Supreme Court partially allows appeal regarding wrongful termination damages and punitive intent in labor dispute.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision in a labor dispute involving wrongful termination. The appellant argued the lower court erred by accepting certain justifications for dismissal, specifically regarding the base of the legal claim and a specific claim under Article 559(8)(a) of the Code of Civil Procedure. The court found the appeal admissible on these specific grounds but rejected others as unnecessary, ordering the case remitted for retrial by a different panel of judges.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559(8)(a) KPolD; Art. 580(3) KPolD: The Supreme Court may partially allow an appeal when the lower court improperly accepted justifications for dismissal or failed to consider relevant facts, remitting the case for retrial by a different panel while awarding partial costs to the appellant.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1033 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1033/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος:Χ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Θεοδωρόπουλο. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ελληνική Βιομηχανία Πλαστικών και Ελαστικού Αριστόβουλος Γ. Πετζετάκις Α.Ε.", που εδρεύει στη Γλυφάδα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Δούναβη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-5-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2470/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 7340/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5-1-2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Αθανασίου, διάβασε την από 7-2-2006 έκθεση του ήδη αποβιώσαντος Αρεοπαγίτη Γεωργίου Καράμπελα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ένσταση ή αντένσταση, όχι όμως και οι με την ιστορική αιτία της αγωγής, της ενστάσεως ή αντενστάσεως συνεχόμενοι ισχυρισμοί, που αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση αυτής, οι οποίοι και αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών της αγωγής ή της ενστάσεως ή αντενστάσεως πραγματικών γεγονότων (ΟλΑΠ 469/1984). "Πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, αποτελούν και οι λόγοι εφέσεως, αν είναι ορισμένοι.
Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 240 ΚΠολΔ, που αφορά τον τρόπο επαναφοράς ισχυρισμών που υποβλήθηκαν σε προηγούμενη συζήτηση στο ίδιο ή ανώτερο δικαστήριο, δεν έχει εφαρμογή επί αρνήσεως της ιστορικής βάσεως της αγωγής, ακριβώς διότι η άρνηση αυτή δεν αποτελεί ισχυρισμό κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως.
Όμως ο από την περ. β' της ως άνω διατάξεως του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του ουσιώδη ισχυρισμό (ή λόγο εφέσεως) που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991). Στην προκειμένη περίπτωση με το ένα από τα μέρη του πρώτου λόγου αναιρέσεως προβάλλεται ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στις από τους αριθμούς 8 περ.
α'και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβλεπόμενες πλημμέλειες, γιατί παρά το νόμο έλαβε υπόψη τους πραγματικούς ισχυρισμούς της ήδη αναιρεσίβλητης εφεσίβλητης - εναγομένης εταιρείας για το ότι η καταγγελία της εργασιακής συμβάσεως του ήδη αναιρεσείοντος εκκαλούντος - ενάγοντος δεν συντελέστηκε κατά κατάχρηση του αντιστοίχου δικαιώματός της, για το ότι ο αναιρεσείων ήταν πρόσωπο διευθύνσεως από εκείνα που εξαιρούνται από την εφαρμογή των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας για τα χρονικά όρια εργασίας, για το ότι ο ίδιος δεν απασχολήθηκε πέραν του νόμιμου ωραρίου του (με αποτέλεσμα να μην οφείλονται σ' αυτόν τα με την ένδικη αγωγή του ζητούμενα για αμοιβές και αποζημιώσεις για υπερεργασία και παράνομες υπερωρίες χρηματικά ποσά), για το ότι δεν οφείλονται σ' αυτόν διαφορές μεταξύ των καταβληθέντων και καταβλητέων χρηματικών ποσών για επιδόματα εορτών και αδειών, για το ότι το χρηματικό αντίκρυσμα της παραχωρήσεως σ' αυτόν για ανέλεγκτη προσωπική χρησιμοποίηση της χρήσεως αυτοκινήτου και κινητού τηλεφώνου δεν αποτελεί μισθό (ως γενομένων των παροχών αυτών προς εξυπηρέτηση των λειτουργικών αναγκών της επιχειρήσεως και όχι προς προσαύξηση εις είδος του σε χρήμα μισθού του), για το ότι δεν του οφείλεται το συμφωνημένο επίδομα καλής αποδόσεως (BONUS) και για το ότι ο ίδιος (αναιρεσείων) δεν υπέστη ηθική βλάβη ώστε να οφείλεται σ' αυτόν το ζητηθέν από αυτόν εύλογο χρηματικό ποσό ως χρηματική ικανοποίηση.
Και ειδικότερα έλαβε υπόψη τους πραγματικούς αυτούς ισχυρισμούς μολονότι αυτοί δεν είχαν επαναφερθεί νόμιμα, κατά το λόγο αναιρέσεως, στο Εφετείο σύμφωνα με το άρθρο 240 ΚΠολΔ. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει, σύμφωνα με τα παραπάνω, να απορριφθεί κατά τα ως άνω μέρη του στο σύνολό του προεχόντως ως απαράδεκτος.
Και δη : Ως προς μεν το από τον αριθμό 8 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ μέρος του πρέπει να απορριφθεί (ως απαράδεκτος) γιατί όλοι οι αμέσως πιο πάνω ισχυρισμοί της αναιρεσίβλητης οι οποίοι, θα πρέπει να σημειωθεί, νομίμως είχαν προταθεί με το κυρίως σώμα των κατ' έφεση υποβληθεισών προτάσεων αυτής) αποτελούσαν όχι ενστάσεις αλλά αιτιολογημένη άρνηση της ιστορικής βάσεως της ένδικης αγωγής του αναιρεσείοντος, και ως εκ τούτου δεν συνιστούσαν "πράγματα" κατά την έννοια της αμέσως πιο πάνω διατάξεως, έτσι ώστε, και υπό την εκδοχή ότι λήφθηκαν υπόψη, να μην ιδρύεται ο από τη διάταξη αυτήν προβλεπόμενος αναιρετικός λόγος.
Ως προς δε το από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ μέρος του πρέπει να απορριφθεί (επίσης ως απαράδεκτος), γιατί όλοι οι εν λόγω ισχυρισμοί της αναιρεσίβλητης δεν αποτελούσαν ισχυρισμούς κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 240 ΚΠολΔ, ώστε να δημιουργείται απαράδεκτο της προβολής τους κατά την εν λόγω διάταξη (ανεξάρτητα από το ότι, όπως προαναφέρθηκε, όλοι αυτοί οι ισχυρισμοί είχαν νομίμως προταθεί από την αναιρεσίβλητη με τις κατ' έφεση υποβληθείσες προτάσεις αυτής) και έτσι να μην ιδρύεται ο από τη διάταξη του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβλεπόμενος σχετικός αναιρετικός λόγος.
Τέλος, με το υπόλοιπο μέρος του πρώτου λόγου αναιρέσεως προβάλλεται ότι το Εφετείο με την ίδια απόφασή του υπέπεσε και στην από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ προβλεπόμενη, πλημμέλεια, επειδή, κατά το λόγο αναιρέσεως, στέρησε την απόφασή του αυτήν από νόμιμη βάση αναφορικά με το ζήτημα που σχετίζεται με τη νόμιμη επαναφορά στο Εφετείο των ως άνω ισχυρισμών της αναιρεσίβλητης εξαιτίας του ότι "δεν έχει αιτιολογίες, άλλως έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της διαπιστώσεως του απαραδέκτου" της προβολής των ισχυρισμών αυτών κατά εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως του άρθρου 240 ΚΠολΔ.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, ως απαράδεκτος, γιατί η αμέσως πιο πάνω διάταξη του άρθρου 240 του ΚΠολΔ, η οποία φέρεται ότι παραβιάστηκε εκ πλαγίου, είναι δικονομική και όχι ουσιαστικού δικαίου, με αποτέλεσμα, και υπό την εκδοχή ακόμη ότι αυτή έχει παραβιαστεί να μην ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από την παραπάνω διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η οποία προϋποθέτει την παραβίαση διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου.
Εξάλλου, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη με την προσβαλλόμενη απόφασή του τον πρώτο λόγο της εφέσεως του αναιρεσείοντος κατά της εκκληθείσας υπ' αριθ. 2470/2003 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά το μέρος του με το οποίο αυτός παραπονούνταν για το ότι δεν είχε γίνει δεκτό ότι η αναιρεσίβλητη κατήγγειλε την επίδικη σύμβαση αιφνιδίως, απροειδοποιήτως και με τρόπο βάναυσο, μολονότι αυτός κατά γενική αναγνώριση υπήρξε από κάθε πλευρά άριστος και υποδειγματικός υπάλληλος (τόσο κατά την επαγγελματική απόδοση όσο και κατά την υπηρεσιακή συμπεριφορά) και, όπως ήταν γνωστό στην αναιρεσίβλητη, μετά από λίγους μήνες θα αποκτούσε το πρώτο του τέκνο, η κυοφορούσα δε αυτό σύζυγός του δεν εργαζόταν (γεγονός που θα του δημιουργούσε μεγάλα ψυχολογικά και οικονομικά προβλήματα),ενώ παράλληλα επρόκειτο να υιοθετήσει και ένα απροστάτευτο παιδάκι και με βάση αυτά η μη δικαιολογούμενη από οικονομοτεχνικούς λόγους και μη εξυπηρετούσα το καλώς νοούμενο συμφέρον της αναιρεσίβλητης άσκηση του δικαιώματος της επίδικης καταγγελίας υπερέβαινε προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος αυτού και επομένως η καταγγελία ήταν άκυρη και η αναιρεσίβλητη περιήλθε σε υπερημερία, λόγω της οποίας αυτός (αναιρεσείων) δικαιούται τις αντίστοιχες αποδοχές του.
Ακόμη, με τον όγδοο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται, όπως εκτιμάται, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη με την ίδια απόφασή του τον πέμπτο λόγο της ως άνω εφέσεως του αναιρεσείοντος, με τον οποίο αυτός παραπονούνταν ότι εσφαλμένως είχε απορριφθεί από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκληθείσα απόφασή του το για επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως από 100.000 ευρώ κεφάλαιο της ένδικης αγωγής του εξαιτίας της ηθικής βλάβης την οποία αυτός είχε υποστεί από την καταχρηστική και άκυρη καταγγελία και τη μη καταβολή της αμοιβής του για την υπερωριακή απασχόλησή του, καθώς και των διαφορών επιδομάτων εορτών και άδειας.
Αμφότεροι οι αμέσως πιο πάνω (δεύτερος και όγδοος) λόγοι αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β'ΚΠολΔ ( ακόμη και ο όγδοος λόγος αναιρέσεως, κατά την αληθινή έννοιά του, όπως εκτιμάται, και όχι από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως, προφανώς από παραδρομή και οπωσδήποτε εσφαλμένως αναγράφεται στο αναιρετήριο) πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, αφού το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, με την απόφασή του αυτήν έλαβε υπόψη του τους προαναφερόμενους λόγους της εφέσεως του αναιρεσείοντος, τους ερεύνησε και τελικά, ρητώς μάλιστα, τους απέρριψε ως αβάσιμους και έτσι δεν υπέπεσε στην ως άνω από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ.
β'ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια.
2.- Επειδή κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά αυτά μέσα, ενώ μόνο το γεγονός ότι δεν έγινε ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάποιου αποδεικτικού μέσου, δεν στοιχειοθετεί τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως, εφόσον από το περιεχόμενο της αποφάσεως προκύπτει σαφώς ότι έχει ληφθεί αυτό υπόψη από το δικαστήριο.
Με την προσβαλλόμενη απόφαση κρίθηκε Α)ότι η καταγγελία της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ήταν έγκυρη και επομένως ο αναιρεσείων δεν δικαιούται αποδοχές υπερημερίας, Β) ότι ο αναιρεσείων δεν δικαιούται να ζητήσει από την αναιρεσίβλητη α) αμοιβή και αποζημίωση για υπερεργασιακή και παράνομη υπερωριακή απασχόληση, διότι ήταν διευθύνων υπάλληλος αυτής, εξαιρούμενος των περί χρονικών ορίων διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας και β) επίδομα καλής απασχόλησης (bonus) και Γ) ότι το επίδομα αυτό και η σε χρήμα αποτίμηση της παροχής της χρήσεως αυτοκινήτου και κινητού τηλεφώνου δεν πρέπει να συνυπολογιστούν για τον προσδιορισμό του ποσού της αποζημιώσεως απολύσεως και των επιδομάτων εορτών και αδειών αναψυχής.
Με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ.11 του ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα ακόλουθα έγγραφα, που επικαλέστηκε και προσκόμισε ο αναιρεσείων και τα οποία ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης: α) το επιδοθέν σ'αυτόν την 8-3-2002 έγγραφο της καταγγελίας της επίδικης συμβάσεως, από το οποίο αποδεικνυόταν αφενός η εκ μέρους της αναιρεσίβλητης γνώση της οικογενειακής καταστάσεώς του, που στήριζε το αγωγικό αίτημα για αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας και αφετέρου η ιδιότητα του ως απλού υπαλλήλου και όχι ως προσώπου διευθύνσεως, β) το βιογραφικό του σημείωμα, από το οποίο αποδεικνύονταν τα προσόντα, η προϋπηρεσία και η προσφορά του στην αναιρεσίβλητη, γ) το από ....
έγγραφο της επίδικης εργασιακής συμβάσεως, από το οποίο αποδεικνύονταν η ιδιότητα του ως " Βusiness Development Manager" (ιδιωτικού υπαλλήλου γραφείου "διευθυντού αναπτύξεως") αναφερόμενου στον διευθυντή του Ομίλου Γ1 (και όχι ως διευθύνοντος υπαλλήλου), ο συμφωνημένος μηνιαίος μισθός του, ποσού 1.300.000 δραχμών, το συμφωνημένο επιμίσθιο καλής αποδόσεως (τριών μηνιαίων μισθών ετησίως), η ασφαλιστική του κάλυψη και η παροχή της χρήσεως κινητού τηλεφώνου και- με τις σχετικές δαπάνες κινήσεως, συντηρήσεως και ασφαλίσεως -αυτοκινήτου, ως συμπλήρωμα των αποδοχών του, αφού, αν οι παροχές αυτές δίνονταν για την εξυπηρέτηση λειτουργικών αναγκών της αναιρεσίβλητης, αυτό θα διευκρινιζόταν ρητά, δ) η εκ μέρους της αναιρεσίβλητης από 2-10-2000 γνωστοποίηση προς αυτόν των όρων ατομικής συμβάσεως εργασίας (σύμφωνα με τις διατάξεις του ΠΔ 156/1994), όπου αναφερόταν ως απλό στέλεχος ("Βusiness Development Manager ") αυτής και γινόταν ρητή μνεία του συμφωνημένου ημερήσιου και εβδομαδιαίου ωραρίου του, γεγονός που σημαίνει ότι αυτός δεν ήταν πρόσωπο διευθύνσεως, ε) το οργανόγραμμα της διοικήσεως της αναιρεσίβλητης, στο οποίο αναφέρονταν τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου και η ομάδα διευθύνσεως και διοικήσεως, στα οποία δεν περιλαμβανόταν ο αναιρεσείων και στ) το από ....
έγγραφο με τον τίτλο "Αction Plan 2000-2001", στο οποίο περιγράφονταν αναλυτικώς τα εργασιακά του καθήκοντα και στο οποίο δεν χαρακτηριζόταν ως διευθύνων υπάλληλος. Με την προσβαλλόμενη απόφαση βεβαιώνεται ότι το Εφετείο, για τον σχηματισμό της ουσιαστικής κρίσεως του έλαβε υπόψη και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νομίμως οι διάδικοι.
Όπως προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο από την απόφαση αυτήν και ιδίως από τις αιτιολογίες της, με τις οποίες αντιμετωπίζονται διεξοδικά τα προαναφερόμενα ζητήματα, το Εφετείο πράγματι έλαβε υπόψη και ασχολήθηκε με τα αποδεικτικά αυτά μέσα. Επομένως, ο λόγος αυτός της αναιρέσεως ως προς την παραπάνω αιτίαση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Με τον ίδιο και από την ίδια διάταξη λόγο της αναιρέσεως, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που δεν επιτρέπει ο νόμος και ειδικότερα την ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Βασιλείου Χρόνη ....... ένορκη βεβαίωση της ......, που επικαλέστηκε και προσκόμισε η αναιρεσίβλητη, χωρίς όμως να γίνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση μνεία της ημερομηνίας συντάξεως της σχετικής συμβολαιογραφικής πράξεως και επιδόσεως της προς τον αναιρεσείοντα κλήσεως για παράσταση κατά την ένορκη βεβαίωση καθώς και του αριθμού του οικείου αποδεικτικού επιδόσεως και του ονόματος του κοινοποιήσαντος την κλήση δικαστικού επιμελητή, προκειμένου να διακριβωθεί η εμπρόθεσμη κλήτευση του αναιρεσείοντος.
Εφόσον όμως την τήρηση των προβλεπόμενων στη σχετική διάταξη του άρθρου 671 παρ. 1δ' του ΚΠολΔ διατυπώσεων ελέγχει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, χωρίς να είναι αναγκαία η μνεία των παραπάνω στοιχείων στην προσβαλλόμενη απόφαση και στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη την προαναφερόμενη ένορκη βεβαίωση και ότι αυτή λήφθηκε μετά από νόμιμη προ 24 ωρών κλήτευση του αναιρεσείοντος, ο λόγος αυτός αναιρέσεως, ως προς την ως άνω αιτίαση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
3.- Επειδή, κατά την έννοια του εδαφίου α'του άρθρου 2 της Διεθνούς Συμβάσεως της Ουάσινγκτων "περί περιορισμού των ωρών εργασίας εν ταις βιομηχανικαίς επιχειρήσεσιν", που κυρώθηκε με το ν. 2269/1920, ως πρόσωπα τα οποία κατέχουν θέσεις εποπτείας ή διευθύνσεως ή εμπιστοσύνης, επί των οποίων, κατά την εν λόγω σύμβαση, δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις αυτής, θεωρούνται εκείνα στα οποία, ως εκ των εξαιρετικών προσόντων τους ή της ιδιάζουσας εμπιστοσύνης του εργοδότη προς αυτά, ανατίθενται καθήκοντα γενικότερης διευθύνσεως όλης της επιχείρησης ή σημαντικού τομέα της και εποπτείας του προσωπικού, κατά τρόπον ώστε όχι μόνο να επηρεάζουν αποφασιστικά τις κατευθύνσεις και την εξέλιξη της επιχείρησης, αλλά και να διακρίνονται εμφανώς από τους άλλους υπαλλήλους, λόγω της ασκήσεως των δικαιωμάτων του εργοδότη, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και η πρόσληψη και απόλυση του προσωπικού έναντι του οποίου επέχουν θέση εργοδότη, διαθέτουν πρωτοβουλία και επωμίζονται ενίοτε και ποινικές ευθύνες για την τήρηση των διατάξεων που έχουν θεσπιστεί για το συμφέρον των εργαζομένων, αμειβόμενοι συνήθως με μισθό που υπερβαίνει κατά πολύ τα νόμιμα ελάχιστα όρια και τις καταβαλλόμενες στους λοιπούς υπαλλήλους αποδοχές.
Γι' αυτό και τα πρόσωπα αυτά, αν και δεν παύουν να είναι μισθωτοί, εξαιρούνται από την εφαρμογή των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας περί χρονικών ορίων εργασίας, περί εβδομαδιαίας αναπαύσεως, περί αποζημιώσεως ή προσαυξήσεως για την υπερωριακή ή κατά Κυριακές και εορτές εργασία, οι οποίες είναι ασυμβίβαστες προς την εξέχουσα θέση τους και την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που ανέλαβαν με τη σύμβασή τους.
Η έννοια δε της διευθυντικής θέσεως, ανεξαρτήτως του αν ο εργαζόμενος έχει ή όχι τον τίτλο του κατόχου αυτής, προσδιορίζεται με βάση τα αντικειμενικά κριτήρια της καλής πίστης και της κοινής πείρας και της λογικής από τη φύση και το είδος των παρεχόμενων υπηρεσιών που κρίνονται ενιαίως, καθώς και από την ιδιάζουσα σχέση εκείνου που τις παρέχει τόσο προς τον εργοδότη, όσο και προς τους λοιπούς εργαζομένους.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 εδαφ. α'του ν. 3198/1955, ο υπολογισμός της αποζημίωσης του μισθωτού, για καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του από τον εργοδότη, γίνεται με βάση τις τακτικές αποδοχές του τελευταίου πριν από την καταγγελία μήνα, υπό καθεστώς πλήρους απασχολήσεώς του, δηλαδή το μισθό του και κάθε άλλη παροχή, που καταβάλλεται σταθερά και νόμιμα σαν συμβατικό ή νόμιμο αντάλλαγμα της εργασίας του κατά τον τελευταίο μήνα της απασχολήσεώς του.
Ειδικότερα, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 648,649 και 653 ΑΚ, συνδυασμό τους με το άρθρο 1 της υπ' αριθ. 95 Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας, που κυρώθηκε με το ν. 3248/1955, μισθό αποτελεί και κάθε πρόσθετη παροχή, που δίνεται σταθερά και μόνιμα ως τακτικό συμβατικό ή νόμιμο αντάλλαγμα για την παρεχόμενη από το μισθωτό εργασία σε χρήμα ή σε είδος αποτιμώμενο σε χρήμα, εκτός αν πρόκειται για οικειοθελή παροχή, ελευθέρως ανακλητή ή για παροχή για εξυπηρέτηση λειτουργικών αναγκών της επιχειρήσεως, δηλαδή για παροχή αναγκαίως συνδεόμενη με τις λειτουργικές ανάγκες αυτής.
Συγκεκριμένα δε η παροχή από τον εργοδότη στο μισθωτό της χρήσεως αυτοκινήτου, προς εξυπηρέτησή του κατά την εκτέλεση της εργασίας του δεν αποτελεί μισθό και συνεπώς δεν λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό της αποζημιώσεως λόγω καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, έστω και αν από ελευθεριότητα του εργοδότη επιτρέπεται στο μισθωτό η χρήση του αυτοκινήτου τούτου προς εξυπηρέτηση και ατομικών του αναγκών.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 669 ΑΚ, 1 και 5 παρ. 1 του ν. 2112/1920, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 5 και 7 του ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου έχει το χαρακτήρα μονομερούς αναιτιώδους δικαιοπραξίας και χωρεί ελευθέρως, εκτός αν περιοριστεί με συμφωνία των μερών ή με διάταξη νόμου.
Η άσκηση όμως του σχετικού δικαιώματος, είτε του εργοδότη είτε του εργαζομένου, δεν είναι απεριόριστη και ανέλεγκτη, αλλ' υπόκειται στους περιορισμούς που προβλέπονται από τη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, της οποίας η παράβαση επάγεται απόλυτη ακυρότητα της καταγγελίας της εργασιακής συμβάσεως, που θεωρείται σαν να μην έγινε, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 174 και 180 του ΑΚ.
Στην περίπτωση αυτήν ο καταγγέλλων εργοδότης, που αρνείται να δεχτεί τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του εργαζομένου καθίσταται υπερήμερος και υποχρεούται να καταβάλει σ' αυτόν το μισθό του κατά τα άρθρα 349,350 και 656 του ΑΚ. Η καταγγελία δε της εργασιακής συμβάσεως αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ και είναι άκυρη, όταν έγινε από εκδίκηση του εργοδότη εξαιτίας συγκεκριμένου γεγονότος, όπως λόγω συμπεριφοράς του μισθωτού, η οποία δεν συνδέεται με την ομαλή και αποδοτική παροχή της εργασίας του, αλλά δεν αρέσει στον εργοδότη, ή εξαιτίας εχθρότητος προς το μισθωτό ή όταν γίνεται για οικονομικοτεχνικούς λόγους, δηλαδή για την αναδιοργάνωση της επιχειρήσεως του εργοδότη που καθιστά αναγκαία τη μείωση του προσωπικού, εφόσον οι λόγοι αυτοί είναι προσχηματικοί και υποκρύπτουν πράγματι μίσος, εμπάθεια ή κακοβουλία ή όταν είναι μεν πραγματικοί, αλλά δεν έγινε επιλογή των απολυομένων με αντικειμενικά κριτήρια (υπηρεσιακά ή κοινωνικά).
Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως όταν πρόκειται για ελλείψεις, που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται στην απόφαση σαφώς. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφασή του προκύπτει, δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν, εκτός άλλων, και τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Η αναιρεσίβλητη, επιχείρηση σημαντικού μεγέθους πολυεθνικών διαστάσεων και δραστηριοτήτων, δυνάμει συμβάσεως εξηρτημένης εργασίας, προσέλαβε στις 2.10.2000 τον αναιρεσείοντα, για ένα χρόνο, μετά την πάροδο του οποίου, η σύμβαση θα μετατρεπόταν σε αορίστου χρόνου, αν η αναιρεσίβλητη δεν εναντιωνόταν στην παράταση, γεγονός το οποίο και συνέβη με αποτέλεσμα η σύμβαση εργασίας, να μετατραπεί σε τέτοια αόριστου χρόνου.
Η ειδικότητα με την οποία προσλήφθηκε ο αναιρεσείων ήταν Business Development Monayes (Διευθυντής Ανάπτυξης), ο δε μισθός του συμφωνήθηκε στο ποσό του 1.300.000 δραχμών το μήνα. Περαιτέρω με την από 15.9.2000 έγγραφη πρόταση της αναιρεσίβλητης προς τον αναιρεσείοντα και την αποδοχή της -εγγράφως- από τον τελευταίο, συμφωνήθηκε επί πλέον:
α) Βοnus, ύψους τουλάχιστον 3 μισθών, με την προϋπόθεση επίτευξης των στόχων που θα ετίθεντο από τον Οικονομικό Διευθυντή του Ομίλου Κ. Γ1 και θα στηρίζονταν στο επιχειρησιακό σχέδιο ανάπτυξης της εταιρείας που είχε κοινοποιηθεί στον αναιρεσείοντα β) παροχή χρήσης αυτοκινήτου 1.400 cc, για τις μετακινήσεις του αναιρεσείοντος, οι εν γένει δαπάνες του οποίου θα βάρυναν την αναιρεσίβλητη, γ)παροχή κινητού τηλεφώνου και ασφαλιστική κάλυψη του αναιρεσείοντος για τα ταξίδια του στο εξωτερικό.
Ο ενάγων από την πρόσληψή του μέχρι την καταγγελία της σύμβασης εργασίας στις 8-3-2002 απασχολήθηκε με την ιδιότητα με την οποία προσλήφθηκε, δηλαδή ως Διευθυντής Ανάπτυξης. Ειδικότερα, το αντικείμενο εργασίας του και η εν γένει ενασχόλησή του στην αναιρεσίβλητη ήταν η διερεύνηση και εισήγηση στην τελευταία δυνατοτήτων εξαγοράς συγκεκριμένων κάθε φορά επιχειρήσεων, μετά από εκτίμηση αυτών, αλλά και εκτίμηση της επίδρασης τέτοιας ενέργειας στην πορεία της αναιρεσίβλητης οι αναλύσεις αγοράς της επικοινωνιακής υποδομής, η ανάλυση αγορών ενδιαφέροντος, η διευκρίνιση προγραμμάτων επιδοτήσεως, ο προσδιορισμός κατά την κρίση του και υπόδειξη στην αναιρεσίβλητη νέων τομέων αγορών προϊόντων, προκειμένου να δραστηριοποιηθεί σ' αυτές ή και να κατευθυνθεί στην παραγωγή αντιστοίχων προϊόντων μετά από εισήγηση του, η αξιολόγηση αγοράς πιθανού ενδιαφέροντος, με μετάβαση του για εκτίμηση των επιχειρήσεων προϊόντων στους τόπους δραστηριοποίησής τους και την παρακολούθηση των σχετικών διαδικασιών σε περίπτωση υλοποίησης των προτάσεων αυτού (αναιρεσείοντος).
Ως εκ της θέσεως του αυτής, ο αναιρεσείων, μαζί με υπαλλήλους και στελέχη της αναιρεσίβλητης πραγματοποίησε επιχειρηματικά ταξίδια: 1) στην Ατλάντα και το Μαϊάμι Αμερικής, 2) στη Βαρκελώνη, 3) στην Αίγυπτο, 4) στη Νιγηρία, 5) στο Abu Dhabi και Dubai, 6) στη Σαουδική Αραβία, 7) στη Νότιο Αφρική και 8)στην Ιταλία, προκειμένου να λειτουργήσει ως εσωτερικός έλεγχος της θυγατρικής της αναιρεσίβλητης στην Αμερική, να ενημερωθεί για το επιχειρηματικό περιβάλλον και να αξιολογήσει τις προοπτικές ανάπτυξης στην Αμερικανική αγορά, στην πρώτη περίπτωση, να διερευνήσει την πιθανότητα αποκλειστικής αντιπροσώπευσης προϊόντων Ισπανικής εταιρείας στην Ελλάδα, Βαλκανική και Μέση Ανατολή, στη δεύτερη περίπτωση, να συλλέξει και αξιολογήσει οικονομικά και λειτουργικά στοιχεία, Αιγυπτιακής εταιρείας, για την οποία η αναιρεσίβλητη είχε εκδηλώσει ενδιαφέρον εξαγοράς πλειοψηφικού πακέτου, στην τρίτη περίπτωση, να διενεργήσει έρευνα αγοράς για τον τομέα πλαστικών στην τετάρτη περίπτωση, να ερευνήσει πιθανές συνέργειες συνεργασίες, με κατασκευαστική εταιρεία του ...., που ενδιαφερόταν να αγοράσει την τεχνολογία από την αναιρεσίβλητη στην πέμπτη περίπτωση, να συναντηθεί με στελέχη μεγάλης βιομηχανικής εταιρίας στη Σαουδική Αραβία, για από κοινού δραστηριοποίηση σε επιλεγμένες χώρες, στην έκτη περίπτωση, να συγκεντρωθούν στοιχεία για τη μεγαλύτερη εταιρία πλαστικών της Νότιας Αφρικής λόγω εκδήλωσης ενδιαφέροντος από την αναιρεσίβλητη για εξαγορά της στην έβδομη περίπτωση, και για την ανανέωση και υπογραφή του συμβολαίου παροχής τεχνολογικής τεχνογνωσίας με τη δεύτερη μεγαλύτερη εταιρία παραγωγής πλαστικών στην Ιταλία, στην όγδοη περίπτωση.
Μάλιστα στη τελευταία χώρα (Ιταλία), μετέβη ο αναιρεσείων στις 31.5.2001, με απόφαση του Δ.Σ. της αναιρεσίβλητης, για να την εκπροσωπήσει στη Γενική Συνέλευση των μετόχων της "ΠΕΤΖΕΤΑΚΙΣ ΝΤΑΟΜ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", της οποίας κατείχε 116.720 μετοχές, προκειμένου "... να ασκήσει τα εκ των άνω μετοχών δικαιώματα ψήφου της "Α.Γ.ΠΕΤΖΕΤΑΚΙΣ Α.Ε." κατ' αυτήν, ιδία δε να ψηφίσει κατά την κρίση του, εφ'όλων των θεμάτων της ημερησίας διατάξεως..." ως σχετικώς αναφερόταν στο πρακτικό συνεδρίασης του Δ.Σ της αναιρεσίβλητης της .....
Έτσι ο αναιρεσείων κατείχε στην αναιρεσίβλητη θέση διεύθυνσης και εμπιστοσύνης, καθόσον αυτή (θέση) είχε τέτοια σπουδαιότητα που επηρέαζε αποφασιστικά τις κατευθύνσεις της εταιρίας .και την εξέλιξη αυτής, ενώ κατά την ενάσκηση των ανατιθεμένων σ' αυτόν καθηκόντων απολάμβανε ανεξαρτησίας, και είχε τη δυνατότητα ανάπτυξης σημαντικής πρωτοβουλίας, χωρίς άλλωστε την οποία, ήταν αδύνατη η εκπλήρωση του έργου της Διεύθυνσης Ανάπτυξης, της οποίας αυτός (αναιρεσείων) προΐστατο, τομέα νευραλγικού της αναιρεσίβλητης εταιρείας, επιτελικού χαρακτήρα και στρατηγικού ενδιαφέροντος,ο οποίος για να υπηρετηθεί, αναγκαίως προϋπέθετε, υψηλή μόρφωση και σημαντική εμπειρία, προσόντα τα οποία ο αναιρεσείων διέθετε.
Ειδικότερα δε αυτός διέθετε δίπλωμα ανάπτυξης τραπεζικών εργασιών, καθώς και δίπλωμα οικονομικών εργασιών, του Πανεπιστημίου American University Washihton D.C και Η.Π.Α., υψηλού επιπέδου γνώση της αγγλικής και γαλλικής γλώσσας, προϋπηρεσία στο Υπουργείο Οικονομικών των Η.Π.Α., στο Ινστιτούτο 'Ερευνας και Ανάπτυξης στην Αθήνα, στον Ελληνορωμαϊκό Σύνδεσμο Αθηνών, στην Εταιρεία L.D.K, Consultants Engineers and Plamers, ως αρμόδιος για τον στρατηγικό σχεδιασμό επεκτάσεως επιχειρήσεων στο χώρο της Βαλκανικής και Ανατολικής Ευρώπης, αλλά και για το σχεδιασμό διαφόρων επιχειρησιακών προγραμμάτων κ.λ.π.
Λόγω ακριβώς της ως άνω ιδιότητάς του, ως διευθύνοντος υπαλλήλου, συμφωνήθηκαν και καταβάλλονταν σ'αυτόν μηνιαίες αποδοχές, ύψους 1.300.000 δραχμών, ποσό δηλαδή που κατά πολύ υπερέβαινε τα νόμιμα ελάχιστα όρια και τις καταβαλλόμενες μηνιαίες αποδοχές, στους υπόλοιπους υπαλλήλους της αναιρεσίβλητης, ο μέσος όρος των οποίων μηνιαίως κυμαινόταν στο ποσό των 300.000- 400.000 δραχμών.
Το γεγονός δε ότι και άλλοι οκτώ υπάλληλοι βρίσκονταν, κατά τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, στο ιεραρχικό επίπεδο με εκείνον και λάμβαναν τις ίδιες αποδοχές ουδόλως αποκλείει και την ιδιότητα αυτού ως διευθύνοντος υπαλλήλου. Δεδομένου ότι μια εταιρία, σαν την αναιρεσίβλητη που απασχολούσε 1700 υπαλλήλους, δραστηριοποιούνταν επιχειρησιακά σε 70 χώρες του κόσμου, κατείχε, μια από τις πρώτες θέσεις στον τομέα δραστηριότητας της στην Ευρώπη και καταλεγόταν μεταξύ των μεγαλύτερων ομοειδών της επιχειρήσεων ανά την υφήλιο, δικαιολογείτο και κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας να έχει προσλάβει και να απασχολεί ως διευθύνοντες, υπαλλήλους οκτώ -ενδεχομένως και περισσοτέρους- προκειμένου να μπορεί να λειτουργεί, να παράγει και να δραστηριοποιείται στην έκταση και στο βαθμό που προαναφέρθηκε.
Άλλ' ούτε το γεγονός ότι ο αναιρεσείων αναφερόταν σε άλλο διευθύνοντα υπάλληλο ή στέλεχος της επιχείρησης ούτε το ότι προηγούνταν αυτού μέλη του Δ. Σ. της εταιρίας είναι στοιχεία που δεν μπορούν να του προσδώσουν το χαρακτήρα και την ιδιότητα του διευθύνοντος υπαλλήλου, η οποία καθοριζόταν και προσδιοριζόταν από την ιδιάζουσα εμπιστοσύνη που αυτός απολάμβανε από τον κύριο της επιχείρησης, τη δυνατότητα, επηρεασμού κατά τρόπο αποφασιστικό των κατευθύνσεων και της εξέλιξης της επιχείρησης, τις πραγματικές συνθήκες ανεξαρτησίας του, πρωτοβουλίας και αυξημένης ευθύνης του, την ιδιαίτερα υψηλή μόρφωση και ειδίκευση που τον διέκρινε, από τους λοιπούς υπαλλήλους, καθώς και τις πολύ υπέρτερες σε σχέση με τους λοιπούς υπαλλήλους αποδοχές του. 'Ολες δε ανεξαιρέτως οι ανωτέρω προϋποθέσεις συνέτρεχαν στο πρόσωπό του αναιρεσείοντος και σαφώς προσέδιδαν σ' αυτόν την ιδιότητα του διευθύνοντος υπαλλήλου.
Μόνον υπάλληλος με τέτοια ιδιότητα, μεταβαίνει στο εξωτερικό με το αντικείμενο εργασίας που προαναφέρθηκε. Η ανάθεση συγκεκριμένα στον αναιρεσείοντα της εξουσίας εκπροσώπησης της αναιρεσίβλητης στις 31-5-2001 στην Ιταλία, στην ετήσια Τακτική Γενική Συνέλευση των Μετόχων της ΑΕ "ΠΕΤΖΕΤΑΚΙΣ ΝΤΟΚΟΜ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και να ψηφίσει "κατά την κρίση του, εφ' όλων των θεμάτων της ημερησίας διατάξεως" είναι στοιχείο ολοφάνερα δηλωτικό της ιδιάζουσας εμπιστοσύνης της εργοδότιδάς του αναιρεσίβλητης προς το πρόσωπό του, που δεν μπορεί παρά μόνον διευθύνων υπάλληλος να απολαμβάνει.
Επίσης και το γεγονός ότι κατά την ενάσκηση των καθηκόντων του ήταν υποχρεωμένος να συμμορφώνεται με σχέδια και πλαίσια γενικών καθοδηγητικών γραμμών δεν είναι ασύμβατο με την ιδιότητά του ως διευθύνοντος υπαλλήλου, καθόσον σε αυτά συμμορφώνονται και εκείνοι που ταυτίζονται με τον εργοδότη, όπως, Πρόεδρος Διευθύνων Σύμβουλος και μέλη του Δ.Σ μιας ανώνυμης εταιρείας.
Επιπλέον, ενισχυτικό της κρίσεως στοιχείο, για την ως άνω ιδιότητα του αναιρεσείοντος αποτελεί και το περιεχόμενο του ανωτέρω από ..... εγγράφου, στο οποίο, πέραν των άλλων, αναφέρεται ότι στον αναιρεσείοντα παρέχεται σύγχρονο περιβάλλον εργασίας στα κεντρικά γραφεία της αναιρεσίβλητης στην Αθήνα, ότι κατά τη διάρκεια της απασχόλησής του θα λάβει γνώση διαφόρων στοιχείων του ομίλου, τα οποία θα πρέπει να τηρούνται με απόλυτη εχεμύθεια και ακόμη ότι λόγω της θέσης του ως Διευθυντή, δεν υπάγεται στο νόμο περί ωραρίων και ως εκ τούτου δεν δικαιούται υπερωριών για εργασία, πέραν του οκταώρου.
Δέχθηκε δε το Εφετείο ότι με βάση τα αντικειμενικά κριτήρια της καλής πίστης της κοινής πείρας και λογικής, από τη φύση και το είδος των παρεχομένων υπηρεσιών, που κρίνονται ενιαίως, καθώς και από την ιδιάζουσα σχέση του αναιρεσείοντος που τις παρείχε, τόσο προς την εργοδότιδα όσο και προς τους λοιπούς υπαλλήλους, ο αναιρεσείων είχε την ιδιότητα του διευθύνοντος υπαλλήλου.
Δέχτηκε ακόμη το Εφετείο ότι η αναιρεσίβλητη στις 7-3-2002 κατάγγειλε τη σύμβαση εργασίας με τον αναιρεσείοντα, καταργώντας τη σχετική θέση. 'Επραξε δε τούτο στα πλαίσια της οικονομοτεχνικής αναδιάρθρωσης της επιχείρησής της και ειδικότερα της περιστολής των δαπανών, ενασκώντας το διευθυντικό της δικαίωμα, ενόψει των αρνητικών οικονομικών αποτελεσμάτων της κατά τα διαχειριστικά έτη 2001 και 2002.Η επιλογή δε του αναιρεσείοντος προς απόλυση δικαιολογείται από τη διευθυντική θέση που κατείχε, το σημαντικό ύψος των αποδοχών του (τριπλάσιες και τετραπλάσιες των αποδοχών των λοιπών υπαλλήλων) και από τη μικρή σχετικά, διάρκειας απασχόλησή του στην αναιρεσίβλητη. 'Άλλη, όμοια ή συναφή με την καταργηθείσα θέση, η αναιρεσίβλητη δεν διέθετε.
Κατά συνέπεια δεν ετίθετο για την τελευταία θέμα επιλογής προσώπου προς απόλυση, πολλώ μάλλον εφόσον ο αναιρεσείων μπορούσε ευχερώς να βρεί, με βάση τα προσόντα του, ανάλογη εργασία, πράγμα που τελικά έγινε. 'Ετσι, κατά την παραδοχή του Εφετείου, η απόλυση του αναιρεσείοντος έγινε για πραγματικούς οικονομικούς και τεχνικούς λόγους, η δε επιλογή απολύσεώς του έγινε με αντικειμενικά κριτήρια.
Δέχθηκε ακόμη το Εφετείο ότι η εκ μέρους της αναιρεσίβλητης παροχή προς τον αναιρεσείοντα αφενός της χρήσεως αυτοκινήτου και αφετέρου της χρήσεως κινητού τηλεφώνου δεν συνιστούσαν μισθό κατά την έννοια του νόμου, εφόσον οι παροχές αυτές δεν αποτελούσαν νόμιμο ή συμβατικό αντάλλαγμα για την εργασία του τελευταίου, διότι παρασχέθηκαν σ' αυτόν για την εξυπηρέτηση των λειτουργικών αναγκών της πρώτης (αναιρεσίβλητης), ενώ η από ελευθεριότητα αυτής παροχή της χρήσεως του αυτοκινήτου για την κάλυψη των προσωπικών αναγκών του αναιρεσείοντος δεν μεταβάλλει το σκοπό της παροχής αυτής, καθώς και εκείνης της χρήσεως κινητού τηλεφώνου, που αναγκαίως και αυτή συνδεόταν με τις λειτουργικές ανάγκες της αναιρεσίβλητης, ενόψει των ως άνω εργασιών και δραστηριοτήτων του αναιρεσείοντος (ταξίδια στο εσωτερικό και εξωτερικό, υποδοχή αλλοδαπών και περιήγηση αυτών κ.λ.π). 'Ετσι η σε χρήμα αποτίμηση των αμέσως πιο πάνω δύο παροχών, ως μη περιλαμβανόμενων στις τακτικές αποδοχές του αναιρεσείοντος, δεν έπρεπε να υπολογιστούν για τον καθορισμό της αποζημιώσεως λόγω της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας τούτου.
Περαιτέρω το Εφετείο δέχτηκε ότι ο αναιρεσείων ουδέποτε θεμελίωσε δικαίωμα λήψεως του ως άνω επιδόματος καλής αποδόσεως ("BONUS"), γιατί η χορήγηση αυτού (η οποία δεν εξαρτήθηκε από την επέλευση ορισμένου χρονικού σημείου) εξαρτήθηκε αποκλειστικά από την επίτευξη των στόχων που θα ετίθεντο από τον οικονομικό διευθυντή, πράγμα όμως που δεν αποδείχθηκε ότι συνέβη, κατά τα ειδικότερα στην προσβαλλόμενη απόφαση σχετικώς αναφερόμενα.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμους τους λόγους της ως άνω εφέσεως του αναιρεσείοντος, με τους οποίους αυτός παραπονούνταν για το ότι εσφαλμένως δεν είχε γίνει δεκτό από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με τη εκκληθείσα απόφασή του αφενός ότι αυτός δεν είχε την ιδιότητα του διευθύνοντος υπαλλήλου, ώστε έτσι να μην εξαιρείται από την εφαρμογή των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας περί χρονικών ορίων εργασίας και περί αποζημιώσεως ή προσαυξήσεων για υπερωριακή εργασία, και αφετέρου ότι οι ως άνω παροχές της χρήσεως αυτοκινήτου και κινητού τηλεφώνου δεν αποτελούσαν νόμιμο ή συμβατικό αντάλλαγμα για την εργασία τούτου (αναιρεσείοντος), καθώς και ότι ο ίδιος (αναιρεσείων) ουδέποτε θεμελίωσε δικαίωμα λήψεως του πιο πάνω "ΒONUS" απορρίπτοντας έτσι την ένδικη αγωγή κατά το σχετικό μέρος της ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται σαφώς: 1) Δεν παραβίασε τις ως άνω διατάξεις του εδαφίου α'του άρθρου 2 της Διεθνούς Συμβάσεως της Ουάσινγκτων, που κυρώθηκε με το ν. 2269/1920, του άρθρου 5 παρ. 1 εδ. α'του ν. 3198/1955 και των άρθρων 648,649 και 653 του ΑΚ. Και 2) δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση αναφορικά με τα ως άνω ζητήματα α) της ιδιότητας του αναιρεσείοντος ως διευθύνοντος υπαλλήλου της αναιρεσίβλητης, κατά την παραπάνω έννοια, β) του ότι η καταγγελία της με τον αναιρεσείοντα υφιστάμενης συμβάσεως εργασίας δικαιολογούνταν από πραγματικούς οικονομικούς και τεχνικούς λόγους και ανάγκες καθώς και ότι η επιλογή απολύσεώς του έγινε με αντικειμενικά κριτήρια και έτσι δεν ήταν από τους λόγους αυτούς καταχρηστική και γ) του ότι οι προαναφερόμενες παροχές της χρήσεως αυτοκινήτου και κινητού τηλεφώνου δεν αποτελούσαν νόμιμο ή συμβατικό αντάλλαγμα για την εργασία του αναιρεσείοντος, καθώς και του ότι ο τελευταίος ουδέποτε θεμελίωσε δικαίωμα λήψεως του πιο πάνω "BONUS".
Kαι αυτό γιατί, κατά τα προεκτιθέμενα, και έχει διαλάβει στην απόφασή του αυτήν αιτιολογίες αναφορικά με όλα τα αμέσως πιο πάνω ζητήματα, δηλαδή αναφορικά με ζητήματα, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αλλά και οι αιτιολογίες αυτές και πλήρεις και σαφείς είναι, καθιστούν δε εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων.
Ειδικότερα, με βάση τις ως άνω παραδοχές του πράγματι αφενός ο αναιρεσείων είχε την ιδιότητα του διευθύνοντος υπαλλήλου της αναιρεσίβλητης κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως της προαναφερόμενης Διεθνούς Συμβάσεως, και αφετέρου οι παραπάνω προς αυτόν παροχές της χρήσεως αυτοκινήτου και κινητού τηλεφώνου δεν αποτελούσαν νόμιμο ή συμβατικό αντάλλαγμα για την εργασία του, ενώ εκ τρίτου ο ίδιος ποτέ δεν είχε θεμελιώσει δικαίωμα λήψεως του '' "BONUS".
Συγκεκριμένα με πληρότητα και σαφήνεια προσδιορίζεται η ιδιότητα του αναιρεσείοντος ως διευθύνοντος υπαλλήλου της αναιρεσίβλητης, κατά την έννοια της διατάξεως του εδαφίου α'του άρθρου 2 της Διεθνούς Συμβάσεως της Ουάσινγκτων, που κυρώθηκε με το ν. 2269/1920, με αποτέλεσμα εκ τούτου, αυτός (αναιρεσείων), αν και δεν έπαυσε να είναι μισθωτός, να εξαιρείτο από την εφαρμογή των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας περί χρονικών ορίων εργασίας και περί αποζημιώσεως ή προσαυξήσεως για την υπερωριακή εργασία του, οι οποίες είναι ασυμβίβαστες προς την (όπως δέχθηκε το Εφετείο) εξέχουσα θέση του και την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που ανέλαβε με την ένδικη σύμβαση εργασίας.
Η έννοια δε της διευθυντικής αυτής θέσεως προσδιορίστηκε από το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του με βάση τα αντικειμενικά κριτήρια της καλής πίστεως και της κοινής πείρας και της λογικής από τη φύση και το είδος των υπηρεσιών που παρέχονταν, που κρίνονται ενιαίως, καθώς και από την αναφερόμενη στην απόφαση αυτήν ιδιάζουσα σχέση του αναιρεσείοντος τόσο προς την εργοδότριά του αναιρεσίβλητη όσο και προς τους λοιπούς εργαζομένους στην τελευταία.
Ακόμη καθορίζονται οι οικονομικοί και τεχνικοί λόγοι και ανάγκες που επέβαλαν την εκ μέρους της αναιρεσίβλητης καταγγελία της με τον αναιρεσείοντα υφιστάμενης συμβάσεως εργασίας, καθώς και ότι η επιλογή απολύσεως του έγινε με αντικειμενικά κριτήρια, έτσι ώστε η καταγγελία αυτή να μην είναι καταχρηστική κατά το άρθρο 281 ΑΚ.
Ενώ, τέλος, πλήρως και σαφώς αιτιολογείται αφενός γιατί οι ως άνω παροχές της χρήσεως αυτοκινήτου και κινητού τηλεφώνου δεν αποτελούσαν νόμιμο ή συμβατικό αντάλλαγμα για την εργασία του αναιρεσείοντος, ώστε να αποτελούν μισθό κατά την έννοια των άρθρων 648,649 και 653 του ΑΚ και του άρθρου 1 της υπ' αριθ. 95 Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας, που κυρώθηκε με το ν. 3248/1955, και αφετέρου ο λόγος εξαιτίας του οποίου ο τελευταίος (αναιρεσείων) ουδέποτε θεμελίωσε δικαίωμα λήψεως του παραπάνω "BONUS".
Ενόψει αυτών: αα) ο έβδομος λόγος αναιρέσεως κατά το σχετικό τμήμα του από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ μέρους του, με το οποίο προβάλλονται οι αιτιάσεις της παραβιάσεως των ως άνω διατάξεων, καθώς και του άρθρου 281 ΑΚ αναφορικά με την επικληθείσα ακυρότητα της καταγγελίας της ένδικης συμβάσεως εργασίας τη στηριζόμενη στο ότι η καταγγελία αυτή δεν έγινε εξαιτίας πραγματικών, οικονομικών ή τεχνικών λόγων ή αναγκών, αλλά προσχηματικώς, άλλως αν υποτεθούν ότι οι οικονομοτεχνικοί λόγοι είναι πραγματικοί, η επιλογή απολύσεώς του δεν έγινε με αντικειμενικά κριτήρια, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος στο σύνολό του.
Και ββ) οι ενιαίως κρινόμενοι τέταρτος, πέμπτος και έκτος λόγοι αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, με τους οποίους προβάλλονται αιτιάσεις για έλλειψη νόμιμης βάσεως στην προσβαλλόμενη απόφαση λόγω ελλείψεως αιτιολογιών, άλλως λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών επί των ανωτέρω υπό τα στοιχεία α', β'και γ', αντίστοιχα, ζητημάτων, καθώς και ο έβδομος λόγος αναιρέσεως κατά το από την ίδια διάταξη μέρος του, με το οποίο προβάλλονται οι αιτιάσεις της ελλείψεως νόμιμης βάσεως στην προσβαλλόμενη απόφαση, επίσης λόγω ελλείψεως αιτιολογιών, άλλως λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών αναφορικά με τα ίδια ζητήματα, πρέπει να απορριφθούν ως βάσιμοι στο σύνολό τους.
Εξάλλου, ο αναιρεσείων τη με την ένδικη αγωγή του επικληθείσα κατά το άρθρο 281 ΑΚ ακυρότητα της ως άνω καταγγελίας της με αυτόν υφιστάμενης συμβάσεως εργασίας στήριξε και στο ότι η αναιρεσίβλητη προέβη στην καταγγελία της συμβάσεως αυτής για να τον τιμωρήσει και για να τον εκδικηθεί, γιατί αξίωνε την καταβολή αμοιβών και αποζημιώσεων για παράνομες υπερωρίες, για διαφορές επιδομάτων δώρων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και επιδομάτων άδειας και καλής αποδόσεως ("BONUS") και επέκειτο προσφυγή του με σχετική αγωγή στα αρμόδια δικαστήρια, αλλά και για να αποτρέψει άλλους "ομοιοπαθείς" συναδέλφους του να προβούν σε όμοιες ή ανάλογες με τις δικές σου διεκδικήσεις.
Η ένδικη αγωγή κατά τη βάση της αυτήν τελικά κρίθηκε ως απορριπτέα ως μη νόμιμη, επειδή ειδικότερα κρίθηκε ότι τα ως άνω από τον αναιρεσείοντα επικληθέντα πραγματικά περιστατικά "δεν αρκούν για τη στοιχειοθέτηση της καταχρηστικότητας κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ". Με την κρίση του όμως αυτήν το Εφετείο παραβίασε την τελευταία διάταξη, εφόσον, σύμφωνα με τα παραπάνω, τα περιστατικά αυτά που επικαλέστηκε ο αναιρεσείων με την ένδικη αγωγή του στήριζαν αυτήν κατά την αμέσως πιο πάνω βάση της, ως προς την οποία η αγωγή αυτή ήταν έτσι νομικά βάσιμη, εφόσον, αν αλήθευαν τα επικληθέντα αυτά πραγματικά περιστατικά, η καταγγελία, από αυτόν το λόγο, θα ήταν απολύτως άκυρη, θεωρούμενη έτσι σαν να μην έγινε, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 174 και 180 του ΑΚ και έτσι η αναιρεσίβλητη εργοδότιδα, ως αρνούμενη να δεχτεί τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του αναιρεσείοντος, θα καθίστατο υπερήμερη, υποχρεούμενη να καταβάλει σ'αυτόν το μισθό του κατά τα άρθρα 349,350 και 656 του ίδιου Κώδικα.
Επομένως ο έβδομος λόγος αναιρέσεως κατά το από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ μέρος του, με το οποίο προβάλλεται η αμέσως πιο πάνω πλημμέλεια της προσβαλλόμενης αποφάσεως, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος.
4. - Επειδή από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1,5 παρ. 1 και 3 του νόμου 3198/1955, 1 και 3 του νόμου 2112/1920 προκύπτει ότι, για να είναι έγκυρη η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου από τον εργοδότη πρέπει να καταβληθεί συγχρόνως η οφειλόμενη αποζημίωση. Η μη καταβολή ολόκληρης της αποζημίωσης ή αλλιώς η καταβολή ελλιπούς αποζημίωσης συνεπάγεται το δικαίωμα του μισθωτού είτε να θεωρήσει άκυρη την καταγγελία και να αξιώσει μισθούς υπερημερίας είτε, παραιτούμενος από το δικαίωμα προσβολής της καταγγελίας ως άκυρης, να ζητήσει την καταβολή του υπολοίπου της αποζημίωσης.
Όμως η καταγγελία δεν είναι άκυρη και ο εργοδότης δεν γίνεται υπερήμερος, σύμφωνα με τα άρθρα 288 και 342 του ΑΚ, αν αυτός προβάλει και αποδείξει κατ' ένσταση ή αντένσταση ότι η μη καταβολή ολόκληρης της αποζημίωσης οφείλεται σε παραδρομή ή σε εύλογη αμφιβολία ή συγγνωστή πλάνη ως προς το αληθές ύψος της. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχτηκε ότι ενώ η αναιρεσίβλητη εργοδότρια όφειλε να καταβάλει ως αποζημίωση στον αναιρεσείοντα για την καταγγελία της σύμβασής του το ποσό των 9. 038,80 ευρώ του κατέβαλε το ποσό των 8.901,92 ευρώ.
Όμως το Εφετείο δέχτηκε περαιτέρω ότι από το λόγο αυτόν, την καταβολή δηλαδή ελλιπούς αποζημίωσης, η καταγγελία της εργασιακής σύμβασης, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστεως και των χρηστών συναλλακτικών ηθών και τις συγκεκριμένες συνθήκες της προκειμένης περίπτωσης, δεν είναι άκυρη καθόσον το ποσό που καταβλήθηκε, ως αποζημίωση, στον αναιρεσείοντα είναι κατ' ελάχιστον μικρότερο από τη νόμιμη αποζημίωση, σε κάθε δε περίπτωση η αναιρεσίβλητη, εύλογα και δικαιολογημένα αμφέβαλε για το αν ήταν συνυπολογιστέο στις τακτικές αποδοχές του, το ποσό των 20.000 δραχμών, που καταβαλλόταν μηνιαίως από την αναιρεσίβλητη για τον αναιρεσείοντα σε ιδιωτική ασφαλιστική εταιρεία ως ασφάλιστρο.
Με τις παραδοχές αυτές απέρριψε τον αγωγικό ισχυρισμό του αναιρεσείοντος για ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασής του, λόγω μη καταβολής ολόκληρης της οφειλόμενης αποζημίωσης, ως αβάσιμο και επιδίκασε στον αναιρεσείοντα συμπληρωματική αποζημίωση. Όπως όμως προκύπτει από τις προτάσεις της αναιρεσίβλητης στο Εφετείο η τελευταία δεν επικαλέστηκε και δεν ζήτησε την απόρριψη της αγωγής της αγωγής για το λόγο ότι ή καταβολή μειωμένης αποζημιώσεως ήταν δικαιολογημένη κατά την καλή πίστη, οφειλόμενη σε παραδρομή ή σε εύλογη αμφιβολία ή συγγνωστή πλάνη ως προς τον χαρακτήρα ορισμένης παροχής ως τακτικού μισθού, ήτοι για το αν ήταν συνυπολογιστέο στις τακτικές αποδοχές του αναιρεσείοντος το ως άνω ποσό των 20.000 δραχμών.
Επομένως το Εφετείο έλαβε υπόψη πράγμα που δεν προτάθηκε νομίμως και η προσβαλλόμενη απόφασή του είναι αναιρετέα για πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 8 περ. α' του ΚΠολΔ, σύμφωνα με το σχετικό ένατο (και τελευταίο) βάσιμο λόγο αναιρέσεως. Ένα όμως μέλος του Δικαστηρίου, δηλαδή η Αρεοπαγίτης Ειρήνη Αθανασίου έχει την ακόλουθη γνώμη:
Με τη διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ θεσπίζεται υπέρ του οφειλέτη και του δανειστή κανόνας, ο οποίος προσδιορίζει τον τρόπο της εκπληρώσεως της παροχής, συνεπώς και το μέγεθος αυτής, όπως απαιτεί η καλή πίστη, δηλαδή η σε χρηστό και εχέφρονα άνθρωπο επιβαλλόμενη στις συναλλαγές ευθύνη, για τον καθορισμό της οποίας χρησιμεύουν τα συναλλακτικά ήθη.
Σκοπός του τέτοιου προσδιορισμού είναι η προστασία δικαιολογημένων συμφερόντων του άλλου από τα μέρη και η αποφυγή ζημίας του. Η προαναφερόμενη δε διάταξη, η οποία έχει χαρακτήρα κανόνα αναγκαστικού δικαίου, είναι εφαρμοστέα από το δικαστή και αυτεπαγγέλτως, προκειμένου αυτός να κρίνει για την καταβλητέα παροχή κατά προσήκουσα εφαρμογή των αρχών της καλής πίστεως. 'Ετσι στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο μπορούσε αυτεπαγγέλτως να εφαρμόσει την ως άνω διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ και να κρίνει, όπως και έγινε, αν κατά τις αρχές της καλής πίστεως, λαμβανομένων υπόψη και των συναλλακτικών ηθών, η μη καταβολή από εσφαλμένο υπολογισμό του υπολειπόμενου τμήματος της αποζημιώσεως απολύσεως, ανερχόμενου στο πολύ μικρό (σχετικά με την όλη οφειλόμενη τέτοια αποζημίωση) ποσό των 136,88 ευρώ, δεν είχε ως συνέπεια την ακυρότητα της καταγγελίας της ένδικης συμβάσεως εργασίας, αλλά γεννούσε μόνο υποχρέωση για συμπλήρωση της αποζημιώσεως, χωρίς έτσι να υποπέσει στην από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ.
α'ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια της παρά το νόμο λήψεως "πράγματος" που δεν προτάθηκε. Βέβαια είναι αληθές ότι στη συνέχεια επικουρικώς δέχτηκε, όπως προαναφέρθηκε, και ότι, σε κάθε περίπτωση, η αναιρεσίβλητη εύλογα και δικαιολογημένα αμφέβαλε για το αν ήταν συνυπολογιστέο στις τακτικές αποδοχές του αναιρεσείοντος και το ως άνω ποσό των 20.000 δραχμών που καταβαλλόταν μηνιαίως από την αναιρεσίβλητη για τον αναιρεσείοντα σε ιδιωτική ασφαλιστική εταιρεία ως ασφάλιστρο.
Πλην όμως η τελευταία αιτιολογία εκφέρθηκε εκ περισσού, αφού υπήρχε η άλλη κύρια αιτιολογία, δηλαδή εκείνη κατά την οποία η παράλειψη της καταβολής του υπολειπόμενου τμήματος της αποζημιώσεως απολύσεως του αναιρεσείοντος δεν είχε, λόγω του άκρως μικρού μεγέθους του, κατά τις αρχές της καλής πίστεως, λαμβανομένων υπόψη και των συναλλακτικών ηθών, ως συνέπεια την ακυρότητα της καταγγελίας της ένδικης συμβάσεως εργασίας, η οποία κύρια αιτιολογία στηρίζει το αντίστοιχο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
Γι' αυτό έπρεπε, κατά τη γνώμη της μειοψηφίας, ο ένατος, από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. α' ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι το Εφετείο με το να δεχθεί με την προσβαλλόμενη απόφασή του όσα στην αμέσως πιο πάνω επικουρική αιτιολογία του αναφέρονται υπέπεσε στην από την τελευταία διάταξη προβλεπόμενη πλημμέλεια, να απορριφθεί ως αλυσιτελής.
5.- Επειδή, κατά ακολουθίαν όλων των παραπάνω, πρέπει να αναιρεθεί μερικώς η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τους ανωτέρω λόγους αναιρέσεως που κρίθηκαν βάσιμοι, δηλαδή κατά τον έβδομο λόγο αναιρέσεως κατά το από το άρθρο 559 αριθ. 1 μέρος του, ως προς το οποίο αυτός κρίθηκε βάσιμος και κατά τον ένατο λόγο αναιρέσεως, και συγκεκριμένα να αναιρεθεί η απόφαση αυτή μόνο κατά τα μέρη της που αφορούν α) τη βάση της ένδικης αγωγής που στηρίζεται σε ακυρότητα κατά το άρθρο 281 ΑΚ της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του αναιρεσείοντος ως γενομένης της καταγγελίας αυτής προς τιμωρία και εκδίκηση του αναιρεσείοντος και προς αποτροπή άλλων συναδέλφων του να προβούν σε όμοιες ή ανάλογες με τις δικές του διεκδικήσεις και β) τον ως άνω στον ένατο λόγο αναιρέσεως, αναφερόμενο ισχυρισμό.
Σύμφωνα δε με το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ πρέπει η υπόθεση, κατά το μέρος κατά το οποίο χωρεί η αναίρεση της αποφάσεως, να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο το οποίο την εξέδωσε, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που εξέδωσαν την απόφαση αυτήν. Η αναιρεσίβλητη, ως ηττώμενη, πρέπει να καταδικαστεί στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, κατά τα άρθρα 183 και 176 ΚΠολΔ, μειωμένη όμως, λόγω της μερικής νίκης και της μερικής ήττας κάθε διαδίκου, σύμφωνα με το άρθρο 178 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 2915/2001, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί μερικώς και μόνο κατά το αναφερόμενο στο αιτιολογικό μέρος της την υπ' αριθ. 7340/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.-
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το μέρος κατά το οποίο χώρησε η αναίρεση της αποφάσεως, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.- Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη σε μέρος της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσείοντος, το οποίο ορίζει σε οκτακόσια (800) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5-3-2008.-
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Μαΐου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ