Legislator Case Law & Legislation
1033/2007 AI generated

1033/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1033/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Απριλίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-10-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 858/2004 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 4741/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27 Δεκεμβρίου 2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνον η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καλαμίδας ανέγνωσε την από 23 Μαρτίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Legislator headnote

AI generated

1033/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, το οποίο δίκασε την έφεση της ήδη αναιρεσιβλήτου κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως, που εκδόθηκε επί της αγωγής της ανωτέρω κατά της ήδη αναιρεσείουσας, με την οποία η πρώτη, για τους αναφερόμενους σ αυτή (αγωγή) λόγους, ζήτησε να υποχρεωθεί η τελευταία και της καταβάλει το αναφερόμενο ποσό, δέχθηκε, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, τα ακόλουθα.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1033 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1033/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Χαράλαμπο Παπαηλιού, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Απριλίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΚΡΙΚΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Παραστάθηκε ο νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας Παντελής Βοσνάκης και διόρισε στο ακροατήριο πληρεξούσιο δικηγόρο της τον Στυλιανό Γρηγορίου.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Τεχνικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΤΕ ΑΤΕ", που εδρεύει στον Άγιο Ιωάννη Ρέντη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-10-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 858/2004 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 4741/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27 Δεκεμβρίου 2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνον η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καλαμίδας ανέγνωσε την από 23 Μαρτίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την προσκομιζόμενη από την αναιρεσείουσα ..... έκθεση επιδόσεως της αρμόδιας δικαστικής επιμελήτριας ....... προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως μετά της κάτωθι πράξεως ορισμού δικασίμου για την στην αρχή της παρούσας αναφερόμενη δικάσιμο της 16-4-2007 και μετά κλήσεως προς συζήτηση για τη δικάσιμο αυτή, με παραγγελία της επισπεύδουσας τη συζήτηση αναιρεσείουσας, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη, η οποία δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως με πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσε, κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., δήλωση μη παραστάσεως κατά την εκφώνηση της υποθέσεως την άνω δικάσιμο. Επομένως, κατ άρθρο 576 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., πρέπει το δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της αιτήσεως, παρά την απουσία της κλητευθείσης ως άνω αναιρεσιβλήτου.

Οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ. παραβιάζονται όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά τη διαπίστωση, ευθέως ή εμμέσως, κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δηλώσεως βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει σ αυτούς για να διαπιστώσει την αληθινή έννοια της δηλώσεως βουλήσεως των συμβαλλομένων (Ολομ.

Α.Π. 26/2004, Α.Π. 355/2004, Α.Π. 844/1998). Οι ίδιοι (ερμηνευτικοί) κανόνες παραβιάζονται εκ πλαγίου, υπό την έννοια ότι η απόφαση του Εφετείου στερείται νόμιμης βάσεως, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.19 του Κ.Πολ.Δ., όταν στην απόφασή του δεν διευκρινίζεται αν στη δήλωση βουλήσεως υπάρχει κενό ή ασάφεια και εντεύθεν ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας της και παρά ταύτα εφαρμόζει ή παραλείπει την εφαρμογή των άνω ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, το οποίο δίκασε την έφεση της ήδη αναιρεσιβλήτου κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως, που εκδόθηκε επί της αγωγής της ανωτέρω κατά της ήδη αναιρεσείουσας, με την οποία η πρώτη, για τους αναφερόμενους σ αυτή (αγωγή) λόγους, ζήτησε να υποχρεωθεί η τελευταία και της καταβάλει το αναφερόμενο ποσό, δέχθηκε, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, τα ακόλουθα.

Με το από 2-3-2000 ιδιωτικό συμφωνητικό, που καταρτίσθηκε μεταξύ της εκκαλούσας (αναιρεσιβλήτου) και της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΝΕΔΑΣ ΑΤΟΕ ΗΛΕΚΤΡΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΡΓΑ", που δεν είναι διάδικος στη δίκη, η πρώτη ανέθεσε στην τελευταία την εκτέλεση, υπεργολαβικά, των ηλεκτρομηχανολογικών εργασιών του έργου "Κατασκευή, προμήθεια και εγκατάσταση του εξοπλισμού του Κεντρικού ξενοδοχείου στο Αεροδρόμιο των Σπάτων", το οποίο (έργο) της είχε αναθέσει με την από 25-10-1999 σύμβαση η εταιρία με την επωνυμία "Ξενοδοχειακή Εταιρία Αεροδρομίου Αθηνών", η οποία επίσης δεν είναι διάδικος στη δίκη.Ότι, για την υλοποίηση της παραπάνω από 2-3-2000 σύμβασης η εν λόγω υπεργολάβος εταιρία προέβη στην αγορά από την εφεσίβλητη, η οποία έχει ως αντικείμενο την εμπορία ηλεκτρομηχανολογικών ειδών, διαφόρων μηχανημάτων (καυστήρες, λέβητες, φίλτρα πετρελαίου, κ.λ.π.), αντί συνολικού τιμήματος 53.889 ευρώ.

Ότι, επειδή το τίμημα αυτό δεν καταβλήθηκε στην εφεσίβλητη-πωλήτρια, παρά το γεγονός ότι η εκκαλούσα είχε προβεί στην εξόφληση αυτού προς την άνω υπεργολάβο, η εφεσίβλητη προσέφυγε κατά της τελευταίας στο Ειρηνοδικείο Αθηνών και πέτυχε την σε βάρος της έκδοση της 2040/2001 αποφάσεως, που την αναγνώρισε προσωρινή νομέα των αγορασθέντων ως άνω μηχανημάτων, στην αφαίρεση των οποίων από το εργοτάξιο της εκκαλούσας προχώρησε αυτή (εφεσίβλητη) την 28-6-2001, εκτελώντας την εν λόγω απόφαση.

Ότι, για την αντιμετώπιση της κατάστασης που δημιουργήθηκε από την αναγκαστική εκτέλεση της παραπάνω αποφάσεως, υπογράφηκε μεταξύ των διαδίκων το από 20-7-2001 ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο ανέλαβαν την υποχρέωση, η μεν εφεσίβλητη να επιστρέψει τα αφαιρεθέντα μηχανήματα στην εκκαλούσα, αναγνωρίζοντας αυτήν ως αποκλειστική κυρία, νομέα και κάτοχο αυτών και μάλιστα άσχετα αν πληρώθηκαν ή όχι από την εταιρία ΝΕΔΑΣ ΑΤΟΕ προς την εφεσίβλητη, η δε εκκαλούσα να καταβάλει στην τελευταία το προς αυτήν από 53.889 ευρώ χρέος της ΝΕΔΑΣ ΑΤΟΕ "κατά προτεραιότητα παντός άλλου δανειστού αμέσως μετά την είσπραξη (από την εκκαλούσα) συγκριτικού πίνακα για νέες πρόσθετες εργασίες από τον κύριο του έργου, που κατατέθηκε τον Μάρτιο 2001, ποσού 329.796.223 δρχ.

και αναμένεται η είσπραξή του, υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι η είσπραξη αυτή θα γίνει το αργότερο εντός πέντε μηνών από την υπογραφή του παρόντος". Ότι, περαιτέρω, συμφωνήθηκαν κατά λέξη και τα εξής. "Σε περίπτωση που δεν εισπραχθεί το ανωτέρω ποσό κατά το ως άνω χρονικό διάστημα η παρούσα δέσμευση της ΑΛΤΕ ΑΤΕ δεν θα ισχύει για το μέλλον και δεν θα οφείλεται το παραπάνω ποσό.3.Προς εξασφάλιση της ως άνω δέσμευσης η ΑΛΤΕ ΑΤΕ παραδίδει σήμερα δίγραμμη επιταγή με αριθ........επί της τράπεζας Societe Generale με ημερομηνία 31-12-2001 εις διαταγή της εταιρίας ΚΡΙΚΟΣ Α.Ε., ποσού 18.362.813 δρχ., η οποία θα εισπραχθεί από την πρώτη συμβαλλόμενη μόνο εάν εισπραχθεί το ποσό από τον ως άνω συγκριτικό πίνακα εντός του προαναφερθέντος πενταμήνου. 4.

Σε περίπτωση που για οποιαδήποτε αιτία δεν καταβληθεί το άνω ποσό από την ΑΛΤΕ ΑΤΕ, τότε η ΚΡΙΚΟΣ Α.Ε. θα έχει το δικαίωμα να εισπράξει την επιταγή, η τυχόν δε είσπραξή της θα θεωρείται ως προκαταβολή τιμήματος για την αγορά υλικών αξίας 18.362.813 δρχ. από την ΑΛΤΕ ΑΤΕ, τα οποία η ΚΡΙΚΟΣ Α.Ε. οφείλει να παραδώσει εντός πενταμήνου διαδοχικά και αναλογικά".Ότι, παρά το γεγονός ότι δεν πληρώθηκε εντός της προβλεπόμενης πεντάμηνης προθεσμίας η αίρεση από την οποία εξαρτήθηκε η εξόφληση της εφεσίβλητης από την εκκαλούσα, δηλαδή η πληρωμή του αναφερόμενου στο παραπάνω ιδιωτικό συμφωνητικό συγκριτικού πίνακα, γεγονός που δεν αμφισβητεί η εφεσίβλητη, η τελευταία προέβη, την 2-1-2002.στην είσπραξη της ως άνω δίγραμμης επιταγής.

Ότι, με τον τρόπο, όμως, αυτό η εφεσίβλητη αθέτησε υπαίτια την αναληφθείσα με το εν λόγω ιδιωτικό συμφωνητικό συμβατική της υποχρέωση να μη προβεί στην είσπραξη της ένδικης επιταγής πριν από την πλήρωση της αιρέσεως από την οποία εξαρτήθηκε αυτή, δηλαδή πριν από την είσπραξη του αναφερόμενου στο εν λόγω ιδιωτικό συμφωνητικό συγκριτικού πίνακα από την εκκαλούσα και τη μη καταβολή από αυτή του αναληφθέντος χρέους της υπεργολάβου (ΝΕΔΑΣ ΑΤΟΕ), αφού, κατά ρητό όρο του άνω συμφωνητικού στην αντίθετη περίπτωση, της μη είσπραξης δηλαδή του εν λόγω συγκριτικού πίνακα εντός της τεθείσας πεντάμηνης προθεσμίας, δηλ.

μέχρι 19-12-2001 "η δέσμευση της ΑΛΤΕ ΑΤΕ προς καταβολή του χρέους της ΝΕΔΑΣ ΑΤΟΕ δεν θα ισχύει για το μέλλον και δεν θα οφείλεται το παραπάνω ποσό" (άρθρο 2 παρ.3 του ως άνω συμφωνητικού). Ότι, η παραπάνω κρίση δεν αναιρείται από το γεγονός ότι ο αναφερόμενος στο από 20-7-2001 συμφωνητικό συγκριτικός πίνακας δεν είχε κατατεθεί κατά τον αναγραφόμενο σ αυτό χρόνο (Μάρτιος 2001), αλλά κατατέθηκε την 11-5-2001 και αφορούσε ποσό 1.292.135.355 δρχ., για το λόγο ότι, αφενός στον τελευταίο αυτό πίνακα περιλαμβάνεται και το ποσό που αναφέρεται στο παραπάνω ιδιωτικό συμφωνητικό (329.796.223 δραχμές) και αφορά τις αναφερόμενες σ αυτό πρόσθετες εργασίες και αφετέρου η κατά δύο μήνες (από Μάρτιο σε Μάιο) καθυστερημένη υποβολή αυτού, η οποία δεν αμφισβητείται από την εφεσίβλητη, δεν επέφερε ανατροπή των συμφωνηθέντων, όπως αβασίμως υποστηρίζει η τελευταία, αφού και η ίδια, παρά τα υπ αυτής υποστηριζόμενα, δεν προέβη στην είσπραξη της επιταγής ευθύς ως πληροφορήθηκε την καθυστερημένη κατάθεση του συγκριτικού πίνακα, αλλά ανέμενε την πάροδο της πεντάμηνης προθεσμίας προκειμένου να ασκήσει το σχετικό τη δικαίωμα, αναγνωρίζοντας έτσι την εγκυρότητα της ένδικης από 20-7-2001 συμφωνίας.

Ότι, το γεγονός, άλλωστε, ότι η εφεσίβλητη δεν επικαλείται πλασματική πλήρωση της αιρέσεως, αλλά ότι προέβη στην είσπραξη της επιταγής μετά την παρέλευση της προβλεπόμενης πεντάμηνης προθεσμίας, ύστερα όμως από σχετική συναίνεση της εκκαλούσας, για την οποία θα γίνει λόγος παρακάτω, προσεπιβεβαιώνει την παραπάνω άποψη, την αναγνώριση, δηλαδή της εγκυρότητας της εν λόγω συμφωνίας και της από αυτή δέσμευσής της.

Ότι, ο ισχυρισμός της εφεσίβλητης ότι η είσπραξη της επιταγής έγινε ύστερα από σχετική συναίνεση της εκκαλούσας, είναι μεν νομικά βάσιμος, συνιστών ένσταση, στηριζόμενη στο άρθρο 236 Α.Κ., πλήν, όμως, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, αφού από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε η χορήγηση της επικαλούμενης συναίνεσης της εκκαλούσας.

Με βάση αυτές τις παραδοχές, το Εφετείο δέχθηκε ως βάσιμη την αγωγή της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσιβλήτου και υποχρέωσε, κατ άρθρο 330 Α.Κ., την εναγομένη - εφεσίβλητη - ήδη αναιρεσείουσα, αθετήσασα υπαιτίως την με το άνω συμφωνητικό αναληφθείσα (και προαναφερθείσα) συμβατική της υποχρέωση, να καταβάλει στην πρώτη το ποσό της αντισυμβατικώς εισπραχθείσας επιταγής, κατά το οποίο ζημιώθηκε αυτή.

Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, ορθά δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς (και ουσιαστικού δικαίου) κανόνες των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ., εφόσον δεν διαπίστωσε, ευθέως ή εμμέσως, κενό ή αμφιβολία ως προς τη δήλωση της βουλήσεως των άνω συμβαλλομένων, τους οποίους εντεύθεν δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου, με ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και ο εκ του άρθρου 559 αριθ.1 και 19 του Κ.Πολ.Δ.

πρώτος λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, το Εφετείο, εφόσον δέχθηκε ότι η εφεσίβλητη (αναιρεσείουσα) αθέτησε υπαίτια την παραπάνω συμβατική της υποχρέωση και ζημίωσε την ενάγουσα-ήδη αναιρεσίβλητη κατά το ποσό των 53.889 ευρώ, ορθά εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 330 Α.Κ.

και υποχρέωσε την εναγομένη-αναιρεσείουσα να καταβάλει στην ενάγουσα το άνω ποσό, μη παραβιάσαν ευθέως ή εκ πλαγίου, με ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, τη διάταξη αυτή και ο εκ του άρθρου 559 αριθ.1 και 19 του Κ.Πολ.Δ. αντίθετος τρίτος (τελευταίος) λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

Ο εκ του άρθρου 559 αριθ.10 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, ότι το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο την ουσιαστική του κρίση σχημάτισε από τα μνημονευόμενα σ αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, το Εφετείο, αφού έλαβε υπόψη τις ένορκες καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων και όλα τα με επίκληση προσκομισθέντα από τους διαδίκους έγγραφα σχημάτισε την ουσιαστική του κρίση και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, με το οποίο, μεταξύ άλλων, δέχθηκε ότι ο κατατεθείς τον Μάιο 2001 συγκριτικός πίνακας, που αφορούσε ποσό 1.292.135.355 δραχμών, περιελάμβανε και το ποσό των 329.796.223 δραχμών που αναφέρεται στο άνω ιδιωτικό συμφωνητικό και αφορά τις αναφερόμενες σ αυτό πρόσθετες εργασίες. Επομένως, το Εφετείο δεν δέχθηκε παρά το νόμο πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και ο εκ του άρθρου 559 αρ.10 του Κ.Πολ.Δ. αντίθετος δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

Κατ ακολουθίαν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως. Διάταξη για καταδίκη της αναιρεσείουσας στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης δεν θα διαληφθεί στο διατακτικό, διότι η τελευταία δεν παρέστη και δεν υποβλήθηκε σε έξοδα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27-12-2005 αίτηση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΚΡΙΚΟΣ Α.Ε." για αναίρεση της 4741/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Μαΐου 2007.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 15 Μαΐου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ