εφαρμοζομένου συστήματος εργασίας, η άδεια δε αυτή επαυξάνεται κατά μία εργάσιμη ημέρα για κάθε έτος απασχόλησης, επιπλέον του βασικού χρόνου, μέχρι τις 26 εργάσιμες ημέρες και για τους προαναφερομένους μισθωτούς επιχειρήσεων με σύστημα 5νθήμερης εβδομάδας εργασίας μέχρι τις 22 εργάσιμες ημέρες, αν δε η σχέση εργασίας μισθωτού λυθεί με οποιονδήποτε τρόπο πριν λάβει την οφειλομένη κανονική άδειά του, δικαιούται τις αποδοχές που θα έπαιρνε αν του είχε χορηγηθεί η άδεια.
Πρέπει να σημειωθεί, ότι υπό το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, αν ο μισθωτός απασχολείται τακτικά το Σάββατο ή την Κυριακή, δηλ. και την έκτη ημέρα της εβδομάδας, το θεσμοθετημένο σύστημα πενθήμερης εργασίας δεν μεταβάλλεται σε σύστημα εξαήμερης εργασία, έστω και αν υπάρχει συμφωνία μεταξύ εργαζομένου και εργοδότη, διότι η συμφωνία αυτή είναι άκυρη ως αντικειμένη σε κανόνες δημόσιας τάξης.
(Β) Περαιτέρω, στο άρθ. 3 § 16 ν. 4504/1966 ορίζεται ότι οι μισθωτοί που απασχολούνται με σχέση εργασίας του ιδιωτικού δικαίου σε οποιονδήποτε εργοδότη δικαιούνται κατ' έτος "επιδόματος αδείας", ίσου προς το σύνολον των αποδοχών των υπό του α.ν. 539/1945 ή άλλων διατάξεων καθοριζομένων ημερών αδείας αναπαύσεως μετ' αποδοχών, που δικαιούται κάθε μισθωτός, με τον περιορισμό ότι το επίδομα τούτο δεν μπορεί να υπερβαίνει τις αποδοχές ενός 15νθημέρου, για τους αμειβομένους με μηνιαίο μισθό, και των 13 εργασίμων ημερών για τους αμειβομένους με ημερομίσθιο κ.λπ., το επίδομα δε αυτό καταβάλλεται μαζί με τις αποδοχές αδείας ανάπαυσης του μισθωτού, ενώ σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, χωρίς πταίσμα του μισθωτού, πριν αυτός συμπληρώσει στον ίδιο εργοδότη 12μηνη συνεχή απασχόληση, από τότε που προσλήφθηκε ή που έλαβε το επίδομα του προηγουμένου έτους, δικαιούται μέρους του ως άνω επιδόματος, αναλόγου προς τον χρόνο της εργασιακής σχέσης που διέρρευσε από την πρόσληψη ή από την λήψη του προηγουμένου επιδόματος, μέχρι την ημέρα λύσης της σύμβασης εργασίας.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών των άρθ. 2 α.ν. 539/1945 και 3 § 16 ν. 4504/1966 προς τις διατάξεις των άρθ. 5 § 1 εδ. α' α.ν. 539/1945, που ορίζει ότι θεωρείται ανύπαρκτη κάθε συμφωνία μεταξύ εργοδότη και μισθωτού, που περιλαμβάνει την εγκατάλειψη του δικαιώματος του μισθωτού για άδεια ή την παραίτησή του από το δικαίωμα αυτό, και εάν ακόμη προβλέπει την καταβολή αυξημένης αποζημίωσης σ' αυτόν, και του άρθ. 3 § 8 του ίδιου νόμου, η οποία προστέθηκε με το άρθ. 1 § 3 ν.δ. 4547/1966 και ορίζει ότι οι αποδοχές μαζί με το επίδομα αδείας προκαταβάλλονται στον μισθωτό κατά την έναρξη της αδείας, συνάγεται, μεταξύ άλλων, ότι είναι άκυρη οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου περί συμψηφισμού (καταλογισμού) των τυχόν υπερτέρων των νομίμων καταβαλλομένων αποδοχών προς τις οφειλόμενες αποδοχές και το επίδομα αδείας, διότι είναι αντίθετη προς τον κοινωνικό σκοπό του νόμου, που είναι η εξασφάλιση της οικονομικής δυνατότητας του αδειούχου μισθωτού ν' απολαύσει την άδειά του, λόγος για τον οποίο, άλλωστε, επιβάλλεται ως άνω η προκαταβολή στον εργαζόμενο των αποδοχών και του επιδόματος αδείας κατά την έναρξη αυτής. (Γ) Το άρθ. 4 § 1 α.ν. 539/1945, όπως συμπληρώθηκε με το άρθ. 3 § 15 ν. 4504/1966, ορίζει ότι: "Η χρονική περίοδος χορηγήσεως της αδείας κανονίζεται μεταξύ εργοδότου και μισθωτού, του πρώτου υποχρεουμένου να χορηγήσει την αιτηθείσαν άδειαν το πολύ εντός διμήνου από της υπό του δευτέρου διατυπώσεως της σχετικής αιτήσεως.
Πάντως το ήμισυ τουλάχιστον των κατ' έτος, εν εκάστη επιχειρήσει, δικαιουμένων αδείας δέον να ικανοποιώνται εντός του από 1ης Μαΐου μέχρι 30ης Σεπτεμβρίου χρονικού διαστήματος. Η κατά τα ανωτέρω απαιτουμένη αίτησις σκοπεί μόνον εις τον προσδιορισμόν των χρονικών ορίων, εντός των οποίων υφίσταται υποχρέωσις διά την χορήγησιν της αδείας και δεν αποτελεί τυπικήν προϋπόθεσιν διά την υπό του μισθωτού, κατά τας διατάξεις του παρόντος νόμου, άσκησιν του εις άδειαν μετ' αποδοχών δικαιώματος αυτού, του εργοδότου υποχρεουμένου, όπως προ της λήξεως του ημερολογιακού έτους, παράσχει την άδειαν, έστω και εάν δεν εζητήθη αύτη υπό του μισθωτού".
Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθ. 7 της από 26-1-1977 ΕΓΣΣΕ, που κυρώθηκε με το άρθ. 8 ν. 549/1977 και έχει ισχύ νόμου, όπως αυτό ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το άρθ. 6 ν. 3846/2010, επιτρέπεται κατ' εξαίρεση η εντός του αυτού ημερολογιακού έτους κατάτμηση του χρόνου αδείας σε δύο περιόδους, λόγω ιδιαίτερα σοβαρής ή επείγουσας ανάγκης της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης ή κατ' αίτηση του μισθωτού για δικαιολογημένη αιτία, ύστερα από έγκριση, σε αμφότερες τις περιπτώσεις, της αρμόδιας περιφερειακής υπηρεσίας του Υπουργείου Εργασίας, στη περίπτωση δε αυτή (της κατάτμησης) η πρώτη περίοδος της αδείας δεν μπορεί να περιλαμβάνει λιγότερες από 6 εργάσιμες ημέρες.
Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η προβλεπομένη από τον α.ν. 539/1945 ετήσια άδεια πρέπει να χορηγείται σε κάθε περίπτωση μέσα στο έτος, στο οποίο αφορά, επιτρεπομένης μόνο κατ' εξαίρεση της κατάτμησής της εντός πάντως του αυτού έτους, και δεν επιτρέπεται, ούτε με συμφωνία μεταξύ μισθωτού και εργοδότη, η οποία επομένως είναι ανίσχυρη (άκυρη), η μεταφορά της, ενόλω ή ενμέρει, στο επόμενο ή σε μεθεπόμενα έτη.
Στην προκειμένη περίπτωση και σε σχέση με το ζήτημα των ημερών ετήσιας άδειας που δικαιούνταν ο ενάγων, της χορήγησης αυτών, των ποσών που δικαιούνταν για αποδοχές και επίδομα αδείας και των ποσών που καταβλήθηκαν για τις αιτίες αυτές δέχθηκε περαιτέρω, ότι ο ενάγων το έτος 1999 έλαβε 8 ημέρες άδεια, αν και δεν εδικαιούτο, καθόσον δεν είχε συμπληρώσει 12μηνη απασχόληση, το 2000 έλαβε 17 ημέρες (1 τον Απρίλιο, 1 τον Μάιο, 10 τον Ιούλιο, 2 τον Αύγουστο και 3 τον Δεκέμβριο) και συνολικά 25 (17+8, με μεταφορά δηλ.
των 8 ημερών του 1999), για το 2001 έλαβε 23 ημέρες (4 τον Ιανουάριο, 5 τον Απρίλιο, 7 τον Ιούλιο, 3 τον Αύγουστο και 4 τον Δεκέμβριο), ενώ εδικαιούτο 21, και 20 ημέρες το 2002 (3 τον Ιανουάριο, 3 τον Φεβρουάριο, 1 τον Μάρτιο, 1 τον Μάιο, 1 τον Ιούνιο, 5 τον Αύγουστο, 2 τον Σεπτέμβριο και 4 τον Οκτώβριο), ενώ εδικαιούτο 22 ημέρες, ότι έχουν καταβληθεί σ' αυτόν οι αποδοχές αδείας του, όπως αποδεικνύεται από τις αποδείξεις πληρωμής, όπου φαίνεται ότι κάθε μήνα, και όταν είχε άδεια, πληρωνόταν τουλάχιστον για 25 ημέρες εργασίας, ότι ο ενάγων εδικαιούτο ως επίδομα αδείας (ίσο με τις αποδοχές 13 ημερών με βάση το ημερομίσθιο που εδικαιούτο κατά το αντίστοιχο χρονικό διάστημα) για (α) το έτος 2000 ποσό 182.156 δρχ.
και έλαβε 136.500, δηλ. 45.656 δρχ. λιγότερο (β) το έτος 2001 ποσό 180.002 δρχ. και έλαβε 142.311 δρχ. δηλ. 37.691 δρχ. λιγότερο και (γ) το έτος 2002 ποσό 536,51 €, ενώ έλαβε 434,33 €, δηλ. 102,18 € λιγότερο, συνολικά δε για επίδομα αδείας των ως άνω ετών εδικαιούτο 1.609,34 € και έλαβε 1.252,56 €, δηλ. 356,78 € λιγότερα από τα νόμιμα, ότι ο ενάγων (κατ' επιτρεπτό και νόμιμο σύμφωνα με τα άρθ. 440 επ.
και 664 ΑΚ συμψηφισμό) έχει λάβει επιπλέον του νομίμου για αποδοχές και επίδομα αδείας [7.029,9 € (είναι το ποσό που, κατά τις προπαρατεθείσες παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, έλαβε επιπλέον για τα πραγματοποιηθέντα ημερομίσθια - προσαυξημένα με τα νόμιμα επιδόματα ανθυγιεινής εργασίας, σήραγγας και υπευθυνότητας - για υπερεργασία, υπερωριακή εργασία, εργασία κατά την νύκτα, Σάββατα και Κυριακές) + 898,25 € (δηλ.
το ποσό που κατά τις ίδιες παραδοχές έλαβε επιπλέον για επιδόματα εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων των ως άνω ετών) - 356,78 € (ποσό που έλαβε λιγότερο ως επίδομα αδείας των ετών αυτών)=] 7.501,37 € και ουδέν ποσό του οφείλεται για τις αιτίες αυτές. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο:
(Α) Παραβίασεν ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθ. 4 § 1 α.ν. 539/1945 και 7 της από 26-1-1977 ΕΓΣΣΕ (που κυρώθηκε με το άρθ. 7 ν. 549/1977 και έχει ισχύ νόμου) δεχθέν ότι ο ενάγων έλαβε τμηματικά την άδειά του και μεταφέροντας τις ημέρες αδείας του 1999 στο έτος 2000 προς συμψηφισμό των οφειλομένων για το έτος αυτό ημερών αδείας με ημέρες αδείας παρελθόντος έτους και επομένως πρέπει να γίνει δεκτός ο έκτος (και τελευταίος) λόγος αναίρεσης κατά το σχετικό σκέλος του από το άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ.
Ο ίδιος λόγος αναίρεσης ως προς την προβαλλομένη με αυτόν αιτίαση ότι, εφόσον το Εφετείο δέχθηκε ότι ο ενάγων εργαζόταν κάθε μήνα 2,4 Σάββατα από τα 4, τούτο δε σημαίνει και παραδοχή ότι παρείχε την εργασία του τα Σάββατα κατά τρόπο σταθερό και σε μόνιμη βάση και άρα εργαζόταν με το σύστημα της εβδομαδιαίας εργασίας των 6 ημερών, έπρεπε να δεχθεί, σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές της 6ήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, ότι ο ενάγων δικαιούται για άδεια του 2000 τις αποδοχές 24 εργασίμων ημερών, του 2001 τις αποδοχές 25 εργασίμων ημερών και του 2002 τις αποδοχές 26 εργασίμων ημερών, αληθώς από τον αριθμό 1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ (σε σχέση με τις, μη αναφερόμενες στον λόγο αυτόν, ως άνω διατάξεις περί πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας και δη του άρθ. 18 της προαναφερθείσας από 18-7-1996 ΣΣΕ "για τους όρους αμοιβής και εργασίας των ηλεκτροτεχνιτών καταστημάτων, ξενοδοχείων κ.λπ.
όλης της χώρας", κηρυχθείσας υποχρεωτικής με την 12311/1996 ΑΥΕ, ΦΕΚ Β' 698, που καθιέρωσε την πενθήμερη εβδομαδιαία εργασία των 38 ωρών για τους εργαζομένους αυτούς, ρύθμιση που δεν καταργήθηκε με τις μεταγενέστερες ΣΣΕ και ΔΑ), πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι, όπως προαναφέρθηκε, και αν ο μισθωτός που υπάγεται στο σύστημα της θεσμοθετημένης, όπως στην προκειμένη περίπτωση, πενθήμερης εργασίας, απασχολείται τακτικά το Σάββατο ή την Κυριακή, δηλ.
και την 6η ημέρα της εβδομάδας, το σύστημα της πενθήμερης εργασίας δεν μεταβάλλεται σε εξαήμερης εργασίας, έστω και αν τούτο έχει συμφωνηθεί, μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου, καθόσον η συμφωνία αυτή είναι άκυρη.
(Β) Διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, της χορήγησης δηλ. της ετήσιας άδειας ανάπαυσης των ετών 2000, 2001 και 2002 και του δικαιουμένου ποσού των αποδοχών αδείας των ετών αυτών και έτσι παραβίασε εκ πλαγίου τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις περί ετήσιας άδειας και αποδοχών αυτής, συγκεκριμένα δε, ενώ αναφέρει ότι ο ενάγων ελάμβανε κατ' έτος την άδεια που εδικαιούτο (α) εκθέτει κατά τρόπο αντιφατικό ότι το έτος 2002 έλαβε 20 ημέρες άδειας έναντι των 22 που εδικαιούτο (β) δεν εκθέτει τα δικαιούμενα και τα καταβληθέντα ποσά για αποδοχές αδείας των πιο πάνω ετών, προκειμένου να εξακριβωθεί από την σύγκριση αυτών αν επήλθε ή όχι απόσβεση (γ) δεν αναφέρει σε ποιές ημεροχρονολογίες ο ενάγων έλαβε την ετήσια άδεια των ετών αυτών, ο προσδιορισμός δε του χρόνου αυτού καθίσταται περισσότερο αναγκαίος ενόψει και του ότι, ενώ γίνεται δεκτό ότι ο ενάγων έλαβε την άδεια που εδικαιούτο (και συνεπώς δεν εργάσθηκε κατά τ' αντίστοιχα διαστήματα), κατά τρόπο αντιφατικό γίνεται συγχρόνως δεκτό ότι εργαζόταν όλους τους μήνες του διαστήματος των ετών 2000 έως και 25-10-2002 και όλες τις εργάσιμες ημέρες (25, 26, 27) αυτών και δύο Σαββατοκύριακα, ώστε δεν ήταν δυνατόν να λαμβάνει και άδεια ανάπαυσης, αλλά και ότι πληρωνόταν κάθε μήνα και όταν ακόμα είχε άδεια τουλάχιστον για 25 ημέρες εργασίας, και ως εκ τούτου δεν καθίσταται σαφές ποιά πραγματικά περιστατικά δέχθηκε τελικά το δικαστήριο.
Επομένως, ο αυτός έκτος λόγος πρέπει να γίνει δεκτός κατά τα σχετικά σκέλη του από τον αριθμό 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ.
(Γ) Δεχθέν ότι ο ενάγων έχει λάβει για παρασχεθείσα εργασία κατά τις εργάσιμες ημέρες, υπερεργασία, υπερωριακή απασχόληση, προσαύξηση εργασίας κατά τη νύκτα, τις Κυριακές και τα Σάββατα και επιδόματα εορτών, συνολικά ποσό 7.501,37 € επιπλέον του δικαιουμένου, αφαιρουμένου του ποσού των 356,78 € που έλαβε λιγότερο για επιδόματα αδείας των ως άνω ετών, και ότι ως εκ τούτου ουδέν ποσό οφείλεται σ' αυτόν για αποδοχές αδείας, το ποσό των οποίων δεν προσδιόρισε ούτε συνολικά, καθώς και για επιδόματα αδείας, προέβη σε μη επιτρεπόμενο συμψηφισμό (καταλογισμό) του ως άνω επιπλέον καταβληθέντος για άλλες αιτίες ποσού στις αποδοχές και τα επιδόματα αδείας και επομένως παραβίασεν ευθέως τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που απαγορεύουν τον συμψηφισμό αυτόν (άρθ. 2, 3 § 8 και 5 § 1 α.ν. 539/1945, 3 § 16 ν. 4504/1966). Επομένως πρέπει να γίνει δεκτός ο αυτός έκτος λόγος και κατά το σχετικό (και τελευταίο) σκέλος του από το άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ. Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω πρέπει ν' αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλομένη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος τούτο προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση, αφού μπορεί να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθ. 580 § 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητες σε μέρος των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 6612/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος τούτο προς περαιτέρω εκδίκαση στο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες σε μέρος των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος που ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαΐου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Ιουνίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ