Legislator Case Law & Legislation
1033/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on workers' risk allowance calculation, upholding lower court's correct result despite flawed reasoning.

Case Number 1033/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by 24 public employees against the Athens Court of Appeal's decision regarding their risk allowance calculation. The lower court correctly applied the law to base the allowance on total wages excluding specific bonuses, though it erroneously cited the wrong legal provision in its reasoning. The Supreme Court ruled that while the lower court's justification was flawed, its final decision was legally sound and therefore must stand.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 578 of the Code of Civil Procedure; A court decision is valid if the result is correct even if the reasoning cites the wrong legal provision, provided the correct law was effectively applied.

Keywords

AI generated
administrative appeal risk allowance calculation public servants flawed reasoning correct result Code of Civil Procedure dismissal of appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 578 of the Code of Civil Procedure
Article 7(3) of Law 1876/1990
Ministerial Decision 13382/1982
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1033 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1033/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη και Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Μαρτίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων - καθών η κλήση: 1) Ι. Σ. του Β., 2) Λ. Κ. του Κ., 3) Α. Γ. του Γ., 4) Ι. Κ. του Ν., 5) Γ. Χ. του Α., 6) 1, 7) Π. Α. του Μ., 8) Κ. Κ. του Σ., 9) Α. Λ. του Ι., 10) Σ. Σ. του Α., 11) Χ. Α. του Σ., 12) Θ. Α. του Θ., 13) Ν. Γ. του Σ., 14) Α. Ν. του Δ., 15) Κ. Π. του Ε., 16) Α. Μ. του Δ., 17) Ε. Π. του Σ., 18) Ν. Σ. του Θ., 19) Α. Π. του Α., 20) Σ. Τ. του Σ., 21) Λ. Α. του Γ., 22) Θ. Κ. του Α., 23) Ι. Σ. του Β. και 24) Ι. Μ. του Κ., όλων κατοίκων .... Δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο. Του αναιρεσίβλητου - καλούντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον Ευστράτιο Ηλιαδέλη, πάρεδρο Ν.Σ.Κ. βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-12-1999 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 697/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8954/2001 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 18-4-2002 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 1314/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρει προς συζήτηση το αναιρεσίβλητο με την από 11-2-2005 κλήση του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσίβλητο όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Δαβίλλας, διάβασε την από 20-10-2004 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Επειδή, η συζήτηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως είχε επισπευθεί με επιμέλεια των αναιρεσειόντων, με επίδοση αντιγράφου αυτής με τη σχετική πράξη ορισμού δικασίμου στο Ελληνικό Δημόσιο στις 22 Σεπτεμβρίου 2003, κατόπιν της σχετικής παραγγελίας της πληρεξουσίας δικηγόρου των 'Ελλης Εμμ.Ανδριανάκη, η οποία έχει υπογράψει και το δικόγραφο αυτής, όπως προκύπτει από την επί του επιδοθέντος αντιγράφου επισημείωση του Δικ.Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Κ. Α.. Γενομένης συζητήσεως της αναιρέσεως στις 2-11-2004 (αρχική δικάσιμο) εκδόθηκε επ'αυτής η 1314/2004 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση. 'Όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη ... έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ε. Π. αντίγραφο της από 11-2-2005 κλήσεως του Ελληνικού Δημοσίου (αναιρεσίβλητου) μετά ορισμού νέας δικασίμου για την εις την αρχή της παρούσας αναφερομένη δικάσιμο επιδόθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως στην ως άνω πληρεξούσια δικηγόρο των αναιρεσειόντων (άρθρ. 143 παρ.3 ΚΠολΔ), οι οποίοι όμως δεν παραστάθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά τη συζήτηση της υποθέσεως όταν εκφωνήθηκε από το πινάκιο στη σειρά της. Επομένως πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία των καθών η κλήση αναιρεσειόντων.

2. Επειδή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ1, 7 και 19 του Ν. 1876/1990, που, εκτός άλλων, ρυθμίζουν των καθορισμό των αποδοχών των με ατομική σύμβαση απασχολουμένων μισθωτών - και εκείνων που συνδέονται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου με το Δημόσιο κ.λ.π. - μόνο μέσω της διαδικασίας των συλλογικών διαπραγματεύσεων και την συνυπογραφή (για τους τελευταίους) ΣΣΕ με τον αρμόδιο Υπουργό Οικονομικών ή το εξουσιοδοτημένο από αυτόν όργανο ή έκδοση Δ.Α.

από τον Οργανισμό Μεσολάβησης και Διαιτησίας (ΟΜΕΔ), είναι δυνατόν να υπάρξει τροποποίηση στον καθορισμό των αποδοχών τους. Η νεότερη ΣΣΕ ή Δ.Α. μπορεί να τροποποιεί τους όρους εργασίας της παλαιότερης τόσο υπέρ όσο και εις βάρος των εργαζομένων. Οι κανονιστικοί όροι ΣΣΕ έχουν ισχύ ουσιαστικού νόμου και εφαρμόζονται στην ατομική σύμβαση εργασίας κατά τρόπο άμεσο και αναγκαστικό (άρθρο 7 παρ. 1, αντίστοιχο το άρθρο 3 παρ. 1 του προϊσχύσαντος Ν. 3239/1955).

Oι Σ.Σ.Ε. προβλέπουν συνήθως βασικό μισθό και διάφορα επιδόματα, το ύψος των οποίων καθορίζεται είτε σε πάγιο ποσό είτε συνηθέστερα σε ποσοστό επί του βασικού μισθού. Τα επιδόματα που προβλέπει η ΣΣΕ δεν επιτρέπεται να έχουν ως βάση υπολογισμού τις καταβαλλόμενες αποδοχές, αλλά μόνο τις νόμιμες, δηλαδή τις αποδοχές ΣΣΕ, ΔΑ ή άλλων κανονιστικών διατάξεων.

Εξάλλου, με την από 9-8-1978 ειδική ΣΣΕ που δημοσιεύτηκε με την 12916/2515/28-8-78 Α.Υ.Ε (ΦΕΚ Β 734/341-8-1978), αφορούσε δε τους όρους αμοιβής και εργασίας του επί σχέσει εργασίας ιδιωτικού δικαίου πολιτικού προσωπικού, που ανήκε στο σωματείο "Ο ΙΚΑΡΟΣ", ορίστηκε στην παρ. 16 αυτής ότι στους μισθωτούς που ασχολούνται κατά κύριο λόγο στις εργασίες που αναφέρονται στην παρ. 18 της σύμβασης και οι οποίες ενέχουν το στοιχείο του αυξημένου κινδύνου, όπως είναι οι εργασίες ολοσώμων αεροσκαφών στα οποία λειτουργούν ένας ή περισσότεροι κινητήρες, χορηγείται το επίδομα επικινδύνου εργασίας ανερχόμενο σε ποσοστό 25% επί του συνόλου των αποδοχών από 1-7-1978.

Η ίδια διάταξη συμπεριελήφθη και στην όμοια από 19-6-1981 ειδική ΣΣΕ, που υπογράφηκε μεταξύ του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου και της ίδιας παραπάνω συνδικαλιστικής οργάνωσης των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων. Στη συνέχεια με την 13382/5-4-1982 κοινή Α.Υ. Οικονομικών και Εργασίας χορηγήθηκε στους μισθωτούς, που απασχολούνται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο κ.λ.π.

και των οποίων οι αποδοχές έχουν καθορισθεί με Υ.Α. που εκδόθηκαν βάσει των διατάξεων των παρ. 1 και 2 του Ν.Δ. 1198 /1972, διορθωτικό ποσό από 1-1-1982 ανάλογα με το ύψος των συνολικών αποδοχών τους την 31-12-1981 (παρ. 1), ως συνολικές δε αποδοχές για την εφαρμογή της προηγούμενης παραγράφου λαμβάνονται υπόψη ο βασικός μισθός ή το βασικό ημερομίσθιο, το επίδομα πολυετούς υπηρεσίας, το επίδομα τριετιών, το επίδομα σπουδών και το προσωρινό επίδομα (παρ. 2).

Επίσης με την παρ. 3 της ίδιας Υ. Απόφασης καθιερώθηκε η Αυτόματη Τιμαριθμική Αναπροσαρμογή (ΑΤΑ) των μισθωτών της παρ. 1, ενώ με την παρ. 8 ορίστηκε ότι το διορθωτικό ποσό και το ποσό που προκύπτει από την ΑΤΑ δεν προσαυξάνει τους βασικούς μισθούς ή τα βασικά ημερομίσθια και κατά συνέπεια δεν λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό των επιδομάτων σε ποσοστά που προβλέπονται από τις ισχύουσες ρυθμίσεις.

Η παραπάνω κανονιστική ρύθμιση συμπεριλήφθηκε και στο άρθρο 5 της από 14-6-1982 ειδικής ΣΣΕ του σωματείου του πολιτικού προσωπικού της Πολεμικής Αεροπορίας "ΕΡΜΗΣ" με την παρ.1 του οποίου ορίστηκε ότι το διορθωτικό ποσό, όπως και το ποσό που θα προέκυπτε από την εφαρμογή της αυτόματης τιμαριθμικής αναπροσαρμογής των αποδοχών (ΑΤΑ) θα λαμβάνονται υπόψη μόνο για τον υπολογισμό των προσαυξήσεων Κυριακής ή νυκτερινής εργασίας, υπερεργασίας, υπερωριών, επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, επιδόματος αδείας και αποζημίωση για εκτός έδρας εργασία.

Μάλιστα με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου ρητώς ορίστηκε ότι τα παραπάνω ποσά (διορθωτικό και ΑΤΑ) δεν προσαυξάνουν τους βασικούς μηνιαίους μισθούς. Κατά συνέπεια, τα ποσά αυτά δεν λαμβάνονται υπόψη, για τον υπολογισμό των επιδομάτων, σε ποσοστά που προβλέπονται από τις ισχύουσες ρυθμίσεις. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 2 της από 4-10-1993 ειδική ΣΣΕ, οι ρυθμίσεις της παραπάνω σύμβασης του σωματείου "ΕΡΜΗΣ" ίσχυσαν από 1-1-1994 και στο σωματείο των αναιρεσειόντων, αφότου καταργήθηκαν όλες οι προϊσχύουσες σχετικές ρυθμίσεις.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, δέχθηκε τα ακόλουθα : Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες υπηρετούν με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου (ως πολιτικοί υπάλληλοι) και προσφέρουν την εργασία τους στην 131 Σμηναρχία Μάχης στην Πρέβεζα (οι 21 πρώτοι), στην 110 Πτέρυγα Μάχης (ο 22ος και 23ος ) και στην 114 Πτέρυγα Μάχης ο( 24ος).

¨ολοι είναι μέλη του σωματείο εργαζομένων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου (ΣΕΙΔ) της πολεμικής Αεροπορίας "Ο ΙΚΑΡΟΣ". Ειδικότερα, αυτοί εργάζονται σε τεχνική υπηρεσία κάτω από επικίνδυνες συνθήκες, απασχολούμενοι ως ηλεκτρολόγος οχημάτων-μηχανημάτων ο 1ος, μηχανικός οχημάτων ο 2ος, οδηγοί ειδικών οχημάτων ο 3ος, 4ος, 7ος, 8ος, 9ος, 10ος, 16ος, 18ος, και 20ος, ως πυροσβέστης ο 5ος, 6ος, 11ος, 12ος, 13ος, 14ος, 15ος, 17ος, 19ος, και 21ος, ως υδραυλικός εγκαταστάσεων ο 23ος και μηχανολόγος υπομηχανικός ο 24ος.

Βάσει αυτών, σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις της ισχύουσας Υπουργικής Απόφασης - διαφορετικής, καθόσον αφορά το διορθωτικό ποσό και την ΑΤΑ (εφάρμοσε την Α.Υ.Οικ. 9019/295/25-1-1982, που όμως αφορά του δημοσίους πολιτικούς και στρατιωτικούς υπαλλήλους, αλλά προβλέπει όμοια ρύθμιση σχετικά με το εν λόγω ζήτημα) - και της ειδικής ΣΣΕ που διείπε τις εργασιακές σχέσεις των αναιρεσειόντων, έκρινε ότι το αναιρεσίβλητο ορθώς υπολόγισε το ποσοστό του καταβαλλόμενου στους αναιρεσείοντες επιδόματος αυξημένου κινδύνου επί του συνόλου των αποδοχών τους, όπως αυτές ρυθμίστηκαν ειδικώς ως άνω, δηλαδή επί του βασικού μισθού και των καταβαλλομένων επιδομάτων, πλην της ΑΤΑ (μετά δε την κατάργησή της των ποσοστιαίων αυξήσεων) και του διορθωτικού ποσού.

Και, μετ' απόρριψη του σχετικού αντίθετου λόγου εφέσεως, επικύρωσε την πρωτοβάθμια απόφαση που έκρινε όμοια και κατά το κεφάλαιο τούτο απέρριψε την ένδικη αγωγή. Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο, παρά την εσφαλμένη αιτιολογία με την μνεία άλλης νομικής διατάξεως και όχι της εφαρμοστέας, ορθώς κατ' αποτέλεσμα έκρινε.

Διότι και υπό το καθεστώς της εφαρμοστέας ως άνω (13382/1982 κοινής Α.Υ. Οικ. και Εργ.) το ποσοστό του εν λόγω επιδόματος αυξημένου κινδύνου υπολογίζεται επί του συνόλου των αποδοχών των αναιρεσειόντων, πλην της ΑΤΑ και του διορθωτικού ποσού. Επομένως, καίτοι το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως είναι εσφαλμένο, εφόσον το διατακτικό είναι ορθό, πρέπει ν' απορριφθούν οι αντίθετοι πρώτος και δεύτερος, από το άρθρο 559 αριθ. 1 (και όχι και από τον αριθ. 8 που επικαλείται με τον πρώτο) ΚΠολΔ, λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, περί ευθείας παραβιάσεως (με εσφαλμένη ερμηνεία) των διατάξεων της εφαρμοστέας ως άνω κοινής Α.Υ.

Οικ. και Εργασίας και του άρθρου 7 παρ. 3 του Ν. 1876/1990, σύμφωνα με το άρθρο 578 ΚΠολΔ, ως αβάσιμοι.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18 Απριλίου 2002 αίτηση των Ι. Σ. κ.λ.π., για αναίρεση της 8954/2001 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που ορίζει σε τριακόσια 9300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις X.T.

Αριθμός 1033/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη και Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Μαρτίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων - καθών η κλήση: 1) Ι. Σ. του Βασιλείου, 2) Λάμπρου Καραμπίνη του Κων/νου, 3) Αναστασίου Γεωργιάδη του Γεωργίου, 4) Ιωάννη Κατσανάκη του Νικολάου, 5) Γεωργίου Χαλικιά του Αναστασίου, 6) Γεωργίου Μπέσκα του Στυλιανού, 7) Περικλή Αρβανίτη του Μιλτιάδη, 8) Κων/νου Κοσμίδη του Σάββα, 9) Αποστόλου Λύτρα του Ιωάννη, 10) Σωτηρίου Σιάφη του Αναστασίου, 11) Χρήστου Αρβανίτη του Σπυρίδωνος, 12) Θεοδώρου Αναγνώστου του Θωμά, 13) Νικολάου Γράψα του Σπυρίδωνος, 14) Αλεξάνδρου Νάσση του Δημητρίου, 15) Κων/νου Πιστόλια του Ευαγγέλου, 16) Ανδρέα Μακρή του Δημητρίου, 17) Εμμανουήλ Πάτση του Σπυρίδωνος, 18) Νικολάου Σταύρακα του Θεοδώρου, 19) Αποστόλου Παπουτσή του Αχιλλέα, 20) Σπυρίδωνος Τζίμα του Σωτηρίου, 21) Λάμπρου Αρίδα του Γεωργίου, 22) Θωμά Κισκίνη του Αθανασίου, 23) Ιωάννη Σδούγκα του Βασιλείου και 24) Ιωάννη Μελισσάρη του Κων/νου, όλων κατοίκων Πρεβέζης. Δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο. Του αναιρεσίβλητου - καλούντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον Ευστράτιο Ηλιαδέλη, πάρεδρο Ν.Σ.Κ. βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-12-1999 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 697/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8954/2001 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 18-4-2002 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 1314/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρει προς συζήτηση το αναιρεσίβλητο με την από 11-2-2005 κλήση του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσίβλητο όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Δαβίλλας, διάβασε την από 20-10-2004 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Επειδή, η συζήτηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως είχε επισπευθεί με επιμέλεια των αναιρεσειόντων, με επίδοση αντιγράφου αυτής με τη σχετική πράξη ορισμού δικασίμου στο Ελληνικό Δημόσιο στις 22 Σεπτεμβρίου 2003, κατόπιν της σχετικής παραγγελίας της πληρεξουσίας δικηγόρου των 'Ελλης Εμμ.Ανδριανάκη, η οποία έχει υπογράψει και το δικόγραφο αυτής, όπως προκύπτει από την επί του επιδοθέντος αντιγράφου επισημείωση του Δικ.Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Κων. Αποτά. Γενομένης συζητήσεως της αναιρέσεως στις 2-11-2004 (αρχική δικάσιμο) εκδόθηκε επ'αυτής η 1314/2004 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση. 'Όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη 1472β/20-10-2005 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ελένης Πρασσά αντίγραφο της από 11-2-2005 κλήσεως του Ελληνικού Δημοσίου (αναιρεσίβλητου) μετά ορισμού νέας δικασίμου για την εις την αρχή της παρούσας αναφερομένη δικάσιμο επιδόθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως στην ως άνω πληρεξούσια δικηγόρο των αναιρεσειόντων (άρθρ. 143 παρ.3 ΚΠολΔ), οι οποίοι όμως δεν παραστάθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά τη συζήτηση της υποθέσεως όταν εκφωνήθηκε από το πινάκιο στη σειρά της. Επομένως πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία των καθών η κλήση αναιρεσειόντων.

2. Επειδή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ1, 7 και 19 του Ν. 1876/1990, που, εκτός άλλων, ρυθμίζουν των καθορισμό των αποδοχών των με ατομική σύμβαση απασχολουμένων μισθωτών - και εκείνων που συνδέονται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου με το Δημόσιο κ.λ.π. - μόνο μέσω της διαδικασίας των συλλογικών διαπραγματεύσεων και την συνυπογραφή (για τους τελευταίους) ΣΣΕ με τον αρμόδιο Υπουργό Οικονομικών ή το εξουσιοδοτημένο από αυτόν όργανο ή έκδοση Δ.Α.

από τον Οργανισμό Μεσολάβησης και Διαιτησίας (ΟΜΕΔ), είναι δυνατόν να υπάρξει τροποποίηση στον καθορισμό των αποδοχών τους. Η νεότερη ΣΣΕ ή Δ.Α. μπορεί να τροποποιεί τους όρους εργασίας της παλαιότερης τόσο υπέρ όσο και εις βάρος των εργαζομένων. Οι κανονιστικοί όροι ΣΣΕ έχουν ισχύ ουσιαστικού νόμου και εφαρμόζονται στην ατομική σύμβαση εργασίας κατά τρόπο άμεσο και αναγκαστικό (άρθρο 7 παρ. 1, αντίστοιχο το άρθρο 3 παρ. 1 του προϊσχύσαντος Ν. 3239/1955).

Oι Σ.Σ.Ε. προβλέπουν συνήθως βασικό μισθό και διάφορα επιδόματα, το ύψος των οποίων καθορίζεται είτε σε πάγιο ποσό είτε συνηθέστερα σε ποσοστό επί του βασικού μισθού. Τα επιδόματα που προβλέπει η ΣΣΕ δεν επιτρέπεται να έχουν ως βάση υπολογισμού τις καταβαλλόμενες αποδοχές, αλλά μόνο τις νόμιμες, δηλαδή τις αποδοχές ΣΣΕ, ΔΑ ή άλλων κανονιστικών διατάξεων.

Εξάλλου, με την από 9-8-1978 ειδική ΣΣΕ που δημοσιεύτηκε με την 12916/2515/28-8-78 Α.Υ.Ε (ΦΕΚ Β 734/341-8-1978), αφορούσε δε τους όρους αμοιβής και εργασίας του επί σχέσει εργασίας ιδιωτικού δικαίου πολιτικού προσωπικού, που ανήκε στο σωματείο "Ο ΙΚΑΡΟΣ", ορίστηκε στην παρ. 16 αυτής ότι στους μισθωτούς που ασχολούνται κατά κύριο λόγο στις εργασίες που αναφέρονται στην παρ. 18 της σύμβασης και οι οποίες ενέχουν το στοιχείο του αυξημένου κινδύνου, όπως είναι οι εργασίες ολοσώμων αεροσκαφών στα οποία λειτουργούν ένας ή περισσότεροι κινητήρες, χορηγείται το επίδομα επικινδύνου εργασίας ανερχόμενο σε ποσοστό 25% επί του συνόλου των αποδοχών από 1-7-1978.

Η ίδια διάταξη συμπεριελήφθη και στην όμοια από 19-6-1981 ειδική ΣΣΕ, που υπογράφηκε μεταξύ του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου και της ίδιας παραπάνω συνδικαλιστικής οργάνωσης των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων. Στη συνέχεια με την 13382/5-4-1982 κοινή Α.Υ. Οικονομικών και Εργασίας χορηγήθηκε στους μισθωτούς, που απασχολούνται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο κ.λ.π.

και των οποίων οι αποδοχές έχουν καθορισθεί με Υ.Α. που εκδόθηκαν βάσει των διατάξεων των παρ. 1 και 2 του Ν.Δ. 1198 /1972, διορθωτικό ποσό από 1-1-1982 ανάλογα με το ύψος των συνολικών αποδοχών τους την 31-12-1981 (παρ. 1), ως συνολικές δε αποδοχές για την εφαρμογή της προηγούμενης παραγράφου λαμβάνονται υπόψη ο βασικός μισθός ή το βασικό ημερομίσθιο, το επίδομα πολυετούς υπηρεσίας, το επίδομα τριετιών, το επίδομα σπουδών και το προσωρινό επίδομα (παρ. 2).

Επίσης με την παρ. 3 της ίδιας Υ. Απόφασης καθιερώθηκε η Αυτόματη Τιμαριθμική Αναπροσαρμογή (ΑΤΑ) των μισθωτών της παρ. 1, ενώ με την παρ. 8 ορίστηκε ότι το διορθωτικό ποσό και το ποσό που προκύπτει από την ΑΤΑ δεν προσαυξάνει τους βασικούς μισθούς ή τα βασικά ημερομίσθια και κατά συνέπεια δεν λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό των επιδομάτων σε ποσοστά που προβλέπονται από τις ισχύουσες ρυθμίσεις.

Η παραπάνω κανονιστική ρύθμιση συμπεριλήφθηκε και στο άρθρο 5 της από 14-6-1982 ειδικής ΣΣΕ του σωματείου του πολιτικού προσωπικού της Πολεμικής Αεροπορίας "ΕΡΜΗΣ" με την παρ.1 του οποίου ορίστηκε ότι το διορθωτικό ποσό, όπως και το ποσό που θα προέκυπτε από την εφαρμογή της αυτόματης τιμαριθμικής αναπροσαρμογής των αποδοχών (ΑΤΑ) θα λαμβάνονται υπόψη μόνο για τον υπολογισμό των προσαυξήσεων Κυριακής ή νυκτερινής εργασίας, υπερεργασίας, υπερωριών, επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, επιδόματος αδείας και αποζημίωση για εκτός έδρας εργασία.

Μάλιστα με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου ρητώς ορίστηκε ότι τα παραπάνω ποσά (διορθωτικό και ΑΤΑ) δεν προσαυξάνουν τους βασικούς μηνιαίους μισθούς. Κατά συνέπεια, τα ποσά αυτά δεν λαμβάνονται υπόψη, για τον υπολογισμό των επιδομάτων, σε ποσοστά που προβλέπονται από τις ισχύουσες ρυθμίσεις. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 2 της από 4-10-1993 ειδική ΣΣΕ, οι ρυθμίσεις της παραπάνω σύμβασης του σωματείου "ΕΡΜΗΣ" ίσχυσαν από 1-1-1994 και στο σωματείο των αναιρεσειόντων, αφότου καταργήθηκαν όλες οι προϊσχύουσες σχετικές ρυθμίσεις.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, δέχθηκε τα ακόλουθα : Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες υπηρετούν με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου (ως πολιτικοί υπάλληλοι) και προσφέρουν την εργασία τους στην 131 Σμηναρχία Μάχης στην Πρέβεζα (οι 21 πρώτοι), στην 110 Πτέρυγα Μάχης (ο 22ος και 23ος ) και στην 114 Πτέρυγα Μάχης ο( 24ος).

¨ολοι είναι μέλη του σωματείο εργαζομένων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου (ΣΕΙΔ) της πολεμικής Αεροπορίας "Ο ΙΚΑΡΟΣ". Ειδικότερα, αυτοί εργάζονται σε τεχνική υπηρεσία κάτω από επικίνδυνες συνθήκες, απασχολούμενοι ως ηλεκτρολόγος οχημάτων-μηχανημάτων ο 1ος, μηχανικός οχημάτων ο 2ος, οδηγοί ειδικών οχημάτων ο 3ος, 4ος, 7ος, 8ος, 9ος, 10ος, 16ος, 18ος, και 20ος, ως πυροσβέστης ο 5ος, 6ος, 11ος, 12ος, 13ος, 14ος, 15ος, 17ος, 19ος, και 21ος, ως υδραυλικός εγκαταστάσεων ο 23ος και μηχανολόγος υπομηχανικός ο 24ος.

Βάσει αυτών, σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις της ισχύουσας Υπουργικής Απόφασης - διαφορετικής, καθόσον αφορά το διορθωτικό ποσό και την ΑΤΑ (εφάρμοσε την Α.Υ.Οικ. 9019/295/25-1-1982, που όμως αφορά του δημοσίους πολιτικούς και στρατιωτικούς υπαλλήλους, αλλά προβλέπει όμοια ρύθμιση σχετικά με το εν λόγω ζήτημα) - και της ειδικής ΣΣΕ που διείπε τις εργασιακές σχέσεις των αναιρεσειόντων, έκρινε ότι το αναιρεσίβλητο ορθώς υπολόγισε το ποσοστό του καταβαλλόμενου στους αναιρεσείοντες επιδόματος αυξημένου κινδύνου επί του συνόλου των αποδοχών τους, όπως αυτές ρυθμίστηκαν ειδικώς ως άνω, δηλαδή επί του βασικού μισθού και των καταβαλλομένων επιδομάτων, πλην της ΑΤΑ (μετά δε την κατάργησή της των ποσοστιαίων αυξήσεων) και του διορθωτικού ποσού.

Και, μετ' απόρριψη του σχετικού αντίθετου λόγου εφέσεως, επικύρωσε την πρωτοβάθμια απόφαση που έκρινε όμοια και κατά το κεφάλαιο τούτο απέρριψε την ένδικη αγωγή. Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο, παρά την εσφαλμένη αιτιολογία με την μνεία άλλης νομικής διατάξεως και όχι της εφαρμοστέας, ορθώς κατ' αποτέλεσμα έκρινε.

Διότι και υπό το καθεστώς της εφαρμοστέας ως άνω (13382/1982 κοινής Α.Υ. Οικ. και Εργ.) το ποσοστό του εν λόγω επιδόματος αυξημένου κινδύνου υπολογίζεται επί του συνόλου των αποδοχών των αναιρεσειόντων, πλην της ΑΤΑ και του διορθωτικού ποσού. Επομένως, καίτοι το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως είναι εσφαλμένο, εφόσον το διατακτικό είναι ορθό, πρέπει ν' απορριφθούν οι αντίθετοι πρώτος και δεύτερος, από το άρθρο 559 αριθ. 1 (και όχι και από τον αριθ. 8 που επικαλείται με τον πρώτο) ΚΠολΔ, λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, περί ευθείας παραβιάσεως (με εσφαλμένη ερμηνεία) των διατάξεων της εφαρμοστέας ως άνω κοινής Α.Υ.

Οικ. και Εργασίας και του άρθρου 7 παρ. 3 του Ν. 1876/1990, σύμφωνα με το άρθρο 578 ΚΠολΔ, ως αβάσιμοι.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18 Απριλίου 2002 αίτηση των Ι. Σ. κ.λ.π., για αναίρεση της 8954/2001 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που ορίζει σε τριακόσια 9300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις ...............2006. Και

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 23 Μαΐου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ