Legislator Case Law & Legislation
1032/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeals against inheritance court decisions regarding household worker compensation and costs.

Case Number 1032/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed two appeals filed by an insurance company and heirs against a lower court's ruling on household worker compensation. The appellants argued for a higher minimum wage for domestic help, but the court rejected this claim as inadmissible because it was not properly pleaded in the second-instance appeal. Consequently, the appeals were declared inadmissible under procedural rules, and the appellants were ordered to pay the legal costs of the opposing parties.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 562 of the Code of Civil Procedure; Appeals must be based on grounds properly pleaded in the second-instance judgment, otherwise they are inadmissible.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure inadmissible appeal household worker wage legal costs allocation inheritance proceedings procedural pleading second instance appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 562 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 1 of the third paragraph of Law 4335/2015
Article 1 of the ninth paragraph of Law 4335/2015

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1032 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1032/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σωκράτη Πλαστήρα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Μυρσίνης Παπαχίου και της αρχαιοτέρας της συνθέσεως Αρεοπαγίτου Ασπασίας Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη), Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη, Ερασμία Λιούλη και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Απριλίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Α. Των αναιρεσειόντων: 1) Ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη Νέα Σμύρνη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ….και 4) Χ. - Ι. Γ. του Κ., κατοίκου Αθηνών, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου του αποβιώσαντος στις 20-12-2018 πατέρα της Κ. Γ., υιού του μεταποβιώσαντος στις 4-6-2019 Μ. Γ. του Κ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ν. Π., που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 4-4-2024 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.

Των αναιρεσιβλήτων: Α. 1) ……και 4) α. Μ. Δ. του Ι., κατοίκου Αγ. Αναργύρων Αττικής, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου του αποβιώσαντος πατέρα της Ι. Δ., τέκνου και εξ αδιαθέτου κληρονόμου του Β. Δ. και β. Π. Δ. του Ι., κατοίκου Αγ. Αναργύρων Αττικής, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου του αποβιώσαντος πατέρα της Ι. Δ., τέκνου και εξ αδιαθέτου κληρονόμου του Β.

Δ., Δ. 1) Χ. Δ. του Β., κατοίκου ..., 2) α. Χ. Μ. του Π., κατοίκου Αγ. Αναργύρων Αττικής, ατομικά και ως ασκούντος τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων του Π. Μ. και Δ. Μ. και β. Δ. Μ. του Δ., κατοίκου Αγ. Αναργύρων Αττικής, ατομικά και ως ασκούσας τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων της Π. Μ. και Δ. Μ., 3) α. Σ. Μ. του Π., κατοίκου Σαρωνίδας Αττικής, ατομικά και ως ασκούντος τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων του Λ.

Μ. και Ά. Μ. και β. Ε. Α. του Δ., κατοίκου Σαρωνίδας Αττικής, ατομικά και ως ασκούσας τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων της Λ. Μ. και Ά. Μ., 4) α. Α. Κ. του Κ., κατοίκου Αγ. Αναργύρων Αττικής, ατομικά και ως ασκούντος τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων του Κ. Κ. και Β. Κ. και β. Σ. Μ. του Π., κατοίκου Αγ. Αναργύρων Αττικής, ατομικά και ως ασκούσας τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων της Κ.

Κ. και Β. Κ., 5) Β. Δ. του Χαραλάμπους, κατοίκου Ιλίου Αττικής, 6) Γ. Τ. του Γ., κατοίκου Ιλίου Αττικής και 7) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "..." και ήδη "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων ο 1ος υπό στοιχ. Α εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Νικολιδάκη, οι 1η και 2ος υπό στοιχ.

Β εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Τσώνη, η 7η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χαράλαμπο Δρακόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και ο οποίος στην εν λόγω από 2-4-2024 δήλωση, καθώς και με τις κατατεθείσες προτάσεις του δήλωσε την ως άνω μεταβολή της επωνυμίας της αναιρεσίβλητης εταιρείας, ενώ οι λοιποί των αναιρεσιβλήτων δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Β. Των αναιρεσειόντων: 1) Χ. Κ. του Α. και 2) Π. χας Α. Κ., κατοίκων Πετρούπολης Αττικής, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιχαήλ Νικολιδάκη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ελληνικής εταιρείας ασφαλίσεων ζημιών με την επωνυμία "..." και ήδη "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Κλεάνθη Χατζησιδερή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και η οποία στην εν λόγω από 26-3-2024 δήλωση, καθώς και με τις κατατεθείσες προτάσεις της δήλωσε την ως άνω μεταβολή της επωνυμίας της αναιρεσίβλητης εταιρείας και 2) ανώνυμης ελληνικής ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη Νέα Σμύρνη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ν. Π., που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 4-4-2024 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-1-2015 αγωγή των Χ. Κ. του Α. και Π. χας Α. Κ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 2-2-2015 αγωγή των Α. Δ. του Β., Θ. Δ. του Β., Χ. Δ. του Β. και του ήδη αποβιώσαντος Β. Δ., την από 17-2-2015 αγωγή των Χ. Δ. του Β., Χ. Μ. του Π. και Δ. Μ. του Δ., ατομικά και ως ασκούντων τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων τους Π.

Μ. και Δ. Μ., Σ. Μ. του Π. και Ε. Α. του Δ., ατομικά και ως ασκούντων τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων τους Λ. Μ. και Ά. Μ., Α. Κ. του Κ. και Σ. Μ. του Π., ατομικά και ως ασκούντων τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων τους Κ. Κ. και Β. Κ., Β. Δ. του Χαραλάμπους και Γ. Τ. του Γ., την από 15-4-2015 αγωγή της Δ. Γ. του Π. και του ήδη αποβιώσαντος Μ.

Γ. του Κ., την από 10-9-2015 αγωγή των Α. Σ. του Α. και Κ. Β. του Ι., καθώς και με την από 31-5-2016 αγωγή του Χ. Κ. του Α.. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 494/2017 μη οριστική και 3025/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6604/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι υπό στοιχ. Α αναιρεσείοντες με την από 20-6-2022 αίτησή τους και οι υπό στοιχ.

Β αναιρεσείοντες με την από 26-1-2021 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση των υποθέσεων αυτών, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αντίστοιχης αίτησης αναίρεσής του ο καθένας, οι πληρεξούσιοι των παραστάντων στο ακροατήριο αναιρεσιβλήτων την απόρριψη των αιτήσεων αναιρέσεως, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιον του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων (ΑΠ 5/2023, ΑΠ 193/2023, ΑΠ 3/2022).

Στην ερευνώμενη υπόθεση, με τις υπό κρίση: Α) από 20-6-2022 (αριθ. έκθ. κατάθ. 6805/763/2022) και Β) από 26-1-2021 (αριθ. έκθ. κατάθ. 1017/97/2021), αιτήσεις αναίρεσης, διώκεται η αναίρεση της με αριθ. 6604/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρ. 614 αριθ. 6 του ΚΠολΔ).

Οι αιτήσεις πρέπει, σύμφωνα με τα παραπάνω, να συνεκδικασθούν, διότι έτσι επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων (άρθρα 246 και 573 παρ. 1 του ΚΠολΔ). Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1-3 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση.

Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση.

Στη περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 5/2024, ΑΠ 1308/2022). Ειδικότερα από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι επί αίτησης αναίρεσης στρεφόμενης κατά περισσότερων αναιρεσίβλητων, που συνδέονται μεταξύ τους με σχέση απλής ομοδικίας, εάν κάποιος από τους αναιρεσίβλητους αυτούς, παρότι έχει κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα από το διάδικο που επισπεύδει τη συζήτηση, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όλους τους αναιρεσίβλητους, παρά την απουσία εκείνου που έχει νομίμως κλητευθεί (ΑΠ 5/2024, ΑΠ 1507/2022, ΑΠ 602/2021).

Περαιτέρω, από το άρθρο 143 παρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο πρώτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, με έναρξη ισχύος την 1-1-2016 (σύμφωνα με τη παρ. 4 του ένατου άρθρου του άρθρου 1 του ίδιου νόμου), με το οποίο ορίζεται ότι "ο δικαστικός πληρεξούσιος που διορίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 96, (δηλαδή είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση, είτε ειδικά στις εργατικές διαφορές, με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή), είναι αυτοδικαίως και αντίκλητος για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη δίκη στην οποία είναι πληρεξούσιος, έως και την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, εκτός αν με δικόγραφο γνωστοποιηθεί στους λοιπούς διαδίκους η αντικατάστασή του", συνάγεται ότι ο δικηγόρος που παραστάθηκε ως πληρεξούσιος του διαδίκου στη πρωτοβάθμια ή στη δευτεροβάθμια δίκη (εφόσον ασκηθεί έφεση) θεωρείται κατά νόμο αντίκλητος για τις αναγόμενες στη δίκη αυτή επιδόσεις εγγράφων, μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, εκτός αν γνωστοποιηθεί η αντικατάστασή του (ΑΠ 5/2024, ΑΠ 1578/2021, ΑΠ 667/2020).

Από δε, το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 440, 438 και 104 του ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι από τη μνεία που γίνεται στο προεισαγωγικό τμήμα της δικαστικής απόφασης, ότι για κάποιον από τους διαδίκους παρέστη ο αναφερόμενος σ` αυτή πληρεξούσιος δικηγόρος και τη βεβαίωση στο κύριο σώμα αυτής, ότι το δικαστήριο δίκασε κατ` αντιμωλία των διαδίκων, υπάρχει πλήρης απόδειξη για το διορισμό αυτού ως δικαστικού πληρεξουσίου του διαδίκου αυτού, δεδομένου ότι, η συνδρομή του στοιχείου της δικαστικής πληρεξουσιότητας, είναι γεγονός, την αλήθεια του οποίου όφειλε να εξετάσει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, σύμφωνα με τη διάταξη του ανωτέρω άρθρου 104 του ως άνω Κώδικα (ΑΠ 5/2024, ΑΠ 57/2023, ΑΠ 1170/2021, ΑΠ 1305/2020).

Στην ερευνώμενη υπόθεση, όσον αφορά την υπό στοιχ. [Α], από 20-6-2022, αίτηση αναίρεσης: 1. από την με αριθ. 55Β'/29-11-2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Χ. Ζ., την οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι αναιρεσείοντες στην ως άνω υπό στοιχείο (Α), από 20-6-2022, αίτηση αναίρεσης, που επισπεύδουν τη συζήτηση της υπόθεσης, προκύπτει ότι κατόπιν έγγραφης παραγγελίας του πληρεξούσιου δικηγόρου τους, ακριβές αντίγραφο του δικογράφου της από 20-6-2022 αίτησης αναίρεσης κατά της με αριθ. 6604/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με πράξη κατάθεσης δικογράφου και ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (5-4-2024) και κλήση για να παραστούν κατά τη συζήτηση αυτής, επιδόθηκε, νόμιμα και εμπρόθεσμα, στον Μ.

Ν. πληρεξούσιο δικηγόρο και αντίκλητο των αναιρεσίβλητων: 1. Χ. Κ., 2. Π. χήρας Α. Κ., 3. Χ. Δ., 4. Χ. Μ., 5. Δ. Μ., 6. Σ. Μ., 7. Ε. Α., 8. Α. Κ., 9. Σ. Μ., 10. Β. Δ. και 11. Γ. Τ., ο οποίος, όπως προαναφέρθηκε, φέρει, κατ` άρθρο 143 παρ. 1 του ΚΠολΔ, την ιδιότητα του αντικλήτου αυτών για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη συγκεκριμένη δίκη έως και την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, καθόσον, όπως προκύπτει από την επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), α) της με αριθ. 3025/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και β) της με αριθ. 6604/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ο ως άνω πληρεξούσιος δικηγόρος παρέστη ως πληρεξούσιος δικηγόρος των πιο πάνω αναιρεσίβλητων, τόσο στη πρωτοβάθμια όσο και στη δευτεροβάθμια δίκη και δεδομένου, ότι δεν προκύπτει ότι γνωστοποιήθηκε με δικόγραφο από αυτούς προς τους αναιρεσείοντες η τυχόν αντικατάστασή του.

Επομένως, εφόσον η δεύτερη έως ενδέκατος των ως άνω αναιρεσίβλητων δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε υποβλήθηκε η, από το άρθρο 242 του ΚΠολΔ σχετική δήλωση στη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κατά την ως άνω δικάσιμο, οπότε η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα από τη σειρά της στο πινάκιο, πρέπει το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου να χωρίσει στη συζήτηση της ως άνω αίτησης αναίρεσης, παρά την απουσία τους ( άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ). 2.

από την με αριθ. 557Β'/3-7-2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Χ. Ζ., την οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι αναιρεσείοντες στην ως άνω υπό στοιχείο (Α), από 20-6-2022, αίτηση αναίρεσης, που επισπεύδουν τη συζήτηση της υπόθεσης, προκύπτει ότι κατόπιν έγγραφης παραγγελίας του πληρεξούσιου δικηγόρου τους, ακριβές αντίγραφο του δικογράφου της από 20-6-2022 αίτησης αναίρεσης κατά της με αριθ. 6604/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με πράξη κατάθεσης δικογράφου και ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (5-4-2024) και κλήση για να παραστούν κατά τη συζήτηση αυτής, επιδόθηκε, νόμιμα και εμπρόθεσμα, στον Δ.

Χ. πληρεξούσιο δικηγόρο και αντίκλητο των αναιρεσίβλητων: 1. Α. Δ., 2. Θ. Δ., 3. Χ. Δ., 4. Μ. Δ. και 5. Π. Δ., ο οποίος, όπως προαναφέρθηκε, φέρει, κατ` άρθρο 143 παρ. 1 του ΚΠολΔ, την ιδιότητα του αντικλήτου αυτών για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη συγκεκριμένη δίκη έως και την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, καθόσον, όπως προκύπτει από την επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), α) της με αριθ. 3025/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και β) της με αριθ. 6604/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ο ως άνω πληρεξούσιος δικηγόρος παρέστη ως πληρεξούσιος δικηγόρος των πιο πάνω αναιρεσίβλητων, τόσο στη πρωτοβάθμια όσο και στη δευτεροβάθμια δίκη και δεδομένου, ότι δεν προκύπτει ότι γνωστοποιήθηκε με δικόγραφο από αυτούς προς τους αναιρεσείοντες η τυχόν αντικατάστασή του.

Επομένως, εφόσον οι ως άνω αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε υποβλήθηκε η, από το άρθρο 242 του ΚΠολΔ σχετική δήλωση στη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κατά την ως άνω δικάσιμο, οπότε η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα από τη σειρά της στο πινάκιο, πρέπει το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου να χωρίσει στη συζήτηση της ως άνω αίτησης αναίρεσης, παρά την απουσία τους ( άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ).

Συνεπώς, μετά τα παραπάνω, αμφότερες οι συνεκδικαζόμενες αναιρέσεις έχουν ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης.

Επομένως, είναι παραδεκτές (άρθρ. 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρ. 577 παρ. 1 και 3 του ΚΠολΔ). Από τη παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι η διαδρομή της ένδικης υπόθεσης, που απέληξε στο προκείμενο στάδιο εκδίκασής της, είναι η εξής:

Α] Με την, από 10-9-2015 (αριθ. έκθ. κατάθ. 86574/4663/2015), αγωγή τους, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι στην υπό στοιχ. [Α], από 20-6-2022, αίτηση αναίρεσης, Σ. Α. και Β. Π., εξέθεσαν ότι, κατά το χρόνο και τόπο που αναφέρονται σε αυτήν, ο πρώτος εναγόμενος Γ. Μ. οδηγώντας το με αριθ.

κυκλοφορίας ... ιδιωτικής χρήσης επιβατηγό αυτοκίνητο, συνιδιοκτησίας και της δεύτερης εναγόμενης-συζύγου του Δ. Γ., η οποία επέβαινε σε αυτό και ήδη δεύτερη αναιρεσείουσα στην υπό στοιχ. [Α] αίτηση αναίρεσης, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις προς τρίτους ζημίες στη τρίτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "...

ΑΕΑΕ" και ήδη πρώτη αναιρεσείουσα στην υπό στοιχ. [Α] αίτηση αναίρεσης και δεύτερη αναιρεσίβλητη στην υπό στοιχ. [Β], από 26-1-2021, αίτηση αναίρεσης, προκάλεσε από υπαιτιότητά του το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα, κάτω από τις συνθήκες που αναφέρονται στην αγωγή, καθόσον συγκρούστηκε με το με αριθ. κυκλοφορίας ...

ιδιωτικής χρήσης επιβατηγό αυτοκίνητο, το οποίο οδηγούσε η ίδια (Σ. Α.), συνιδιοκτησίας και του συζύγου της (Β. Π.) στο οποίο συνεπέβαιναν οι Κ. και Β. Δ., με συνέπεια οι τελευταίες να τραυματιστούν θανάσιμα και η ίδια να τραυματιστεί, το δε όχημά τους να καταστραφεί. Ζήτησαν δε, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, να τους καταβάλουν, εις ολόκληρο ο καθένας, τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά, ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Β] Επίσης, με την, από 15-4-2015 (αριθ. έκθ. κατάθ. 42818/2326/2015), αγωγή, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι Μ. Γ. και Δ. Γ., ισχυριζόμενοι ότι αποκλειστικά υπαίτια του προαναφερόμενου αυτοκινητικού ατυχήματος είναι η ως άνω οδηγός του με αριθ. κυκλοφορίας ... ιδιωτικής χρήσης επιβατηγού αυτοκινήτου, πρώτη εναγόμενη Α.

Σ. και ήδη αναιρεσίβλητη στην υπό στοιχ. [Α] αίτηση αναίρεσης, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις προς τρίτους ζημίες στη δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "..." και ήδη αναιρεσίβλητη στην υπό στοιχ. [Α] αίτηση αναίρεσης και πρώτη αναιρεσίβλητη στην υπό στοιχ. [Β] αίτηση αναίρεσης, ζήτησαν, εξαιτίας του τραυματισμού τους και της καταστροφής του οχήματός τους, να τους καταβάλουν οι εναγόμενοι, εις ολόκληρο ο καθένας, τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά.

Γ] Περαιτέρω, με τις, από 31-1-2015 (αριθ. έκθ. κατάθ. 9854/553/2015) και από 31-5-2016 (αριθ. έκθ. κατάθ. 24836/1336/2016) αγωγές, ενώπιον του ως άνω Δικαστηρίου, οι ενάγοντες Χ. Κ. και Π. Κ. - ήδη αναιρεσίβλητοι στην υπό στοιχ. [Α] αίτηση αναίρεσης και αναιρεσείοντες στην υπό στοιχ. [Β] αίτηση αναίρεσης, ισχυριζόμενοι ότι η ως άνω ένδικη σύγκρουση, κατά την οποία τραυματίστηκε θανάσιμα η Κ.

Δ., σύζυγος του πρώτου και νύφη της δεύτερης, οφείλεται σε συντρέχουσα αμέλεια των ως άνω οδηγών των προαναφερόμενων οχημάτων, τα οποία ήταν ασφαλισμένα, για τις προς τρίτους ζημίες, στις προαναφερόμενες εναγόμενες ασφαλιστικές εταιρίες, ζήτησαν να επιδικαστεί στην μεν δεύτερη, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, ποσό 40.000 ευρώ και στο πρώτο για την ίδια αιτία, καθώς και για στέρηση διατροφής και έξοδα κηδείας το συνολικό ποσό των 202.856 ευρώ και επίσης ο πρώτος, ως προς τη δεύτερη αγωγή του, ζητούσε να του επιδικαστεί ως αποζημίωση λόγω στέρησης διατροφής το αναφερόμενο στην αγωγή ποσό.

Δ] Με την, από 2-2-2015 (αριθ. έκθ. κατάθ. 12758/787/2015), αγωγή, οι ενάγοντες Β. Δ., Α. Δ., Θ. Δ. και Χ. Δ., ισχυριζόμενοι ότι η ως άνω ένδικη σύγκρουση, κατά την οποία τραυματίστηκε θανάσιμα η κόρη του πρώτου από αυτούς και αδελφή των λοιπών Κ. Δ., οφείλεται σε συντρέχουσα αμέλεια των εναγόμενων ως άνω οδηγών των προαναφερόμενων οχημάτων, τα οποία ήταν ασφαλισμένα, για τις προς τρίτους ζημίες, στις προαναφερόμενες εναγόμενες ασφαλιστικές εταιρίες, ζήτησαν να τους επιδικαστούν, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά και Ε] Με την, από 17-2-2015 (αριθ.

έκθ. κατάθ. 21163/1295/2015), αγωγή, οι ενάγοντες Χ. Δ., Χ. Μ., Δ. Μ., Σ. Μ., Ε. Α., Α. Κ., Σ. Μ., Β. Δ. και 1, ισχυριζόμενοι ότι η ως άνω ένδικη σύγκρουση, κατά την οποία τραυματίστηκε θανάσιμα η Β. Δ., θυγατέρα του πρώτου, μητέρα του δεύτερου, τετάρτου, έβδομης, αδελφή του όγδοου, πεθερά της τρίτης, πέμπτης και έκτου, μνηστή του τελευταίου και γιαγιά των λοιπών οφείλεται σε συντρέχουσα αμέλεια των ως άνω οδηγών των προαναφερόμενων οχημάτων, τα οποία ήταν ασφαλισμένα, για τις προς τρίτους ζημίες, στις προαναφερόμενες εναγόμενες ασφαλιστικές εταιρίες, ζήτησαν να τους επιδικαστούν, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά.

Επί των αγωγών αυτών, οι οποίες συνεκδικάστηκαν, αντιμωλία των διαδίκων, εκδόθηκε η με αριθ. 494/2017 μη οριστική απόφαση με την οποία διατάχθηκε η διενέργεια τεχνικής πραγματογνωμοσύνης και στη συνέχεια η με αριθ. 3025/2018 οριστική απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η από 10-9-2015 αγωγή της Σ. Α.ς κλπ, καθόσον κρίθηκε αποκλειστικά υπαίτια του ένδικου ατυχήματος και οι λοιπές αγωγές ως προς την εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία "...

ΑΕΑΕ" και τον αρχικό διάδικο και ήδη αποβιώσαντα, Μ. Γ. και έγιναν εν μέρει δεκτές ως προς τους λοιπούς. Κατά της οριστικής αυτής απόφασης ασκήθηκαν, ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, οι, από 30-3-2019 (αριθ. έκθ. κατάθ. 30401/2311/2019), 5-3-2019 (αριθ. έκθ. κατάθ. 25645/1942/2019), 22-2-2019 (αριθ. έκθ. κατάθ. 17789/1302/2019) και 18-2-2019 (αριθ.

έκθ. κατάθ. 15614/1134/2019), εφέσεις, με τις οποίες οι εκκαλούντες, επικαλούμενοι εσφαλμένη εφαρμογή συγκεκριμένων διατάξεων του ν. 2696/1999 (ΚΟΚ) και του ΑΚ, καθώς και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζητούσαν οι μεν εναγόμενοι την απόρριψη των αγωγών των αντιδίκων τους, οι δε ενάγοντες την καθ' ολοκληρία παραδοχή των αγωγών τους.

Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, συνεκδικάζοντας τα παραπάνω δικόγραφα, εξέδωσε τη προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απέρριψε την από 30-3-2019 (αριθ. έκθ. κατάθ. 30401/2311/2019) έφεση ως προς τον εφεσίβλητο Β. Δ. του Ι., δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία τις εφέσεις ως προς τους λοιπούς διαδίκους, εξαφάνισε την εκκαλούμενη με αριθ. 3025/2018 οριστική απόφαση, κράτησε την υπόθεση και επαναδικάζοντας τις ως άνω αγωγές, δέχτηκε αυτές εν μέρει, επιδικάζοντας στους ενάγοντες κάθε μίας τα αναφερόμενα σε αυτή ποσά ως αποζημίωση και χρηματική τους ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης και ηθικής βλάβης.

Α. Επί της από 20-6-2022 (αριθ. έκθ. κατάθ. 6805/763/2022) αίτησης αναίρεσης των αναιρεσειόντων, λεκτέα είναι τα ακόλουθα: Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 1/2016, Ολ.ΑΠ 2/2013, ΑΠ 1208/2023).

Με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσία (Ολ.ΑΠ 3/2020 Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998).

Στη περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.ΑΠ 3/2020, ΑΠ 1208/2023, ΑΠ 164/2021).

Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1227/2023, ΑΠ 549/2022). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ.

β`του ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν στην ερμηνεία ουσιαστικών κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ` αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι ορισμοί, οι φυσικοί κανόνες, οι σταθερές γενικές αρχές και οι αφηρημένες υποθετικές κρίσεις για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται επαγωγικώς και αντλούνται - με τη βοήθεια της επιστημονικής έρευνας και των μεθόδων των φυσικών επιστημών - από την παρατήρηση του καθημερινού συναλλακτικού βίου, τη μελέτη της εμπειρικής πραγματικότητας και τις - έχουσες καταστεί κοινό κτήμα- γενικές, τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις και χρησιμεύουν στο δικαστήριο είτε για την ερμηνεία των κανόνων δικαίου, μέσω της εξειδίκευσης των αόριστων νομικών εννοιών, οπότε και η παράβασή τους ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο, είτε για την έμμεση απόδειξη και την εξακρίβωση της βασιμότητας των κρίσιμων και αποδεικτέων πραγματικών περιστατικών, που αποτέλεσαν το αντικείμενο της απόδειξης σε συγκεκριμένη δίκη (άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ), δηλ.

για την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, οπότε και η τοιαύτη χρησιμοποίηση των διδαγμάτων της κοινής πείρας είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη. Οσάκις, δηλαδή, τα διδάγματα της κοινής πείρας άγουν στη διαπίστωση της αλήθειας κάποιου πραγματικού ισχυρισμού και στη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, ή, γενικώς, στην εκτίμηση των αποδείξεων, τότε η χρησιμοποίησή τους από το δικαστήριο ή η παράλειψη της προσφυγής σ` αυτά παραμένει αναιρετικώς ανέλεγκτη και δεν μπορεί να ιδρύσει τον εκ του άρθρου 559 αρ. 1 εδ.

β` ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης (ΑΠ 687/2024, ΑΠ 1519/2023, ΑΠ 801/2023, ΑΠ 1053/2021, ΑΠ 551/2020, ΑΠ 334/2019). Ειδικότερα, ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποίησε εσφαλμένα - δηλαδή με τρόπο που δεν συνάδει προς τις αρχές της λογικής - ή εσφαλμένα παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, έστω και αυτεπάγγελτα, προκειμένου να προσδιορίσει, με βάση αυτά, την αληθή έννοια ορισμένου (του ad hoc εφαρμοστέου) κανόνα ουσιαστικού δικαίου και ιδίως για να εξειδικεύσει αόριστες νομικές έννοιες που αυτός τυχόν περιέχει ή να υπαγάγει (ή όχι) σ` αυτόν τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά της εκάστοτε διαφοράς (Ολ.ΑΠ 9-13/2005, ΑΠ 110/2019, 45/2019, ΑΠ 690/2018, ΑΠ 147/2018, ΑΠ 1751/2017), όχι, όμως, και όταν χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για τη στήριξη της έμμεσης απόδειξης ή για την εξακρίβωση της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών ή για την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, γιατί στις περιπτώσεις αυτές πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (Ολ.ΑΠ 2/2008, Ολ.ΑΠ 8/2005, ΑΠ 801/2023, ΑΠ 19/2022, ΑΠ 74/2019, ΑΠ 69/2019, ΑΠ 401/2018, ΑΠ 64/2017).

Συνεπώς, η παραβίαση των διδαγμάτων κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή των αποδεδειγμένων πραγματικών γεγονότων σε αυτούς (Ολ.ΑΠ 2/2008, Ολ.ΑΠ 8/2005, ΑΠ 687/2024, ΑΠ 1519/2023, ΑΠ 909/2022, ΑΠ 548/2021, ΑΠ 45/2019). Εξάλλου, στο αναιρετήριο πρέπει, συναφώς, να εκτίθενται ποία συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάστηκαν, ο κανόνας δικαίου, στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα και σε τι ακριβώς συνίσταται η παραβίαση.

Επιπροσθέτως, πρέπει να αναφέρεται ο τρόπος, κατά τον οποίο παραβιάστηκαν τα διδάγματα αυτά, καθώς και η, κατά τον αναιρεσείοντα, ορθή έννοια του κανόνα δικαίου, ο οποίος προκύπτει απ` αυτά που το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε (ΑΠ 909/2022, ΑΠ 164/2021, ΑΠ 548/2021, ΑΠ 870/2020, ΑΠ 74/2019, ΑΠ 20/2019, ΑΠ 401/2018). Έτι περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στη ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ` αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ.ΑΠ 1/2020, ΑΠ 1509/2022).

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΑΠ 224/2023, ΑΠ 1342/2023, ΑΠ 909/2022, ΑΠ 162/2020, ΑΠ 162/2020).

Έτι περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ. β`και 914 του ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στη περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 του ΑΚ να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.

Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στη τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στη παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από τη καλή πίστη, κατά τη κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ` αρχήν, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ` ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημίωσης ή τη μείωση του ποσού της, κατά το πιο πάνω άρθρο 300 του ΑΚ.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο δηλαδή τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικά, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος, ενώ η κρίση για το αν πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρ. 561 παρ.1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 693/2024, ΑΠ 224/2023, ΑΠ 1342/2023, ΑΠ 263/2022, ΑΠ 12/2020, ΑΠ 551/2020).

Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας.

Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό - τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ` άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (ΑΠ 693/2024, ΑΠ 1195/2023, ΑΠ 224/2023, ΑΠ 263/2022, ΑΠ 867/2020, ΑΠ 12/2020, ΑΠ 85/2019, ΑΠ 88/2019).

Τα προαναφερόμενα έχουν εφαρμογή και στη περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των αυτοκινήτων που συγκρούστηκαν, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας, άρα και από αδικοπραξία κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ.

του ΑΚ στις οποίες μπορεί να θεμελιωθεί και η ευθύνη για τη ζημία που προκαλείται κατά τη λειτουργία του αυτοκινήτου, κατ` άρθρ. 4 του ν. ΓΠΝ/1911. Περαιτέρω, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθ`εαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του αποτελέσματος που επήλθε.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 1 του ν. 2696/1999 "Αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά που είναι ενδεχόμενο να εκθέσει σε κίνδυνο ή να παρεμβάλει εμπόδια στη κυκλοφορία, να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα ή ζώα ή να προκαλέσει ζημιές σε δημόσιες ή ιδιωτικές περιουσίες.

Οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή... και να μην προκαλούν γενικά με την συμπεριφορά τους τρόμο, ανησυχία ή παρενόχληση στους λοιπούς χρήστες των οδών..." , ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 1 και 2 του νόμου αυτού "1. Ο οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς. 2.

Ο οδηγός επιβάλλεται να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματός του λαμβάνων συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες, ιδιαίτερα δε τη διαμόρφωση του εδάφους, την κατάσταση και τα χαρακτηριστικά της οδού, την κατάσταση και το φορτίο του οχήματός του, τις καιρικές συνθήκες και τις συνθήκες κυκλοφορίας, κατά τρόπον ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού.

Υποχρεούται επίσης να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του και, σε περίπτωση ανάγκης, να διακόπτει την πορεία του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν''. Τέλος, κατά το άρθρο 16 παρ. 1 και 4 του ν. 2696/1999: "1. Στο οδικό δίκτυο της χώρας ισχύει η δεξιά κατεύθυνση κυκλοφορίας. Ο οδηγός κάθε οχήματος υποχρεούται, τηρουμένων των διατάξεων των άρθρων 12 παρ. 1 και 17 παρ. 6 του παρόντος Κώδικα, να οδηγεί το όχημά του πλησίον του δεξιού άκρου του οδοστρώματος και αν ακόμη ολόκληρο το οδόστρωμα είναι ελεύθερο. 4.

Ο οδηγός δεν επιτρέπεται να κυκλοφορεί σε οδόστρωμα που προορίζεται για την αντίθετη προς την κατεύθυνσή του κυκλοφορία, καθώς και σε πλατείες, πεζόδρομους, πεζοδρόμια, νησίδες ασφαλείας και διαχωριστικές νησίδες ή ειδικά ερείσματα, τα οποία προορίζονται για την κυκλοφορία των πεζών, εκτός από περιπτώσεις απολύτου ανάγκης ή όταν ειδικές ρυθμίσεις το επιτρέπουν".

Στην ερευνώμενη υπόθεση, με το πρώτο λόγο της υπό στοιχ. [Α], από 20-6-2022 αναίρεσης αποδίδεται στη προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και κατ` ορθή υπαγωγή μόνο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για το λόγο ότι το Εφετείο διέλαβε στη προσβαλλόμενη απόφασή του ελλιπείς, ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, σχετικά με τις συνθήκες του ατυχήματος και ειδικότερα αναφορικά με την υπαίτια συμπεριφορά του ασφαλισμένου στη πρώτη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία οδηγού Μ.

Γ. (οδηγού του με αριθ. κυκλοφορία ... ιδιωτικής χρήσης επιβατηγού αυτοκινήτου), καθώς και την ύπαρξη ή όχι αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της υπαίτιας συμπεριφοράς του και του ζημιογόνου αποτελέσματος, έτσι ώστε να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των προαναφερθέντων κανόνων ουσιαστικού δικαίου, δηλ.

ως προς τη σωστή ή μη εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών της υπαιτιότητας και της αιτιώδους συνάφειας.

Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά σχετικά με τις συνθήκες του ατυχήματος και την υπαιτιότητα των εμπλακέντων στο ατύχημα οδηγών: ''...... Στις 22-12-2014 και περί ώρα 15.30μμ περίπου, η εναγόμενη - ενάγουσα Α. Σ., οδηγώντας το με αριθμ.

κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, μάρκας FΙΑΤ SEICENTO, 1.108 κκε, συνιδιοκτησίας της ιδίας και του συζύγου της, Β. Κ. κατά 50% έκαστος και ασφαλισμένο για ζημιές σε τρίτους στην εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία "...", κινούνταν με ταχύτητα περίπου 110-130 χλμ/ω στο 100° χλμ. περίπου της Παλαιάς Εθνικής οδού Πατρών-Τριπόλεως με κατεύθυνση από Τρίπολη προς Πάτρα, στο ύψος του χωριού Πάος.

Στο όχημά της συνεπέβαιναν η Κ. Δ. στη θέση του συνοδηγού καθώς και η εξαδέλφη της Β. Δ., η οποία καθόταν στο πίσω δεξιό κάθισμα του ΙΧΕ. Η ανωτέρω οδός είναι ασφαλτοστρωμένη, διπλής κατεύθυνσης, τα δύο ρεύματα πορείας διαχωρίζονται με αποχρωματισμένη, αλλά ορατή συνεχή διπλή διαχωριστική γραμμή, είναι ευθεία με πλάτος οδοστρώματος 7μ.και με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση.

Στο άκρο του οδοστρώματος του ρεύματος πορείας προς Πάτρα και πριν τη συμβολή του εκ δεξιών με ανώνυμη επαρχιακή οδό, πλάτους 9μ. η οποία οδηγεί στο χωριό Πάος, υπάρχει έρεισμα πλάτους 10,30μ. και μήκους 50μ. και μετά από την εν λόγω συμβαλλόμενη επαρχιακή οδό, υπάρχει χώρος στάθμευσης καφετερίας που λειτουργούσε στο σημείο εκείνο.

Στο δε άκρο του αντίθετου ρεύματος πορείας δηλ. προς Τρίπολη, υπάρχει συνεχόμενος αγρός με βλάστηση και δένδρα. Η οδός είναι ευθεία στο παραπάνω σημείο, οι συνθήκες φωτισμού καλές αφού ήταν ημέρα, η δε ορατότητα δεν εμποδιζόταν από τεχνικά ή άλλα εμπόδια, η κίνηση των οχημάτων και των πεζών ήταν αραιή, ενώ επικρατούσε καλοκαιρία, το δε όριο ταχύτητας ορίζεται σε 50χλμ/ω ως κατοικημένης περιοχής.

Κατά την ίδια ημέρα και ώρα ο αρχικός διάδικος και ήδη αποβιώσας Μ. Γ. οδηγώντας το με αριθμ. κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, μάρκας PEUGEOT 3006, 1590κκε, μοντέλο 2010, συνιδιοκτησίας του ιδίου και της συνεπιβαίνουσας συζύγου στη θέση του συνοδηγού Δ. Γ., κατά 50% έκαστος, κινούνταν με ταχύτητα 45χλμ/ω περίπου στο αντίθετο ρεύμα πορείας με κατεύθυνση προς Τρίπολη.

Στο ΙΧΕ συνεπέβαινε εκτός από τη σύζυγό του και η ανιψιά του Ε. Γ.. Φθάνοντας στο παραπάνω σημείο χωρίς να προκύψει ότι υπήρχε εμπόδιο στη πορεία του, ανέλεγκτα και απροειδοποίητα, εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα πορείας. Η οδηγός του με αριθμ. κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, αντιλαμβανόμενη την απερίσκεπτη και επικίνδυνη αυτή κίνηση του παραπάνω ΙΧΕ από απόσταση 80-100μ., η οποία όπως προαναφέρθηκε κινούνταν με πολύ μεγαλύτερη από την επιτρεπόμενη ταχύτητα των 50χλμ/ω, επιχείρησε να τροχοπεδήσει το όχημά της επενεργώντας βίαια στο σύστημα τροχοπέδησης και ταυτόχρονα ενεργώντας αριστερό ελιγμό για να τον αποφύγει εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα πορείας διαγράφοντας διαγώνια πορεία μήκους περίπου 17,80μ.

Όμως κατά τον ίδιο χρόνο ο οδηγός του με αριθμ. κυκλ. ... ΙΧΕ επανέφερε το όχημά του στο δικό του ρεύμα κυκλοφορίας με αποτέλεσμα τα δύο οχήματα να συγκρουστούν πλαγιομετωπικά, με σφοδρότητα εντός του ρεύματος πορείας προς Τρίπολη και σε απόσταση περίπου 1,60 μ από το δεξιό άκρο του οδοστρώματος. Στη συνέχεια το μεν ...

ΙΧΕ όχημα προσέκρουσε με το αριστερό μέρος του σε παρακείμενη τσιμεντένια κολώνα του ΟΤΕ και ακινητοποιήθηκε εκτός του οδοστρώματος σε διαγώνια θέση με κατεύθυνση προς Πάτρα, το δε άλλο όχημα ακινητοποιήθηκε κάθετα στο οδόστρωμα με κατεύθυνση προς το άκρο αυτού. Αποτέλεσμα ήταν τα δύο οχήματα να υποστούν σοβαρές ζημιές, οι οδηγοί των οχημάτων, καθώς και συνεπιβαίνουσες σε αυτό να τραυματιστούν, όμως οι δύο συνεπι βαίνουσες στο με αριθμ.

κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, θανάσιμα. Σύμφωνα με τα παραπάνω η ένδικη σύγκρουση οφείλεται στη συνυπαιτιότητα αμφοτέρων των εμπλεκόμενων οδηγών, οι οποίοι δεν επέδειξαν αν και μπορούσαν την επιμέλεια, την οποία σε παρόμοιες περιστάσεις θα επιδείκνυε ο μέσος συνετός οδηγός. Συγκεκριμένα, ο οδηγός Μ. Γ. δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, ούτε είχε ρυθμίσει την ταχύτητα του οχήματός του έτσι ώστε να ασκεί πλήρη έλεγχο και εποπτεία επ' αυτού ανά πάσα στιγμή, αλλά αντίθετα επιδεικνύοντας επιπολαιότητα και ανεπιτηδειότητα στην οδήγηση, εισήλθε αιφνίδια και χωρίς να υπάρχει επί της πορείας του άλλο εμπόδιο ικανό να ανακόψει την ευθεία πορεία του στο ρεύμα κυκλοφορίας που έβαινε, στο αντίθετο ρεύμα πορείας, παρότι τούτο απαγορεύεται, αλλά και χωρίς να ελέγξει και να βεβαιωθεί ότι μπορεί να πράξει τούτο χωρίς να δημιουργεί κινδύνους για τους οδηγούς των οχημάτων που κινούνταν κανονικά στο αντίθετο ρεύμα πορείας.

Αποτέλεσμα ήταν η έτερη οδηγός αιφνιδιαζόμενη από την επικίνδυνη κίνηση του ως άνω οδηγού στη προσπάθεια της να αποφύγει τη σύγκρουση να επιχειρήσει βίαιη τροχοπέδηση του οχήματός της και στη συνέχεια να διενεργήσει ελιγμό προς αριστερά σε σχέση με τη πορεία της και να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα πορείας, όπου εν τω μεταξύ επανέφερε το όχημά του ο προηγούμενος οδηγός με τα αποτελέσματα που προαναφέρθηκαν (άρθρα 12 παρ. 1, 19 παρ. 1, 2, 16 παρ. 1, 4 ΚΟΚ).

Όμως συνυπαίτια στην επέλευση της ένδικης σύγκρουσης είναι και η έτερη οδηγός Α. Σ.. Συγκεκριμένα δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη τη προσοχή της, ούτε είχε ρυθμίσει τη ταχύτητα του οχήματός της έτσι ώστε ανά πάσα στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς με ασφάλεια, εφόσον αυτό απαιτηθεί όπως στη προκειμένη περίπτωση και να ασκεί έλεγχο επ'αυτού.

Αντίθετα επιδεικνύοντας απρονοησία και επιπολαιότητα στην οδήγηση, κινούνταν με την υπερβολική ταχύτητα των 110-130 χλμ/ω, παρότι κινούνταν σε κατοικημένη περιοχή που το επιτρεπόμενο όριο κυκλοφορίας είναι τα 50χλμ/ω, με αποτέλεσμα να μην έχει πλήρη τον έλεγχο του οχήματός της και παρότι αντιλήφθηκε έγκαιρα την αιφνίδια είσοδο του παραπάνω οχήματος στο δικό της ρεύμα πορείας τουλάχιστον από 80-100 μ.,αφενός δεν μπόρεσε έγκαιρα να τροχοπεδήσει το όχημά της, γεγονός που θα συνέβαινε αν κινούνταν με ταχύτητα 50χλμ/ω και αφετέρου δεν είχε τα χρονικά περιθώρια να αντιδράσει ορθά, διενεργώντας ελιγμό προς τα δεξιά, εκτρέποντας το όχημά της πέραν του οδοστρώματος, όπου υπήρχε συνεχόμενο έρεισμα του ρεύματος κυκλοφορίας της, μήκους πλέον των 50μ.

και πλάτους 10,30μ. και δεν υπήρχε εμπόδιο επ' αυτού, ενέργεια η οποία ήταν και η ενδεικνυόμενη για την αποφυγή της σύγκρουσης, αλλά αντίθετα επιχείρησε αριστερό ελιγμό, εισερχόμενη στο αντίθετο ρεύμα πορείας με αποτέλεσμα να επιπέσει στο παραπάνω όχημα, το οποίο εν τω μεταξύ είχε επαναφέρει ο οδηγός του στο δικό του ρεύμα κυκλοφορίας (αρθρ. 12παρ. 1, 19παρ. 1, 2, 20 παρ.

Ι, 16 παρ. 1, 4 ΚΟΚ). Τα παραπάνω γενόμενα δεκτά προέκυψαν: α) από την έκθεση αυτοψίας και το πρόχειρο σχεδιάγραμμα της επιληφθείσας τροχαίας Τρίπολης, όπου αποτυπώνονται μεταξύ άλλων και τα ευρήματα της ένδικης σύγκρουσης. Συγκεκριμένα , αποτυπώνονται ίχνη τροχοπέδησης των αριστερών τροχών του με αριθμ.

κυκλ. ... ΙΧΕ μήκους 17,80 μ. τα οποία αρχίζουν σε απόσταση 3 μ. απο το δεξιό άκρο του οδοστρώματος του ρεύματος πορείας προς Πάτρα και ακολουθώντας διαγώνια πορεία,καταλήγουν στο αντίθετο ρεύμα πορείας και σε απόσταση 1,60 μ. από το άκρο του οδοστρώματος. Θραύσματα, κηλίδες αίματος, λάδια αποτυπώνονται στο δεξιό άκρο του οδοστρώματος του ρεύματος πορείας προς Τρίπολη, όπου αποτυπώνονται και τα ακινητοποιημένα μετά τη σύγκρουση εμπλακέντα οχήματα.

Σύμφωνα με τα παραπάνω η ένδικη σύγκρουση έλαβε χώρα εντός του ρεύματος πορείας προς Τρίπολη και κατά το χρόνο που το μεν με αριθμ. κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο είχε επανέλθει στο ρεύμα πορείας του, η δε οδηγός του άλλου οχήματος αντιλαμβανόμενη την είσοδο του στο δικό της ρεύμα πορείας, προσπάθησε βίαια επενεργώντας στο σύστημα τροχοπέδησης να το ακινητοποιήσει, ενεργώντας ταυτόχρονα ελιγμό προς τα αριστερά, με τα αποτελέσματα που προαναφέρθηκαν.

Η σύγκρουση των δύο οχημάτων ήταν πλαγιομετωπική με φορά από το κέντρο προς το δεξιό μπροστινό μέρος τους, όπως επισημαίνεται και στην τεχνική έκθεση πραγματογνωμοσύνης, από τους διορισθέντες από την επιληφθείσα τροχαία Τρίπολης, Κ. Ν. και Ρ. Δ. για να διελευκανθούν οι συνθήκες πρόκλησης της ένδικης σύγκρουσης, β) τις φωτογραφίες των εμπλακέντων οχημάτων, από όπου προκύπτουν τα σημεία σύγκρουσης, αλλά και οι εκτεταμένες βλάβες που αυτά υπέστησαν που μαρτυρούν την σφοδρότητα της σύγκρουσης και κατ' αποτέλεσμα τη μεγάλη ταχύτητα που κινούνταν το με αριθμ. ...

ΙΧΕ αυτοκίνητο. Συγκεκριμένα, παρότι άφησε ίχνη τροχοπέδησης στο οδόστρωμα 17,80 μ. και λαμβάνοντας υπόψη του όγκου και του βάρους των δύο οχημάτων (900 κιλά το πρώτο και 1.500 κιλά περίπου το δεύτερο), παρόλα αυτά η σύγκρουση ήταν σφοδρή, γεγονός που ενισχύει την παραδοχή ότι το πρώτο όχημα κινούνταν με 110-130 χλμ/ω περίπου, ενώ το ...

με ταχύτητα που δεν ξεπερνούσε τα 50χλμ/ω. Στο συμπέρασμα αυτό κατέληξαν εν πολλοίς, τόσο ο διορισθείς με την με αριθμ. 494/2017 μη οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, πραγματογνώμονας Σ. Ε., αλλά και ο διορισθείς από την εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία "...", τεχνικός σύμβουλος Βασίλειος Κλουτσινιώτης.

Ο ισχυρισμός των εναγόμενων ότι η ταχύτητα του εν λόγω οχήματος δεν ξεπερνούσε τα 90χλμ/ω (....) θα πρέπει να απορριφθεί διότι στη περίπτωση αυτή, με δεδομένο ότι άφησε στο οδόστρωμα ίχνη τροχοπέδησης 17,8 μ. δεν δικαιολογεί τη προπεριγραφόμενη σφοδρότητα της σύγκρουσης των οχημάτων, γ) από τις προανακριτικές καταθέσεις των μαρτύρων Α.

Α., Χ. Μ., Τ. Γ.. Ο πρώτος εξ αυτών, κατέθεσε στην 1/2/2015 ένορκη κατάθεσή του και επανέλαβε εξεταζόμενος ενόρκως ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ότι κατά το χρόνο της σύγκρουσης βρισκόταν επί της ανώνυμης επαρχιακής οδού που διασταυρώνεται με την ΕΟ Πατρών- Τρίπολης και είχε σκοπό να στρίψει και να κατευθυνθεί προς Τρίποληι, όταν αντιλήφθηκε ένα μαύρο αυτοκίνητο (πρόκειται για το με αριθμ.

κυκλ. ... ΙΧΕ) να εισέρχεται στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και αμέσως έκανε ελιγμό και επανήλθε στο ρεύμα κυκλοφορίας του και κατόπιν είδε να συγκρούεται με το με αριθμ. κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, το οποίο για να αποφύγει τη σύγκρουση εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα πορείας. Ότι ο ίδιος παρέμεινε στο τόπο του συμβάντος κατά το χρόνο απεγκλώβισης των τραυματισμένων συνεπιβατών του με αριθμ.

κυκλ. ... ΙΧΕ και όπως χαρακτηριστικά κατέθεσε άκουσε την Β. Δ., η οποία είχε τις αισθήσεις της να επαναλαμβάνει "για τον άνθρωπο, που μας μπήκε στο αντίθετο ρεύμα..". Τα ίδια επανέλαβε και καταθέτοντας ως μάρτυρας στη ποινική δίκη σε βάρος των εμπλακέντων οδηγών με την κατηγορία της ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά συρροή και σωματικής βλάβης από αμέλεια, κατά την οποία καταδικάστηκαν αμφότεροι οι οδηγοί με την με αριθμ. 46/13-3-2018 απόφαση του Μονομελούς Πλημ/κείου Αθηνών.

Τα παραπάνω επιβεβαίωσαν και οι Χ. Μ. και Τ. Γ., γιος και μνηστήρας της θανούσας Β. Δ., αντίστοιχα .Οι τελευταίοι κατά την επαφή που είχαν με την ως άνω θανούσα, όταν την επισκέφθηκαν στο νοσοκομείο και είχε ακόμα τις αισθήσεις της κατέθεσαν ότι τους ανέφερε "για ένα μαύρο αυτοκίνητο (πρόκειται για το με αριθμ.

κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο) το οποίο κατευθυνόταν κατά πάνω τους και ότι η οδηγός Σ. Α. στηνπροσπάθειά της να το αποφύγει, έκοψε το δικό της προς το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας για να το αποφύγει.." (.....) . Οι αντίδικοι ισχυρίζονται ότι το ΙΧΕ αυτοκίνητο ... κινούνταν κανονικά στο ρεύμα πορείας του και δεν είχε κανένα λόγο να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα πορείας, αλλά η σύγκρουση οφείλεται στο ότι η οδηγός του άλλου οχήματος κινούνταν με μεγάλη ταχύτητα και προσπάθησε να μειώσει ταχύτητα με τροχοπέδηση λόγω του ότι πλησίαζε σε διασταύρωση και σε συνδυασμό με τα φθαρμένα ελαστικά του λόγω παλαιότητας (2010) και του ότι όπως διαπιστώθηκε κατά τον τακτικό έλεγχο ΚΤΕΟ το 2013, παρουσίαζε μονόπλευρη πέδηση στον οπίσθιο άξονα κατά ποσοστό 15,12% και διαφορά απόδοσης του πίσω άξονα αμορτισέρ με ποσοστό 24,32%, έχασε τον έλεγχο του οχήματός της, όπως μαρτυρεί το γεγονός ότι στο οδόστρωμα βρέθηκαν μόνο ίχνη τροχοπέδησης των αριστερών τροχών και εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα πορείας με τα αποτελέσματα που προεκτέθηκαν.

Ότι συνεπεία της μικρής απόστασης που χώριζε τα δύο οχήματα δεν πρόλαβε ο οδηγός του να αντιδράσει, επικαλούμενοι την κατάθεση των συνεπιβαινόντων στο όχημά του Μαρίνας και Ε. Γ., καθώς και το περιεχόμενο της από 30-10-2017 τεχνικής έκθεσης του μηχανολόγου Κ. Ε.. Πλην όμως ο παραπάνω ισχυρισμός δεν κρίνεται πειστικός, αναιρούμενος από τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία.

Εξάλλου όπως προαναφέρθηκε κατά το χρόνο της σύγκρουσης το οδόστρωμα ήταν ξηρό, η κίνηση των οχημάτων αραιή και ως εκ τούτου εφόσον δεν προέκυψε κάποιο εμπόδιο στη πορεία του με αριθμ. κυκλ. ... οχήματος δεν είχε κανένα λόγο η οδηγός του να μειώσει ξαφνικά ταχύτητα, ούτε βέβαια το γεγονός ότι πλησίαζε σε διασταύρωση με ανώνυμη επαρχιακή οδό, αφού είχε προτεραιότητα διέλευσης.

Εξάλλου, οι ως άνω δυσλειτουργίες είχαν επισημανθεί ως δευτερεύουσας σημασίας μη χρήζουσας άμεσης αποκατάστασης, μη δυνάμενες να επηρεάσουν την ασφαλή οδηγική συμπεριφορά του οχήματος. Τα μονά ίχνη τροχοπέδησης που αποτυπώθηκαν στο οδόστρωμα, δικαιολογούνται από την διενέργεια βίαιης τροχοπέδησης του οχήματος και δεν καταδεικνύουν όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι εναγόμενοι πλημμελή λειτουργία αυτών η οποία ήταν αιτία για την απώλεια του ελέγχου του οχήματος της και την είσοδό της στο αντίθετο ρεύμα πορείας.

Ανεξαρτήτως δε του λόγου που ο οδηγός Μ. Γ. εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα [είτε διότι όπως ισχυρίζονται οι αντίδικοι λόγω διάρρηξης του οπισθίου αριστερού ελαστικού που δεν δικαιολογείται από τη σύγκρουση (...), είτε διότι ήθελε να επισκεφθεί τη παρακείμενη καφετέρια στο άκρο του αντίθετου ρεύματος πορείας,είτε για να εισέλθει στην επαρχιακή οδό προς Πάος] και τελικά μετανόησε, το ουσιώδες είναι ότι δεν οδηγούσε με σύνεση και προσοχή, έτσι ώστε να ασκεί πλήρη έλεγχο και εποπτεία στο όχημά του και εισήλθε αιφνίδια, στο αντίθετο ρεύμα πορείας, με αποτέλεσμα η έτερη οδηγός η οποία οδηγούσε με υπερβολική ταχύτητα, ήτοι άνω των 110 χλμ.

να αιφνιδιασθεί, να επιχειρήσει βίαιη τροχοπέδηση και να διενεργήσει αριστερό ελιγμό εισερχόμενη στο αντίθετο ρεύμα πορείας και να συγκρουσθεί με αυτό κατά την επανείσοδό του στο δικό του ρεύμα πορείας, με τα αποτελέσματα που προαναφέρθηκαν. Σύμφωνα με τα παραπάνω το ποσοστό συνυπαιτιότητας που βαρύνει τους εμπλεκόμενους οδηγούς είναι 50% για τον κάθε ένα.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο έκρινε ότι αποκλειστικά υπαίτια είναι η εναγόμενη-ενάγουσα Α. Σ., απορρίπτοντας την παραδεκτώς προβληθείσα ένσταση περί συνυπαιτιότητας του ανωτέρω οδηγού (300 ΑΚ), που παραδεκτά πρόβαλαν οι εναγόμενοι της από 15-4-2015 αγωγής και στη συνέχεια απέρριψε την από 31-5-2016 αγωγή και τις λοιπές συνεκδικαζόμενες ως προς τον αρχικό διάδικο Γ.

Μ. και Γ. Δ., την ασφαλιστική εταιρία "... " έσφαλε ως προς την κρίση της κατά τον βάσιμο περί τούτου σχετικό λόγο πρώτο λόγο της έφεσης απάντων των εκκαλούντων, ο οποίος πρέπει να γίνει δεκτός ......''. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, έκρινε ως ουσιαστικά βάσιμες τις εφέσεις των εναγόντων-εναγόμενων-εκκαλούντων, εξαφάνισε τη με αριθ. 3025/2018 οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε δεχθεί αποκλειστική υπαιτιότητα της οδηγού του με αριθ.

κυκλοφορίας ... ιδιωτικής χρήσης επιβατηγού αυτοκινήτου, Α. Σ. και δέχθηκε εν μέρει ως βάσιμες κατ' ουσία τις πιο πάνω αγωγές. Tο Εφετείο, με το να οδηγηθεί στη προαναφερθείσα κρίση δεν παραβίασε, ούτε ευθέως, είτε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή είτε με εσφαλμένη υπαγωγή, είτε με παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την υπαγωγή των προαναφερόμενων πραγματικών περιστατικών στη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ούτε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του ΑΚ και του ν. 2696/1999, τις οποίες εφάρμοσε ορθώς, ενώ διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών και, συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσεως.

Ειδικότερα, το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή τις ως άνω διατάξεις και διέλαβε στη προσβαλλομένη απόφασή του επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες, τόσο ως προς την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συντρέχουσας αμελούς συμπεριφοράς του ασφαλισμένου στη πρώτη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία, οδηγού του με αριθ.

κυκλοφορίας ... ιδιωτικής χρήσης επιβατηγού αυτοκινήτου Μ. Γ. και του επελθόντος αποτελέσματος, όπως και ως προς τη συντρέχουσα αμέλεια της οδηγού του με αριθ. κυκλοφορίας ... ιδιωτικής χρήσης επιβατηγού αυτοκινήτου Α. Σ.. Πιο συγκεκριμένα, διέλαβε στην απόφασή του, με σαφήνεια και πληρότητα, τα συγκροτούντα την έννοια της αμέλειας περιστατικά, που επέδειξε ο Μ.

Γ., σε συνδυασμό με τις παραβάσεις του Κ.Ο.Κ., οι οποίες βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα, δηλ. ότι ο εν λόγω οδηγός, κινούμενος στη Παλαιά Εθνική Οδό Πατρών-Τρίπολης, με κατεύθυνση προς Τρίπολη, στο 100ο, περίπου, χλμ, εισήλθε αιφνίδια και απότομα στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας της οδού, χωρίς να υπάρχει στη πορεία του άλλο εμπόδιο ικανό να ανακόψει την ευθεία πορεία του στο ρεύμα κυκλοφορίας που κινείτο και χωρίς να ελέγξει και να βεβαιωθεί ότι μπορεί να πράξει αυτό χωρίς να δημιουργεί κίνδυνο για τους οδηγούς των οχημάτων που κινούνταν κανονικά στο αντίθετο ρεύμα πορείας, αιφνιδιάζοντας, με τη κίνησή του αυτή, την οδηγό του αντιθέτως κινούμενου επί της οδού (με κατεύθυνση προς Πάτρα) με αριθ.

κυκλοφορίας ... ιδιωτικής χρήσης επιβατηγού αυτοκινήτου Α. Σ., η οποία στη προσπάθειά της να αποφύγει τη σύγκρουση επιχείρησε βίαιη τροχοπέδηση του οχήματός της και στη συνέχεια διενέργεια ελιγμού προς αριστερά σε σχέση με τη πορεία της, με αποτέλεσμα να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα πορείας, όπου όμως εν τω μεταξύ επανέφερε το όχημά του ο προηγούμενος οδηγός με αποτέλεσμα να επέλθει, εντός του ρεύματος πορείας προς Τρίπολη, πλαγιομετωπική σύγκρουση των δύο οχημάτων.

Συγκεκριμένα, το δικαστήριο έλαβε υπόψη του όλους τους προσδιοριστικούς παράγοντες του αυτοκινητικού ατυχήματος (συνθήκες κυκλοφορίας, κατάσταση οδού, καιρικές συνθήκες, συμπεριφορά οδηγών), οι οποίοι ήταν επαρκείς για το σχηματισμό της δικανικής του κρίσης, χωρίς να απαιτούνται επιπλέον αιτιολογίες και κατέληξε σε σαφές πόρισμα αναφορικά με τις συνθήκες του ατυχήματος και τη συντρέχουσα αμέλεια των εμπλακέντων στο ένδικο ατύχημα οδηγών.

Ειδικότερα, με πλήρη αιτιολογία προσδιορίζεται: 1) η αντίθετη κίνηση των οχημάτων στην οδό και η απόσταση μεταξύ τους (80-100 μέτρων), 2) η ταχύτητα αμφοτέρων των συγκρουσθέντων οχημάτων (η οποία ήταν περί τα 45χλμ του οδηγού Μ. Γ. και περί 110-130 χλμ της οδηγού Α. Σ.), 3) η κίνηση των οχημάτων επί της οδού, η αιφνίδια είσοδος του οδηγού Μ.

Γ. στο αντίθετο ρεύμα πορείας του, χωρίς να υπάρχει εμπόδιο στη πορεία του, η διενέργεια αριστερού ελιγμού από την Α. Σ., όταν αντιλήφθηκε την είσοδο του ως άνω οδηγού στο ρεύμα πορείας της και η διαγραφή διαγώνιας πορείας με ίχνη τροχοπέδηση των αριστερών τροχών μήκους 17,80 μ., τα οποία αρχίζουν σε απόσταση 3μ.

από το δεξιό άκρο του οδοστρώματος του ρεύματος πορείας προς Πάτρα και ακολουθώντας διαγώνια πορεία, καταλήγουν στο αντίθετο ρεύμα πορείας και σε απόσταση 1,60 μ. από το άκρο του οδοστρώματος, όπως και η είσοδος εκ νέου του Μ. Γ. στο ρεύμα πορείας του, όπου και το σημείο σύγκρουσης, δ) η τελική θέση των οχημάτων επί του οδοστρώματος μετά τη πλαγιομετωπική σύγκρουση.

Οι αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, για ανεπάρκεια και αντιφατικότητα αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς τη θέση και κίνηση των εμπλεκόμενων στο ένδικο ατύχημα οχημάτων επί της οδού κατά τον προ του ατυχήματος χρόνο, ως προς τον αιφνίδιο και ανεξέλεγκτο ελιγμό του οδηγού του οδηγού Μ. Γ. με την είσοδό του στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας της οδού, ως προς το ότι οι δυσλειτουργίες στο σύστημα πέδησης του αυτοκινήτου που οδηγούσε η Α.

Σ., δεν μπορούσαν να επηρεάσουν την ασφαλή οδηγική συμπεριφορά του αυτοκινήτου της και ως προς τις συνθήκες του ατυχήματος, δεν αποτελούν ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με το κρίσιμο ζήτημα των συνθηκών υπό τις οποίες συνέβη το ένδικο ατύχημα. Οι παραπάνω αιτιάσεις, όπως και οι ειδικότερες ελλείψεις που αποδίδονται στη προσβαλλόμενη απόφαση από τους αναιρεσείοντες, προβάλλονται απαραδέκτως, διότι αυτές αφορούν την πληρέστερη, κατά την άποψή τους (αναιρεσειόντων), ανάλυση του αποδεικτικού υλικού και, υπό την επίφαση της παράβασης εκ πλαγίου των άνω ουσιαστικών διατάξεων πλήττεται η ανέλεγκτη περί των πραγμάτων εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), αναφορικά με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα σχετικά με τη συντρέχουσα αμέλεια και του ασφαλισμένου στη πρώτη των αναιρεσειόντων οδηγού Μ.

Γ.. Όσα αναφέρουν οι αναιρεσείοντες παραπάνω, δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, αλλά απλά επιχειρήματα, για τα οποία δεν χρειαζόταν ιδιαίτερη και διεξοδική ανάλυση, ανεξαρτήτως της ουσιαστικής αβασιμότητας των ως άνω αιτιάσεων. Περαιτέρω, οι αναιρεσείοντες, με το πρώτο λόγο της αναίρεσης και υπό την επίκληση της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 1β' του ΚΠολΔ, μέμφονται τη προσβαλλόμενη απόφαση ότι με τις παραδοχές της σχετικά με τη θέση και κίνηση των εμπλεκόμενων στο ένδικο ατύχημα οχημάτων επί της οδού κατά τον προ του ατυχήματος χρόνο, ως προς τον αιφνίδιο και ανεξέλεγκτο ελιγμό του οδηγού Μ.

Γ. με την είσοδό του στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας της οδού, ως προς το ότι οι δυσλειτουργίες στο σύστημα πέδησης του αυτοκινήτου που οδηγούσε η Α. Σ., δεν μπορούσαν να επηρεάσουν την ασφαλή οδηγική συμπεριφορά του αυτοκινήτου της και ως προς την είσοδος του αυτοκινήτου που οδηγούσε η Α. Σ. στο αντίθετο ρεύμα πορείας της, παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι η προβαλλόμενη με αυτόν παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας δεν αφορά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ` αυτόν αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, όπως απαιτείται για τη θεμελίωση του ως άνω λόγου αναίρεσης, αλλά την εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας για την εξακρίβωση των πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει του αναιρετικού λόγου (ΑΠ 224/2023, ΑΠ 19/2022, ΑΠ 791/2020).

Επομένως, ο πρώτος αναιρετικός λόγος της, από 20-6-2022, αίτησης αναίρεσης από τους αριθμούς 1 εδ. β'και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και απαράδεκτος, κατά τις ως άνω διακρίσεις. Ο λόγος αναίρεσης που προβλέπεται από το άρθρο 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο "αποδεικτικού", κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ.

του ίδιου Κώδικα, εγγράφου. Δεν αποτελούν έγγραφα, κατά την έννοια της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ, εκείνα στα οποία αποτυπώνονται άλλα αποδεικτικά μέσα, όπως είναι τα πρακτικά και οι αποφάσεις των δικαστηρίων που περιέχουν καταθέσεις μαρτύρων (ΑΠ 605/2023, ΑΠ 852/2021, ΑΠ 23/2020, ΑΠ 49/2020, ΑΠ 1409/2019, ΑΠ 237/2017, ΑΠ 876/2017) και οι εκθέσεις αυτοψίας (ΑΠ 1284/2020, ΑΠ 1304/2014, ΑΠ 860/2013, ΑΠ 5/2011, ΑΠ 1623/2010, ΑΠ 44/2003).

Παραμόρφωση δε εγγράφου συμβαίνει, όταν, από εσφαλμένη ανάγνωση αυτού ή από παράλειψη ανάγνωσης κρίσιμου μέρους του, το δικαστήριο δέχτηκε, ότι περιέχει περιστατικά, με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιέχει. Αντίθετα, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας συνάγει από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ως ορθό, καθόσον πρόκειται, τότε, για παράπονο ως προς την εκτίμηση γεγονότων, που εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου.

Πάντως, για να θεμελιωθεί ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, θα πρέπει, επιπλέον, το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμόρφωσε, όχι δε, και όταν έχει συνεκτιμήσει απλώς το έγγραφο αυτό, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να το εξαίρει, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ.ΑΠ 2/2008, ΑΠ 687/2024, ΑΠ 78/2022, ΑΠ 8/2021, ΑΠ 791/2020, ΑΠ 595/2020).

Κατ` ακολουθία, ο δεύτερος αναιρετικός λόγος της, από 20-6-2022, αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση της παραμόρφωσης από το δικαστήριο της ουσίας του περιεχομένου των κάτωθι εγγράφων: α) της από 19-8-2015 ένορκης κατάθεσης του Α. Α. ενώπιον του Ειρηνοδικείου Καλαβρύτων και της κατάθεσης του ιδίου στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καλαβρύτων, β) της έκθεσης αυτοψίας και του σχεδιαγράμματος που είχε συντάξει το αρμόδιο όργανο της Τροχαίας, είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι το ως άνω υπό στοιχείο α' έγγραφο (ένορκη κατάθεση μάρτυρα) δεν αποτελεί έγγραφο κατά την έννοια της ως άνω διάταξης (ΑΠ 1228/2023) [επιπρόσθετα, η κατάθεση στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καλαβρύτων δεν προσκομίζεται προκειμένου να εκτιμηθεί, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 του KΠολΔ, το περιεχόμενο του εγγράφου, για τη διαπίστωση της βασιμότητας του εν λόγω αναιρετικού λόγου (ΑΠ 70/2022, ΑΠ 1167/2019, ΑΠ 1414/2010, ΑΠ 533/2009)], ενώ για τα υπό στοιχείο β' έγγραφα, που το περιεχόμενό τους, κατά τους αναιρεσείοντες παραμορφώθηκε, δεν αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας διαγνωστικό σφάλμα ως προς το αληθινό περιεχόμενο του σχεδιαγράμματος και της έκθεσης αυτοψίας της Τροχαίας, αλλά σφάλμα ως προς την εκτίμηση και ερμηνεία του περιεχομένου τους, διαφορετική από εκείνη που οι αναιρεσείοντες θεωρούν ορθή (ΑΠ 687/2024, ΑΠ 1217/2018).

Εκτός τούτου, για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, το Εφετείο δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στα έγγραφα αυτά που φέρονται ότι παραμορφώθηκαν, αλλά προέβη στην εκτίμηση του περιεχομένου τους σε συνδυασμό με όλα τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, έστω και αν κατέληξε σε εσφαλμένο αποδεικτικό πόρισμα.

Η εσφαλμένη, όμως, αυτή, κατά τους αναιρεσείοντες, αξιολόγηση των συγκεκριμένων εγγράφων δεν σημαίνει ότι το Εφετείο παρέλειψε να αναγνώσει το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών και να τα λάβει συνολικά υπόψη του, σύμφωνα και με όσα αναπτύχθηκαν στην αρχή της παρούσας σκέψης. Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, γιατί αναφέρεται στην εκτίμηση του περιεχομένου των πιο πάνω εγγράφων για τη συναγωγή, από το Εφετείο, αποδεικτικού συμπεράσματος, διαφόρου από εκείνο που θεωρούν ορθό οι αναιρεσείοντες, στη περίπτωση δε αυτή πρόκειται για πλημμέλεια αναγόμενη αποκλειστικά στη κυριαρχική εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία εκφεύγει καθεαυτή από τον αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 687/2024, ΑΠ 1630/2023, ΑΠ 1170/2022).

Μετά τα παραπάνω, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη, από 20-6-2022, υπό στοιχ. [Α], αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του, κατατεθέντος για την άσκηση αυτής, παραβόλου, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ όπως ισχύει και εφαρμόζεται στη προκειμένη υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016) και να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειόντων, λόγω της ήττας τους, τα δικαστικά έξοδα των παριστάμενων κατά ομάδας, με διαφορετικό πληρεξούσιο δικηγόρο, αναιρεσίβλητων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό (ΑΠ 1342/2023, ΑΠ 301/2021).

Β. Επί της από 26-1-2021 (αριθ. έκθ. κατάθ. 1017/97/2021), αίτησης αναίρεσης των αναιρεσειόντων, λεκτέα είναι τα ακόλουθα: Σύμφωνα με το άρθρο 932 του ΑΚ, "σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του. Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών, χωρίς να απαιτείται η ειδικότερη αιτιολόγηση καθενός στοιχείου (ΑΠ 380/2023, ΑΠ 272/2020, ΑΠ 65/2019, ΑΠ 1361/2013).

Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης.

Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, δηλ.

ως πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 9/2015, ΑΠ 380/2023, ΑΠ 548/2021, ΑΠ 301/2021, ΑΠ 2/2020). Και τούτο, διότι μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, ευτελίζει, στη πρώτη περίπτωση (όσον αφορά το δικαιούχο-παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (ΑΠ 380/2023, ΑΠ 301/2021, ΑΠ 184/2021, ΑΠ 525/2021, ΑΠ 398/2020).

Στην ερευνώμενη υπόθεση, η προσβαλλόμενη απόφαση, σχετικά με το κεφάλαιο που ενδιαφέρει στη παρούσα αναιρετική δίκη χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, κατ' άρθρα 932 του ΑΚ, που επιδικάστηκε στους αναιρεσείοντες Χ. Κ. και Παρασκευή χήρα Α. Κ., δέχθηκε, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπησή της, τα εξής: ''.........

η συνεπιβαίνουσα στο με αριθμ. κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, Κ. Δ., σύζυγος του πρώτου ενάγοντος Χ. Κ. και νύφη της δεύτερης Π. Κ., διακομίστηκε στο Γενικό Παναρκαδικό Νοσοκομείο Τρίπολης "...", όπου διαγνώσθηκε ο θάνατός της. Όπως προκύπτει από την με αριθμ.1848/2015 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας-νεκροτομίας της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Πατρών, ο θάνατός της επήλθε συνεπεία βαρύτατων κακώσεων θώρακος, πυέλου και των κάτω άκρων που υπέστη κατά την ένδικη σύγκρουση.....

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, η θανούσα είχε έντονο ψυχικό δεσμό με τον ενάγοντα σύζυγό της, αλλά και με τη δεύτερη ενάγουσα πεθερά της. Οι τελευταίοι λόγω της στενής συγγένειάς τους και του στενού ψυχικού τους δεσμού, υπέστησαν έντονο ψυχικό πόνο από τον βίαιο, αιφνίδιο και πρόωρο θάνατό της. Κατόπιν αυτών, για την άμβλυνση της ψυχικής οδύνης των εναγόντων και προς ανακούφιση της ηθικής δοκιμασίας τους, πρέπει να τους επιδικασθεί εύλογη χρηματική ικανοποίηση, το ύψος της οποίας, λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών και περιστάσεων, υπό τις οποίες έλαβε χώρα το ατύχημα, το βαθμό του πταίσματος των υπαιτίων οδηγών, την εγγύτητα της συγγένειας των εναγόντων και της θανούσας και του μεταξύ τους συναισθηματικού δεσμού, την ηλικία της θανούσας και των εναγόντων, της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων φυσικών προσώπων (συνήθης, αφού δεν γίνεται επίκληση ιδιαίτερης περιουσίας ή εισοδημάτων), όχι όμως και των εναγόμενων ασφαλιστικών εταιριών η ευθύνη των οποίων είναι εγγυητική, πρέπει να ορισθεί στο ποσό των (60.000) ευρώ για τον πρώτο ενάγοντα και στο ποσό των (10.000) ευρώ για τη δεύτερη.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο επιδίκασε, για τις παραπάνω αιτίες, το ποσό των 50.000 και 20.000 ευρώ αντίστοιχα, παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας και υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, αφού τα αναγνωρισθέντα ως οφειλόμενα ποσά αφίστανται - κατά τη κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση - από τα επιδικαζόμενα σε παρόμοιες περιπτώσεις ποσά κατά τον βάσιμο περί τούτου σχετικό δεύτερο λόγο της έφεσης του πρώτου ενάγοντος, ο οποίος πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος και τα αντίθετα ισχυριζόμενα από τη δεύτερη εκκαλούσα θα πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα.....''.

Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο, δηλαδή με το να καθορίσει τη χρηματική ικανοποίηση των εναγόντων-αναιρεσειόντων λόγω ψυχικής οδύνης, στα πιο πάνω ποσά, αφού εκτίμησε τα υπόψη του τιθέμενα πραγματικά περιστατικά, δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας και δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, αφού τα εν λόγω ποσά, κατά τη κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη περί δικαίου συνείδηση, δεν υπολείπονται και μάλιστα καταφανώς από τα επιδικαζόμενα σε παρόμοιες περιπτώσεις.

Επομένως, είναι αβάσιμος ο πρώτος, κατά το πρώτο του σκέλος, βασιζόμενος στον αριθμό 1 εδ. α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης. Από τα άρθρα 1389 και 1390 του ΑΚ, με τα οποία ορίζεται ότι: α) οι σύζυγοι έχουν την υποχρέωση να συνεισφέρουν από κοινού, ο καθένας ανάλογα με τις δυνάμεις του, για την αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας με τη προσφορά της προσωπικής τους εργασίας, τα εισοδήματά τους και τη περιουσία τους και β) στην υποχρέωση αυτή περιλαμβάνονται ειδικότερα η αμοιβαία υποχρέωση των συζύγων για διατροφή τους, η κοινή υποχρέωση για διατροφή των τέκνων τους και γενικά η υποχρέωση για συμβολή τους στη λειτουργία του κοινού οίκου, ενώ το μέτρο της υποχρέωσης προσδιορίζεται ανάλογα με τις συνθήκες της οικογενειακής ζωής και η εκπλήρωσή της γίνεται με το τρόπο που επιβάλλει η έγγαμη συμβίωση, προκύπτει ότι θεσμοθετήθηκε, με βάση την αρχή της ισότητας των δύο φύλων, η αμοιβαία υποχρέωση των συζύγων να συνεισφέρουν για την αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, καθένας ανάλογα με τις δυνάμεις του.

Η συνεισφορά αυτή καλύπτεται και με τη παροχή προσωπικών υπηρεσιών, ως ένα μέσο για την αντιμετώπιση των αναγκών του κοινού οίκου, στο μέτρο των δυνατοτήτων του κάθε συζύγου, υποχρέωση που γεννά εκ του νόμου δικαίωμα του άλλου να αξιώνει τη συνεισφορά των υπηρεσιών αυτών. Έτσι, στη περίπτωση θανάτου του ενός συζύγου και της συνακόλουθης απώλειας της δυνατότητας προσφοράς των προσωπικών του υπηρεσιών, ο επιζών σύζυγος δικαιούται να απαιτήσει, από τον υπαίτιο του θανάσιμου τραυματισμού, αποζημίωση για τη στέρηση των υπηρεσιών, που συνιστούσαν την από το νόμο οφειλόμενη συμβολή του θύματος στις οικογενειακές ανάγκες, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 928 εδ.

β` του ΑΚ. Η ύπαρξη και το μέγεθος της ζημίας που μπορεί να ζητηθεί ως αποζημίωση θα εξαρτάται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από το συσχετισμό των δυνάμεων των συζύγων, από τον οποίο θα προκύπτει η υποχρέωση, το είδος και το μέγεθος συνεισφοράς του παθόντος συζύγου με τη παροχή προσωπικών υπηρεσιών για την αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, βάσει των στοιχείων που θα εκτίθενται από τους διαδίκους (Ολ.ΑΠ 39/1997, ΑΠ 548/2021, ΑΠ 1637/2018, ΑΠ 1136/2014).

Ο συσχετισμός των προσφερόμενων, κατά περίπτωση, υπηρεσιών είναι αναγκαίος όχι για να υπολογιστούν, αποτιμώμενα χρηματικώς, τα συνολικά εισοδήματα των δύο συζύγων και να επιμεριστούν στη συνέχεια για τον καθέναν ανάλογα με τις ανάγκες και τη συμβολή του στη δημιουργία του οικογενειακού προϋπολογισμού, αλλά για να προσδιοριστεί το ύψος της απώλειας που υπέστη ο επιζών σύζυγος από τη μη προσφορά υπηρεσιών, τις οποίες θα είναι υποχρεωμένος να αναπληρώσει με την απασχόληση οικιακής βοηθού, την οποία όμως δεν είναι αναγκαίο και να προσλάβει (ΑΠ 1205/2018, ΑΠ 1637/2018, ΑΠ 84/2005).

Τέλος, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα είχε προταθεί νόμιμα. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Και στις περιπτώσεις, όμως, αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την πληττόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (Ολ.ΑΠ 15/2000, ΑΠ 610/2023, ΑΠ 96/2020, ΑΠ 403/2019, ΑΠ 209/2019, ΑΠ 1059/ 2017).

Κατά συνέπεια, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Το απαράδεκτο αυτό αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 1/1987, ΑΠ 426/2021, ΑΠ 1352/2021, ΑΠ 209/2019, ΑΠ 279/2019, ΑΠ 1480/2018, ΑΠ 64/2017).

Επίσης, από το συνδυασμό της διάταξης αυτής προς εκείνες των άρθρων 556 παρ.2, 570 παρ.1 και 2, 577, 579 και 581 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι με την άσκηση της αίτησης αναίρεσης καθώς και με την επ' αυτής δίκη δεν αναβιώνει η εκκρεμοδικία, αφού με το έκτακτο αυτό ένδικο μέσο δεν ανοίγεται νέος βαθμός δικαιοδοσίας, ούτε κρίνεται η ουσία της διαφοράς, αλλά ερευνάται το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αναίρεσης.

Συνεπώς δεν είναι παραδεκτή, μετά την τελεσίδικη απόφαση, η έρευνα νέων ισχυρισμών στην αναιρετική δίκη, καθόσον το αντίθετο θα μετέβαλλε τον Άρειο Πάγο σε δικαστήριο ουσίας τρίτου βαθμού (ΑΠ 610/2023, ΑΠ 834/2021, ΑΠ 503/2018, ΑΠ 1724/2012).

Στην ερευνώμενη περίπτωση, το Εφετείο, με τη πληττόμενη απόφασή του, ως προς το κεφάλαιο των αγωγών του πρώτου αναιρεσείοντος, αποζημίωσης για στέρηση παροχής υπηρεσιών, κατ` άρθρο 928 εδ. β` του ΑΚ, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: ''.....

περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η θανούσα, ήταν σύζυγος του πρώτου ενάγοντος ( ...). Ο ίδιος εργαζόταν ως χειριστής μηχανημάτων στη τεχνική εταιρία "... ΟΕ". Η θανούσα, ηλικίας κατά το χρόνο θανάτου της 48 ετών, ήταν υγιής, αρτιμελής, δεν εργαζόταν, ούτε είχε άλλα εισοδήματα από άλλη αιτία. Απασχολούνταν αποκλειστικά με τη περιποίηση και φροντίδα του κοινού οίκου τους και φροντίδα της οικογενείας (παρασκευή φαγητού, καθαριότητα, φροντίδα ατομικής υγιεινής τους), οι οποίες αποτιμώνται σε χρήμα και ανέρχονται σε 300 ευρώ μηνιαίως και αποτελεί το κόστος της δαπάνης για τη προσφορά των υπηρεσιών αυτών από τρίτο άτομο έναντι αμοιβής.

Τις υπηρεσίες αυτές θα απολάμβανε κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και κατά το διάστημα από 22-12-2014 έως 31-1- 2015 (1 μήνα + 9 ημέρες) και κατά το χρονικό διάστημα από 1-2-2015 έως 31-5 2016 (16 μήνες), ανερχόμενες στο ποσό των (300 + 90 ευρώ) 390 ευρώ για το πρώτο διάστημα και 4.800 ευρώ για το δεύτερο διάστημα (928 εδ. β, 1389, 1390 ΑΚ).

Η ένσταση περί συνυπολογισμού ζημίας και οφέλους που παραδεκτά πρότεινε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου η δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία "..." και επαναφέρει με τις προτάσεις της, θα πρέπει να απορριφθεί, πρωτίστως ως αόριστη, αφού δεν προσδιορίζεται ποιο είναι τελικά το ποσό που κατά τους ισχυρισμούς της ωφελήθηκε ο ενάγων.

Στο σημείο τούτο θα πρέπει να επισημανθεί ότι ο ισχυρισμός περί συνυπαιτιότητας κατά 95% της έτερης οδηγού, ασφαλισμένης στη πρώτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία, αλυσιτελώς προβάλλεται από τη δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία "...", διότι έννομη επιρροή στη προκείμενη δίκη ασκεί η ύπαρξη ή όχι υπαιτιότητας στο πρόσωπο του ασφαλισμένου της οδηγού.

Το ποσοστό συνυπαιτιότητας που βαρύνει τους εν λόγω οδηγούς αποτελεί αντικείμενο έρευνας τυχόν ασκηθείσας αγωγής αναγωγής μεταξύ των συνυποχρέων και όχι της παρούσας δίκης.

Συνεπώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο για τις παραπάνω αιτίες επιδίκασε τα ποσά 260 και 3.200 ευρώ αντίστοιχα, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων κατά τον βάσιμο περί τούτου σχετικό τρίτο λόγο της έφεσης του ενάγοντος Χ. Κ., ο οποίος θα πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος, απορριπτόμενων ως αβασίμων των αντιθέτων ισχυριζόμενων από την εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία "..." με σκέλος του τρίτου λόγου της έφεσής της....''. Κρίνοντας έτσι, το Εφετείο δεν παραβίασε, ευθέως είτε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, είτε με εσφαλμένη υπαγωγή τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που παρατέθηκαν στην αρχή της παρούσας νομικής σκέψης, αφού έκρινε ότι η σύζυγος του πρώτου αναιρεσείοντος, κατά το χρόνο θανάτου της ήταν ηλικίας 48 ετών, υγιής δεν εργαζόταν, ούτε είχε άλλα εισοδήματα από άλλη αιτία και απασχολούνταν αποκλειστικά με τη περιποίηση και φροντίδα του κοινού οίκου τους, αποτίμησε δε τη συνεισφορά της στο ποσό των 300,00 ευρώ.

Συνεπώς δεν υπέπεσε στη πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. Η αιτίαση του εν λόγω αναιρεσείοντα ότι έπρεπε, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 ΙΑ. 11 εδ.3 περ. α' του ν. 4093/2012 να του επιδικάσει το ποσό των 586,08 ευρώ ως κατώτατος μισθός των οικιακών βοηθών, κρίνεται απορριπτέα ως απαράδεκτη κατ' άρθρο 562 αρ. 2 του ΚΠολΔ, δεδομένου ότι δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο ότι ο σχετικός ως άνω ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά από τον αναιρεσείοντα ως εκκαλούντα στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, από δε τη παραδεκτή επισκόπηση της από 22-2-2019 έφεσής του, καθώς και των αγωγών του, προκύπτει ότι δεν προβλήθηκε ο εν λόγω ισχυρισμός ούτε με τις αγωγές του, ούτε εμπεριέχεται στο τρίτο λόγο έφεσης, παρά μόνο επίκληση του λόγου αυτού γίνεται με το αναιρετήριο, χωρίς, παράλληλα, να εμπίπτει στις λοιπές εξαιρέσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 562 του ΚΠολΔ.

Κατ` ακολουθία ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο ο πρώτος αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος και απαράδεκτος κατά τις προαναφερόμενες διακρίσεις. Μετά τα παραπάνω, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη, από 26-1-2021, υπό στοιχ. [Β], αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του, κατατεθέντος για την άσκηση αυτής, παραβόλου, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ όπως ισχύει και εφαρμόζεται στη προκειμένη υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016) και να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειόντων, λόγω της ήττας τους, τα δικαστικά έξοδα των παριστάμενων κατά ομάδας, με διαφορετικό πληρεξούσιο δικηγόρο, αναιρεσίβλητων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό (ΑΠ 1342/2023, ΑΠ 301/2021).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ τις: Α) από 20-6-2022 (αριθ. έκθ. κατάθ. 6805/763/2022) και Β) από 26-1-2021 (αριθ. έκθ. κατάθ. 1017/97/2021), αιτήσεις για αναίρεση της με αριθ. 6604/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ αμφότερες τις αιτήσεις αναίρεσης.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου, που κατατέθηκε από τους αναιρεσείοντες για την άσκηση της από 20-6-2022 αίτησης αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους ως άνω αναιρεσείοντες στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων κάθε ομάδας των παριστάμενων αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ για καθεμιά ομάδα από αυτές. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου, που κατατέθηκε από τους αναιρεσείοντες για την άσκηση της από 26-1-2021 αίτησης αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους ως άνω αναιρεσείοντες στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων κάθε ομάδας των παριστάμενων αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ για καθεμιά ομάδα από αυτές. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Ιουλίου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ