Contract valid despite missing building permit if permit could be issued later; appeal allowed. 10 words.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the lower court's dismissal of a construction contract claim. The lower court incorrectly declared the contract void due to the lack of a building permit at the time of signing. The court ruled that the contract remains valid because the permit could have been issued later, making the agreement enforceable.
Legislator headnote
AI generatedArticles 174 and 365 of the Civil Code; A construction contract is valid even if a building permit was missing at the time of signing, provided the permit could be issued subsequently, rendering the agreement enforceable.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1033 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1033/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ανδρέα Γάτσο.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Στυλιανό Σταματόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27 Αυγούστου 1999 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πάτρας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 644/2001 προδικαστική, 924/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 934/2007 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12 Νοεμβρίου 2007 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης - Σπυρίδων Τέντες ανέγνωσε την από 2 Ιανουαρίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμβαση έργου με αντικείμενο την κατασκευή οικοδομής, για την οποία, κατά το χρόνο της καταρτίσεως της συμβάσεως, δεν υπάρχει η κατά νόμο απαιτούμενη άδεια της αρμόδιας πολεοδομικής υπηρεσίας, η έκδοση όμως της άδειας αυτής είναι δυνατή, έστω και εκ των υστέρων, τηρουμένων των νομίμων διατυπώσεων, είναι έγκυρη.
Διότι ο νόμος, αν και προβλέπει αυστηρές διοικητικές και ποινικές κυρώσεις, δεν αποδοκιμάζει και συνεπώς δεν απαγορεύει τη σύμβαση, ώστε να επέρχεται ακυρότητα αυτής σύμφωνα με το άρθρο 174 ΑΚ, ενώ απαγορεύει μεν την παροχή, ήτοι την εκτέλεση των οικοδομικών εργασιών, όχι όμως καθεαυτή, αλλά μόνον αν δεν πληρούται ορισμένη διατύπωση, δηλαδή μόνον αν δεν έχει χορηγηθεί η σχετική οικοδομική άδεια.
Στην περίπτωση αυτή εφαρμογή έχει η διάταξη του άρθρου 365 ΑΚ και οι διατάξεις των άρθρων 362-364 ΑΚ, στις οποίες αυτή παραπέμπει. Αιρομένης δε της απαγορεύσεως με την εκ των υστέρων έκδοση της σχετικής άδειας, γεννάται υποχρέωση για την επιτρεπόμενη πλέον από το νόμο παροχή, για την εκπλήρωση της οποίας ο οφειλέτης ευθύνεται κανονικά κατά τις διατάξεις των άρθρων 335 επ.
ΑΚ. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: Μεταξύ του ενάγοντος (αναιρεσείοντος) και του εναγομένου (αναιρεσίβλητου) συνήφθη τον Απρίλιο 1998 σύμβαση έργου, με βάση την οποία ο εναγόμενος ανέλαβε την εκτέλεση διαφόρων οικοδομικών εργασιών, συνισταμένων στην επισκευή του ισογείου οικοδομής και στην κατασκευή προσθήκης εμβαδού 49,09 τ.μ.
Κατά την σύναψη της συμβάσεως, αλλά και κατά την έναρξη και εκτέλεση των εργασιών που είχαν συμφωνηθεί, τον Απρίλιο 1998, δεν είχε εκδοθεί νόμιμη οικοδομική άδεια, το γεγονός δε αυτό, όπως και το ότι έπρεπε να είχε εκδοθεί τέτοια άδεια το γνώριζαν και οι δύο διάδικοι, οι οποίοι απέβλεπαν στην εκτέλεση παρανόμων οικοδομικών εργασιών.
Μετά τη σύναψη της συμβάσεως, την 4-6-1998, εκδόθηκε οικοδομική άδεια για τις εν λόγω εργασίες και ειδικότερα εκδόθηκε η ... άδεια της Πολεοδομίας Πατρών. Κατ'ακολουθίαν των παραδοχών αυτών, το Εφετείο έκρινε απορριπτέα την αγωγή, με την οποία προβάλλονται αξιώσεις του εργοδότη λόγω ουσιωδών ελαττωμάτων του έργου, με την αιτιολογία ότι η στηρίζουσα την αγωγή σύμβαση είναι άκυρη, λόγω της ελλείψεως οικοδομικής αδείας κατά τη σύναψή της.
Κρίνοντας όμως έτσι το Εφετείο παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 174 ΑΚ, εφαρμόζοντας αυτή χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της, αφού η ένδικη σύμβαση έργου δεν ήταν άκυρη, δεδομένου ότι κατά τη σύναψή της υπήρχε κατά νόμο η δυνατότητα εκδόσεως, ύστερα από τήρηση των απαιτουμένων διατυπώσεων, της απαιτούμενης οικοδομικής αδείας, που πράγματι εκ των υστέρων εκδόθηκε, με συνέπεια να είναι επιτρεπτή η παροχή.
Συνεπώς, ο σχετικός πρώτος, εκ του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, λόγος της αναιρέσεως είναι βάσιμος. Επομένως πρέπει αν αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Δικαστήριο που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 934/2007 απόφαση του Εφετείου Πατρών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς εκ νέου εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Απριλίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Μαΐου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ